Appeal dismissed for inadmissibility due to vague grounds and failure to challenge factual findings on employment contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek Agricultural Insurance Organization against the Athens Court of Appeal's decision regarding employment contracts. The appellant argued that the lower court erred in finding successive fixed-term contracts, but the court ruled the appeal grounds were vague and failed to specify which factual assumptions of the lower court were contested. Furthermore, the court held that the lower court's evaluation of evidence regarding contract durations and gaps between renewals was not subject to appellate review under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576, 576 of the Code of Civil Procedure; Appeals must be specific and challenge legal application, not factual evaluations. The Supreme Court cannot review the lower court's assessment of evidence regarding the succession of employment contracts or the duration of gaps between them.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 321 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 321/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια και Νικόλαο Πουλάκη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων" (ΕΛ.ΓΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Αναστασία Κουτσαύτη και Αικατερίνη Τσιροβασίλη, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) … και 6) … , κατοίκου Καρδίτσας. Οι 2ος και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Καμπίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κοινοποιούμενη η αίτηση αναίρεσης και η κλήση στο σωματείο με την επωνυμία "Πανελλήνια Ένωση Ανέργων και Συμβασιούχων" (ΠΕΑΣΓΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/6/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την δια των προτάσεων ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του σωματίου προς το οποίο κοινοποιείται η αίτηση αναίρεσης και η κλήση. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1763/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1610/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 19/8/2014 αίτησή του, η οποία κατόπιν αναβολής και ματαιώσεων επαναφέρεται με την από 7/10/2019 κλήση των καλούντων. Κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 26-5-2020, η συζήτηση ματαιώθηκε. Προσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως για τη δικάσιμο 9-3-2021, οπότε ματαιώθηκε εκ νέου και προσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως για την αναφερόμενη παραπάνω δικάσιμο. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνα Νάκου ανέγνωσε την από 29/1/2016 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 720/2017, ΑΠ 701/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22-12-2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι, ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 9/2003, ΑΠ 536/2020).
Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013 και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βεβαίως αυτές δεν είχαν συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (20-3-2013), σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 42/2019, ΑΠ 1711/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης της από 19-8-2014 και με αριθ. κατ. 642/20-8-2014 αίτησης του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛ.Γ.Α.)" για αναίρεση της με αριθ. 1610/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί έφεσης κατά της με αριθ. 1763/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, έλαβε χώρα με επίσπευση έξι (6) εκ των δέκα αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 5ης και 8ου των αναιρεβλήτων, συνδεομένων με σχέση απλής ομοδικίας, δηλαδή των Σ.
Α., Μ. Ι., Κ. Κ., Κ. Σ., Κ. Ε. και Κ. Π., με την από 7-10-2019 κλήση τους ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης η 26-5-2020. Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της επιβολής του μέτρου αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού covid-19 και προσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως η συζήτησή της για τη δικάσιμο της 9-3-2021, με την από 10-6-2020 πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ενώ παράλληλα, με πρωτοβουλία του γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο οικείο πινάκιο με αριθμό 8.
Προς ενημέρωση δε των διαδίκων, η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 ν. 4690/30-5-2020 (ΦΕΚ Α' 104/2020).
Κατά την παραπάνω ορισθείσα δικάσιμο η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ματαιώθηκε και πάλι για την ίδια, ως άνω, αιτία και επαναπροσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με την από 19-5-2021 πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και ενεγράφη στο οικείο πινάκιο με αριθμό 22.
Προς ενημέρωση δε των διαδίκων, η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε, όπως παραπάνω, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48/Α/2021) σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο της 28-9-2021, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι 1ος, 3ος, 4ος και 8ος των αναιρεσιβλήτων (1ος, 3ος, 4ος και 6ος των καλούντων, αντίστοιχα), δηλαδή οι Σ. Α., Κ. Κ., Κ. Σ. και Κ. Π., δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιος δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε γι' αυτούς η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι - καλούντες, δηλαδή ο 2ος Μ.
Ι. και η 5η, Κ. Ε., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν νομίμως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Καμπίτη Παναγιώτη. Όσον αφορά τους παραπάνω απολιπομένους αναιρεσιβλήτους, ναι μεν δεν ήταν αναγκαία η κλήτευσή τους κατά τη σημερινή δικάσιμο, αφού, στη συγκεκριμένη περίπτωση,, που, όπως προεκτέθηκε, ματαιώθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, η οίκοθεν αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρα 74 παρ. 2 ν. 4690/2020 και 83 παρ. 3 ν. 4790/2021), πλην όμως, για να ισχύσει τούτο, απαιτείται ως προϋπόθεση, ο απολιπόμενος διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής (ΑΠ 1121/2020).
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι ο δικηγόρος Αθηνών Παναγιώτης Καμπίτης, που κατέθεσε την από 7-10-2019 κλήση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από τους παραπάνω απολιπόμενους 1°, 3°, 4°, και 8° των αναιρεσιβλήτων (1°, 3°, 4° και 6° των καλούντων), αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή σχετικής πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω Δικηγόρο, με την προσκόμιση συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή εγγράφων εξουσιοδοτήσεων των εν λόγω διαδίκων προς αυτόν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών, ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και, επομένως, ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αναιρεσείοντος κλήτευση των παραπάνω αναιρεσιβλήτων, προκειμένου αυτοί να παραστούν κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα με την από 7-10-2019 κλήση δικάσιμο της 26-5-2020. Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, και δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά, οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους παραπάνω μη εγκύρως επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσιβλήτους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς, ενώ ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους λοιπούς αναιρεσίβλητους πρέπει ο Άρειος Πάγος να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
Εξάλλου, για το παραδεκτό της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 205/2019, ΑΠ 87/2016), αντίγραφο της από 7-10-2019 κλήσης για συζήτηση αυτής κατά τη αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 26-5-2020, οπότε, κατά τα προεκτεθέντα, ματαιώθηκε και επαναπροσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως αρχικά για τη δικάσιμο της 9-3- 2021 και στη συνέχεια για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (28-9-2021) επιδόθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 82 εδ.
γ' και 81 παρ. 3 ΚΠολΔ, νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. με αριθ. 1518Β/20-12-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κ. Μ.), στο σωματείο με την επωνυμία "Πανελλήνια Ένωση Ανέργων και Συμβασιούχων Γεωπόνων (ΠΕΑΣΓΕ)", το οποίο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης είχε ασκήσει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων, διατήρησε δε την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Με την κρινόμενη από 19-8-2014 και με αριθ. κατ. 642/20-8-2014 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 1601/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 19-12- 2006 και με αριθ. κατ. 10531/21-12-2006 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της με αριθ. 1763/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της ασκηθείσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από 29-6-2005 και με αριθ. 98796/2650/29-6- 2005 αγωγής.
Ειδικότερα, με την αγωγή αυτή, οι αρχικώς 24 ενάγοντες ισχυριζόμενοι ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που κατήρτισε καθένας από αυτούς με το εναγόμενο, ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛ.Γ.Α.)" είναι στην πραγματικότητα και σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, του άρθρου 103 του Συντάγματος και της ρήτρας 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, καθώς και ότι, για το λόγο αυτό, η μη ανανέωση των συμβάσεών τους μετά τη λήξη της τελευταίας από αυτές, που δεν καταγγέλθηκε, ήταν παράνομη, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της απόλυσής τους και να υποχρεωθεί το εναγόμενο, με απειλή χρηματικής ποινής, να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθ. 1763/7-9-2006 οριστική απόφαση, αφού κατήργησε τη δίκη ως προς τους 6°, 7η, 8°, 10°, 11η, 13°, 14°, 15°, 16°, 18° και 20η των εναγόντων, λόγω νομότυπης παραίτησης τους από το δικόγραφο της αγωγής, συνεκδίκασε την αγωγή και την ασκηθείσα κατά τη συζήτηση αυτής πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγόντων του σωματείου με την επωνυμία "Πανελλήνια Ένωση Ανέργων και Συμβασιούχων Γεωπόνων (ΠΕΑΣΓΕ)", δέχθηκε την αγωγή ως προς τους λοιπούς 1°, 2°, 3°, 4°, 5°, 9η, 12°, 17°, 19°, 21°, 22°, 23° και 24η ενάγοντες.
Επί της από 19-12-2006 και με αριθ. κατ. 10531/2006 έφεσης του εναγομένου, στρεφομένης κατά των παραπάνω εναγόντων, που νίκησαν στην πρωτόδικη δίκη, δηλαδή κατά των: 1) … και 13) … εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. 1610/28-3- 2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού εξαφάνισε για το ενιαίο της εκτέλεσης στο σύνολο της τη με αριθ. 1763/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το μεν στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της από 19-12-2006 έφεσης και χωρίς ειδικό παράπονο του εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος, απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή κατά το αίτημα να υποχρεωθεί το τελευταίο, με απειλή χρηματικής ποινής, να απασχολεί τους παραπάνω ενάγοντες εφεσιβλήτους στη θέση που αντιστοιχούσε σε εκείνη της υπηρεσιακής τους ένταξης και εξέλιξης, δέχθηκε αυτήν κατά το αίτημα αναγνώρισης της συνδέουσας τους δέκα (πλην των 4°, 19° και 22° των εναγόντων, ήδη 4°, 9° και 11° των εφεσιβλήτων) αναιρεσιβλήτους με το αναιρεσείον σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το δε, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή ως προς τους παραπάνω 4°, 19° και 22° των εναγόντων, ήδη 4°, 9° και 11° των εφεσιβλήτων.
Η αίτηση αναίρεσης του εναγομένου- εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος που νικήθηκε, στρεφόμενη κατά των παραπάνω δέκα εναγόντων-εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων, που νίκησαν, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους διαδίκους, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 217/2017). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (παρ. 1) και ότι "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου" (παρ. 3).
Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν.2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στη πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011).
Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 1664/2007).
Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ως κατ" εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.
Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 18/2006).
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994 ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του ιδίου νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Κατ' εξαίρεση δε των ανωτέρω ρυθμίσεων επιτρέπεται η πρόσληψη προσωπικού για την εκτέλεση προγραμμάτων ή έργων που χρηματοδοτούνται ή επιδοτούνται από διεθνείς οργανισμούς κλπ με συμβάσεις ορισμένου χρόνου διαρκείας ενός έτους που μπορεί να ανανεώνονται μέχρι το τέλος του προγράμματος ή του έργου, αποκλεισμένης σε κάθε περίπτωση της αναγνώρισής των ως συμβάσεων αορίστου χρόνου.
Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ.
ε του Ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Ο ίδιος ως άνω νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ.3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά την κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).
Εξ άλλου στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".
Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".
Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του Ν. 2190/1994 (και προηγουμένως για το στενό δημόσιο τομέα με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 410/1988) και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες για πρώτη φορά με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 18.4.2001, οπότε δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το νέο Σύνταγμα, και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.
Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς τη τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν.2190/1994) για τη πρόσληψη τακτικού προσωπικού.
Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007).
Συνεπώς στις συναφθείσες το πρώτον μετά τις 18.4.2001 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν.2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει κατά τα ήδη προαναφερθέντα ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 του Β. Δ/τος 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19 και 20/2007).
Περαιτέρω η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).
Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004).
Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα Π.Δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.
Ειδικότερα με το Π.Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134) που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004 θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς και για το προσωπικό δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων (άρθ. 2 παρ.1 και 3 στοιχ.
γ αυτού), με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της ως άνω με αριθμό 1999/70 Οδηγίας. Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των μέτρων που αυτό προβλέπει για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ. 1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.
Μάλιστα οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380). Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1, 2 και 4 του εν λόγω με αριθ. 164/2004 Π.Δ/τος ορίσθηκε ότι απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ιδίου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών (παρ. 1), ότι η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης (παρ. 2) και ότι σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ.2 του επομένου άρθρου (παρ. 4).
Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ιδίου Π.Δ/τος ορίσθηκε ότι, με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου, συμβάσεις που καταρτίζονται διαδοχικώς και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας της απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή του προηγουμένου άρθρου, είτε συνάπτονται κατ' εφαρμογή άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας.
Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ρυθμίσεων αυτών, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, με τη διάταξη του άρθρου 7 του εν λόγω Προεδρικού Διατάγματος, προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ επίσης θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.
Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19 Ιουλίου 2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10 Ιουλίου 2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή.
Έτσι με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω Προεδρικού Διατάγματος, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος (δηλαδή διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του Διατάγματος και ήσαν ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού (19.7.2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ.
Επομένως εάν η τελευταία από τις διαδοχικές σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου έληξε πριν τις 19 Απριλίου 2004 ή δεν συντρέχουν οι τιθέμενες από το πιο πάνω Π.Δ/μα λοιπές προϋποθέσεις, η διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής και μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 1664/2007).
Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 (19-7-2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007).
Αντίθετα η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος.
Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ.Α.Π.7/2011 και 8/2011).
Η δε από το νόμο (Ν. 2190/1994) κατά τα ήδη προαναφερθέντα απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου δεν επάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης από το δικαστήριο του πραγματικού χαρακτήρα της συγκεκριμένης έννομης σχέσης, η οποία δεν συνιστά "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό αυτής κατά την δικαστική διαδικασία (ΟλΑΠ 18/2006).
Στη περίπτωση αυτή η μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (17.4.2001) εξακολούθηση της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που είχαν όμως αρχίσει να συνάπτονται πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, είναι νομικώς αδιάφορη, διότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είχε ήδη προσλάβει το χαρακτήρα της ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησε στη συνέχεια.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).
Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του παραπάνω από τον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλαδή η αποδιδόμενη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 109/2020).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία".
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Για να είναι δε ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο της, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιές είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις, ως άνω, παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει ή απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015).
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19), όταν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα παραπάνω αοριστία των αναιρετικών λόγων δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τους δύο λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης, με τον μεν πρώτο λόγο των διατάξεων των άρθρων 21 ν. 2190/1994, 4 παρ. 1 και 103 παρ. 2, 7, και 8 του Συντάγματος και της Οδηγίας τους Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης 1999/70/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα π.δ. 81/2003 και 164/2004, με το δε δεύτερο λόγο των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, όσον αφορά το χαρακτηρισμό των ενδίκων συμβάσεων, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Στο αναιρετήριο εκτίθεται η, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων και η μορφή, που, επίσης κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, είχαν οι συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων, ως προς τις ουσιαστικές δε παραδοχές του Εφετείου σε σχέση με τους αναιρεσιβλήτους, ειδικότερα δε σε σχέση με τους δεύτερο και πέμπτη από αυτούς, ως προς τους οποίους ερευνάται η ένδικη αίτηση αναίρεσης, διαλαμβάνονται τα εξής: "Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά πλήρη παραγνώριση της συνταγματικής απαγορεύσεως του άρθρου 103 παρ. 8, αλλά και της απαγορεύσεως του ν. 2190/1994, εδέχθη στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των δικαστηρίων και της εντεύθεν δυνατότητας ορθού χαρακτηρισμού εννόμων σχέσεων και υπό το πρόσχημα της τελευταίας αυτής δυνατότητας, περαιτέρω δε κατ' εσφαλμένη επίκληση του ρυθμιστικού πεδίου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και των διατάξεων του ν. 2112/1920, ότι οι κρισιολογηθείσες συμβάσεις εργασίας των αναιρεσιβλήτων, εφόσον δεν αφορούσαν στην αντιμετώπιση πράγματι εποχιακών και εκτάκτων αναγκών του ΕΛ.ΓΑ είναι άκυρες, ως αντίστοιχες ορισμένου χρόνου και περαιτέρω ότι συνιστούν ενιαίες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έκρινε ειδικότερα ότι οι συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και για το λόγο αυτό συνιστούν μία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, δέχθηκε δηλαδή ότι οι διατάξεις των άρθ. 103 παρ. 8 Σ., 20 και 21 ν. 2190/1993 όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν, οι οποίες απαγορεύουν τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου, δεν εφαρμόζονται στην επίδικη περίπτωση, αλλά αντίθετα εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, διότι οι επίδικες συμβάσεις είχαν ήδη προσλάβει κατά την έναρξη ισχύος των αναθεωρημένων συνταγματικών διατάξεων του άρθρου 103 το χαρακτήρα σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου".
Με αυτό το περιεχόμενο, οι λόγοι αναίρεσης είναι αόριστοι και, για το λόγο αυτό, απαράδεκτοι, γιατί διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο αποσπασματικά μόνο και όχι πλήρεις οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που, κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, δέχθηκε αυτό ως αποδειχθέντα για να στηρίξει τη φερόμενη ως λανθασμένη κρίση του.
Ειδικότερα δεν διαλαμβάνονται οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου σε σχέση με τις συμβάσεις που κατήρτισε με το εναγόμενο καθένας από τους 2° και 5η των αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα σε σχέση με το χρόνο κατάρτισης της πρώτης σύμβασης κάθε αναιρεσιβλήτου, τη διάρκεια καθεμίας από τις καταρτισθείσες διαδοχικές ορισμένου χρόνου, τον αριθμό των συμβάσεων κάθε αναιρεσιβλήτου, τη διάρκεια των κενών μεταξύ των διαδοχικών συμβάσεων, την ειδικότητα, το αντικείμενο και τους όρους εργασίας καθενός, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν ορθά ή όχι και με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, εφάρμοσε τις φερόμενες ως παραβιασθείσες ευθέως και εκ πλαγίου διατάξεις.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις, με τις οποίες το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση "όλως εσφαλμένα και αναιτιολόγητα και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων δέχθηκε ότι οι ανανεώσεις των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου των αναιρεσιβλήτων ήταν διαδοχικές, πλην όμως, όπως αποδείχθηκε, από το προσκομισθέντα πιστοποιητικά προϋπηρεσίας και αποφάσεις πρόσληψης και τα λοιπά μέσα απόδειξης, τα οποία νομίμως και προσηκόντως προσκομίσθηκαν και ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, τα διαστήματα μεταξύ των αποφάσεων πρόσληψης-συμβάσεων των αναιρεσιβλήτων απέχουν μεταξύ τους αρκετούς μήνες, ακόμα και έτη και ως εκ τούτου η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη τα αντίθετα έσφαλε" είναι απαράδεκτες, καθόσον αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως προς τους 2° και 5η των αναιρεσιβλήτων. Ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος του αναιρεσείοντος δεν τίθεται, καθόσον οι παραπάνω νικήσαντες αναιρεσίβλητοι, που παραστάθηκαν με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους ότι δεν θα παρασταθεί κατά την εκφώνηση (άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) χωρίς να καταθέσουν προτάσεις, δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα (άρθρο 106 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους 1°, 3°, 4° και 8° των αναιρεσιβλήτων 1°, 3°, 4° και 6° των καλούντων.
-
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς.
-Δικάζει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
-
Απορρίπτει την από 19-8-2014 και με αριθ. κατ. 642/20-8-2014 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 1610/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τους 2° και 5η των αναιρεσιβλήτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ