Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
321/2011 AI generated

321/2011 · 321/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 321/2011
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 321 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 321/2011 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ'Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαν...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 321/2011

Απόφαση 321 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 321/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Λούκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Η. Β. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλειών με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 241/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2003 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17/10/2005 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Λούκα ανέγνωσε την από 1/11/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως για αναίρεση της 5/2003 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ., καθορίζει περιοριστικά τους λόγους αναίρεσης και δεν περιλαμβάνει σ' αυτούς και την εσφαλμένη από το δικαστήριο εκτίμηση δικογράφων, μεταξύ των οποίων και η αγωγή, το δε άρθρο 561 παρ. 2 του Κώδικα, δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ.. Έτσι αν από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής προκύψει, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του, πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο αυτής ή αντίθετα, δεν έλαβε υπόψη του τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 (και όχι από τους αριθμούς 8 και 14) του Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια ότι το δικαστήριο ή αξίωσε για την εφαρμογή της διάταξης που εφάρμοσε, περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέσθηκε σε λιγότερα. Με το λόγο δηλαδή αυτό ελέγχεται αν η αγωγή, ένσταση κλπ απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Εξ άλλου ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ανακοπή ως μη νόμιμη ή ως αόριστη (Ολ ΑΠ 3/1997).

Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 929 του ΑΚ "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. Υποχρέωση αποζημίωσης υπάρχει και προς τον τρίτο, ο οποίος είχε κατά νόμο δικαίωμα να απαιτήσει παροχή υπηρεσιών από τον παθόντα και τις στερείται". Περαιτέρω κατά την πρώτη παράγραφο του επόμενου άρθρου 930 ΑΚ η αποζημίωση των δύο προηγούμενων άρθρων που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος η αποζημίωση μπορεί να επιδικασθεί σε κεφάλαιο εφάπαξ. Εντέλει κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων σαφώς προκύπτουν τα ακόλουθα: Με βάση τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ ο συνεπεία αδικοπραξίας τρίτου παθών ατύχημα δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση, η οποία θα περιλαμβάνει διαφυγόντα εισοδήματα από την επαγγελματική δραστηριότητα που ασκούσε μέχρι το ατύχημα και την οποία δεν μπορεί πλέον να ασκεί κατά τον μετά το ατύχημα χρόνο. Το σχετικό κονδύλιο αποζημιώσεως πρέπει να διατυπώνεται στην αγωγή κατά τρόπο ορισμένο και υπόκειται σε απόδειξη από τον ενάγοντα - παθόντα εφόσον αμφισβητηθεί από τον εναγόμενο. Μάλιστα ενώ κατά κανόνα η αποζημίωση του άρθρου 929 ΑΚ καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα, κατ' εξαίρεση αυτό το κονδύλιο μπορεί εκ των προτέρων, καίτοι αναφέρεται στο μέλλον, να επιδικασθεί σε κεφάλαιο εφάπαξ. Προσθέτως μια αδικοπραξία μπορεί να δικαιολογήσει και αγωγικό κονδύλιο που έχει βάση την ΑΚ 931. Πρόκειται όπως παγίως δέχεται η νομολογία του Αρείου Πάγου για μια πρόσθετη αποζημίωση η οποία μπορεί να παρασχεθεί στον παθόντα πέρα εκείνης που θεμελιώνεται στην ΑΚ 929. Με βάση την ΑΚ 931 παρέχεται μια οιονεί εύλογη αποζημίωση γιατί το πρόσωπο υφίσταται αναπηρία ή παραμόρφωση που καταργεί ή περιορίζει τις δυνατότητες του παθόντος για επαγγελματική απασχόληση και ομαλή κοινωνική ένταξη και δεν συνδέεται κατ' ανάγκη προς συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι πρόδηλο ότι αν ο παθών συνεπεία αδικοπραξίας τρίτου δύναται να προσδιορίσει επακριβώς τη ζημία του τότε θα στηρίξει την αγωγική του αξίωση στην ΑΚ 929 και όχι στην ΑΚ 931, η οποία τελευταία διάταξη κατά κανόνα επί παθόντων που ασχολούνται επαγγελματικώς χρησιμεύει για τη θεμελίωση πρόσθετης αυτοτελούς αποζημιώσεως πέρα εκείνης της ΑΚ 929. Αμφότερες οι αξιώσεις από τα άρθρα 929 και 931 ΑΚ δύνανται να ασκηθούν από τον παθόντα σωρευτικώς. Εντέλει κρίσιμο για την υπαγωγή σε ορισμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου είναι αν η αγωγή συγκεντρώνει τα στοιχεία συγκεκριμένου κανόνα που την προβλέπει, και όχι ο χαρακτηρισμός του διαδίκου στο δικόγραφο της αγωγής. Επομένως αν με την αγωγή ασκείται αξίωση αποζημιώσεως από τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ δεν έχει σημασία ότι ο διάδικος ενάγων χαρακτηρίζει την αξίωσή του αυτή ως στηριζόμενη στην ΑΚ 931. Η αγωγική αξίωση επομένως θα αντιμετωπισθεί από το δικαστήριο υπό την οπτική γωνία της ΑΚ 929 και όχι της ΑΚ 931.

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε τα ακόλουθα στην από 30.6.2000 αγωγή του κατά της ήδη αναιρεσίβλητης όπως το δικόγραφο αυτής επιτρεπτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ): Με την προηγούμενη ήδη τελεσίδικη 4/2000 απόφαση του Εφετείου Λαμίας κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος ο Π. Σ., οδηγός του ασφαλισμένου για τις προς τρίτους ζημίες στην ασφαλιστική και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία και ότι με την άνω απόφαση απορρίφθηκε ως αόριστο το διατυπωθέν στην προηγούμενη κατ' αυτής αγωγή του κονδύλιο από την ΑΚ 931 ύψους 10.000.000 δραχμών. Περαιτέρω εξέθετε στην αγωγή ότι συνεπεία του ατυχήματος υποβλήθηκε σε αφαίρεση του σπληνός (σπληνεκτομή), η οποία συνιστά κατά τον ενάγοντα αναπηρία κατά την έννοια της ΑΚ 931, η οποία αφορά έλλειψη σωματικής ακεραιότητας. Εν συνεχεία ο ενάγων εξέθετε και τα ακόλουθα: "Το γεγονός λοιπόν αυτό συνιστά μόνιμη αναπηρία στον οργανισμό μου ως έλλειψη της σωματικής ακεραιότητάς μου, η δε αναπηρία αυτή επηρεάζει το μέλλον μου και την οικονομική εξέλιξή μου στον τομέα δραστηριότητάς μου καθόσον λόγο της έλλειψης της σπλήνας η λειτουργία του οργανισμού που επιτελούσε η σπλήνα και αφορούσε τη διήθηση του αίματος και την καταστροφή των ερυθρών αιμοσφαιρίων δεν θα επιτελείται ή τουλάχιστον δεν θα επιτελείται ομαλά, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ανωμαλία στον οργανισμό με άμεση συνέπεια την γρήγορη εξάντληση των δυνάμεών του για κανονική παραγωγική διαδικασία του οργανισμού μου και την αδυναμία παραγωγής του έργου και της εργασίας που παρείχα υπό κανονικές και ομαλές συνθήκες και στην έκταση που παρείχα αυτή, πριν την επέμβαση και την αφαίρεση της σπλήνας. Και η γρήγορη αυτή εξάντληση άλλως μη αντοχή των δυνάμεών μου έχει σαν συνέπεια να μην μπορώ να αποδώσω στην εργασία μου ως οικοδομικός εργάτης όπως απέδιδα και στην έκταση που απέδιδα πριν την πρόκληση της σωματικής αυτής αναπηρίας, όταν εργαζόμουν τόσο στο κανονικό ωράριο των 8 ωρών ημερησίως όσο και υπερωριακά και πραγματοποιούσα τουλάχιστον και κατά ελάχιστον 2 ώρες υπερωρία την ημέρα και 10 ώρες υπερωρίας την εβδομάδα. Με τα δεδομένα αυτά και με δεδομένο επίσης ότι, ως δέχθηκε άλλωστε και η υπ' αριθμ. 4/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αμοιβόμουν ημερησίως με ημερομίσθιο 15.000 δραχμές πριν το τροχαίο ατύχημα και την συνεπεία αυτού αναπηρία, είχα αμοιβή για την κάθε υπερωρία: 15.000 ημερομίσθιο x 6 : 40 = 2.250 δραχμές το ωρομίσθιο x 100 % προσαύξηση για την υπερωρία = 4.500 δραχμές και αποκέρδαινα ημερησίως από την δίωρη υπερωριακή μου απασχόληση τουλάχιστον 4.500 δραχμές x 2 ώρες = 9.000 και το μήνα 9.000 x 25 = 225.000 δραχμές. Με την προκληθείσα λοιπόν συνεπεία του άνω τροχαίου ατυχήματος αναπηρίας, εξαιτίας της σπληνεκτομής (αφαίρεση της σπλήνας) και τη δημιουργούμενη στον οργανισμό μου ανώμαλης λειτουργίας ήτοι της μη καταστροφής των ερυθρών αιμοσφαιρίων, εξαντλούνται γρήγορα οι δυνάμεις μου και δεν έχω δυνάμεις να εργαστώ υπερωριακά αφού μου προκαλείται φοβερή κόπωση κατά τη διάρκεια της εργασίας μου στο κανονικό ωράριο και με δυσκολία ανταπεξέρχομαι στις ανάγκες της εργασίας μου για το κανονικό ωράριο. Επομένως με τον τρόπο αυτό είναι βέβαιο ότι συνεπεία της αναπηρίας μου θα απολέσω τα έσοδα από την υπερωριακή μου απασχόληση αφού δεν έχω δυνάμεις και είναι αδύνατο να εργάζομαι υπερωριακά λόγω της άνω προκληθείσας στον οργανισμό μου περιγραφόμενης κατάστασης από την οποία κατέστη προβληματική η παροχή της εργασίας μου ακόμα και στο κανονικό ημερήσιο ωράριο και έτσι είναι βέβαιο ότι θα απολέσω τουλάχιστον τα έσοδα από την υπερωριακή μου αυτή καθημερινή απασχόληση από 2 ώρες τουλάχιστον ημερησίως ανερχόμενα σε 4.500 δραχμές τουλάχιστον ημερησίως και 225.000 δραχμές το μήνα. Εξάλλου μετά ταύτα και ο κύκλος των επαγγελμάτων που μπορώ να ασκήσω είναι περιορισμένος για τους άνω λόγους και δοθέντος ότι οι γραμματικές μου γνώσεις (απόφοιτος Γυμνασίου) και η στενότητα της αγοράς δεν μου επιτρέπει να ανεύρω και να ασκήσω άλλο επάγγελμα πλην του γνωστού. Επομένως η άνω αναπηρία που μου προξενήθηκε θεμελιώνει την άνω αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ αφού επιδρά στο οικονομικό μέλλον μου και στην απώλεια των εισοδημάτων από την υπερωριακή μου απασχόληση ανερχόμενα στο μήνα τουλάχιστον 225.000 δραχμές και το έτος : 225.000 το μήνα x 12 μήνες - 2.700.000 δραχμές και για 30 τουλάχιστον έτη που θα διαρκούσε ακόμη η απασχόλησή μου μέχρι τη συνταξιοδότησή μου ήτοι συνολικά θα μου απέδιδε εισοδήματα για όσο θα εργαζόμουν : 2.700.000 το έτος x 30 έτη = 81.000.000 δραχμές, ποσό το οποίο ανταποκρίνεται κατ' ελάχιστον στην έκταση της μελλοντικής μου οικονομική ζημίας". Επί της άνω αγωγής το Εφετείο Λαμίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του κρίνοντας επί της εφέσεως του ενάγοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως του μονομελούς πρωτοδικείου Λαμίας με αριθμό 241/2001 που είχε αξιολογήσει την αγωγή με βάση την ΑΚ 931 και την είχε απορρίψει στη συνέχεια ως κατ' ουσία αβάσιμη δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Κατά το χρόνο του ατυχήματος (20.12.1998) ο εκκαλών, απόφοιτος Γυμνασίου, ήταν 30 ετών. Με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εργαζόταν ακόμη τριάντα (30) χρόνια, κατά τα οποία θα ασκούσε το επάγγελμα του οικοδόμου. Συγκεκριμένα, θα εκτελούσε οικοδομικές εργασίες εργαζόμενος 25 ημέρες το μήνα επί οκτώ (8) ώρες την ημέρα παρά το γεγονός ότι με την ΔΑ 8/1984 καθιερώθηκε από 25.10.1983 πενθήμερη εργασία και για τους οικοδόμους. Όμως από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε, ότι ο εκκαλών κατά το χρονικό αυτό διάστημα των τριάντα (30) ετών με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εργαζόταν ως οικοδόμος πέραν του ανωτάτου νόμιμου ορίου εργασίας των 8 ωρών την ημέρα και μάλιστα επί δύο (2) την ημέρα, αν δεν είχε υποστεί λόγω του τροχαίου ατυχήματος σπληνεκτομή. Πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν αποδείχθηκε, ότι αυτός εργαζόταν πέραν των οκτώ (8) ωρών την ημέρα πριν το ατύχημά του. Η κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε με την επιμέλειά του, ότι δουλεύουν μετά το Πάσχα 12 έως 14 ώρες την ημέρα μη ενισχυομένη από άλλο αποδεικτικό στοιχείο δεν κρίνεται πειστική. Δεν διευκρίνισε με ποιες οικοδομικές εργασίες απασχολείτο ο εκκαλών, γεγονός που ούτε ο τελευταίος με την αγωγή του ανέφερε. Ούτε καν αποδείχθηκε ποιο ήταν το εισόδημα του εκκαλούντος από την εργασία του κατά τα έτη πριν το ατύχημά του. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε, σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, ο δε περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί και η έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικαστεί ο εκκαλών στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημά της, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρο 191 παρ. 1 και παρ. 2, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό". Από το περιεχόμενο της αγωγής, όπως προεκτέθηκε, καθίσταται σαφές ότι με αυτή ασκείται αξίωση αποζημιώσεως του ενάγοντος για συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία (διαφυγόντα εισοδήματα από την αδυναμία πραγματοποιήσεως υπερωριακής απασχολήσεως οικοδόμου) που στηρίζεται στην ΑΚ 929 και ΑΚ 930, χωρίς να έχει σημασία ότι ο ενάγων παραθέτει στην αγωγή του και την ΑΚ 931 γράφοντας για αναπηρία συνεπεία σπληνεκτομής. Το Εφετείο, επομένως, ορθώς υπήγαγε την αγωγή του ενάγοντος στη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ και όχι σε εκείνη του άρθρου 931 ΑΚ και επομένως οι περί του αντιθέτου 1os και 3os, κατά το οικείο σκέλος του, λόγοι, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι. Ο δεύτερος λόγος και ο τρίτος, κατά το οικείο σκέλος του, με τους οποίους αποδίδονται αντιστοίχως στο Εφετείο οι πλημμέλειες, ότι με το να κρίνει πως η αγωγή του, κατά το άνω κονδύλιο θεμελιώνεται στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 929 και όχι εκείνη του άρθρου 931 ΑΚ που επικαλείτο ο ενάγων ήδη αναιρεσείων, αφενός μεν παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, αφ'ετέρου δε στέρησε στην απόφασή του νόμιμης βάσης συνεπεία ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι απαράδεκτοι.

Κατ'ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης όπως ορίζεται στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-10-2005 αίτηση του Η. Β. για αναίρεση της 5/2003 τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαρτίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ