320/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 320 / 2026 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 320/2026
Legislator headnote
AI generated320/2026 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 320 / 2026 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 320/2026
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 320 / 2026 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 320/2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνα Νάκου, Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο, Παρασκευή Γρίβα-Εισηγήτρια και Γεώργιο Μικρούδη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Ιανουαρίου 2026, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νίκης-Αναστασίας Μουζάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Σ. Τ. , για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. ή Ε. Σ. του Δ. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Αθανασίας Σταυρή, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2055/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 3/9/2025 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2025.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε:
α) να αναιρεθεί εν μέρει η με αριθ. 2055/2025 απόφαση του Ε' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, ως προς την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα διάταξή της για την αξιόποινη πράξη της παράνομης κατοχής αεροβόλου όπλου ,
β) ως προς την διάταξή της περί επιβολής στον αναιρεσείοντα ποινής για την παράνομη κατοχή όπλων και ως προς την συνολική ποινή.
Να κηρυχθεί αθώος ο αναιρεσείων του ότι: Στον Ασπρόπυργο Αττικής την 4-11-2017 κατείχε παράνομα στην ημιυπόγεια αποθήκη της οικίας του το με αριθμό ... αεροβόλο όπλο.
Να απορριφθεί κατά τα λοιπά η από 3-9-2025 αίτηση αναίρεσης του Ε. ή Ε. Σ. του Δ. , κατοίκου ... κατά της με αριθ. 2055/2025 απόφασης του Ε' Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών
και
Να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο ως άνω μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο νια νέα επιμέτρηση της ποινής για την παράνομη κατοχή όπλων και ως προς την συνολική ποινή και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η κρινόμενη από 3.9.2025 και με αριθμ. αν. .../2025 δήλωση του κατηγορουμένου Ε. ή Ε. Σ. του Δ. , κατοίκου ..., για αναίρεση της με αριθμ. 2055/2025 απόφασης του, δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό, Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε για τις πράξεις της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και παράνομη κατοχή όπλων και του επιβλήθηκε, μετά την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2ε ΠΚ , ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών και επτά (7) μηνών και χρηματική ποινή 3.000 ευρώ, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από τον ίδιο, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 4.9.2025, ήτοι εντός της εικοσαήμερης προθεσμίας, από την, στις 17.7.2025 καταχώρηση της προσβαλλόμενης απόφασης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ.3 ΚΠΔ, δεδομένου ότι κατά το διάστημα από 1ης-31 Αυγούστου, αναστέλλεται η παραπάνω προθεσμία (473 παρ.4 ΚΠΔ). Περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την απόλυτη ακυρότητα που συνέβη στο ακροατήριο, παράβαση των διατάξεων για τη δημοσιότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (510 παρ.1 στοιχ. Α, Γ, Δ, Ε ΚΠΔ). Πρέπει συνεπώς να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρα 462 παρ.1, 464, 466 παρ.1 και 473 παρ.2 και 3, 504 παρ1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της.
2. Σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 4139/2013: 'Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ". 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2Α και 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως, μεταξύ άλλων, η αγορά, η κατοχή, 3. Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης, Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επί μέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία". Με το ανωτέρω άρθρο τυποποιείται το βασικό έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο οποίο αναφέρονται ενδεικτικά οι διάφοροι τρόποι τέλεσής του, που αποτελούν ένα μόνο έγκλημα αν αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, ενώ ως "κατοχή" ναρκωτικών, νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη βούλησή του να τα διαθέτει πραγματικά σε τρίτους (ΑΠ 1076/2023, 1243/2023, 1354/2022). Για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση (ΑΠ 1023/2023, ΑΠ 124312023, ΑΠ 127/2022). Κατά τη διάταξη δε, του άρθρου 29 παρ. 1 του ιδίου νόμου : "Όποιος, για δική του αποκλειστικά χρήση, με οποιονδήποτε τρόπο προμηθεύεται ή κατέχει ναρκωτικά, σε ποσότητες που δικαιολογούνται μόνο για την ατομική του χρήση ή κάνει χρήση αυτών ή καλλιεργεί φυτά κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογούνται μόνο για την ατομική του χρήση, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι πέντε (5) μηνών. Η διαπίστωση του σκοπού εξυπηρέτησης της δικής του αποκλειστικά χρήσης γίνεται με συνεκτίμηση του είδους, της καθαρότητας και της ποσότητας του συγκεκριμένου ναρκωτικού, σε συνδυασμό με τη συχνότητα χρήσης, το χρόνο χρήσης, την ημερήσια δόση και τις ιδιαίτερες ανάγκες χρήσης του συγκεκριμένου χρήστη" (ΑΠ 293/2023, 1158/2022).
Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του ιδίου άρθρου, "ο δράστης της πράξης της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να κριθεί ατιμώρητος, εάν το δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις τέλεσης της πράξης και την προσωπικότητα του δράστη, κρίνει ότι η αξιόποινη πράξη ήταν εντελώς περιστασιακή και δεν είναι πιθανόν να επαναληφθεί".
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ.2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ , και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 181/2024, ΑΠ 1040/2022). Μεταξύ των αυτοτελών ισχυρισμών που μπορούν να προβληθούν επί παραβάσεων του νόμου περί ναρκωτικών είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι για δική του αποκλειστικά χρήση κατείχε τα ναρκωτικά (άρθρο 29 παρ. 1 Ν. 4139/2013) και που έχει ως συνέπεια την ηπιότερη ποινική μεταχείριση του δράστη (ΑΠ 293/2023, 5/2023, 1158/2023). Ακόμη, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα αυτής, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση [ΟλΑΠ2/2022, 1/2020, ΑΠ478/2020,552/2020,735/2020].
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν "την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του προσώπου στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από το νόμο, τη Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τη προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Ελευθεριών της Ε.Ε.".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε αρχικά με το Ν. 2329/1953 και εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, μεταγλωττίστηκε δε και αποδόθηκε στη δημοτική γλώσσα με το Π.Δ. 76/2022 (Φ.Ε.Κ. 205/1-11-2022, τεύχος πρώτο): "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο έως τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του", κατά δε την με ταυτόσημη διατύπωση διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 και 3 εδ. ζ του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 (Φ.Ε.Κ. 25/26-2-1997, τεύχος πρώτο) και επίσης έχει αυξημένη τυπική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, στην οποία ορίζεται: "12, Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο. 3. Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει, σε πλήρη ισότητα τις ακόλουθες τουλάχιστον εγγυήσεις: (...) ζ) να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του και τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", διακηρύσσεται η θεμελιώδης αρχή της σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορουμένου, η οποία στο πλαίσιο της έννοιας της "δίκαιης δίκης" καθιερώνει και κατοχυρώνει το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου, καθόλα τα διαδικαστικά στάδια της ποινικής διαδικασίας, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, να θεωρείται αθώος εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί με την τήρηση νόμιμης διαδικασίας. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, εκτός των άλλων, ότι η άσκηση των προσηκόντων, στον κατηγορούμενο ή στο πρόσωπο στο οποίο αποδίδεται η πράξη κατά την προκαταρκτική εξέταση δικαιωμάτων, αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση ή διαμαρτυρία του κατηγορουμένου. Η λήψη υπόψη και αξιοποίηση αποδεικτικώς, εκ μέρους του δικαστηρίου, ολόκληρης της απολογίας του κατηγορουμένου, που έδωσε κατά τη διενέργεια της προδικασίας (κύριας ανάκρισης, προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξέτασης), δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου (ΟλΑΠ2/2021,ΑΠ 1506/2024, 324/2025, 539/2025) Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 362 και 367 του ΚΠΔ προκύπτει, ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης, ιδρύοντας τον προβλεπόμενο στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Γ' του ΚΠΔ αναιρετικό λόγο της παράβασης των διατάξεων για τη δημοσιότητα στο ακροατήριο, ακυρώνει δε και την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου ανωτέρω ΚΠΔ να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο, που στοιχειοθετεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του Κ.Ποιν.Δ.), η οποία θεμελιώνει τον προαναφερόμενο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης (Α.Π. 1175/2022).
Στη προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων καταδικάστηκε με την με αριθμ. 2055/2025 προσβαλλόμενη απόφαση του, δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό, Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, και για την πράξη της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση, του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του και μνημονεύει κατ' είδος (καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν στο ακροατήριό του, έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο) το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα :
<< Μετά από ανώνυμη πληροφορία που περιήλθε στην Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Δυτικής Αττικής (Υ.Α.Δ.Α.) ότι σε μονοκατοικία στην περιοχή Ασπροπύργου στη θέση "Μελίσσια" αποκρύπτονταν όπλα και ναρκωτικά, τα οποία οι διαμένοντες στην κατοικία διέθεταν προς πώληση, ανατέθηκε σε κλιμάκιο Αστυνομικών της ανωτέρω Υπηρεσίας o εντοπισμός της οικίας αυτής, προκειμένου να εξακριβωθεί το αληθές της καταγγελίας. Στις 4-11-2017, περί ώρα 10,30' αστυνομικοί της Υ.Α.Δ.Α. , μεταξύ των οποίων ήταν και ο εξετασθείς στο ακροατήριο μάρτυρας κατηγορίας αστυνομικός Κ. Τ. , σε συνεργασία με αστυνομικούς του Α.Τ. … και παρουσία Αντεισαγγελέως Πλημμελειοδικών ως εκπροσώπου της Δικαστικής Αρχής, πραγματοποίησαν έρευνα στην εν λόγω οικία, την οποία είχαν εντοπίσει σε προηγούμενο χρόνο και στην οποία διέμενε, χρησιμοποιώντας την ως κύρια κατοικία αυτού και της οικογένειάς του, ο πρώτος κατηγορούμενος Ε. Σ.
Κατά τον ανωτέρω χρόνο στην κατοικία αυτή διέμενε ως φιλοξενούμενος και ο δεύτερος κατηγορούμενος Σ. Α. , κάτοικος ... , παρουσία και του οποίου, εκτός του Ε. Σ. και της συζύγου του, διενεργήθηκε η έρευνα από τους ανωτέρω αστυνομικούς. Κατά την έρευνα στην οικία αυτής βρέθηκαν και κατασχέθηκαν με την από 4-11-2017 έκθεση κατ' οίκον έρευνας, εκρίζωσης και κατάσχεσης κατά την ημέρα, που συντάχθηκε από τον Αστυνόμο Α' Κ. Σ. , που υπηρετεί στην παρουσία της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών Μαρίας-Σοφίας Βαΐτση, τα κάτωθι αναφερόμενα όπλα και ναρκωτικά και άλλα αντικείμενα καθώς και το χρηματικό ποσό των 560 ευρώ, ως σχετιζόμενα με το έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών και της πώλησης όπλων. Ειδικότερα, σε γυναικεία τσάντα στην ντουλάπα της κρεβατοκάμαρας της οικίας βρέθηκαν και κατασχέθηκαν: l) ένα πιστόλι κρότου, ασημί χρώματος με μαύρη λαβή, με τις ενδείξεις "..." GERMANY, με γεμιστήρα κενής φυσιγγίων, 2) ένα περίστροφο μάρκας ..., ασημί χρώματος- μαύρη λαβή, 3) ένα πιστόλι μάρκας "...", μαύρου χρώματος, με γεμιστήρα με επτά φυσίγγια, 4) ένα πιστόλι με αριθμό ... μάρκας ... , μαύρου χρώματος, με γεμιστήρα κενής φυσιγγίων, 5) μια γεμιστήρα ... κενή φυσιγγίων, 6) ένα μαχαίρι με καφέ λαβή, μήκους λάμας 16,5 εκατοστών, συνολικού μήκους 27 εκατοστών εντός μαύρης θήκης, 7) ένα μαχαίρι (χατζάρα), μήκους λάμας 35 εκατοστών, με καφέ λαβή, συνολικού μήκους 48 εκατοστών, εντός μαύρης θήκης, 8) εξήντα τέσσερα (64) φυσίγγια των 9 χιλιοστών, 9) έξι φυσίγγια "...", 10) είκοσι (29) φυσίγγια "...", 1 1) ένα καπνογόνο με την ένδειξη ... , 12) το χρηματικό ποσό των 560 ευρώ και 13) ένας σουγιάς με μαύρη λαβή, μήκους λάμας 8 εκατοστών, συνολικού μήκους 19 εκατοστών. Επίσης, σε ημιυπόγειο χώρο (αποθήκη) της αυλής της οικίας, που περιγράφεται ως "κοτέτσι", βρέθηκαν επιμελώς κρυμμένα σε πλαστικό βαρέλι και κατασχέθηκαν τα κάτωθι: 1) μία νάιλον διαφανής αυτοσχέδια συσκευασία, περιέχουσα φυτικά αποσπάσματα ακατέργαστης κάνναβης, συνολικού μικτού βάρους 472 γραμμαρίων, 2) μία μαύρη νάιλον αυτοσχέδια συσκευασία, περιέχουσα φυτικά αποσπάσματα ακατέργαστης κάνναβης, συνολικού μικτού βάρους 574 γραμμαρίων, 3) μία μαύρη νάιλον αυτοσχέδια συσκευασία, περιέχουσα φυτικά αποσπάσματα ακατέργαστης κάνναβης, συνολικού μικτού βάρους 930 γραμμαρίων, 4) μία νάιλον διαφανής αυτοσχέδια συσκευασία, περιέχουσα φυτικά αποσπάσματα ακατέργαστης κάνναβης, συνολικού μικτού βάρους 81 γραμμαρίων, 5) μία νάιλον διαφανής αυτοσχέδια συσκευασία, περιέχουσα φυτικά αποσπάσματα ακατέργαστης κάνναβης, συνολικού μικτού βάρους 31 γραμμαρίων, 6) μία νάιλον αυτοσχέδια συσκευασία, περιέχουσα φυτικά αποσπάσματα ακατέργαστης κάνναβης, συνολικού μικτού βάρους 68 γραμμαρίων, 7) μία νάιλον αυτοσχέδια συσκευασία, περιέχουσα άγνωστη σκόνη λευκού χρώματος, συνολικού μικτού βάρους 11 γραμμαρίων και 8) 35 διαφανείς νάιλον μικροσυσκευασίες, κενές περιεχομένου.
Επίσης, στην ημιυπόγεια αποθήκη στην αυλή της οικίας βρέθηκε σε γλάστρα, εκριζώθηκε και κατασχέθηκε ένα αποξηραμένο δενδρύλλιο κάνναβης μήκους ενός (1) μέτρου, καθώς και το με αριθμό ... αεροβόλο όπλο. Με την ανωτέρω έκθεση κατασχέθηκε και ένα κινητό μάρκας ... με ΙΜΕΙ ... μετά της με αριθμό ... κάρτας sim ... Η ανωτέρω ποσότητα φυτικών αποσπασμάτων κάνναβης συνολικού μικτού βάρους 2,238 γραμμαρίων, που ήταν επιμερισμένη σε έξι (6) αυτοσχέδιες νάιλον συσκευασίες, την οποία κατείχε o πρώτος κατηγορούμενος στην οικία του, επιμελώς κρυμμένη σε πλαστικό βαρέλι στο "κοτέτσι" της αυλής της, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή της και να τη διαθέσει κατά βούληση, αποτελεί μέρος άγνωστης ποσότητας φυτικών αποσπασμάτων κάνναβης, την οποία αυτός αγόρασε από άγνωστο άτομο ή άτομα, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος εντός του N. Αττικής, σε μη διακριβωθέντα επακριβώς χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά το τελευταίο δεκαήμερο πριν από τη σύλληψή του στις 04-11-2017 και σε ημερομηνία που βρίσκεται εντός του χρονικού αυτού διαστήματος, με σκοπό τη διακίνηση. Ο ίδιος δε, σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο, οπωσδήποτε όμως μέχρι την 04-11-2017, προέβη σε καλλιέργεια φυτού του γένους της κάνναβης και συγκεκριμένα καλλιέργησε εντός γλάστρας στην ημιυπόγεια αποθήκη της ως άνω οικίας του ένα δενδρύλλιο κάνναβης, το οποίο φρόντιζε και επιτηρούσε συστηματικά και έφθασε αυτό σε ύψος 1 μέτρου περίπου. Την ιδιότητα των προαναφερόμενων ποσοτήτων φυτικών αποσπασμάτων κάνναβης, για τις οποίες συντάχθηκε το από 4-11-2017 πρακτικό ζυγίσεως του Ανθυπαστυνόμου Γ. Α. της Υ.Α.Δ.Α. , παρουσία και της Ανθυπαστυνόμου Α. Χ. της ίδιας υπηρεσίας, που αναγνώσθηκε, καθώς και του δενδρυλλίου κάνναβης, ως ναρκωτικών ουσιών, η οποία (ιδιότητα) προκύπτει και από τις αναγνωσθείσες στο ακροατήριο εκθέσεις εξέτασης της Β' Χημικής Υπηρεσίας Αθηνών, δεν την αμφισβήτησε o πρώτος κατηγορούμενος, σύμφωνα με την αναγνωσθείσα από 4-11-2017 έκθεση γνωστοποίησης σε αυτόν των ανωτέρω ναρκωτικών ουσιών, που συντάχθηκε από τους ίδιους ως άνω αστυνομικούς της Υ.Α.Δ.Α. αλλά δεν την αμφισβήτησε και κατά την από 9-11-2017 απολογία του, ενώπιον της Ανακρίτριας του 20ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών. Αντιθέτως, παραδέχθηκε την ιδιότητά τους και την εκ μέρους του κατοχή τους, ισχυριζόμενος ότι "είναι συστηματικός χρήστης χασίς εδώ και τριάντα πέντε χρόνια, ότι είχε ξαναφυτέψει δενδρύλλια σε γλάστρες και δεν ήταν καθαρό, ότι στο χωράφι τα είχε παρατημένα σε ένα βαρέλι και μέσα στη σακούλα τους, ότι το αεροβόλο το είχε για τα ποντίκια και το μαχαίρι και τα όπλα τα είχε από τη Ρωσία". Ισχυρίσθηκε δηλαδή ότι προμηθεύτηκε και καλλιεργούσε κάνναβη για ιδία αποκλειστικά χρήση, πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός, που προβλήθηκε και εν προκειμένω, από τους συνηγόρους του και τείνει στη μεταβολή της κατηγορίας της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών σε προμήθεια, κατοχή και καλλιέργεια ναρκωτικών ουσιών για ιδία αποκλειστικά χρήση, κατ' άρθρο 29 παρ. 1 του ν. 4139/2013, κρίνεται απορριπτέος ως αναπόδεικτος και ως εκ τούτου ως ουσιαστικά αβάσιμος. Την παραδοχή αυτή, επικυρώνει τόσο ο αριθμός των κατεχόμενων από τον κατηγορούμενο νάιλον αυτοσχέδιων συσκευασιών (6) με ανισοβαρείς ποσότητες φυτικών αποσπασμάτων κάνναβης που σαφώς διευκολύνουν τη διάθεση αυτών σε άλλους τρίτους χρήστες, καθώς και οι 35 διαφανείς νάιλον μικροσυσκευασίες, κενές περιεχομένου, που κατείχε για περαιτέρω επιμερισμό των ναρκωτικών αυτών ουσιών όσο και το γεγονός ότι τις ανωτέρω συσκευασίες τις είχε επιμελώς κρυμμένες σε βαρέλι στην υπόγεια αποθήκη της ανωτέρω οικίας του, ενώ αν τις είχε για ατομική του χρήση, όπως ισχυρίσθηκε, θα υπήρχαν διαθέσιμες ποσότητες αυτών και στην οικία του. Ούτε δικαιολογεί την ατομική χρήση η ως άνω μεγάλη ποσότητα κάνναβης, συνολικού μικτού βάρους 2.238 γραμμαρίων, που βρέθηκε στην ως άνω αποθήκη και κατασχέθηκε,
Εξάλλου, όπως αποδεικνύεται και από την αναγνωσθείσα έκθεση ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος, με διάταξη του Ανακριτή του 1ου Τμήματος Ναρκωτικών του Πρωτοδικείου Αθηνών, ψυχιάτρου Μ. Ε. , ο πρώτος κατηγορούμενος, κατά τον ανωτέρω επίδικο χρόνο, ήταν χρήστης ινδικής κάνναβης, κάπνιζε 5 έως 7 τσιγάρα την ημέρα, αλλά η εξάρτησή του ήταν μόνο ψυχική και δεν είχε αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ώστε να μην μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις. Επομένως, βάσει των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, που αποδείχθηκαν, θεμελιώνεται στο πρόσωπο του πρώτου κατηγορουμένου η αξιόποινη πράξη της διάταξης του άρθρου 20 παρ. 1, 2 και 3 του Ν, 4139/2013, ήτοι αυτή της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, με τη νομοτυπική μορφή της αγοράς, κατοχής και καλλιέργειας κάνναβης, απορριπτομένου ως αβάσιμου από ουσιαστική άποψη του αυτοτελούς ισχυρισμού, που προέβαλε δια των συνηγόρων του περί μεταβολής της κατηγορίας αυτής σε προμήθεια και κατοχής των ως άνω ναρκωτικών ουσιών εκ μέρους του για ιδία αποκλειστικά χρήση, κατά το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, ο οποίος με κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε. Πρέπει συνεπώς, να κηρυχθεί ένοχος της πράξη αυτής, που του αποδίδεται, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό[....]>>.
Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα για την ως άνω πράξη, με το ακόλουθο διατακτικό: <<Στους αναφερόμενους κατωτέρω τόπους και χρόνους, ενεργώντας εκ προθέσεως και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, ώστε να μην μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, τέλεσε το έγκλημα της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών με τις εξής πράξεις: Ι) Σε άγνωστο τόπο, οπωσδήποτε όμως εντός του Ν. Αττικής, σε μη διακριβωθέντα επακριβώς χρόνο, οπωσδήποτε όμως κατά το τελευταίο δεκαήμερο πριν από τη σύλληψή του (04.11.2017) και σε ημερομηνία που βρίσκεται εντός του χρονικού αυτού διαστήματος, παράνομα διακίνησε απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και ειδικότερα παράνομα ενήργησε πράξη με την οποία συντελείται κυκλοφορία απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του νόμου και πλέον συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, αγόρασε από άγνωστο άτομο με σκοπό διακίνησης άγνωστη ποσότητα φυτικών αποσπασμάτων κάνναβης, τουλάχιστον όμως ποσότητα φυτικών αποσπασμάτων κάνναβης συνολικού μικτού βάρους 2,238 γραμμαρίων, επιμερισμένη σε έξι (6) αυτοσχέδιες νάιλον συσκευασίες, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος. 2)Στον Ασπρόπυργο Αττικής, την 04.11.2017 και περί ώρα 10:30, παράνομα διακίνησε απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες κατά την έννοια του νόμου και ειδικότερα παράνομα ενήργησε πράξη με την οποία συντελείται κυκλοφορία απαγορευμένων ναρκωτικών ουσιών κατά την έννοια του νόμου και συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, με σκοπό τη διακίνηση κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και να τις διαθέσει κατά βούληση, επιμελώς κρυμμένες σε πλαστικό βαρέλι στο κοτέτσι της αυλής της ευρισκόμενης στη θέση "Μελίσσια" οικίας του έξι (6) αυτοσχέδιες νάιλον συσκευασίες, περιέχουσες κάθε μία εξ αυτών φυτικά αποσπάσματα κάνναβης, συνολικού μικτού βάρους 2.238 γραμμαρίων, οι οποίες και κατασχέθηκαν. 3) Στην οικία του στη θέση "Μελίσσια", στον Ασπρόπυργο Αττικής, σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο, οπωσδήποτε όμως μέχρι την 04.11.2017 , προέβη σε καλλιέργεια φυτού του γένους της κάνναβης και συγκεκριμένα, στην ημιυπόγεια αποθήκη της ως άνω οικίας, στην οποία είχε πρόσβαση, χρησιμοποιώντας την ως χώρο καλλιέργειας, καλλιέργησε, ένα δενδρύλλιο κάνναβης ύψους, 1 μέτρου περίπου, εντός γλάστρας, το οποίο φρόντιζε και επιτηρούσε συστηματικά [...]>>. Με τις πιο πάνω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος για την πράξη της της διακίνησης των ναρκωτικών ουσιών με τη μορφή της αγοράς, κατοχής και καλλιέργειας, αφού παρατίθενται σε αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα χωρίς αντιφάσεις και κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, για το οποίο καταδικάστηκε o αναιρεσείων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 26 εδ. 1α, 27, 79 του ΠΚ, 1 παρ.1 και 2, πίνακας Α αριθ.6 του N. 3459/2006, καθώς και των άρθρων 1 παρ. 1, 2, 20 παρ. 1, 2, 3, 41 και 99 εδ. α του ν. 4139/2013, τις οποίες, ορθά, ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς αιτιολογίες ούτε στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, στο πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης διαλαμβάνονται τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιόποινης πράξης, εφόσον αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εν λόγω εγκλήματος και παρατίθενται εκτενώς τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την κατά τα άνω-ποινικά επιλήψιμη- συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, αφού προσδιορίζεται με ακρίβεια κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις και αναφέρεται ο τρόπος τέλεσης των επιμέρους μορφών διακίνησης ναρκωτικών ουσιών από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, με τη μορφή της αγοράς, κατά το τελευταίο δεκαήμερο πριν από τη σύλληψή του (4-11-2017) από άτομο άγνωστων στοιχείων, άγνωστης ποσότητας ινδικής κάνναβης, τουλάχιστον όμως, μικτού βάρους 2.238 γραμμαρίων, όχι δια δική του αποκλειστικά χρήση, αλλά με σκοπό την διακίνηση, την οποία ποσότητα στις 04-11-2017 κατείχε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων και της καλλιέργειας δενδρυλλίου ινδικής κάνναβης. Επίσης, διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί μεταβολής της κατηγορίας σε κατοχή ναρκωτικών ουσιών αποκλειστικά για ίδια χρήση, ενώ δεν έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την εφαρμογή των άρθρων 20 παρ. 1 και 29 παρ. 1 του ν. 4139/2013, με τις παραδοχές της απόφασης ότι οι ναρκωτικές ουσίες ήταν επιμερισμένες σε αυτοσχέδιες συσκευασίες, ότι ανευρέθησαν 35 διαφανείς νάιλον μικροσυσκευασίες, κενές περιεχομένου για περαιτέρω επιμερισμό των ναρκωτικών, οι οποίες ήταν επιμελώς κρυμμένες στην υπόγεια αποθήκη, ότι η συνολική μεγάλη ποσότητα κάνναβης που κατασχέθηκε δεν δικαιολογεί την ατομική χρήση και την κατείχε με σκοπό τη διακίνηση.
Εξάλλου αναφέρεται στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη τα αναγνωσθέντα έγγραφα και η κατάθεση του μάρτυρα που κατέθεσε στο ακροατήριο Κ. Τ. , αστυνομικού, χωρίς να απαιτείται ειδικότερη μνεία στα αποδεικτικά αυτά στοιχεία, όπως εκτέθηκε ανωτέρω στη προηγηθείσα νομική σκέψη. Επομένως, o σχετικός λόγος αναίρεσης, περί έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερθέντων διατάξεων (άρθρ. 510 παρ. 1 Ε και Δ, αντίστοιχα, ΚΠοινΔ) είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις με τον αυτό παραπάνω λόγο αναίρεσης, με την παράθεση σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος που, κατά την άποψή του, οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από εκείνα, στα οποία κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας και αιτιάσεις περί ασαφών και ελλιπών αιτιολογιών, που αφορούν την κρίση του δικαστηρίου επί της ουσίας ή αποτελούν απλώς επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του και αμφισβήτηση των σε βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, είναι απαράδεκτες, καθώς υπό την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 510 παρ,1 στοιχ. Δ ΚΠΔ, πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, από την διηγηματική αναφορά στην απόφαση της δοθείσας στην προδικασία και μη αναγνωσθείσας στο ακροατήριο απολογίας του κατηγορουμένου, δεν προκλήθηκε ακυρότητα αφού η διαμορφωθείσα τελική κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου δεν στηρίζεται σε αυτή, καθόσον ο ίδιος διά του συνηγόρου του, τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και στο δευτεροβάθμιο δεν αρνήθηκε την κατοχή και την καλλιέργεια των ναρκωτικών, αντίθετα τη συνομολόγησε, ενώ δέχθηκε ότι τα κατείχε για δική του αποκλειστικά χρήση και για τούτο πρόβαλε τον ως άνω απορριφθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του άρθρου 29 ν.4139/4139 και, κατά συνέπεια, ουδόλως προσβλήθηκαν τα υπερασπιστικά του δικαιώματα. Επομένως, είναι αβάσιμη, η παραπάνω αιτίαση του αναιρεσείοντος, κατά την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας συνεκτίμησε, για να σχηματίσει την καταδικαστική του κρίση, μεταξύ άλλων, την κατάθεση, που έδωσε αυτός στο στάδιο της προδικασίας, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν παρατίθενται επιβαρυντικά γι' αυτόν στοιχεία, ώστε από την ύπαρξή τους, να γίνει αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου για τη κατάφαση της ενοχής του και συνακόλουθα παραβίασης του δικαιώματός του σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης. Η περαιτέρω αιτίασή του ότι παραβιάσθηκαν τα ως άνω δικαιώματά του από την ανάγνωση της από 4-11-2017 (μη συνυπογράφουσας από αυτόν) έκθεσης γνωστοποίησης ναρκωτικών ουσιών είναι επίσης απορριπτέα, εκτός των παραπάνω αναφερόμενων και επιπλέον, διότι ως έγγραφο του κατηγορητηρίου,(του οποίου σε κάθε περίπτωση δεν αντέλεξε στην ανάγνωσή του ο αναιρεσείων), ορθά, αναγνώσθηκε και λήφθηκε υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και συνεπώς ο πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α και Γ ΚΠΔ, ήτοι της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας και της παραβίασης της αρχής της δημοσιότητας, για τους παραπάνω λόγους είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
3. Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της απόφασης πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία αλλά να εκτείνεται και στους ισχυρισμούς που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του, σύμφωνα με τα άρθρα 171 παρ. 2 και 333 παρ.2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή στη μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένοι με όλα δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής, να οδηγούν στο ευνοϊκότερο για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 880/2024). Τέτοιος ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για τη συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή της, κατά το άρθρο 83 του ιδίου κώδικα, μειωμένης ποινής (ΑΠ 1062/2023, 391/2023). Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά τον ισχύοντα από 01-07-2019 νέο ΠΚ που, κατά το άρθρο 2 ΠΚ, είναι ευμενέστερη διάταξη έναντι του προγενέστερου ΠΚ, θεωρείται ιδίως η υπό στοιχείο α', όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 του ν. 5090/2024, "το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρύ πλημμέλημα". Κριτήριο για τη συνδρομή της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης είναι πλέον η σύννομη ζωή του υπαιτίου.
Κατά τη γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης αυτής λέξης "σύννομη", έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου, όταν το τελευταίο καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιϊκών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο, συμμορφώνεται με αυτόν, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη. Έτσι, ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο αλλά με την από πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. Άλλωστε, το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη, το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια. Συνακόλουθα, αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται αστικούς κανόνες, η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε λευκό ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 του ΚΠΔ για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου προκειμένου να αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού. Από τον συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν είναι φανερό πως για τη θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέστηκε η πράξη, και επιπλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού ισχυρισμού είναι ότι η επιβλητέα, σε εκατέρα των περιπτώσεων, ποινή είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας (ΟλΑΠ 2/2022, ΑΠ 1060/2023, 1691/2022). Για το ορισμένο του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού (άρθρο 84 παρ. 2α ΠΚ) πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά σύννομης προηγούμενης ζωής του υπαιτίου, η οποία υπάρχει, όταν αυτός στη διάρκεια του, πριν από την τέλεση της δικαζόμενης πράξης, χρόνου στην καθημερινή του συμβίωση με τους άλλους σέβεται τα προστατευόμενα στο κράτος δικαίου έννομα αγαθά και συμμορφώνεται με τις επιταγές του νόμου, στην έννοια του οποίου διαλαμβάνονται και οι δεσμευτικοί κανόνες της κοινωνίας μέσα στην οποία αυτός διαβιοί, με την ελεύθερη βούληση και επιλογή του, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως μοναδική παραφωνία, δηλαδή ως ένα γεγονός το οποίο δεν ήταν αναμενόμενο από τον συγκεκριμένο δράστη (ΑΠ 382/2024, ΑΠ 432/2021). Με τον πέμπτο (αναγραφόμενο ως έκτο στην αίτηση αναίρεσης) λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 περ. α' ΠΚ.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, οι συνήγοροι υπεράσπισης του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, μετά την απαγγελία της απόφασης περί της ενοχής υπέβαλαν προφορικώς τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 α' ΠΚ, τον οποίο είχαν καταθέσει και εγγράφως πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και συγκεκριμένα :
<<Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 09-11-2017 προφορικής απολογίας μου ενώπιον του Ανακριτή, από τη πρώτη στιγμή με ειλικρίνεια, παραδέχθηκα την κατοχή της ναρκωτικής ουσίας χασίς, παραδεχόμενος ακόμα και το γεγονός ότι είχα ξαναφυτέψει στο παρελθόν χασίς σε γλάστρες. Ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι, η εν προκειμένω, διαφωνία ως προς το νομικό χαρακτηρισμό της πράξης είναι ανεξάρτητη και δεν συνιστά αιτία απόρριψης του ειδικού λόγου μείωσης της ποινής. Δεδομένης λοιπόν της αβίαστης παραδοχής μου, ήδη από το στάδιο της προδικασίας της τέλεσης των πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκα ένοχος, πρέπει η ποινή μου να μειωθεί περαιτέρω κατ' άρθρο 85 ΠΚ[....]>>.
Από την επισκόπηση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό με την εξής αιτιολογία "Στην προκείμενη περίπτωση, o αυτοτελής ισχυρισμός κατηγορουμένου, περί αναγνώρισης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 α' του ΠΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να υποδηλώνουν ότι αυτός μέχρι την τέλεση των ως άνω πράξεων έζησε σύννομα, ήτοι ότι δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, καθώς και ότι σεβόταν τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιϊκών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφωνόταν αυτόν, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε, να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη. Και ναι μεν από το με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2025 αντίγραφο του ποινικού του μητρώου, που βρίσκεται στη δικογραφία και αναγνώσθηκε, προκύπτει ότι δεν έχει διαπράξει άλλη αξιόποινη πράξη και είναι λευκό, όμως, κατά τα εκτιθέμενα και στη νομική σκέψη, ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο αλλά με την από πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. Όπως δε και ο ίδιος o κατηγορούμενος παραδέχθηκε παραβίαζε απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, κάνοντας χρήση ναρκωτικών ουσιών καθ' όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής του και μέχρι την στιγμή της τέλεσης των ως άνω αξιόποινων πράξεων του και δεν συμμορφωνόταν με το σχετικό νόμο. Το γεγονός δε ότι κατά την από 9-11-2017 απολογία του ενώπιον της Ανακρίτριας του 20 Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών ο κατηγορούμενος ομολόγησε ότι οι ναρκωτικές ουσίες ήταν δικές του, προοριζόμενες, όμως για αποκλειστική του χρήση, καθώς και ότι τα όπλα και τα πυρομαχικά που βρέθηκαν στην οικία του ανήκαν σε αυτόν και όχι στο συγκατηγορούμενό του, δεν αποτελεί ειλικρινή και αυθόρμητη ομολογία ως προς την ενοχή του, συμβάλλουσα στην έγκαιρη απονομή της δικαιοσύνης, εφόσον τα ανωτέρω βρέθηκαν, μετά από έρευνα, στην ως άνω οικία του και κατασχέθηκαν, γεγονός που δεν μπορούσε να αρνηθεί ...". Ο ως άνω λόγος αναίρεσης θα πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αν και ήταν αόριστος ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός, διότι δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται για τη θεμελίωσή του κατά νόμο και ως εκ τούτου δεν ήταν υποχρεωμένο ν' απαντήσει, με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τον απέρριψε ως ουσία αβάσιμο, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων παραβίαζε απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, μέχρι την τέλεση των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, κάνοντας χρήση ναρκωτικών ουσιών καθ' όλη τη διάρκεια της ενήλικης ζωής του, επιδεικνύοντας έλλειψη σεβασμού προς την ελληνική έννομη τάξη.
4. Από τα οριζόμενα στις παραγράφους 2, 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 79 του ΠΚ, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο, για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και του βαθμού ενοχής του υπαιτίου (εκτιμωμένης και της προσωπικότητάς του), προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο αποφαίνεται με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς αυτήν. Πάντως το δικαστήριο για τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, λαμβάνει υπόψη του τα δεδομένα που προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά με την προηγηθείσα απόφαση για την ενοχή του (ΑΠ 548/2021, ΑΠ 1376/2020), Υποχρέωση επανάληψης των περιστατικών αυτών στην περί της ποινής απόφαση δεν υφίσταται (ΑΠ 1949/2019). Η τελευταία αποκτά την κατά νόμο αιτιολογία με την απλή επανάληψη του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου 79 του ΠΚ, και τη διαμέσου αυτών, σιωπηρή, έστω, επίκληση των όσων ήδη έγιναν δεκτά με την απόφαση επί της ενοχής (ΑΠ679/2023, 479/2020, ΑΠ 97/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, με σαφήνεια προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του, επί των επιβλητέων ποινών, σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που την εξέδωσε κατά την επιμέτρηση των ποινών που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, έκρινε με βάση τη διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ, η δε αιτιολογία που διέλαβε γι'αυτές είναι ειδική και εμπεριστατωμένη.
Επί πλέον, ειδικότερη αιτιολογία και αναφορά αποδείξεων και περιστατικών δεν χρειαζόταν, ούτε η αναφορά της ηλικίας του και της επιβαρυμένης υγείας του, όπως αβασίμως και αντιθέτως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, αφού αυτά προκύπτουν από την περί ενοχής απόφαση, και, κατά συνέπεια, δεν ήταν αναγκαίο να παρατεθούν στην προσβαλλομένη απόφαση, για την επιμέτρηση της ποινής, εκ νέου τα περιστατικά που προέκυψαν από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που παρατίθενται στην κυρία απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων για τις πράξεις που προεκτέθηκαν.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στον αναιρεσείοντα, πλήρως αιτιολογημένα έλαβε υπόψη τη βαρύτητα της αξιόποινης πράξης που αυτός διέπραξε και την προσωπικότητά του, για την εκτίμηση δε των στοιχείων τούτων χρησιμοποίησε τα κριτήρια του άρθρου 79 του ΠΚ. Ειδικότερα, μεταξύ των κριτηρίων, στα οποία απέβλεψε, εκτός των άλλων, είναι η φύση, το είδος και το αντικείμενο της πράξης, που με σαφήνεια προσδιορίζονται στο προπαρατεθέν αιτιολογικό περί ενοχής του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου (το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο με το περί ποινής σκεπτικό), το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα των ναρκωτικών ουσιών και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία (άρθρο 20 παρ.3 ν.4139/2013), ενώ, τέλος, η επιμέτρηση της ποινής έγινε μέσα στα όρια που ο νόμος διαγράφει για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, αφού λήφθηκε υπόψη και το αναγνωρισθέν στον κατηγορούμενο ελαφρυντικό του 84 παρ.2ε ΠΚ ενόψει δε της απαξίας των πράξεων αυτών, που τέλεσε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ουδόλως παραβιάσθηκε εν προκειμένω η υπαγορευόμενη από το Σύνταγμα αρχή της αναλογικότητας.
Συνεπώς, ο έβδομος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται τ' αντίθετα αποδίδοντας στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την επιμέτρηση της ποινής (510 αριθ.1 στοιχ.Δ ΚΠΔ) πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
5. Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 Ν.2168/1993 η κατοχή όπλων και λοιπών αντικειμένων, που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 του παρόντος νόμου, απαγορεύεται, εκτός των περιπτώσεων που προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού. 2. Με άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας του ενδιαφερομένου, επιτρέπεται η κατοχή: ια. Όπλων χαιρετισμού και κρότου και αβολίδωτων φυσιγγίων κρότου αυτών για χρήσεις όπως οι θεατρικές παραστάσεις, φωτογραφήσεις, κινηματογραφικά ή τηλεοπτικά γυρίσματα, ιστορικές αναπαραστάσεις, παρελάσεις, αθλητικές εκδηλώσεις, αθλητικοί αγώνες και εκπαίδευση. Προκειμένου περί περιστρόφων και πιστολίων χαιρετισμού και κρότου για άφεση αγώνων και αβολίδωτων φυσιγγίων κρότου αυτών, η κατοχή επιτρέπεται μόνο από ειδικά αναγνωρισμένα αθλητικά σωματεία, ειδικά αναγνωρισμένες αθλητικές ενώσεις και ομοσπονδίες ή άλλα νομικά ή φυσικά πρόσωπα που ασχολούνται με αγωνίσματα, για τη διεξαγωγή των οποίων απαιτείται η χρήση τέτοιων όπλων. Δεν απαιτείται άδεια για την κατοχή: Αεροβόλων όπλων και τυφεκίων αλιείας. Απαγορεύεται η κατοχή τους από άτομα που δεν έχουν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο και το δέκατο έκτο έτος της ηλικίας τους, αντίστοιχα.
Εξάλλου κατά το άρθρο 1 παρ. 1 περ.θ' Ν.2168/1993: "όπλο χαιρετισμού και κρότου": όπλο που έχει κατασκευαστεί ή έχει υποστεί ειδική μετατροπή, προκειμένου να χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο για την πυροδότηση αβολίδωτων φυσιγγίων κρότου, για χρήσεις, όπως οι θεατρικές παραστάσεις, φωτογραφήσεις, κινηματογραφικά ή τηλεοπτικά γυρίσματα, ιστορικές αναπαραστάσεις, παρελάσεις, αθλητικές εκδηλώσεις και εκπαίδευση, εφόσον συνοδεύεται από έγγραφη βεβαίωση του κατασκευαστή περί του ότι δεν δύναται να υποστεί οποιαδήποτε μετατροπή με συνήθη εργαλεία και ότι το εσωτερικό της κάννης του έχει φραχθεί με σταθερό διάφραγμα, μη δυνάμενο να αφαιρεθεί. Τελείται δε ένα έγκλημα παράνομης κατοχής όταν κατέχονται από τον δράστη περισσότερα όπλα ή, από κοινού ένα όπλο μαζί με πυρομαχικά, χωρίς να συντρέχει αληθινή συρροή εγκλημάτων, αφού προσβάλλεται το ίδιο έννομο αγαθό, που είναι η δημόσια τάξη, επιβαλλομένης στην περίπτωση αυτή, της βαρύτερης από τις προβλεπόμενες για κάθε όπλο ποινής-εξαιρουμένων, όμως, των κυνηγετικών όπλων, η κατοχή των οποίων αποτελεί αυτοτελές έγκλημα (ΑΠ 641/2025,1410/2024, 470/2023, 199/2020, 1406/2010, 585/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων τέλεσε το αδίκημα της παράνομης οπλοφορίας διαλαμβάνοντας τα κατωτέρω, επί πιστή μεταφορά :
<< [...] Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος κατηγορούμενος στις 4-11-2017 στην ως άνω οικία του στον Ασπρόπυργο Αττικής, κατείχε παράνομα τα προαναφερόμενα όπλα και πυρομαχικά, που κατασχέθηκαν με την προαναφερθείσα έκθεση και στην ημιυπόγεια αποθήκη της οικίας αυτής κατείχε παράνομα το με αριθμό ... αεροβόλο όπλο, τα οποία, όπως και ό ίδιος παραδέχθηκε και κατά την προαναφερθείσα απολογία του ενώπιον της Ανακρίτριας του 20ου Τακτικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών , ήταν δικά του και τα είχε φέρει από τη Ρωσία. Πρέπει επομένως να κηρυχθεί ένοχος και της δεύτερης αυτής αξιόποινης πράξης της παράνομης οπλοκατοχής, που του αποδίδεται[...]>>. Με βάση της παραδοχές αυτές το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο για παράνομη κατοχή όπλων και συγκεκριμένα ότι: "Β) Στον Ασπρόπυργο Αττικής την 04.11.2017 κατείχε παράνομα όπλα και πυρομαχικά και συγκεκριμένα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνο, στην οικία του στον Ασπρόπυργο και στη θέση "Μελίσσια", περί ώρα 10:30, κατείχε παράνομα: α) ένα πιστόλι κρότου, ασήμι χρώματος με μαύρη λαβή, με τις ενδείξεις "..." GERMANY, με γεμιστήρα κενής φυσιγγίων, β) ένα περίστροφο μάρκας ... , ασήμι χρώματος- μαύρη λαβή, γ) ένα πιστόλι μάρκας 92 cal 6,35' , μαύρου χρώματος, με γεμιστήρα με επτά φυσίγγια, δ) ένα πιστόλι με αριθμό ... μάρκας ... , μαύρου χρώματος, με γεμιστήρα κενής φυσιγγίων, ε) μια γεμιστήρα ... κενή φυσιγγίων, στ) ένα μαχαίρι με καφέ λαβή, μήκους λάμας 16,5 εκατοστών, συνολικού μήκους 27 εκατοστών εντός μαύρης θήκης, ζ) ένα μαχαίρι (χατζάρα), μήκους λάμας 35 εκατοστών, με καφέ λαβή, συνολικού μήκους 48 εκατοστών, εντός μαύρης θήκης, η) εξήντα τέσσερα (64) φυσίγγια των 9 χιλιοστών, θ) έξι φυσίγγια "...", Ι) είκοσι εννέα (29) φυσίγγια "..." και ια) έναν σουγιά με μαύρη λαβή, μήκους λάμας 8 εκατοστών, συνολικού μήκους 19 εκατοστών, ενώ περαιτέρω στην ημιυπόγεια αποθήκη της ως άνω οικίας κατείχε παράνομα το με αριθμ. ... αεροβόλο όπλο>>. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Δικαστήριο εσφαλμένα και χωρίς αιτιολογία τον καταδίκασε για την παράνομη κατοχή του πιστολιού κρότου είναι αβάσιμη. Και τούτο διότι δεν απαιτείται αιτιολογία ότι το όπλο κρότου έχει υποστεί συγκεκριμένη μετατροπή ή τροποποίηση, αφού το συγκεκριμένο όπλο, σύμφωνα με την αναγνωσθείσα και ληφθείσα υπόψη από το Δικαστήριο έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, φέρει εκ κατασκευής μεταλλικό διάφραγμα, το οποίο δεν επιτρέπει την διέλευση βολίδας, είναι λειτουργικό και χαρακτηρίζεται ως όπλο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 ν.2168/1993. Όμως εσφαλμένα το Δικαστήριο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για παράνομη κατοχή του αεροβόλου όπλου, αφού σύμφωνα με το νόμο δεν απαιτείται άδεια για την κατοχή του και ο αναιρεσείων είχε συμπληρώσει το 180 έτος της ηλικίας του. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ σχετικός τέταρτος αναιρετικός λόγος της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης κατά το σκέλος που αφορά την καταδίκη του αναιρεσείοντα για την παράνομη κατοχή του αεροβόλου όπλου.
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ.1 εδ- β', 368 εδ. β' και 511 ΚΠΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει, την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και κριθεί σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 7/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, η ως άνω πράξη της παράνομης κατοχής αεροβόλου όπλου, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος (άρθρο 7 παρ.8 περ.α ν.2168/1993) , από το χρόνο δε που φέρεται ότι τελέσθηκε (4-11-2017) μέχρι τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (28-1-2026) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο της πράξης αυτής. Επομένως, αφού με την ένδικη αίτηση, έγινε δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος κατά το προαναφερόμενο σκέλος του ο ως άνω λόγος αναίρεσης πρέπει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ν' αναιρεθεί: α) εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου για την ανωτέρω πράξη λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, καθώς β) και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής για την παράνομη κατοχή όπλων και συνακόλουθα και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής συνολικής ποινής. Να παραπεμφθεί κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές για νέα επιμέτρηση της ποινής για την παράνομη κατοχή όπλων και ως προς το καθορισμό συνολικής ποινής (άρθρο 519 ΚΠΔ) και τέλος, ν' απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει τη με αριθμ. 2055/2025 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών: α) ως προς την καταδικαστική, για τον αναιρεσείοντα Ε. ή Ε. Σ. του Δ. , κατοίκου ... , διάταξή της για την αξιόποινη πράξη της παράνομης κατοχής αεροβόλου όπλου
και
β) ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής στον αναιρεσείοντα για τη παράνομη κατοχή όπλων και συνολικής ποινής.
Παύει οριστικά τη ποινική δίωξη σε βάρος του αναιρεσείοντος για το ότι :
Στον Ασπρόπυργο Αττικής, στη θέση <<Μελίσσια>>, στις 4-11-2017 και περί ώρα 10.30 κατείχε, παράνομα, στην ημιυπόγεια αποθήκη της οικίας του το με αριθμό ... αεροβόλο όπλο.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Δικαστήριο για νέα συζήτηση, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 3/9/2025 και με αριθμ. αν. .../2025 αίτηση του Ε. ή Ε. Σ. του Δ. , κατοίκου ... για αναίρεση της με αριθμ. 2055/2025 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Φεβρουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ