Legislator Case Law & Legislation
321/2017 AI generated

321/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 321/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 321 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 321/2017 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη ...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 321 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 321/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σούφη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/12/2008 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 135/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 102/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου.

Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4/8/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας ανέγνωσε την από 18/9/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε α)να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεση περί αναιρέσεως της 135/2010 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κορίνθου και β)να γίνει δεκτή η ίδια ως άνω αίτηση περί αναιρέσεως της 102/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Κορίνθου. Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ.1 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών και μη δυναμένων να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση αποφάσεων, που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, προκύπτει ότι, εάν ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και αυτή (έφεση) γίνει τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνον η απόφαση του Εφετείου, διότι, εάν μεν η έφεση γίνει δεκτή κατ’ ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται και παύει να ισχύει, εάν δε η έφεση απορριφθεί κατ’ ουσίαν, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου (ολ. ΑΠ 40/1996, ΑΠ 888/2015, 2147/2014, 568/2013, 160/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικη, από 9.12.2008 και με ημερομηνία καταθέσεως 10.12.2008 ανακοπή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, ζήτησε την ακύρωση της 575/2008 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Κορίνθου, που εκδόθηκε ύστερα από αίτηση του καθ’ ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος σε βάρος του και τον επέτασσε να καταβάλει στον τελευταίο, ως δικηγορική αμοιβή, το ποσό των 11.639,76 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 14.3.1996, μέχρις εξοφλήσεως, για τους ανφερόμενους σ’ αυτή (ανακοπή) λόγους. Με την 135/2010 οριστική απόφασή του το Ειρηνοδικείο Κορίνθου δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την διαταγή πληρωμής, ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως του ανακόπτοντος στην καταβολή της επιτασσομένης δικηγορικής αμοιβής. Κατά της αποφάσεως αυτής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, άσκησε ο καθ’ ου η ανακοπή, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, την από 30.3.2010 με αριθμό .../2010 έφεση. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η 102/2011 τελεσίδικη απόφαση του ως άνω δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Με αυτήν, αφού έγινε τυπικά δεκτή η έφεση, απορρίφθηκε αυτή (έφεση) κατ’ ουσίαν. Κατά των ως άνω αποφάσεων, τόσο του δευτεροβαθμίου, όσο και του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ο εκκαλών - καθ’ ου η ανακοπή άσκησε την υπό κρίση, από 4.8.2014, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως …22.8.2014 ενώπιον του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Κορίνθου και …22.8.2014 ενώπιον του γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, αίτηση αναιρέσεως, με την οποία ζητεί την ακύρωσή τους για τους λόγους που αναφέρει σ’ αυτή. Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη δευτεροβάθμια απόφαση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε κατά τύπους την έφεση κατά της συμπροσβαλλομένης πρωτόδικης αποφάσεως και απέρριψε αυτήν κατ’ ουσίαν. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, ως προς το μέρος της που στρέφεται κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του Εφετείου, είναι απαράδεκτη. Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94 170 και 248 παρ.1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. ΑΚ προκύπτει, ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξαρτήσεως, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη. Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που προσέφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε εντολή επ’ ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ. Κώδικα Δικηγόρων (ΑΠ 939/2013, 917/2013, 1687/2012, 1778/2011, 2073/2007). Η ως άνω σύμβαση για τον καθορισμό της αμοιβής του δικηγόρου επιτρέπεται να καταρτισθεί ρητώς ή σιωπηρώς και σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 2 του ως άνω Κώδικα αποδεικνύεται με κάθε είδους έγγραφα, με απλές επιστολές, καθώς και με όρκο και ομολογία. Περαιτέρω, με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1093/1980 ορίστηκε ότι "η ως άνω διάταξη της παραγράφου 7 του άρθρου 161 του Δικηγορικού Κώδικα εφαρμόζεται και επί των δικηγορικών αμοιβών εξ αναγκαστικών απαλλοτριώσεων κατά την ειδικήν διαδικασίαν προσδιορισμού τιμής μονάδος. Εφόσον η δικηγορική αμοιβή έχει καθορισθεί κατά την παράγραφον 3 του άρθρου 92 του ν.δ. 3026/1954, αύτη δεν δύναται να είναι κατωτέρα των υπό των άρθρων 100 και επόμενα προβλεπομένων ελαχίστων ορίων". Στη συνέχεια η διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 9 του ν. 1093/1980 ορίζει ότι "αι διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας δεν εφαρμόζονται επί δικών διεξαγομένων κατά την ειδικήν διαδικασίαν περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων. Η δικαστική δαπάνη επιβάλλεται πάντοτε πλήρης, αποκλειστικώς δε εις βάρος του υποχρέου προς αποζημίωσιν, επιφυλασσομένων των διατάξεων του ν.δ. 446/1974. Το δικαστήριον εν πάση περιπτώσει προσδιορίζει την αμοιβήν του παραστάντος δικηγόρου εκατέρου των μερών διακεκριμένως, υπολογιζομένην βάσει του κατά την παράγραφον 3 του άρθρου 92 του ν.δ. 3026/1954 καταρτισθέντος συμφωνητικού, ή εν ελλείψει τούτου κατά τας διατάξεις των άρθρων 100 επόμ. του αυτού νομοθετικού διατάγματος". Εξ άλλου κατά το άρθρο 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων προκειμένου για αίτηση προσδιορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριουμένων για δημόσια ανάγκη ή ωφέλεια ακινήτων, το ελάχιστο όριο της αμοιβής κανονίζεται από το άρθρο 100 με βάση την αξία των ακινήτων. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 9 του ν. 1093/1980, που προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 10 του ν. 1868/1989, των παρ.5 και 6 του ίδιου άρθρου του ν. 1093/1980, ο προσδιορισμός της αμοιβής των δικηγόρων που παραστάθηκαν στη δίκη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είναι ανεξάρτητος της δικαστικής δαπάνης και δεν αποτελεί επιδίκαση υπέρ του διαδίκου που νίκησε, ούτε καταδίκη στη δαπάνη αυτή του υποχρέου στην καταβολή της αποζημιώσεως, αλλά συνιστά απλό καθορισμό της αμοιβής των δικηγόρων που παρέστησαν για το σκοπό της υπαγωγής της αμοιβής αυτής στο καθεστώς της παρακράτησης ορισμένου ποσοστού προς κάλυψη των εξόδων και ενίσχυση του ειδικού λογαριασμού του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 91, 92 επ. και 98 επ. του Κώδικα περί δικηγόρων και των άρθρων 176, 177 και 189 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, άλλη είναι η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου και άλλη η εις το διάδικο επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, στην καταβολή της οποίας καταδικάζεται ο αντίδικός του με τη δικαστική απόφαση. Τούτο διότι η πρώτη, η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, ανάγεται στην εσωτερική εκ της εντολής σχέση, η οποία συνδέει τον πληρεξούσιο δικηγόρο με τον πελάτη του και καθορίζεται κατά την μεταξύ τους συμφωνία (άρθρο 92 του Κώδικα δικηγόρων), εφόσον αυτή είναι έγκυρη, εν ελλείψει δε τέτοιας έγκυρης συμφωνίας κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατιμήσεις αμοιβής των δικηγόρων (άρθρο 98 παρ.1 Κωδ. Δικ.) Αντίθετα η δεύτερη, ήτοι η αποδοτέα δικαστική δαπάνη καθορίζεται κατά τις περί αυτής διατάξεις του άρθρου 189 ΚΠολΔ, κατά την οποία αποδίδονται μόνο τα αναγκαία προς διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης δικαστικά έξοδα και περιλαμβάνει τα δαπανήματα που καθορίζονται σ’ αυτή. Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να γίνεται σαφώς διάκριση μεταξύ της δικηγορικής αμοιβής, η οποία πάντοτε είναι πληρωτέα από τον εντολέα του δικηγόρου με βάση τη σχέση έμμισθης εντολής και της δικαστικής δαπάνης που επιδικάζεται από το δικαστήριο, στην οποία περιλαμβάνεται και η δικηγορική αμοιβή και αποτελεί βέβαια το μεγαλύτερο μέρος αυτής, η οποία εντούτοις ανήκει στο διάδικο και όχι στο δικηγόρου του (ΑΠ 939/2013, 2073/2007). Ο μη καθορισμός της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων στη δίκη περί καθορισμού προσωρινής ή οριστικής μονάδος αποζημίωσης ένεκα απαλλοτριώσεως, δεν επηρεάζει την εσωτερική σχέση (έμμισθη εντολή) πληρεξουσίου δικηγόρου και πελάτη, η οποία ρυθμίζεται σε περίπτωση ύπαρξης έγκυρης συμφωνίας από τους όρους αυτής, άλλως ρυθμίζεται από τις διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων καθόσον η επιδίωξη της αμοιβής με βάση την εσωτερική σχέση πληρεξουσίου δικηγόρου και εντολέα του είναι ανεξάρτητη από αυτή (ΑΠ 2073/2007) και κατά συνέπεια δεν δημιουργείται αξίωση του δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης κατά του αντιδίκου του εντολέως του και αντίστοιχη υποχρέωση αυτού για την καταβολή της αμοιβής του (ΑΠ 939/2013). Ο δικηγόρος μπορεί να επιδιώξει την αμοιβή του αυτή, ασκώντας σχετική αγωγή, που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 677 επ. ΚΠολΔ. (ΑΠ 143/2014, 917/2013, 1687/2012, 1778/2011, 2073/2007). Αν, όμως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εκδόσεως διαταγής πληρωμής, δηλαδή απαίτηση η οποία προκύπτει από έγγραφο, η οποία (απαίτηση) δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων που οφείλεται είναι ορισμένο ( άρθρα 623 και 624 Κ.Πολ.Δ.), μπορεί να ζητήσει την επιδίκαση της δικηγορικής του αμοιβής και με διαταγή πληρωμής (ΑΠ 2073/2007). Η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ και ασκείται όπως η αγωγή. Το δικόγραφό της πρέπει να περιέχει με τρόπο σαφή και ορισμένο όλες τις ενστάσεις κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής, ενώ στην ανοιγόμενη με την ανακοπή δίκη δεν εκδικάζεται η καθόλου υπόθεση, αλλά στο μέτρο των λόγων της ανακοπής. Οι λόγοι αυτοί, συνδυαζόμενοι με το αίτημα της ανακοπής, προσδιορίζουν την έκταση της εκκρεμοδικίας και οριοθετούν δεσμευτικώς το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής (ολ. ΑΠ 10/1997, ΑΠ 294/2014, 2073/2007). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ και του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ αντίστοιχα για τις αποφάσεις Ειρηνοδικείου ή Πρωτοδικείου που εκδόθηκαν επί εφέσεως κατ’ αποφάσεων Ειρηνοδικείου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. O κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ολ. ΑΠ 36/1988, 7/2006, 2/2013). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 424/2016, 253/2016, 125/2016, 639/2015, 424/2015). Διάταξη ουσιαστικού δικαίου είναι και η διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ (ΑΠ 468/2010). Έτσι, αφού η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον που θεμελιώνονται στην ανωτέρω διάταξη, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 2029/2014, 980/2014, 712/2014, 481/2012, 1780/2011) και 560 αριθ. 1 επί αποφάσεων Ειρηνοδικείου (ΑΠ 1442/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων κατέθεσε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου την από 10.10.2008 αίτηση του με την οποία ζήτησε την έκδοση σε βάρος του αναιρεσιβλήτου διαταγής πληρωμής. Στην εν λόγω αίτηση εξέθετε μεταξύ άλλων ότι "δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1053569/3037/0010/27.4.1993 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού, που δημοσιεύθηκε νομίμως εις το υπ’ 514/17.5.1993 ΦΕΚ, τεύχος Δ’ , κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα, λόγω δημοσίας ωφελείας, και ειδικότερα για την προβολή και ανάδειξη του Αρχαιολογικού χώρου του Αρχαίου Λιμένος Λεχαίου και της Παλαιοχριστιανικής Βασιλικής του Λεχαίου, έκταση, συνολικού εμβαδού 27.630,57 τετραγωνικών μέτρων, κειμένη στη θέση "..." της Κοινότητος Αρχαίας Κορίνθου υπέρ του Δημοσίου και δαπάναις του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων. Ότι τμήμα του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, εμβαδού 2.680,42 τμ, ανήκε κατά πλήρη κυριότητα εις τον καθ’ ου η αίτηση, ο οποίος του ανέθεσε το έτος 1993, την εντολή να υποβάλει ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου αίτηση για τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημιώσεως. Ότι σε εκτέλεση της εντολής αυτής υπέβαλλε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου την από 30.9.2004 αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 35/95 απόφαση με την οποία καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως σε 12.000 δρχ. κατά τ.μ. Ότι στη συνέχεια ο καθ’ ου του έδωσε νέα εντολή να υποβάλει ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, σε εκτέλεση δε της νέας αυτής εντολής υπέβαλε την από 10.7.95 αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 175/1996 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία καθορίσθηκε η οριστική τιμή αποζημίωσης σε 21.000 δρχ. κατά τ.μ. Με την ίδια απόφαση, συμψηφίσθηκε η μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη, ενώ προσδιορίσθηκε η, σύμφωνα με τα άρθρα 114 παρ. 5, 100 παρ.1, 107, 110 παρ. 1 και 111 του δικηγορικού κώδικα (ν.δ.3026/1954) και την 137196/1994 απόφαση του Υπουργού δικαιοσύνης αμοιβή του, για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, σε ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημιώσεως, που καθορίσθηκε από την εκτιμητική επιτροπή του άρθρ. 15 του Ν.Δ. 797/71 και σε ποσοστό 8% για το ποσό της αποζημιώσεως που καθορίσθηκε με την απόφαση αυτή (175/96). Ότι στις αρχές του έτους 1999, ο καθ’ ου του ανέθεσε την εντολή να υποβάλει αίτηση αναγνωρίσεώς του ως δικαιούχου της αποζημιώσεως, που αναλογούσε στο μερίδιό του επί της απαλλοτριωθείσης εκτάσεως, επί της σχετικής δε αιτήσεως εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 89/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία αναγνωρίσθηκε ο καθ’ ου δικαιούχος της αποζημιώσεως εκ δραχμών 56.288.820, που αντιστοιχούσαν στο μερίδιο του, ανερχόμενο σε 2.680,42 τ.μ επί της απαλλοτριωθείσης εκτάσεως. Ότι λόγω μη παρακαταθέσεως της καθορισθείσης αποζημιώσεως, κατόπιν νέας εντολής του καθ’ ου, κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου την από 30.6.1999 καταψηφιστική αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων για την καταβολή της αποζημιώσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 103/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που υποχρέωσε το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων να καταβάλει στον καθ’ ου την αποζημίωση αυτήν του ποσού των 56.288.820 δρχ., εντόκως νομίμως από της επιδόσεως της αγωγής. Ότι η κατά της αποφάσεως αυτής ασκηθείσα από το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων έφεση απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 24/2001 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Ότι το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων προέβη, κατά τον μήνα Μάρτιο 2002, σε κατάθεση της αποζημιώσεως αυτής εις το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, την οποίαν εισέπραξε ο καθ’ ου, τον Ιούνιο δε του 2005 εισέπραξε και τους επί του ποσού της αποζημιώσεως τόκους, ποσού 25.774 ευρώ. Ότι με την από 27.12.1994 έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρ. 15 του ΝΔ 797/71, καθορίσθηκε η τιμή αποζημιώσεως της απαλλοτριωθείσης εκτάσεως σε 8.000 δρχ. κατά τ.μ., Ότι με βάση την τιμή αυτή και την τιμή οριστικής αποζημιώσεως που καθορίσθηκε με την 175/1996 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και σύμφωνα με τα οριζόμενα στην τελευταία αυτή δικαστική απόφαση η αμοιβή του, για τις υπηρεσίες που προσέφερε στον καθ’ ου, σε εκτέλεση των εντολών που του έδωσε, ανέρχεται συνολικά σε 11.639,76 ευρώ", ποσό για το οποίο και ζήτησε να εκδοθεί διαταγή πληρωμής. Προς απόδειξη της απαιτήσεώς του αυτής ο αναιρεσείων επισύναψε στην αίτησή του τα εξής έγγραφα: α) κυρωμένο αντίγραφο της υπ’ αριθμ. 35/1995 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία καθορίσθηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημιώσεως, β) κυρωμένο αντίγραφο της υπ’ αριθμ. 175/96 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως, γ) κυρωμένο αντίγραφο της υπ’ αριθμ. 89/1999 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία αναγνωρίσθηκε ο καθ’ ου κύριος της εκτάσεως των 2.680,42 τ.μ. εκ της συνολικά απαλλοτριωθείσης εκτάσεως και δικαιούχος της αποζημιώσεως 56.288.820 δρχ., που αντιστοιχούσε σ’ αυτόν, δ) κυρωμένο αντίγραφο της υ’ αριθμ. 103/2000 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία έγινε δεκτή η ανωτέρω καταψηφιστική αγωγή και υποχρεώθηκε το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων να καταβάλει στον καθ’ ου το ανωτέρω ποσόν των 56.288.820 δρχ., εντόκως, νομίμως, από της επιδόσεως της αγωγής, ε) κυρωμένο αντίγραφο της υπ’ αριθμ. 24/2001 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ανωτέρω Ταμείου κατά της ως άνω υπ’ αριθμ. 103/2000 αποφάσεως του πολυμελούς Πρωτοδικείου, στ) το υπ’ αριθμ. .../14.3.2002 έγγραφο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων προς απόδειξη της παρακατάθεσης υπέρ του καθ’ ου του ανωτέρω ποσού, ζ) το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../8.6.2005 έγγραφο του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, προς απόδειξη της παρακατάθεσης υπέρ του καθ’ ου του ποσού των τόκων ποσού 25.774 ευρώ, η) την από 27.12.1994 έκθεση της Επιτροπής του άρθρ. 15 του ΝΔ 797/71, με τη οποία η εν λόγω Επιτροπή γνωμοδότησε για την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου στο ποσό των 8.000 δρχ. κατά τ.μ., θ) κυρωμένο αντίγραφο της από 10.7.95 (αριθμ. καταθ. ...95) αιτήσεως προς το Εφετείον Ναυπλίου για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω υπ’ αριθμ. 175/96 απόφαση του δικαστηρίου αυτού και ι) την υπ’ αριθμ. .../21.11.2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Γ. Ν., προς απόδειξη της επίδοσης στον καθ’ ου κυρωμένου αντιγράφου της ανωτέρω υπ’ αριθμ. 175/96 αποφάσεως μετά κλήσεως προς καταβολή της καθοριζομένης αμοιβής του αιτούντος, για τις υπηρεσίας του προς οριστικό καθορισμό της αποζημιώσεως. Με βάση την αίτηση αυτή εκδόθηκε η 575/2008 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Κορίνθου, με την οποία επιτάχθηκε ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει στον αναιρεσείοντα, ως αμοιβή του για την ως άνω αιτία 11.639,76 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 14.3.1996, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Κατά της εν λόγω διαταγής πληρωμής ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 9.12.2008 ανακοπή του, προβάλλοντας μεταξύ άλλων ως λόγο και την έλλειψη παθητικής του νομιμοποιήσεως, για καταβολή της αμοιβής του αναιρεσείοντος, ισχυριζόμενος ειδικότερα ότι εφόσον δεν εισέπραξε από το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων την προσδιορισθείσα με την 175/1996 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου αμοιβή του αναιρεσείοντος, πληρεξουσίου δικηγόρου του στη δίκη καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως, το εν λόγω ταμείο νομιμοποιείται παθητικά στην καταβολή της. Ο λόγος αυτός ανακοπής έγινε δεκτός με την 135/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ο αναιρεσείων άσκησε την από 30.3.2010 έφεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, παραπονούμενος για την παραδοχή του λόγου αυτού της ανακοπής του αναιρεσιβλήτου και την ακύρωση της διαταγής πληρωμής. Επί της εφέσεως αυτής του αναιρεσείοντος εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Με αυτήν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση με τις εξής αιτιολογίες: "Το άρθρο 17 του Συντάγματος, ορίζει στην παρ. 2, ότι κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο :και στην παρ. 4 εδάφιο τελευταίο ότι η αποζημίωση δεν υπόκειται, ως αποζημίωση, σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος. Η τελευταία αυτή διάταξη αποσκοπεί στο να αποτρέψει κάθε επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης ώστε αυτή να μην φαλκιδευθεί και να περιέλθει στον δικαιούχο ακέραιη. Περαιτέρω με το άρθρο 17 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση της με το άρθρο 1 του ν.δ. 446/1974, η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση. Όμοια ρύθμιση περιέχεται στο άρθρο 9 παρ. 5 του νόμου 1093/1980. Με τις νεότερες διατάξεις των παραγράφων 1, 1α και 6 του άρθρου 9 του νόμου 1093/1980, η δεύτερη των οποίων προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 10 του νόμου 1868/1989, ορίστηκε: 1) ότι οι αμοιβές των δικηγόρων των διαδίκων, που αξιώνουν κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα στο απαλλοτριούμενο, εμπίπτουν στους διανεμητικούς λογαριασμούς, που συστήθηκαν στους κατά τόπους Δικηγορικούς Συλλόγους με το άρθρο 161 παρ. 7 του Κώδικα Δικηγόρων, που προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ.2 του νόμου 723/1977, 2) ότι το δικαστήριο, με την ίδια απόφαση με την οποία ορίζει την αποζημίωση, προσδιορίζει και την αμοιβή του δικηγόρου του καθ’ ου η απαλλοτρίωση, όχι βάσει της κατά τα άρθρα 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων προβλεπόμενης νόμιμης αμοιβής, αλλά με βάση το ποσοστό που καθορίζεται για κάθε Δικηγορικό Σύλλογο από τον Υπουργό Δικαιοσύνης ύστερα από σύμφωνη γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, και 3) ότι ο υπόχρεος προς αποζημίωση ή το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων οφείλουν να παρακρατούν από το ποσό της αποζημίωσης, το ποσό της αμοιβής που προκύπτει με βάση το ως άνω ποσοστό, ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, και να το αποδίδουν στο Δικηγορικό Σύλλογο στον οποίο ανήκει ο δικαιούχος δικηγόρος. Ενόψει όμως της ως άνω συνταγματικής αρχής η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το δε ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στο δικαιούχο ακέραιο και αλώβητο. Μέρος δε αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σε αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης, που δικαιούται να λάβει. Άρα αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του (άρθρο 189 ΚΠολΔ), αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως και εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της. Πρέπει συνεπώς να επιδικάζονται σε βάρος του υποχρέου και να περιέρχονται στο δικαιούχο της αποζημίωσης. Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης που πρέπει να επιδικαστεί και να περιέλθει σε αυτόν συνίσταται στο ποσό, το προκύπτον κατ’ εφαρμογήν των οικείων διατάξεων του Κώδικα των Δικηγόρων (άρθρα 100 επ.). διότι αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή, άρα τη δαπάνη στην οποία αναγκαίως αυτός υποβάλλεται. Για το λόγο αυτό, κατά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής, αφενός δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με τον δικηγόρο συμφωνία (εργολαβία δίκης) και αφετέρου το ποσό αυτής δεν υπόκειται σε συμψηφισμό, ούτε σε μείωση ή περιορισμό, κατά το άρθρο 22 του νόμου 3693/1957, αφού έτσι ο δικαιούχος θα επιβαρυνόταν με τη διαφορά, με αποτέλεσμα τη φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης. Για τον ίδιο λόγο δεν επιτρέπεται να ορισθεί ως αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης ποσό άλλο, και μάλιστα με βάση ποσοστό επί της αποζημίωσης, το οποίο ορίζεται, κατά Δικηγορικό Σύλλογο, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, προκειμένου αυτό να αφαιρεθεί από την καταβλητέα στο δικαιούχο αποζημίωση και να περιέλθει στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο για να διανεμηθεί στα μέλη του. Διότι έτσι το ποσό της αποζημίωσης φαλκιδεύεται, αφού ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση επιβαρύνεται με τη διαφορά μεταξύ της νόμιμης δικηγορικής αμοιβής, που αναγκαίως θα πληρώσει στον δικηγόρο του, και εκείνης, η οποία προκύπτει βάσει του κανονιστικώς προβλεπομένου ποσοστού, η οποία και παρακρατείται. Ο εκκαλών με σχετικό λόγο έφεσης ισχυρίζεται ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχτηκε το σχετικό λόγο ανακοπής περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης στο πρόσωπο του καθ’ ου η αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής-ανακόπτοντος και ήδη εφεσιβλήτου και ακύρωσε την προσβληθείσα υπό του τελευταίου υπ’ αριθ. 575/2008 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Κορίνθου. Πλην όμως με βάση τα αναλυτικώς διαλαμβανόμενα στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη, ο σχετικός λόγος εφέσεως τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς πράγματι στην προκείμενη περίπτωση υπόχρεος προς καταβολή της δικηγορικής αμοιβής δεν ήταν ο καθ’ ου η αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής-ανακόπτων και ήδη εφεσίβλητος αλλά το Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, δαπάναις του οποίου κηρύχθηκε η σχετική αναγκαστική απαλλοτρίωση". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως με τον οποίο παραπονείτο ο αναιρεσείων για την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως του αναιρεσιβλήτου στην πληρωμή της αμοιβής του, ως δικηγόρου, που ύστερα από σχετική εντολή του τελευταίου (αναιρεσιβλήτου) άσκησε την αίτηση για καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν ακίνητό του και προέβη και στις λοιπές αναφερόμενες στην αίτηση για έκδοση της διαταγής πληρωμής δικαστικές ενέργειες και την έφεση στο σύνολό της επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Με την κρίση του αυτή το ως εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 91, 92, 98,100 παρ.1, 107, 110 και 114 του Κώδικα των Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) και 68 ΚΠολΔ, αφού η αμοιβή για την οποία ζητήθηκε και εκδόθηκε η ένδικη διαταγή πληρωμής, είναι η αμοιβή που οφείλεται με βάση την εσωτερική σχέση έμμισθης εντολής μεταξύ αναιρεσείοντος και αναιρεσιβλήτου, προς εκτέλεση των αναφερομένων ανωτέρω δικαστικών και εξωδίκων ενεργειών, σχετικών με τον προσδιορισμό και την είσπραξη της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, για την καταβολή της οποίας στον αναιρεσείοντα δικηγόρο νομιμοποιείται παθητικά ο αναιρεσίβλητος εντολέας του και όχι η αμοιβή που ως μέρος της "πλήρους" αποζημιώσεως του απαλλοτριωθέντος βαρύνει τον υπόχρεο καταβολής της αποζημιώσεως, για την είσπραξη της οποίας νομιμοποιείται μόνο ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση και όχι ο εντολοδόχος αυτού δικηγόρος. Επομένως ο μοναδικός από το άρθρο 560 αριθ. 1 λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της κατά παραβίαση των διατάξεων αυτών απορρίψεως του σχετικού λόγου εφέσεως και της ίδιας της εφέσεως του αναιρεσείοντος κατ’ ουσίαν και επικυρώσεως της πρωτόδικης 135/2010 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κορίνθου με την οποία είχε, κατά παραδοχή σχετικού λόγου ανακοπής του αναιρεσιβλήτου, ακυρωθεί η 575/2008 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Κορίνθου, για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως του αναιρεσιβλήτου στην καταβολή της αμοιβής του αναιρεσείοντος δικηγόρου του, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 102/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές άλλους, από εκείνους που την εξέδωσαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4.8.2014, αίτηση του Γ. Δ., του Δ. Π., περί αναιρέσεως της 135/2010 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Κορίνθου.

ΔΕΧΕΤΑΙ κατά τα λοιπά την ίδια αίτηση.

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθμ. 102/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου .

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Φεβρουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ