321/2012 · 321/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)
AI generatedΑπόφαση 321 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 321/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλ...
Headnote / Official Regeste
AI generatedFull Text of the Judgment · 321/2012
Απόφαση 321 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 321/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. συζ. Π. Β., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ... και προσωρινά Λέσβου, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Γκολφινοπούλου, η οποία δήλωσε ότι εκ παραδρομής γράφτηκε το επώνυμο της αναιρεσείουσας "Β." αντί του ορθού "Β.".
Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Θ. Κ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζαχαρούλα Καλύβα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2008 αγωγή ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 251/2009 του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-11-2009 αίτησή της και με τους από 12-9-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 2-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτή, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 1045 ΑΚ, για τη κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ). Νομέας δε, κατά το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής επί ακινήτου αποτελούν οι εμφανείς υλικές πράξεις επ' αυτού που είναι δηλωτικές της βούλησης του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλουν ανάλογα με τον κατά τη βούληση του νομέα προορισμό του πράγματος. Τέλος, κατά το άρθρο 216§1β ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Διαφορετικά η αγωγή απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της. Στην περίπτωση που η διεκδικητική (ή αναγνωριστική) κυριότητας ακινήτου θεμελιώνεται σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία πρέπει ο ενάγων να επικαλεστεί τα περιστατικά που απαιτούνται για την κτήση αυτή δηλ. συνεχή νομή επί εικοσαετία με δυνατότητα συνυπολογισμού της νομής του καθολικού ή ειδικού διαδόχου του με αναφορά των κατ' ιδία πράξεων νομής.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται από τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, γιατί το δικαστήριο της ουσίας (Μονομελές Πρωτοδικείο) δέχτηκε ότι η αγωγή της αναιρεσίβλητης ως στηριζομένη σε έκτακτη χρησικτησίας, αν και δεν περιείχε βάση κτήσης της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία οι δε αναφερόμενες στην αγωγή ορισμένες πράξεις νομής της αναιρεσίβλητης στο επίδικο ακίνητο περιέχονται στην αγωγή της προς ενίσχυση του παραγώγου τρόπου κτήσης της κυριότητάς της ως προς τον οποίο η αγωγή απορρίφθηκε ως αόριστη. Από την επισκόπηση όμως του δικογράφου της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η ενάγουσα εκτός από τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου της επικαλείται και κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, αφού ιστορεί ότι αυτή και ο δικαιοπάροχός της ασκούσαν τις αναφερόμενες στην αγωγή εμφανείς υλικές πράξεις στο επίδικο επί χρόνο πλέον της εικοσαετίας. Επομένως οι εξεταζόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Όμως δεν γεννάται ο λόγος αυτός, αν και από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Η παραβίαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.11 γ' του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο μέρος πρώτο, λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αρ. 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, γιατί το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του σειρά φωτογραφιών του επιδίκου, τις οποίες επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά τη συζήτηση της αγωγής, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόδειξη προς ανταπόδειξη της αγωγής. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από τη γενική βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι το δικαστήριο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση απ' όλα τα έγγραφα της δικογραφίας και φωτογραφίες, τις οποίες ρητά μνημονεύει και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη του και τις προαναφερόμενες φωτογραφίες. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη, που δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά. Εξ άλλου, από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων αυτοί καταθέτουν ανήκε στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο δεύτερος, μέρος δεύτερο, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια γιατί το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε την αναξιόπιστη κατάθεση του μάρτυρα της αναιρεσίβλητης (εναγομένης) συζύγου της, ο οποίος δεν είχε ιδία αντίληψη για όσα κατέθεσε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχηματίσει το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του".
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί παραμόρφωσε το περιεχόμενο της 2856/1943 δημόσιας διαθήκης του παππού των διαδίκων, την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο η αναιρεσείουσα προς απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στον Ε. Κ., αφού ή λέξη "Ε." αναγνώσθηκε ως "Κ.". Ο λόγος αυτός από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Μονομελές Πρωτοδικείο, προκειμένου να καταλήξεις την κρίση του, ότι το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε στον ανωτέρω Ε. Κ. και στη συνέχεια στους κληρονόμους του, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και στα λοιπά έγγραφα, που οι διάδικοι με επίκληση προσκόμισαν, χωρίς να στηρίξει το πόρισμα του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο προαναφερόμενο έγγραφο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-11-2009 αίτηση της Δ. Β. για αναίρεση της 251/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης καθώς και τους από 8.9.2011 πρόσθετους λόγους αυτής. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Φεβρουαρίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ