Legislator Case Law & Legislation
321/2007 AI generated

321/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 321/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 321 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 321/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β1΄ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 321 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 321/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1΄ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "SPACE LINE ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με τον διακριτικό τίτλο "SPACE LINE Α.Ε.", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: .... , η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Πασσά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 678/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2832/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-7-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 28-12-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, η από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προβλεπόμενη καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι μονομερής, αναιτιώδης, δικαιοπραξία, αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του μισθωτού και ασκείται οποτεδήποτε, εκτός αν περιορίζεται από την ατομική σύμβαση εργασίας ή από διάταξη νόμου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη, αλλά υπόκειται, όπως η άσκηση κάθε άλλου δικαιώματος, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Πρέπει δηλαδή να μην υπερβαίνει προφανώς τα τιθέμενα από το άρθρο αυτό όρια, δηλαδή τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Σε περίπτωση προφανούς υπερβάσεως των ορίων αυτών η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι καταχρηστική κατά το ως άνω άρθρο 281 ΑΚ και γι'αυτό άκυρη (άρθρα 174 και 180 του ίδιου Κώδικα) και ως εκ τούτου ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται, όπως και πριν, τις υπηρεσίες του μισθωτού, σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 του Α.Κ. Τέτοια προφανής υπέρβαση των ως άνω τιθέμενων ορίων υπάρχει και όταν η απόλυση του μισθωτού γίνεται απλώς και μόνο για λόγους εκδικήσεως (σχ. ΑΠ 1539/2001, 809/2001). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς η αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που ενδιαφέρουν εδώ: Η αναιρεσίβλητη προσλήφθηκε στις 3-1-2002 από την αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, η οποία έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών στο κοινό, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία μετά τη λήξη της στις 3-5-2002 μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί σ'αυτήν ως υπάλληλος γραφείου με τα ειδικότερα καθήκοντα της τηλεφωνήτριας, που συνίσταντο στο να απαντά στα τηλεφωνήματα των πελατών της εταιρίας, παρέχοντας σ'αυτούς πληροφορίες σε αστρολογικά θέματα. Συγκεκριμένα εισήγε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, που αυτή χειριζόταν, τα στοιχεία που της έδιναν οι πελάτες, οι οποίοι επικοινωνούσαν με το τηλεφωνικό κέντρο της αναιρεσείουσας (ημερομηνία και ώρα γέννησης κ.λπ) και κατόπιν προέβαινε στην ανάγνωση από την οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή εκ των προτέρων έτοιμων από αστρολόγους κειμένων σχετικού περιεχομένου, καθώς επίσης και στην παροχή πληροφοριών και άλλων αστρολογικών στοιχείων με βάση ειδικό πρόγραμμα που περιεχόταν στον εν λόγω υπολογιστή. Η αναιρεσίβλητη καθόλο το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο απασχολήθηκε στην αναιρεσείουσα, στα πλαίσια της ανωτέρω εργασιακής σύμβασης, παρείχε ανελλιπώς τις υπηρεσίες της, εργαζόμενη επί έξι (6) ημέρες την εβδομάδα και με ωράριο σε βάρδιες, δηλαδή είτε από 07.00' έως 15.00' είτε από 15.00' έως 23.00' είτε από 23.00΄ έως. 07.00'. Ο αρχικός μηνιαίος μισθός της κατά το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου-Απριλίου 2002 ανερχόταν στο ποσό των 713,43 ευρώ, αλλά στη συνέχεια αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 768,46 ευρώ από το Μάιο 2002, στο ποσό των 781,76 ευρώ από τον Ιούλιο 2002 και στο ποσό των 820,84 ευρώ από το Μάϊο 2003. Στα ποσά αυτά προστίθεντο οι προσαυξήσεις από την παροχή νυκτερινής εργασίας κ.λπ. Μέχρι το μήνα Οκτώβριο 2003 η εργασιακή σχέση της αναιρεσίβλητης εξελίχθηκε ομαλά, χωρίς να δημιουργηθούν προβλήματα με την αναιρεσείουσα, αφού η πρώτη (αναιρεσίβλητη) ήταν τυπική υπάλληλος και ουδέποτε είχε δώσει αφορμή για κάποιο παράπτωμα η είχε παρατηρηθεί για μειωμένη απόδοση στην εργασία της. Το μήνα Οκτώβριο 2003 η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη εσφαλμένο υπολογισμό της αμοιβής της αναιρεσίβλητης από την παροχή νυκτερινής εργασίας, τον οποίο απέδιδε σε λάθος του λογιστή της, ζήτησε από αυτή, με την από 10-10-2003 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση - διαμαρτυρία της, να της επιστρέψει από τις μέχρι τότε καταβληθείσες αποδοχές της το ποσό των 5.173,51 ευρώ ως αχρεωστήτως καταβληθέν. Το ίδιο ζήτησε η αναιρεσείουσα και από άλλους υπαλλήλους της εταιρίας. Η αναιρεσίβλητη και οι συνάδελφοι της ... και .... , με την από 3-11-2003 εξώδικη απάντηση τους, ισχυρίστηκαν, ότι όλα τα ποσά που είχαν εισπράξει από την αναιρεσείουσα αποτελούσαν συμφωνημένο αντάλλαγμα για παρασχεθείσα εργασία τους και ως εκ τούτου δεν δέχονταν να επιστρέψουν σ'αυτήν τα αιτούμενα ποσά, δηλώνοντας παράλληλα, ότι η σχετική αξίωση της αναιρεσείουσας, στο μέτρο που επέφερε μείωση των αποδοχών τους, συνιστούσε ανεπίτρεπτη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής τους σύμβασης, την οποία και απέκρουαν. Μάλιστα, με την ίδια ως άνω εξώδικη δήλωση, η αναιρεσίβλητη προέβαλε για πρώτη φορά και απαιτήσεις για καταβολή ως νόμιμου μισθού αυτού που προέκυπτε, με βάση προϋπηρεσία 21 ετών και όχι 9 ετών, που της αναγνώριζε η αναιρεσείουσα. Τα αρμόδια όργανα της τελευταίας δυσαρεστήθηκαν με την ως άνω αρνητική στάση της αναιρεσίβλητης και άρχισαν να συμπεριφέρονται σ'αυτή με ψυχρότητα. Η αναιρεσίβλητη στις 15-1-2004 προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, διαμαρτυρόμενη για το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα αρνούνταν να της καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές της με βάση την ως άνω μεγαλύτερη προϋπηρεσία της και τις ισχύουσες διαιτητικές αποφάσεις. Η συζήτηση της ανωτέρω προσφυγής ορίστηκε για τις 30-1-2004. Όμως, προτού συζητηθεί η εν λόγω προσφυγή, η αναιρεσείουσα προέβη στις 26-1-2004 σε καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης και της κατέβαλε αποζημίωση ύψους 1.911,89 ευρώ, την οποία η αναιρεσίβλητη έλαβε, με την επιφύλαξη κάθε νόμιμου δικαιώματος της. Στις 30-1-2004, όταν συζητήθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας η ως άνω· προσφυγή της αναιρεσίβλητης, η τελευταία ανέπτυξε τις αξιώσεις που είχε κατά της αναιρεσείουσας πλην όμως δεν προσήλθε σ'αυτήν εκπρόσωπος από την πλευρά της τελευταίας. Η δε από 26-1-2004 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας των αρμόδιων οργάνων της αναιρεσείουσας, λόγω της προηγηθείσας ως άνω, μη αρεστής στην τελευταία, συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, η οποία απέβλεπε αποκλειστικά και μόνον στην προστασία, με νόμιμο τρόπο, των δικαιωμάτων της, ενώ ο επικαλούμενος από την αναιρεσείουσα λόγος περί πλημμελούς εκτελέσεως των καθηκόντων της προβάλλεται προσχηματικά. Ως εκ τούτου η εν λόγω καταγγελία υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του σχετικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας και συνεπώς είναι καταχρηστική κατ'άρθρο 281 ΑΚ και άκυρη, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ. Ενόψει αυτού, η αναιρεσείουσα, η οποία μετά την καταγγελία έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης, κατέστη υπερήμερη και οφείλει στην τελευταία μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 26-1-2004 έως 26-12-2004. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ας αβάσιμους τους σχετικούς πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τους οποίους υποστηρίζονταν τα αντίθετα. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς, και ειδικότερα δεχόμενο ότι ήταν και ουσιαστικά βάσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης για ακυρότητα της εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελίας της μεταξύ αυτών υφιστάμενης ένδικης συμβάσεως εργασίας, ως γενόμενης της καταγγελίας αυτής κατά κατάχρηση δικαιώματος, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες, που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν και αναφέρονται στο πιο πάνω ζήτημα, επί του οποίου έκρινε και πλήρεις και σαφείς είναι. Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ, αφού πράγματι, με βάση τις πλήρεις και σαφείς αυτές παραδοχές του, η άσκηση του προς καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας δικαιώματος της αναιρεσείουσας, ως υπερβαίνουσα και δη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού, ακριβώς επειδή έγινε απλώς και μόνο για λόγους εμπάθειας και εκδικήσεως της αναιρεσίβλητης, είναι καταχρηστική και γι'αυτό άκυρη. Δεν χρειαζόταν δε, για να κριθεί άκυρη η απόλυση της αναιρεσίβλητης, να αναφερθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση και ότι ο υπολογισμός σε μεγαλύτερο χρηματικό ποσό της αμοιβής της τελευταίας για την παροχή της εργασίας της κατά τις νύχτες δεν ήταν εσφαλμένος, καθώς και η επίδραση που είχε για την εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία της ένδικης συμβάσεως εργασίας η έγερση αξιώσεως από την αναιρεσίβλητη για καταβολή αποδοχών με βάση τη μεγαλύτερη προϋπηρεσία της των 21 ετών. Και αυτό γιατί αρκεί η παραδοχή του Εφετείου ότι, για τους λόγους, που ειδικότερα αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφασή του, η εκ μέρους της αναιρεσείουσας καταγγελία της με την αναιρεσίβλητη συμβάσεως εργασίας ήταν, ως καταχρηστική, άκυρη, ακριβώς διότι έγινε λόγω εμπάθειας και εκδικητικότητας των αρμόδιων οργάνων της πρώτης (αναιρεσείουσας). Πέραν του ότι, όπως εκτιμάται, το Εφετείο τελικά δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφασή του και ότι η καταβληθείσα στην αναιρεσίβλητη αμοιβή για την από αυτήν παροχή της εργασίας της κατά τις νύκτες "αποτελούσα συμφωνημένο αντάλλαγμα", αλλά και ότι ο νόμιμος μισθός της ίδιας (αναιρεσίβλητης) θα έπρεπε να υπολογίζεται με βάση προϋπηρεσία της από 21 έτη και όχι από 9 έτη, που της αναγνώριζε η αναιρεσείουσα. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών επί του ως άνω ζητήματος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.- 2.- Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 8 περ. β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, αν είναι ορισμένοι. Όμως ο από την προαναφερόμενη διάταξη λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του το λόγο εφέσεως που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό η ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο (και τελευταίο) κατά ένα μέρος του λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή παραπονούνταν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη ένσταση της αναιρεσείουσας για συμψηφισμό προς την ένδικη συνολική απαίτηση της αναιρεσίβλητης αχρεωστήτως καταβληθέντων στην τελευταία χρηματικών ποσών συνολικού ποσού 5.173,50 ευρώ, κατά τα στο λόγο αυτόν αναιρέσεως ειδικότερα διαλαμβανόμενα. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο με την απόφασή του αυτήν έλαβε υπόψη του τον αμέσως πιο πάνω (υπό τα στοιχεία Ια) λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, τον ερεύνησε και τελικά τον απέρριψε ως αβάσιμο. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β΄ ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια και γι'αυτό ο προαναφερόμενος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως κατά το αμέσως πιο πάνω μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως, κατά το υπόλοιπο μέρος του, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί οι με το μέρος αυτό του λόγου αναιρέσεως προβαλλόμενες αιτιάσεις, οι οποίες, ειδικότερα, αφορούν την ουσιαστική βασιμότητα της αμέσως πιο πάνω ενστάσεως συμψηφισμού που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα, ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4 Ιουλίου 2006 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SPACE LINE ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" για αναίρεση της υπ'αριθ. 2832/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ