321/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated321/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): - Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ.4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ενώπιον του Αρείου Πάγου απολείπεται κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αν ο απολειπόμενος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σε αυτή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 321 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 321/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καθού η κλήση-αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μαρτσέκη.
Των καλούντων-αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2 και 3. αναιρεσίβλητης: Ψ3, κατοίκων ... . Ο 1ος και 2η παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Σακελλαρίου ενώ η 3η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-7-1996 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, και των "... & Σια ΟΕ", ΑΑ που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, κατατέθηκε δε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/1997 του ίδιου Δικαστηρίου η οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου λόγω αρμοδιότητας, 18/2000 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και 247/2003 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο αναιρεσείων-καθού η κλήση με την από 5-1-2004 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1497/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες- αναιρεσίβλητοι με την από 10-10-2006 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 18-5-2005 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικολάου Οικονομίδη, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά παραδοχή του τετάρτου λόγου της αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος αυτού και β) την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά τα λοιπά.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων-καλούντων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 10-10-2006 κλήση των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1497/2006 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.
- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ.4 και 576 παρ. 1, 2 και 3 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ενώπιον του Αρείου Πάγου απολείπεται κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αν ο απολειπόμενος επισπεύδει τη συζήτηση ή αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως σε αυτή.
Διαφορετικά κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους (Ολ. ΑΠ 4/1994). Στην προκειμένη περίπτωση με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 220/17-7-2008 βεβαίωση του γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου βεβαιώνεται ότι, όπως "φαίνεται" από το οικείο πινάκιο (του Α2 πολιτικού τμήματος), η συζήτηση της υπόθεσης (μετά την επαναφορά της με την ως άνω κλήση), είχε προσδιορισθεί αρχικά για την δικάσιμο της 12-11-2007 και αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 10-11-2008.
Επίσης από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες ... και ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του πρωτοδικείου Κορίνθου ... αποδεικνύεται ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίου δικηγόρου των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, που επισπεύδουν με την παραπάνω κλήση τη συζήτηση της υποθέσεως, α) ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με τις πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την πρώτη δικάσιμο της 25-5-2008 και β) ακριβές αντίγραφο της προαναφερθείσας βεβαίωσης του γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, μαζύ με κλήση προς εμφάνιση κατά την παρούσα, μετ' αναβολή, δικάσιμο της 10-11-2008, επιδόθηκαν στην τρίτη αναιρεσίβλητη Ψ3.
Επομένως, εφ' όσον η τελευταία δεν εμφανίσθηκε κατ την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως σαν να ήταν και αυτή παρούσα.
- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18, 22, 42 έως 44 του Εμπ.Νόμου και 68 παρ.2, 70, 211, 229, 231 και 749 του ΑΚ προκύπτει ότι, αν με το καταστατικό ομόρρυθμης εταιρίας που δημοσιεύθηκε νόμιμα, ανατέθηκε η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων σε περισσότερους εταίρους που θα ενεργούν από κοινού, η ανάληψη υποχρεώσεων έναντι τρίτων επ' ονόματι της εταιρίας από τον ένα μόνο διαχειριστή, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών ή χωρίς την τήρηση των τυχόν άλλων όρων που προβλέπει το καταστατικό, συνιστά υπέρβαση των ορίων της διαχειριστικής του εξουσίας και δεν δεσμεύει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας και τους λοιπούς εταίρους, εκτός αν η τελευταία εγκρίνει την επ' ονόματί της πράξη του εταίρου της.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 217 παρ.1 και 2 του ΑΚ, που ορίζουν ότι "η πληρεξουσιότητα μπορεί να δοθεί με δήλωση προς τον εξουσιοδοτούμενο ή προς τον τρίτο, με τον οποίο επιχειρείται η δικαιοπραξία (παρ.1). Εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, η δήλωση υποβάλλεται στον τύπο που απαιτείται για τη δικαιοπραξία, την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα (παρ.2)", σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ.2, 10 και 11 του 5960/1933 "περί επιταγής" κατά τις οποίες για την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρεώσεως από επιταγή απαιτείται έγγραφη δήλωση βουλήσεως επί του τίτλου αυτού, η οποία μπορεί να γίνει και με αντιπρόσωπο, συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 217 παρ.2 ΑΚ τυγχάνει εφαρμογής και επί των αξιογράφων, όπως είναι και η επιταγή.
Επομένως τόσο η πληρεξουσιότητα για την ανάληψη υποχρέωσης από την επιταγή, όσο και η, εκ των υστέρων, έγκριση της εκπροσώπησης του δήθεν αντιπροσώπου, πρέπει να είναι έγγραφη και να παρέχεται με πληρεξούσιο έγγραφο, τουλάχιστον ιδιωτικό, δηλαδή και με έγγραφο εκτός του έγγραφου του τίτλου της επιταγής, αφού από την ιδιομορφία και το σκοπό του εγγράφου της επιταγής συνάγεται ότι δεν είναι απαραίτητο η εξουσιοδότηση προς υπογραφή να προκύπτει εκ του τίτλου.
Η τήρηση του εγγράφου τύπου στη περίπτωση αυτή επιβάλλεται και από τις αρχές της προστασίας των τρίτων και της ασφάλειας των συναλλαγών, γιατί ο αντιπροσωπευόμενος δεν ευθύνεται διαφορετικά ούτε απέναντι του καλής πίστεως τρίτου, αφού δεν υπήρξε βούλησή του να δεσμευθεί υπό τον αυστηρό τύπο του αξιογράφου της επιταγής, έτσι δε και ο καλόπιστον τρίτος παραμένει απροστάτευτος (Ολ.ΑΠ 19/2003).
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, δεν θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή και για τούτο μη ασκούντα επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ για τους απαράδεκτους ή μη νόμιμους ισχυρισμούς δεν τάσσεται απόδειξη, ούτε λαμβάνονται υπόψη προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και δη έγγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: Με το από 15-5-1978 καταστατικό, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Κορίνθου με αύξ. αριθ. ..., συστήθηκε ομόρρυθμη εταιρία μεταξύ των ΑΑ, Ψ1 (πρώτης αναιρεσιβλήτων) και Ψ2 (δεύτερης των αναιρεσιβλήτων), με την επωνυμία ",...
και Σία ΟΕ", διακριτικό τίτλο "...", έδρα το ... και με σκοπό την εκμετάλλευση εξοχικού κέντρου και κέντρου διασκέδασης. Διαχειριστής αυτής ορίσθηκε ο ΑΑ με εξουσία εκπροσωπήσεως της εταιρίας ενώπιον κάθε αρχής καθώς και με εξουσία να ενεργεί κάθε πράξη αναγκαία για την ευόδωση του σκοπού της. Κατ' εξαίρεση όμως απαιτείται η υπογραφή όλων των εταίρων στις ακόλουθες περιπτώσεις, όπως ρητά αναγράφεται στο καταστατικό (αρ.4):
α) για την ανάληψη υποχρεώσεων της εταιρίας από συναλλαγματικές, γραμμάτια σε διαταγή και τραπεζικής επιταγές, β) για τη σύναψη και απόλυση του καλλιτεχνικού προσωπικού της επιχείρησης. Στις περιπτώσεις αυτές μόνη η υπογραφή του διαχειριστή δεν δεσμεύει την εταιρία. Με την από 31-10-1986 τροποποίηση του καταστατικού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Κορίνθου (αυξ.
αριθμ. ...), εισήλθε στην πιο πάνω εταιρία και η Ψ3 (τρίτη των αναιρεσιβλήτων) και διαμορφώθηκε η συμμετοχή κάθε εταίρου στα κέρδη και τις ζημίας της εταιρίας στο 1/4, ενώ όλοι οι υπόλοιποι όροι της αρχικής εταιρικής συμφωνίας διατηρήθηκαν σε ισχύ (άρθρ.3 του συμφωνητικού τροποποίησης). Ο ΑΑ, διαχειριστής της εταιρίας, παρά την ύπαρξη της εξαίρεσης του άρθρου 4 του καταστατικού, που απαιτούσε για την ανάληψη υποχρεώσεων της εταιρίας από τραπεζικές επιταγές, την σύμπραξη (υπογραφή) όλων των εταίρων, εξέδωσε υπό την εταιρική επωνυμία, χωρίς να έχει τη σχετική εξουσία προς τούτο, τις αναφερόμενες στην υπ' αριθμ. 212/1996 διαταγή πληρωμής (ανακοπτόμενη) του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου δέκα έξι (16) επιταγές συνολικού ποσού 11,842 ευρώ, πληρωτέες σε διαταγή της εταιρίας από τον τηρούμενο στην Εθνική Τράπεζας Ελλάδος υπ' αριθμ.
αρ. ... λογαριασμό της, τις οποίες μεταβίβασε με οπισθογράφηση, επίσης με την παραπάνω εταιρική επωνυμία, στην έμπορο Κορίνθου ΒΒ, η οποία τις μεταβίβασε περαιτέρω με οπισθογράφηση στον αναιρεσείοντα. Οι επιταγές αυτές εμφανίσθηκαν εμπρόθεσμα προς πληρωμή από τον αναιρεσείοντα, που ήταν νόμιμος κομιστής αυτών, πλην όμως δεν πληρώθηκαν ελλείψεις διαθεσίμων κεφαλαίων.
Στη συνέχεια ο αναιρεσείων πέτυχε την έκδοση της προαναφερόμενης διαταγής πληρωμής σε βάρος και των ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία διατάχθηκαν να του καταβάλουν, καθεμία σε ολόκληρον, τα ποσά των επιταγών με το νόμιμο τόκο από την επομένη της σφραγίσεως τους. Με τα δεδομένα αυτά, καταλήγει το Εφετείο, αφού οι επίδικες επιταγές έφεραν μόνο την υπογραφή του διαχειριστή της εταιρίας ΑΑ και όχι τις υπογραφές όλων των εταίρων, σύμφωνα με τη ρητή αναφορά περί αυτού στο νομίμως δημοσιευμένο καταστατικό της εταιρίας, δεν υπάρχει νόμιμη δέσμευση της εταιρίας και των μη υπογραψάντων μελών αυτής για την ανάληψη της οφειλής από τις επίδικες επιταγές, δοθέντος ότι δεν αποδεικνύεται ότι οι υπόλοιποι εταίροι ενέκριναν μεταγενεστέρως την εν λόγω πράξη της έκδοσης των επιταγών από το διαχειριστή της εταιρίας.
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρέλειψε να απαντήσει στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι ήταν καλόπιστος κομιστής των επίμαχων επιταγών, γιατί δεν γνώριζε την ως άνω ρύθμιση του καταστατικού της εταιρίας "...
και Σία ΟΕ" και ως εκ τούτου δεν μπορούσε να αντιταχθεί κατ' αυτού η έλλειψη της διαχειριστικής εξουσίας του διαχειριστή της κατά την έκδοση αξιογράφων επ' ονόματι της εταιρίας. Ο ισχυρισμός όμως αυτός, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι νόμιμος και ως εκ τούτου δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτόν του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη ως άνω πλημμέλεια κι γι' αυτό ο ερευνώμενος λόγος είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.11 του ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα έγγραφα (τιμολόγια-αποδείξεις) που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων προς απόδειξη του ίδιου ως άνω μη νόμιμου ισχυρισμού του, είναι επίσης αβάσιμος, αφού κατά τα προεκτεθέντα για τους μη νόμιμους ισχυρισμούς δεν λαμβάνονται υπόψη προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα και δη έγγραφα.
- Με τον δεύτερο λόγο όπως εκτιμάται, προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ.8 του ΚΠολΔ, δηλαδή ότι το Εφετείο παρέλειψε να απαντήσει στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, κατά τον οποίο οι αναιρεσίβλητες κατά κατάχρηση δικαιώματος επιδιώκουν με την ανακοπή τους την ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, το μεν διότι αυτός (αναιρεσείων) δεν ήταν υποχρεωμένος να γνωρίζει το καταστατικό της ομόρρυθμης εταιρίας που εξέδωσε τις επιταγές, το δε διότι εκείνες (αναιρεσίβλητες) δεν εναντιώθηκαν κατά την έκδοση των τελευταίων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι ο ισχυρισμός που φέρεται ότι αγνοήθηκε δεν είναι νόμιμος, ειδικότερα δε με βάση τα ανωτέρω περιστατικά, η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων άσκηση της κρίσιμης ανακοπής δεν ενέχει προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ.
- Ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς που προέβαλε επικουρικώς ότι η απαίτησή του από τις 16 επιταγές, με βάση τις οποίες εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, είχε παραγραφεί λόγω παρελεύσεως εξαμήνου από της σφραγίσεως αυτών, πλην όμως κατόπιν νομίμου χαρτοσημάνσεώς τους ίσχυσαν κατά μετατροπής ως χρεωστικά ομόλογα, κατ' άρθρο 182 ΑΚ, και ως εκ τούτου εγκύρως, βάσει των ομολόγων τούτων, εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον λόγο αυτόν της εφέσεως, κρίνοντας ότι, ανεξάρτητα από τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής με βάση επιταγές, που λόγω παραγραφής της αξιώσεως από αυτές, ισχύουν ως χρεωστικά ομόλογα, χωρίς την αναφορά στοιχείων για τη σχέση εκδότη και τελευταίου κομιστή, προς τον οποίον οπισθογραφήθηκαν οι επιταγές από τον λήπτη αυτών, εφόσον η παραπάνω ομόρρυθμη εταιρία δεν έχει εγκύρως αναλάβει τις υποχρεώσεις της από τις επίδικες επιταγές και δεν δεσμεύεται από την έκδοση αυτών, δεν υπάρχει δυνατότητα να ισχύουν κατά μετατροπή λόγω παραγραφής της ανύπαρκτης αξιώσεως από τις επιταγές, ως χρεωστικά ομόλογα, διότι, αφού δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις έγκυρης ενοχής εξ επιταγής, δεν χωρεί η μετατροπή της επιταγής σε άλλη δικαιοπραξία. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την απόρριψη του ως άνω λόγου της εφέσεως του αναιρεσείοντος και γι' αυτό ο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
- Με την ως άνω από 1-7-1996 ανακοπή, όπως αυτή διευκρινίσθηκε με τους από 28-3-1999 πρόσθετους λόγους αυτής, ζητείτο η ακύρωση της ανακοπτόμενης 212/1996 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, για τον μοναδικό λόγο ότι οι 16 επιταγές, με βάση τις οποίες εκδόθηκε εκείνη, εκδόθηκαν από τον ΑΑ ως διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρίας "... και Σία ΟΕ" καθ' υπέρβαση της διαχειριστικής του εξουσίας, καθόσον η έκδοση και μεταβίβαση με οπισθογράφηση των επιταγών, υπό την εταιρική επωνυμία, έγινε από μόνο τον εν λόγω διαχειριστή, ενώ κατ' επιταγή ρήτρας του καταστατικού της εταιρίας, για την ανάληψη υποχρεώσεων της τελευταίας από συναλλαγματικές και τραπεζικές επιταγές απαιτείται η υπογραφή όλων των εταίρων. Με το περιεχόμενο αυτό η ανακοπή, κατά τον μοναδικό της λόγο, είναι πλήρως ορισμένη, γιατί περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατ' άρθρα 216 και 585 ΚΠολΔ για τη θεμελίωσή της στις διατάξεις που αναφέρονται στην πρώτη σκέψη. Επομένως το Εφετείο, που έκρινε ορισμένη την ανακοπή και δεν την απέρριψε ως αόριστη, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα λόγω αοριστίας και γι' αυτό ο από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, τέταρτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος αυτού, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
- Από τις διατάξεις των άρθρων 232, 233 παρ. 1,236, 238 ΑΚ, 94, 97 και 104 ΚΠολΔ, εφαρμοζόμενες αναλόγως και επί των διαδικαστικών πράξεων που κατ' εξαίρεση μπορούν να επιχειρηθούν και από μόνους τους διαδίκους αυτοπροσώπως ή μέσω πληρεξουσίου (αντιπροσώπου) μη έχοντος τη ιδιότητα δικηγόρου (άρθρο 94 απρ.2 ΚΠολΔ), συνάγεται ότι προπαρασκευαστική διαδικαστική πράξη, ενεργηθείσα από αντιπρόσωπο στερούμενο αντιπροσωπευτικής εξουσίας, ισχυροποιείται αν εκ των υστέρων ο αντιπροσωπευόμενος παράσχει τη σχετική προς τούτο έγκρισή του, η οποία, μη υποκείμενη σε ιδιαίτερο τύπο, μπορεί να γίνει ακόμη και σιωπηρώς, τέτοια δε σιωπηρή έγκριση υπάρχει και όταν ο αντιπροσωπευόμενος παραστεί, αυτοπροσώπως ή μέσω πληρεξουσίου δικηγόρου σε μεταγενέστερο στάδιο της διαδικασίας, χωρίς να επικαλεσθεί τη έλλειψη της αντιπροσωπευτικής εξουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της κατάθεσης της ένδικης ανακοπής, στην οποία φέρονται ως ανακόπτοντες η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... και Σια ΟΕ", ο διαχειριστής αυτής ΑΑ και οι τρεις αναιρεσίβλητοι (ομόρρυθμα μέλη της πρώτης), δεχθέν ότι η εκ μέρους του εν λόγω διαχειριστή υπογραφή κα κατάθεση της ανακοπής στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου για λογαριασμό και των αναιρεσιβλήτων δεν επηρεάζει το κύρος της, αφού κατά την επακολουθήσασα συζήτηση επί της ανακοπής στο Ειρηνοδικείο αυτό, ενώπιον του οποίου δεν ήταν υποχρεωτική η μέσω δικηγόρου παράσταση των ανακοπτόντων, οι αναιρεσίβλητοι παρέστησαν δια του πληρεξουσίου των δικηγόρου Κ.
Φιλιππίδη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει ακυρότητα, δεδομένου ότι η διαδικαστική πράξη της υπογραφής και κατάθεσης του κυρίου δικογράφου της ανακοπής, που έγινε από τον διαχειριστή της ομόρρυθμης εταιρίας ΑΑ, ισχυροποιήθηκε αναδρομικά με την εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων μεταγενέστερη σιωπηρή έγκρισή της, η οποία έγινε με την παράσταση των τελευταίων κατά την επί της ανακοπής συζήτηση στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου.
Επομένως ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δικ., προβάλλεται πράγματι η από το άρθρο 55 αριθ.14 Κ.Πολ.Δικ. αιτίαση, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-1-2004 αίτηση του Χ για αναίρεση της 247/2003 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ