Legislator Case Law & Legislation
321/2018 AI generated

321/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 321/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 321 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

321/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 321 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 321 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 321/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Πορφύρη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, από τους εκκαθαριστές Χ. και Κ. Α., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κωνσταντίνου Γιαννούλη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/9/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άμφισσας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/ΤΜ/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 18/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2/5/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 238 ΚΠολΔ [όπως αυτή ισχύει μετά την αναδιατύπωσή της με το άρθρο 24 ν.3994/2011] κατά την οποία με την προσθήκη των ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατατιθεμένων προτάσεων "σχολιάζονται οι αποδείξεις (και) προτείνονται ισχυρισμοί.....μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση" προκύπτει ότι η προβολή από κάποιον από τους διαδίκους, με την προσθήκη των πρωτοβαθμίων προτάσεων, αυτοτελών ισχυρισμών είναι παραδεκτή μόνο όταν αυτοί τείνουν στην αντίκρουση των διαλαμβανομένων στις προτάσεις του αντιδίκου του ισχυρισμών (ΑΠ 133/08, ΑΠ 1419/2014). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η από το δικαστήριο της ουσίας λήψη υπόψη ισχυρισμού (πράγματος) που δεν προτάθηκε παραδεκτώς θεμελιώνει παράλληλα αμφότερους τους από τις παραπάνω διατάξεις (559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ) προβλεπομένους αναιρετικούς λόγους (ΑΠ 128/2008).

Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι, από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης παραλείποντας να κηρύξει το απαράδεκτο αυτών και ειδικότερα έλαβε υπόψη μη προταθείσα από την αναιρεσίβλητη - ενάγουσα - εργολάβο αντένσταση εικονικότητας κατά της από την ίδια (αναιρεσείουσα - εργοδότρια - εναγομένη) προταθείσας, προς απόκρουση της ενδίκου περί καταβολής της εργολαβικής αμοιβής, αγωγής (της αναιρεσιβλήτου) ενστάσεως εξοφλήσεως παραλείποντας να κηρύξει το απαράδεκτο αυτής (αντενστάσεως) ενόψη της μη νομοτύπου [δια των προτάσεων ή της προσθήκης] προβολής της.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της πρωτοδίκου (33/2012 Μον/λους Πρωτ.Αμφισσας) και της προσβαλλομένης αποφάσεως, των πρωτοδίκως από την αναιρεσίβλητη υποβληθεισών προτάσεων μετά της προσθήκης αυτών καθώς και του εφετηρίου δικογράφου προκύπτει ότι, προς απόκρουση της προταθείσης από την αναιρεσείουσα (ως εναγομένη) ενστάσεως εξοφλήσεως της αγωγικής απαιτήσεως της αναιρεσιβλήτου (ενάγουσας) η τελευταία - προέβαλε, δια της προσθήκης των πρωτοδίκως κατατεθεισών προτάσεών της, ότι "....αποδείξαμε με το μάρτυρά μας (Ι. Α.) ότι η εναγομένη (αναιρεσείουσα) δεν έχει εξοφλήσει τις οφειλές της διότι δεν υπάρχουν οι σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις. Περαιτέρω, ο μάρτυρας μας βεβαίωσε και εξήγησε το λόγο που πάνω στα τιμολόγια αναφέρεται η ένσταση "εξοφλήθη". Όπως είπε ο μάρτυρας η εναγομένη είχε ενταχθεί σε πρόγραμμα χρηματοδότησης και για να μπορέσει να εισπράξει τα χρήματα της επιδότησης έπρεπε να εμφανίσει εξοφλημένα τιμολόγια και όχι "επι πιστώσει". Έτσι λοιπόν μας παρακάλεσε, προκειμένου να μην χάσει την επιδότηση, να βεβαιώσουμε την εξόφληση έστω και αν αυτή δεν είχε γίνει και βέβαια εμείς το κάναμε για να τον βοηθήσουμε χωρίς με αυτόν τον τρόπο να εννοείται ότι υπάρχει εξόφληση". Τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος παραδεκτώς κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το πρώτον προβλήθηκε με την προσθήκη των προτάσεων της αναιρεσίβλητου (ενάγουσας), εφόσον αποσκοπούσε στην αντίκρουσή της προταθείσης από την αναιρεσείουσα (εναγομένη) ενστάσεως εξοφλήσεως (αρθ.238, ΑΠ 133/2008), απέρριψε η πρωτόδικη απόφαση με την παραδοχή ότι "Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ισχυρίζεται ότι η ένδειξη εξόφλησης στα επίδικα τιμολόγια έγινε προς διευκόλυνση της εναγομένης (αναιρεσείουσας) προκειμένου αυτή να επιδοτηθεί. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδείχθηκε ως ουσία βάσιμος και συνεπώς η σχετική ένσταση εξοφλήσεως πρέπει να γίνει δεκτή και ν’ απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη στην ουσία της". Κατά της αποφάσεως αυτής η (ενάγουσα) αναιρεσίβλητη άσκησε την, από 22-9-15, έφεσή της με την οποία παραπονέθηκε για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων σχετικώς με την απορριφθείσα ως άνω αντένσταση ισχυρισθείσα ότι "εσφαλμένως η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την προβληθείσα αντένσταση εικονικότητας εξόφλησης καθόσον έπρεπε να δεχθεί ότι η σημείωση της ένδειξης "εξοφλήθη" σε κάθε τιμολόγιο έγινε εικονικά και μόνο κατά το φαινόμενο μετά από παράκληση της εφεσιβλήτου αποκλειστικά και μόνο για να τα χρησιμοποιήσει αυτή...". Το λόγο αυτό της εφέσεως έκανε δεκτό, ως ουσιαστικά βάσιμο η προσβαλλομένη απόφαση με την παραδοχή ότι "η επί εκάστου τιμολογίου σημειωθείσα ένδειξη "εξωφλήθη" έγινε χωρίς να έχει προηγηθεί πραγματική εξόφληση, ήτοι εικονικά χωρίς δηλαδή να ανταποκρίνεται κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα, μόνο κατόπιν παράκλησης της εναγομένης (αναιρεσείουσας) και προς εξυπηρέτησή της", απορρίψασα συνακολούθως την ένσταση εξοφλήσεως κατ’ αποδοχή της προβληθείσης αντενστάσεως εικονικότητος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ούτε παράλειψε εσφαλμένως να κηρύξει το απαράδεκτο αυτών, αφού ο πρωτοδίκως δια της προσθήκης των προτάσεων της αναιρεσιβλήτου (ενάγουσας) προταθείς ισχυρισμός εικονικότητος συνιστούσε (αντ) ένσταση από το άρθρο 138 ΑΚ, διαλαμβάνουσα όλα τα από τη διάταξη του άρθρου 262 παρ.1 ΚΠολΔ απαιτούμενα για την πληρότητα της στοιχεία και ειδικότερα αφενός σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και αφετέρου ορισμένη αίτηση εκφερόμενη δια της διατυπώσεως "....όλα τα παραπάνω οδηγούν μονοσήμαντα στην αποδοχή της αγωγής....δια της επιβεβαιώσεως (παραδοχής) των ισχυρισμών μας ως αληθών και νόμω και ουσία βασίμων. (ΑΠ 1357/2010), παραδεκτώς δε, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, προτάθηκε για πρώτη φορά με την προσθήκη των προτάσεων, ενόψει της προβολής της προς αντίκρουση της από την αναιρεσείουσα προταθείσης, [δια των προτάσεών της, ως εναγομένη] ενστάσεως εξοφλήσεως της αγωγικής απαιτήσεως και ορθώς επαναφέρθηκε, ως απορριφθείσα πρωτοδίκως, με το δικόγραφο της εφέσεως (ΑΠ 571/2011, ΑΠ 1372/2010) με αποτέλεσμα να κρίνονται απορριπτέες, ως αβάσιμες οι από το αρθρ.559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ προβαλλόμενες ως άνω αιτιάσεις.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 393 παρ.2 ΚΠολΔ και 138 ΑΚ προκύπτει ότι, η εικονικότητα της δικαιοπραξίας και η ύπαρξη άλλης ισχυρής που καλύπτεται υπ’ αυτήν μπορεί να αποδειχθεί με όλα τα επιτρεπόμενα από τις διατάξεις του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, επομένως και με μάρτυρες, μη εφαρμοζομένης της από τη διάταξη του άρθρου 393 παρ.2 ΚΠολΔ προβλεπομένης απαγορεύσεως της εμμαρτύρου αποδείξεως αυτής (εικονικότητος) ενόψει του ότι δεν πρόκειται για τροποποίηση της δικαιοπραξίας κατά το περιεχόμενό της που καθορίστηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη, αφού η απόδειξη της εικονικότητος δεν στρέφεται κατά του περιεχομένου της δικαιοπραξίας αλλά κατά του κύρους της περιεχομένης σ’ αυτήν πράξεως, η οποία έγινε χωρίς πρόθεση παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτων ή παραγωγής διαφορετικών (αποτελεσμάτων) από τη φαινομένη δικαιοπραξία (ΑΠ 26/2003, ΑΠ 10/2007, ΑΠ 1642/2000). Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η , από το άρθρο 559 αρ.11α ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της εικονικότητος "καθόσον κατά παράβαση του άρθρου 393 παρ.2 ΚΠολΔ έλαβε υπόψη την κατάθεση του επ’ ακροατηρίου εξετασθέντος μάρτυρος (της αναιρεσιβλήτου) όσον αφορά τη δήθεν εικονική ένδειξη της εξοφλήσεως στα τιμολόγια που εξέδωσε η αντίδικος" κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος νομικά, μη δυνάμενος να θεμελιώσει την (από το αρθ.559 αρ.11α) προβαλλομένη ως άνω αιτίαση.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων, και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την [από 2-5-2017 και με αριθμ.καταθ….2017] αίτηση αναιρέσεως της 18/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ