321/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 321 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Legislator headnote
AI generated321/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 321 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Full text
Απόφαση 321 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Το Εφετείο εσφαλμένα υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στην αγωγή στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, και στη συνέχεια, εφαρμόζοντας τη διάταξη αυτή, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και την απέρριψε ως μη νόμιμη, ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι ήταν νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ, 5, 6, 7, 12 Γ1 και 16 του Γ.Κ.Π. - ΟΤΕ, της από 14-3-1985 ΕΣΣΕ, 1-8-1994 και από 10-6-1999 ΕΣΣΕ. Γίνεται δεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
Αριθμός 321/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Επαμεινώνδα Κουφογιάννη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (ΟΤΕ ΑΕ), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευγενία Σούμπαση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1456/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5468/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-3-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 17-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος αναίρεσης και η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθµ.1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόµενο και την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή δεύτερο βαθµό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόµενη τελεσίδικη απόφαση απορρίφθηκε ως µη νόµιµη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύµφωνα µε τον συγκεκριµένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Περαιτέρω, ο ΓΚΠ/ΟΤΕ, που έχει ισχύ ουσιαστικού νόµου (εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 εδ. στ' του ΑΝ 301/1968, δηµοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β/568/8-9-1969, κυρώθηκε δε µε το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν.Δ. 165/1973 και τέλος τροποποιήθηκε µε την από 10-6-1999 ΕΣΣΕ), ορίζει α) στο άρθρο 7 παρ.1 και 2 ότι η γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα (Γ.Υ.Α.) του προσωπικού καθορίζεται από το χρόνο της υπό δοκιµή προσλήψεώς του στον Οργανισµό, προσµετράται δε σ' αυτήν και ο χρόνος τυχόν προϋπηρεσίας του µε σχέση εξαρτηµένης εργασίας στον ΟΤΕ. β) στο άρθρο 8 παρ. 2 ότι το προσωπικό από την ηµεροµηνία της µονιµοποιήσεώς του εντάσσεται στον εισαγωγικό βαθµό που αντιστοιχεί στον τίτλο σπουδών που απαιτείται κατά την πρόσληψή του, ως εξής: α ... β ... ε. Δευτεροβάθµιας Εκπαιδεύσεως (ΔΕ) στο βαθµό Δ στον οποίο πρέπει να παραµείνει επί επτά (7) έτη, γ) στο άρθρο 12 Β' ότι το προσωπικό εντάσσεται και εξελίσσεται σε Μισθολογικές Βαθµίδες µε σύστηµα και όρους που καθορίζονται µε E.Σ.Σ.Ε. Οι προαγωγές του προσωπικού στην επόµενη Μισθολογική Βαθµίδα διενεργούνται αυτοδίκαια από την Υπηρεσία και ανατρέχουν από την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, εφόσον κατά την ως άνω ηµεροµηνία το προσωπικό έχει συµπληρώσει τον κατά περίπτωση απαιτούµενο για την ένταξη στην επόµενη Μισθολογική Βαθµίδα ελάχιστο χρόνο. Και δ) στο ίδιο άρθρο περίπτ. Γ' ότι στο προσωπικό χορηγείται επίδομα χρόνου υπηρεσίας (χρονοεπίδομα) το οποίο κλιμακώνεται σε ποσοστό επί του βασικού μισθού, ανάλογα με το χρόνο πραγματικής υπηρεσίας, όπως αυτή έχει καθοριστεί με τις εκάστοτε Ε.Σ.Σ.Ε, ως ακολούθως: 1 έτος πραγματικής υπηρεσίας, ποσοστό 10%, 3 ετών 18%, 5 ετών 26%, 7 ετών 34%, 10 ετών 42% κ.ο.κ .. Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι τόσο για την ένταξη του προσωπικού σε μισθολογικά κλιμάκια όσο και για τον καθορισμό του χρονοεπιδόματος, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος πραγματικής υπηρεσίας του μισθωτού, δηλαδή η γενική υπηρεσιακή του αρχαιότητα, η οποία προσδιορίζεται από το χρόνο προσλήψεώς του στον ΟΤΕ και στην οποία προσμετράται και ο χρόνος προϋπηρεσίας του στον Οργανισμό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου ως εκτάκτου καθώς και αυτός της υπό δοκιμή. Χρόνος δε πραγματικής υπηρεσίας του εργαζομένου αποτελεί και αυτός κατά τον οποίο ο εργοδότης τελεί σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του. Εξάλλου, η από τον ΟΤΕ μη ένταξη του μισθωτού στο αρμόζον μισθολογικό κλιμάκιο, για την οποία (ένταξη) απαιτείται, κατά τα προαναφερόμενα, η συνδρομή μόνο τυπικών προϋποθέσεων (δηλ. η παρέλευση ορισμένου χρόνου), καθώς και ο εσφαλμένος υπολογισμός του χρονοεπιδόματος, συνιστά παραβίαση συμβατικής υποχρεώσεως και όχι αδικοπραξία. Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή του, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, ο αναιρεσείων, αφού εξέθετε ότι κατόπιν της επιτυχούς συμμετοχής του στον προκηρυχθέντα με απόφαση του ΔΣ της αναιρεσίβλητης και διενεργηθέντα στις 17 και 18-3-1980 διαγωνισμό για την πρόσληψη, μεταξύ άλλων, και τεχνιτών Δικτύου, καταρτίστηκε μεταξύ αυτών σχετική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας δυνάμει της οποίας προσλήφθηκε ως έκτακτος τεχνίτης δικτύου, ότι η κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως εργασίας, την οποία αμφισβητούσε η αναιρεσίβλητη, αναγνωρίστηκε, μετά από προσφυγή του στα πολιτικά δικαστήρια αμετακλήτως με την υπ' αριθμ, 8133/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο έκρινε με δύναμη δεδικασμένου, ότι μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης υφίσταται σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από 1-8-1994, ότι αν και ακολούθησε και η κατάρτιση πρακτικού συμβιβασμού, με το οποίο η μεν αναιρεσίβλητη αναγνώρισε την ύπαρξη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου από 1-8-1994, εκείνος δε παραιτήθηκε των αξιώσεών του για καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-8-1994 μέχρι 22-4-1999, η αναιρεσίβλητη δε συμμορφώθηκε προς την ως άνω αμετάκλητη δικαστική απόφαση και τον επακολουθήσαντα συμβιβασμό αλλά προσέλαβε αυτόν στις 16-6-1999 και ότι, ενώ κατά τις σχετικές διατάξεις του ΓΚΠ/ΟΤΕ καθώς και των οικείων Ε.Σ.Σ.Ε από 14-3-1985 και 21-3-1989, που υπεγράφησαν μεταξύ Ο.Τ.Ε και Ο.Μ.Ε Ο.Τ Ε, έπρεπε αυτή να τον κατατάξει διαδοχικά στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια (τα οποία προσδιορίζονται) και να υπολογίσει το καταβαλλόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 12 ΓΙ του ΓΚΠ/ΟΤΕ, χρονοεπίδομα με εναρκτήριο χρονικό σημείο την 1-8-1994, που θεωρείται ως συντελεσθείσα η πρόσληψή του, τον κατέταξε σε μικρότερο μισθολογικό κλιμάκιο και υπολόγισε εσφαλμένα το χρονοεπίδομα λαμβάνοντας υπόψη ως χρόνο προσλήψεως αυτού την 1-1-1999 και όχι, όπως έπρεπε, την 1-8-1994. Με βάση δε τα περιστατικά αυτά, ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να του καταβάλει το ποσό των 9.949 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι του οφείλει ακόμη 8.032 ευρώ, ως διαφορά αποδοχών που προκύπτει από τη μη ένταξή του στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια και τον μη ορθό υπολογισμό του χρονοεπιδόματος του χρονικού διαστήματος από 23-4-1999 μέχρι 31-12-2004. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, με την οποία προβάλλονται αξιώσεις πηγάζoυσες, κατά τα προαναφερόμενα, από παραβίαση συμβατικής υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης Ο.Τ.Ε. ΑΕ, στηρίζεται ευθέως στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού και όχι σ' αυτές περί αδικοπραξιών. Το Εφετείο, συνεπώς, που απέρριψε την εν λόγω αγωγή ως μη νόμιμη, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι με αυτήν προβάλλονται αξιώσεις από αδικοπραξία, παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του έχοντος ισχύ νόμου ΓΚΠ/ΟΤΕ και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., μοναδικός λόγος αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5468/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ