Legislator Swiss Legal AI Agent European & Swiss Legal Corpus
320/2025 AI generated

320/2025 · 320/2025 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 320/2025
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)

AI generated

Απόφαση 320 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 320/2025 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Ευτύχιο Î...

Headnote / Official Regeste

AI generated
Απόφαση 320 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 320/2025 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Ευτύχιο Î...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 320/2025

Απόφαση 320 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 320/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ELBISCO ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "ELBISCO Α.Ε.", που εδρεύει στο Πικέρμι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Λέων Νιάδη και Γρηγόριο Λιβιεράτο και κατέθεσε προτάσεις

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ξ. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ως συνδίκου της πτώχευσης της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ... Α.Β.Ε.Ε." και το διακριτικό τίτλο "... A.B.E.E. " που εδρεύει στις Αχαρνές Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία, λόγω της δικηγορικής της ιδιότητας, ανακάλεσε την από ...2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΥΛΟΙ ΑΛΛΑΤΙΝΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (πρώην "ΜΥΛΟΙ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ") και διακριτικό τίτλο "ΜΥΛΟΙ ΑΛΛΑΤΙΝΗ Α.Ε.", που εδρεύει στο Κερατσίνι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανελλόπουλο που ανακάλεσε την από ...2024 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...2015 τριτανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 286/2016 μη οριστική και 87/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 909/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από ...2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από ...2021 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 909/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από ...2020 έφεση της εκκαλούσας / αναιρεσείουσας κατά των εφεσιβλήτων / αναιρεσιβλήτων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, που δημοσιεύθηκε στις ...2021 , ενώ η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις ...2021 μαζί με το οικείο παράβολο των 450 ευρώ (άρθ. 495, 553, 556, 558, 564 παρ.3 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να γίνει αυτή τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). I.Το απόλυτο δικαίωμα στο σήμα αποτελεί περιουσιακό αγαθό με μεγάλη οικονομική σημασία λόγω των διευρυμένων εξουσιών, θετικών και αρνητικών, που παρέχει στο δικαιούχο του. Η θετική εξουσία του δικαιούχου συνίσταται στην χρησιμοποίηση του σήματος στην έκταση που προσδιορίζεται από τον Ν. 4072/2012 (βλ. άρθ. 125 παρ. 1,2 και 126), ενώ η αρνητική εξουσία συνίσταται στον αποκλεισμό των τρίτων από τη χρησιμοποίηση του σήματος εξουσία, που σε περίπτωση παράνομης προσβολής της παρέχει στο δικαιούχο τις αξιώσεις για άρση της προσβολής, παράλειψης της προσβολής στο μέλλον και αποζημίωσης. Ο απόλυτος χαρακτήρας του δικαιώματος στο σήμα είναι αντικειμενικά και χρονικά περιορισμένος. Συγκεκριμένα διαρκεί για μία δεκαετία από την επομένη της κατάθεσής του (άρθ. 148 παρ. 1), με δυνατότητα συνεχών παρατάσεων (άρθ. 148 παρ. 2), ενώ αντικειμενικά η εξουσία που παρέχεται ισχύει μόνο για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες, τις οποίες το σήμα προορίζεται να διακρίνει κατά τη δήλωση καταθέσεως. Ο νόμος προβλέπει ποικίλες δυνατότητες οικονομικής αξιοποίησης του σήματος, που καθιστούν πρόδηλο τον περιουσιακό του χαρακτήρα. Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνονται η δυνατότητα μεταβίβασής του (άρθ. 131), η παραχώρηση άδειας χρήσης του (απλής ή αποκλειστικής) (άρθ. 132), η επιβάρυνσή του με εμπράγματο δικαίωμα (άρθ. 133 παρ. 1). Επιπροσθέτως, εκτός από το δικαίωμα στο σήμα, αναγνωρίζεται ως περιουσιακό αντικείμενο και το δικαίωμα προσδοκίας επί του σήματος. Εγκύρως αποτελεί αυτό αντικείμενο μεταβιβάσεως (άρθ. 131) και αδείας χρήσεως, έστω και αν ο νόμος δεν το μνημονεύει στην άδεια χρήσεως (επιχείρημα εκ μείζονος στο έλασσον). Ως προς την κτήση, οικονομική αξιοποίηση και απώλεια του σήματος, ισχύει το τυπικό- συστατικό σύστημα, σε αντίθεση με τα ισχύοντα στα λοιπά διακριτικά γνωρίσματα. Η παραχώρηση αποκλειστικής ή μη άδειας χρήσης εμπορικών σημάτων, ως μία από τις δυνατότητες οικονομικής εκμετάλλευσης, ρυθμίζεται ευθέως από το νόμο. Η σύμβαση είναι ιδιόρρυθμη, ενοχική και κατά κανόνα αμφοτεροβαρής, διότι στην υποχρέωση παραχώρησης χρήσης του σήματος, αντιστοιχεί η υποχρέωση του αδειούχου να καταβάλει αντάλλαγμα. Γεννάται με αυτήν ενοχικό δικαίωμα, διάκριση που έχει σημασία για την έναντι τρίτων προστασία. Η άδεια χρήσεως ως ενοχικό δικαίωμα μπορεί, κατά τους όρους της σχετικής σύμβασης, να είναι είτε απλή, με την έννοια ότι ο δικαιούχος σήματος επιφυλάσσει το δικαίωμά του να παραχωρήσει και άλλες άδειες χρήσης του σήματός του, είτε αποκλειστική, με την έννοια ότι ο αδειούχος θα έχει την αποκλειστική εξουσία να χρησιμοποιεί το σήμα κατ' αποκλεισμό τρίτων ή και αυτού του δικαιούχου. Λόγω του εντόνως περιουσιακού του χαρακτήρα, τόσο ο προϊσχύσας νόμος (άρθ. 24 παρ. 3 ν. 2239/94) όσο και το ισχύον άρθ. 133 παρ. 3 ν. 4072/2012, ρητώς προβλέπουν ότι το σήμα ανήκει στην πτωχευτική περιουσία. Είναι μάλιστα δυνατή η εκποίησή του χωριστά από την εκποίηση της επιχείρησης (άρθ. 131 παρ. 1 ν.4072/2012). Το δικαίωμα στο σήμα αλλά και το δικαίωμα προσδοκίας επ'αυτού, που γεννάται με την καταχώρηση, είναι πλήρη συναλλακτικά αντικείμενα. Περαιτέρω, τόσον η άδεια χρήσης όσο και η μεταβίβαση του σήματος αποτελούν εκφάνσεις της οικονομικής αξιοποίησης και εκμετάλλευσης του δικαιώματος στο σήμα. Με τη σύμβαση της παραχώρησης άδειας χρήσης σήματος ο αδειούχος αποκτά το δικαίωμα να προβαίνει σε πράξεις εκμετάλλευσης ή χρήσης αυτού, οι οποίες δυνάμει του νόμου επιφυλάσσονται αποκλειστικά στον δικαιούχο του σήματος. Ο φορέας δηλαδή του αποκλειστικού και απόλυτου δικαιώματος στο σήμα επιτρέπει σε τρίτο, βάσει του "οχήματος" της άδειας χρήσεως να συμμετάσχει στην εκμετάλλευσή του. Διαχρονικά, το δικαίωμα χρήσης ξεκίνησε ως αποκλειστικά συνυφασμένο με την ίδια την επιχείρηση και την εκμετάλλευση αυτής και έφθασε στην πλήρη απελευθέρωσή του, πλήρως ανεξαρτητοποιούμενο από αυτήν. Ειδικότερα ο α.ν. 1998/39 αρχικά απαγόρευε απολύτως την χωρίς όρους παραχώρηση της άδειας χρήσης σήματος σε τρίτους. Στη συνέχεια, και σε εναρμόνιση με τη διεθνή νομοθετική ρύθμιση αλλά και την πρακτική, επετράπη η υπό τη συνδρομή ουσιαστικών και τυπικών προϋποθέσεων παραχώρηση άδειας χρήσης του σήματος σε τρίτους, με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 3205/1955. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παραχώρηση της άδειας ήταν ο ουσιώδης οικονομικός δεσμός μεταξύ αδειούχου και δικαιούχου και η μη ύπαρξη κινδύνου παραπλάνησης του καταναλωτικού κοινού ή αντίθεσης στο δημόσιο συμφέρον. Παράλληλα υφίστατο η τυπική προϋπόθεση της απόφασης της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων (ΔΕΣ) και η καταχώρισή της στο Βιβλίο Σημάτων. Ως προς το τι συνιστά οικονομικό δεσμό, το ίδιο το άρθρο 16 προέβλεπε την παροχή χρηματικών κεφαλαίων ή μηχανημάτων ή εκμετάλλευσης εφευρέσεων ή βιομηχανικών μυστικών ή βασικών προϊόντων. Η έννοια του κινδύνου παραπλάνησης του καταναλωτικού κοινού αφορούσε όχι στην προέλευση των προϊόντων από ορισμένη επιχείρηση, αφού το στοιχείο αυτό της λειτουργίας του σήματος αναιρείται με την αναγνώριση της άδειας χρήσης, αλλά στον κίνδυνο σύγχυσης του καταναλωτή αναφορικά με τις ήδη υπάρχουσες σε αυτόν παραστάσεις για την ποιότητα και τις ιδιότητες του προϊόντος. Με τη θέσπιση του ν. 2239/1994 περί σημάτων απελευθερώθηκε η δυνατότητα παραχώρησης άδειας χρήσης σήματος από την εκμετάλλευση της επιχείρησης και προβλέφθηκε στην παρ. 2 του άρθρου 16 ότι: "Με έγγραφη συμφωνία που καταχωρείται μετά από απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων στα βιβλία σημάτων επιτρέπεται η αποκλειστική ή μη χρήση του σήματος για μέρος ή το σύνολο των καλυπτόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών και για το σύνολο ή τμήμα του ελληνικού εδάφους, με τον όρο ότι η χρήση του σήματος δεν δημιουργεί κινδύνους παραπλανήσεως του κοινού ούτε αντίκειται στο δημόσιο συμφέρον". Με την ανωτέρω διάταξη και τις επόμενες παραγράφους του ίδιου άρθρου, αναγνωρίστηκε η συμβατική ελευθερία ως προς τη διαμόρφωση του περιεχομένου της άδειας χρήσης με την αναγνώριση διάφορων μορφών (αμιγής ή μέρος μίας ευρύτερης συμφωνίας όπως η πώληση επιχείρησης ή το franchising, απλή ή αποκλειστική, ως προς μέρος ή το σύνολο των προϊόντων, ως προς τμήμα ή το σύνολο της ελληνικής επικράτειας, ως προς τις εξουσίες του αδειούχου κατά των τρίτων, απεριόριστη ή περιορισμένη). Αναλόγως και του περιεχομένου της (αποκλειστική ή απλή) γίνεται δεκτό ότι είναι σύμβαση με οιονεί εμπράγματο-απόλυτο ή ενοχικό χαρακτήρα, διαρκής, συνήθως αμφοτεροβαρής, αορίστου ή ορισμένου χρόνου, μη ρυθμισμένη. Έχει επίσης υποστηριχθεί η άποψη ότι αποτελεί σύμβαση μίσθωσης προσοδοφόρου αντικειμένου (άρθ. 638 ΑΚ). Ως προς το αν η απόφαση της Δ.Ε.Σ. και η καταχώριση στα Βιβλία Σημάτων αποτελεί όρο του ενεργού και έγκυρου της σύμβασης, όροι οι οποίοι ρητά καταργήθηκαν με τον ισχύοντα πλέον Ν. 4072/2012, είχε εξαρχής επισημανθεί η αντίθεση της διάταξης αυτής με την Οδηγία 89/104 και τον Κανονισμό περί Σημάτων, με αποτέλεσμα να γίνεται δεκτή η άποψη ότι σε περίπτωση μη ύπαρξης απόφασης της ΔΕΣ και μη καταχώρησης της άδειας χρήσης στα βιβλία σημάτων είναι έγκυρη η συμφωνία των μερών και παράγει αποτελέσματα. Η λογική στην οποία βασιζόταν η διάταξη του άρθρου 16 του ν. 3205/1955 και ακόμη περισσότερο η διάταξη του άρθρου 16 του ν. 2239/1994 είναι ότι στην περίπτωση παραχώρησης άδειας χρήσης σήματος διασπάται η λειτουργία προέλευσης του σήματος από συγκεκριμένη επιχείρηση, όμως διασφαλίζεται με τη θέσπιση ειδικών ουσιαστικών προϋποθέσεων το συμφέρον του κοινού, καθώς διασφαλίζεται η ύπαρξη κοινών χαρακτηριστικών σε όλα τα υπό διάκριση προϊόντα. Πλέον, με τη θέσπιση του ν. 4072/2012 επιβεβαιώθηκε η απεξάρτηση του σήματος από την επιχείρηση, καταργήθηκαν οι ανωτέρω ουσιαστικές προϋποθέσεις, ενώ ο έγγραφος τύπος της σύμβασης και η καταχώριση στα βιβλία σημάτων έγινε σαφές ότι έχουν μόνο δηλωτικό χαρακτήρα, καθώς αναγνωρίστηκε και ρητά η δυνατότητα άτυπης παραχώρησης άδειας χρήσης σήματος (άρθρα 132, 125 παρ. 2 περιπτ. γ' ν.4072/2012). Στην ίδια προβληματική της σταδιακής αποσύνδεσης του σήματος από την ίδια την επιχείρηση κινήθηκαν οι νόμοι περί σημάτων και στο ζήτημα της μεταβίβασης του σήματος. Αρχικά, με τον α.ν. 1998/1939 προβλεπόταν ότι το σήμα μπορεί έγκυρα να μεταβιβαστεί μόνο μαζί με την επιχείρηση στην οποία αφορά (άρθρο 20 παρ.1) και ότι σύμβαση η οποία έχει ως αντικείμενο τη μεταβίβαση μόνο του σήματος είναι άκυρη (άρθρο 20 παρ. 2). Επιπλέον η παρ. 4 του ίδιου άρθρου προέβλεπε ότι εάν το σήμα είχε δηλωθεί για περισσότερα ομοειδή προϊόντα και η μεταβίβαση της επιχείρησης προς τρίτο γίνεται για κάποιο από αυτά μαζί με το σήμα, τότε ο μεταβιβάσας αποκλείεται από τη χρήση του σήματος ως προς τα κοινά είδη. Περαιτέρω προβλεπόταν ότι η μεταβίβαση έχει ισχύ έναντι των τρίτων μόνο μετά την καταχώρισή της στα Βιβλία Σημάτων (άρθρο 20 παρ. 6). Γινόταν δηλαδή εξαρχής δεκτό ότι η καταχώριση της μεταβίβασης δεν έχει συστατικό χαρακτήρα, δεν επηρεάζει δηλαδή το κύρος της σύμβασης, αλλά αφορά αποκλειστικά στη νομιμοποίηση του αποκτώντας έναντι των τρίτων για την προστασία του σήματος. Με το ν. 2239/1994 θεσπίστηκε η δυνατότητα μεταβίβασης του σήματος ανεξάρτητα από τη μεταβίβαση της επιχείρησης (άρθρο 22 παρ. 1). Περαιτέρω προβλέφθηκε (άρθρο 22 παρ. 3) ότι η μεταβίβαση έχει ισχύ έναντι των τρίτων μόνο μετά την καταχώριση αυτής στο βιβλίο σημάτων, τάσσοντας ως προϋπόθεση την προσκόμιση της σχετικής σύμβασης (άρα έμμεσα απαιτώντας έγγραφο τύπο για την καταχώριση) και του αποδεικτικού καταβολής των υπέρ του Δημοσίου τελών (το τελευταίο προβλεπόταν ως προϋπόθεση καταχώρισης και με το ν. 1998/1939). Κατά συνέπεια, τόσο με τον ν. 1998/1939, ο οποίος ίσχυε όταν συνάφθηκε το αρχικό από ...1988 συμφωνητικό μεταξύ των εταιρειών ΑΛΛΑΤΙΝΗ και Ελληνικής Εταιρίας Μπισκότων, όσο και σύμφωνα με το ν. 2239/1994 που ίσχυε κατά τα σύναψη των από ...1997 και ...2003 συμφωνητικών, αφενός η καταχώριση της σύμβασης μεταβίβασης σήματος στα Βιβλία Σημάτων έχει απλά δηλωτικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι η μη καταχώριση δεν επιδρά στην ύπαρξη και στο κύρος της μεταβίβασης του σήματος, αφετέρου η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης σήματος είναι άτυπη με την έννοια ότι μπορεί έγκυρα να λάβει χώρα και προφορικά, εφαρμοζόμενων αναλόγως ως προς το σκέλος της εκποιητικής δικαιοπραξίας των διατάξεων για την εκχώρηση απαιτήσεων (470 ΑΚ). Ο ν. 4072/2012 δεν άλλαξε κάτι ως προς τα ανωτέρω, καθώς ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος, όπως ορθά γίνεται δεκτό, είναι δηλωτικός και όχι συστατικός, και απαιτείται μόνον για την εκποιητική δικαιοπραξία και όχι για την ενοχική, καθιέρωσε όμως τη δυνατότητα μερικής μεταβίβασης του σήματος, ως προς ορισμένα μόνο από τα διακρινόμενα με το σήμα εμπορεύματα ή υπηρεσίες (άρθρο 131 παρ.1) δίνοντας περαιτέρω δυνατότητα οικονομικής εκμετάλλευσης του σήματος.

II.Αίρεση είναι ο όρος που προστίθεται στη δικαιοπραξία, σύμφωνα με τον οποίο η ενέργειά της εξαρτάται από την επέλευση ενός γεγονότος μελλοντικού και αβεβαίου ή παύει μόλις επέλθει το γεγονός αυτό (αναβλητική, διαλυτική) . H αίρεση φαίνεται λόγω της αβεβαιότητας αντίθετη με την ασφάλεια δικαίου, επιτρέπει όμως στους συμβαλλομένους να προγραμματίσουν τις έννομες σχέσεις ανάλογα με τις μελλοντικές ανάγκες, να τονίζουν τη σημασία και δευτερευόντων περιστατικών που αναφέρονται στα παραγωγικά αίτια και να ασκούν πίεση για την τήρηση ορισμένης συμπεριφοράς. Για να υπάρχει αίρεση θα πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) Ο όρος να έχει συμφωνηθεί από τους συμβαλλομένους, β) Ο όρος να αναφέρεται σε γεγονός που πρέπει να είναι μελλοντικό (θα) και αντικειμενικώς αβέβαιο (δεν γνωρίζουμε αν θα επέλθει). Ενώ, αν η δικαιοπραξία εξαρτάται από προθεσμία, για παράδειγμα καταγγελία της μίσθωσης πριν από τρεις μήνες, σημαίνει ότι τα αποτελέσματα αναφέρονται σε γεγονός μελλοντικό, αλλά αντικειμενικώς βέβαιο. γ) Να πρόκειται για δικαιοπραξία επιδεκτική αιρέσεως. Τέτοιες είναι οι περισσότερες υποσχετικές και εκποιητικές δικαιοπραξίες. Η αίρεση συνήθως αναγνωρίζεται από το "εάν" ή "υπό τον όρο". Εάν υπάρχει αμφιβολία στην ερμηνευόμενη σύμβαση, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθ. 173 και 200 ΑΚ για να διαπιστωθεί πράγματι η προσθήκη αιρέσεως. Από τις γνήσιες αιρέσεις (μελλοντικό και αντικειμενικά αβέβαιο γεγονός), αντιδιαστέλλονται οι καταχρηστικές αιρέσεις που είναι αιρέσεις "καταχρηστικώς", δηλ. κανονικά δεν θα έπρεπε να ονομάζονται αιρέσεις. Σε αυτές ανήκουν: α) οι νομικές αιρέσεις ή αιρέσεις δικαίου , που αναφέρονται σε στοιχεία ή όρους που είναι απαραίτητα για τη σύναψη της δικαιοπραξίας, π.χ. αν αποδεχθεί τη δωρεά ο δωρεοδόχος ή αν επιτευχθεί συμφωνία στο τίμημα, κάτι δηλαδή που υπαγορεύει ο νόμος, οι οποίες συνίστανται σε γεγονός, το οποίο κατά νόμο αποτελεί απαραίτητο στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια ή την τελείωση της δικαιοπραξίας. Υπό αυτή την έννοια, οι νομικές αιρέσεις είναι περιττές όταν προστίθενται από τους συμβαλλομένους (ΑΠ 153/2013, ΑΠ 604/2005), β) οι εξαρτώσες την ενέργεια της δικαιοπραξίας από γεγονός του παρελθόντος (ή σπανιότερα) του παρόντος, και γ) και οι αναγκαίες αιρέσεις, δηλ. εκείνες όπου η ενέργεια της δικαιοπραξίας εξαρτάται από γεγονός, το οποίο εξάπαντος θα λάβει χώραν. Περαιτέρω, πλήρωση της αιρέσεως σημαίνει την επέλευση του μέλλοντος και αβέβαιου γεγονότος από το οποίο εξαρτάται η ενέργεια της δικαιοπραξίας ή, επι διαλυτικής αιρέσεως, την ανατροπή των αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας και την επάνοδο στην προτέρα κατάσταση. Πληρωθείσης της αναβλητικής αιρέσεως καθίσταται ενεργή η δικαιοπραξία και επέρχονται αυτοδικαίως (ipso jure) τα εξ αυτής αποτελέσματα (άρθ. 201, 202 ΑΚ). Η ενέργεια της δικαιοπραξίας επέρχεται ex nunc, δηλ. από του χρόνου πληρώσεως της αιρέσεως και δεν ανατρέχει στο χρόνο της επιχειρήσεως της δικαιοπραξίας.

ΙΙΙ. Ως θεσμός καθολικής αναγκαστικής εκτέλεσης, η πτώχευση καταλαμβάνει ολόκληρη την περιουσία του οφειλέτη, ώστε αυτή να διαφυλαχθεί και ενδεχομένως να διατεθεί στο σύνολό της για να ικανοποιηθούν οι πιστωτές. Συγκεκριμένα, η πτώχευση καταλαμβάνει την περιουσία του οφειλέτη, η οποία υπάρχει κατά το χρόνο της κήρυξής του σε πτώχευση. Ακριβέστερα δε, όχι μόνον όπως αυτή συμβαίνει να έχει κατά το χρονικό αυτό σημείο, αλλά πως θα είχε αν ο οφειλέτης, κατά το χρονικό διάστημα το οποίο μεσολάβησε από τότε που έπαυσαν οι πληρωμές μέχρι που κηρύχθηκε η πτώχευσή του, δεν είχε προχωρήσει σε πράξεις που κηρύχθηκε η πτώχευσή του, δεν είχε προχωρήσει σε πράξεις που συνιστούν είτε απαλλοτρίωση στοιχείων αυτής με σκοπό να ζημιωθούν οι δανειστές του, είτε κατά προτίμηση εξασφάλιση μερικών από τους δανειστές του σε ζημία των υπολοίπων. Με τη γενική διάταξη του άρθρου 96 §1 ν.3588/2007, που ίσχυε εν προκειμένω κατά τον κρίσιμο χρόνο, προβλεπόταν ότι η πτώχευση νομικού προσώπου επιφέρει τη λύση του. Τα όργανα του νομικού προσώπου διατηρούνται. Η πτώχευση της ανώνυμης εταιρίας προκαλεί τη λύση της (άρθρο 47α ν. 2190/1920 όπως ισχύει) χωρίς να επιφέρει πτώχευση των διοικητών ή των μετόχων ούτε διάλυση των οργάνων της, τα οποία εξακολουθούν να λειτουργούν περιοριζόμενα στις εσωεταιρικές υποθέσεις και γενικά από τις εξουσίες του συνδίκου. Η λύση της Α.Ε. και η απόφαση που την κηρύσσει σε πτώχευση υποβάλλονται σε δημοσιότητα (άρθρ. 7α § 1 κ.ν. 2190/20), καθώς και σε καταχώρηση στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (άρθρ. 16 §1 περ. β' και § 2, περ. ε' ν. 3419/2005 "Γενικό Εμπορικό Μητρώο". Με την πτώχευση της Α.Ε. συνεχίζεται η νομική προσωπικότητα της δηλ. επέρχεται μεν η λύση της δεν εκλείπει όμως η νομική προσωπικότητα, που εξακολουθεί να διατηρείται κατά πλάσμα δικαίου προς τον αποκλειστικό σκοπό της συνέχισης της πτωχευτικής διαδικασίας. Σε όλες τις περιπτώσεις λύσης των κεφαλαιουχικών εταιριών συνεπεία πτώχευσής τους, δεν ακολουθεί στάδιο εταιρικής εκκαθάρισης. Στη θέση της υπεισέρχεται η πτωχευτική διαδικασία (άρθρ. 47α § 3 ν. 2190/1920). Έστω και αν ο σύνδικος αναλαμβάνει τη διαχείριση της περιουσίας της εταιρίας, δεν παύει η ύπαρξη των εταιρικών οργάνων, όπως η γενική συνέλευση και το διοικητικό συμβούλιο της ΑΕ που εξακολουθούν να υφίστανται για τη διενέργεια διαφόρων πράξεων. Η διάταξη του άρθρου 69 ΑΚ για προσωπική διοίκηση έχει εφαρμογή και σε διοικητικό συμβούλιο Α.Ε. που πτώχευσε (ΑΠ 914/2010). Περαιτέρω, η σπουδαιότερη συνέπεια της κήρυξης της πτώχευσης είναι η πτωχευτική απαλλοτρίωση. Αφαιρείται από τον οφειλέτη η διοίκηση, δηλαδή το δικαίωμα της διάθεσης και διαχείρισης της πτωχευτικής περιουσίας του. Σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1 ΠτΚ "ο οφειλέτης από την κήρυξη της πτώχευσης στερείται αυτοδικαίως τη διοίκηση (διαχείριση και διάθεση) της πτωχευτικής περιουσίας του, την οποία ασκεί μόνος ο σύνδικος". Τη νομική σημασία της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης αποδίδουν οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 και 5 σε συνδυασμό με το άρθρο 17 παρ. 1 εδ. 2 και § 4 του Πτωχευτικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις πρώτες διατάξεις, η πτωχευτική περιουσία περιλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας που ανήκει στον οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσης οπουδήποτε και αν βρίσκεται. Στην πτωχευτική όμως περιουσία δεν περιλαμβάνεται η περιουσία που αποκτά ο οφειλέτης μετά την κήρυξη της πτώχευσης. Σύμφωνα με τις δεύτερες, πράξεις διαχείρισης ή διάθεσης στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, που γίνονται μετά την κήρυξη της πτώχευσης χωρίς τη σύμπραξη του συνδίκου, είναι ανενεργείς. Ο οφειλέτης δεν νομιμοποιείται μετά την κήρυξη της πτώχευσης σε δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία. Η πτωχευτική απαλλοτρίωση λοιπόν έχει πολλαπλή σημασία: Πρώτον, με αυτή θεμελιώνεται ο χωρισμός της περιουσίας του οφειλέτη σε δύο ομάδες και μάλιστα την πτωχευτική, που δεσμεύεται και τη μεταπτωχευτική, που δεν δεσμεύεται και την οποία διοικεί ελεύθερα ο οφειλέτης. Δεύτερον, δικαιοπραξία του οφειλέτη, κατά παράβαση της αρχής της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης, είναι ανενεργής και, τρίτον, οι δίκες που αφορούν την πτωχευτική περιουσία διεξάγονται από τον σύνδικο ο οποίος και μόνο νομιμοποιείται ενεργητικώς και παθητικώς. Πτωχευτική περιουσία, που υπόκειται σε πτωχευτική απαλλοτρίωση, αποτελεί, σύμφωνα με τα παραπάνω, η περιουσία που ανήκει στον οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσης, δηλαδή που αποκτήθηκε από αυτόν μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης και η οποία εξακολουθεί να ανήκει σ' αυτόν μέχρις αυτό το χρόνο (άρθρ. 16 παρ.1 ΠτΚ). Στη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 εδ. 1 ΠτΚ καθιερώνεται κανόνας, σύμφωνα με τον οποίο από την κήρυξη της πτώχευσης ο οφειλέτης στερείται του δικαιώματος της διαχείρισης και διάθεσης της περιουσίας του. Πρόκειται για θέσπιση απαγορευτικού κανόνα προς το σκοπό προάσπισης του συλλογικού συμφέροντος των πτωχευτικών πιστωτών. Σύμφωνα με την έννοια αυτού του κανόνα, απαγορεύεται στον οφειλέτη οποιαδήποτε πράξη διαχείρισης ή διάθεσης της πτωχευτικής περιουσίας. Ακριβώς στο ίδιο άρθρο 17 παρ. 1 εδ. 1 ΠτΚ, αποτυπώνεται η συνέπεια της παράβασης του κανόνα σύμφωνα με τον οποίο "μετά την κήρυξη της πτώχευσης πράξεις διαχείρισης ή διάθεσης στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, χωρίς τη σύμπραξη του σύνδικου, είναι ανενεργείς και απαγορεύεται να καταχωρηθούν σε δημόσια βιβλία οποιασδήποτε φύσεως χωρίς τη γραπτή έγκριση του συνδίκου". Ο άμεσος σκοπός αυτής της διάταξης συνίσταται στην ανενέργεια επιβλαβών πράξεων του οφειλέτη ή προς αυτόν και έτσι στην αποτροπή ελάττωσης της περιουσίας που προορίζεται για την ικανοποίηση των πτωχευτικών πιστωτών. Η συνέπεια που καθιερώνεται στο άρθρο 17 παρ. 1 εδ. 2 ΠτΚ καλείται αρχή της ανενέργειας των δικαιοπραξιών. H αρχή αφορά σε πράξεις του οφειλέτη ή προς αυτόν, που γίνονται μετά την κήρυξη της πτώχευσης και αφορούν την πτωχευτική περιουσία. Επομένως, προϋποθέσεις αυτής είναι :Η αρχή αναφέρεται πράξεις. Πράξεις νοούνται ευρύτερα δικαιοπραξίες ή πράξεις που, σύμφωνα με το νόμο, έχουν έννομες συνέπειες. Οι δικαιοπραξίες αποσκοπούν στην παραγωγή κάποιου έννομου αποτελέσματος. Οι περισσότερες δικαιοπραξίες της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 1 εδ. 2 ΠτΚ αφορούν "δικαιοπρακτικές διαθέσεις". Σαν τέτοιου είδους δικαιοπραξίες νοούνται εκείνες με τις οποίες ένα δικαίωμα μετατίθεται, π.χ. μεταβίβαση, εκχώρηση, έκταξη, ή επιβαρύνεται π.χ. με ενέχυρο, επικαρπία ή αίρεται π.χ. άφεση χρέους, συμψηφισμός ή αλλοιώνεται π.χ. συνομολόγηση εκ των υστέρων τμηματικής καταβολής. Πράξεις του οφειλέτη ή προς αυτόν, για διάθεση ή διαχείριση στοιχείων της πτωχευτικής περιουσίας νοούνται όσες έχουν παρόμοια έννομη συνέπεια, όπως π.χ. είσοδος εξουσιαστικής αίρεσης χάριν του οφειλέτη, πράξεις ή παραλείψεις με τις οποίες αποσβέννυνται δικαιώματα αποζημίωσης, ακόμη δε υποχρεώσεις από αδικοπραξίες που έγιναν μετά την πτώχευση, όπως και δικονομικές πράξεις του οφειλέτη, αναγνώριση, ομολογία, παραίτηση από ένδικα μέσα, εφόσον βέβαια από τις πράξεις αυτές θίγεται η πτωχευτική περιουσία. Ο νόμος, ως συνέπεια της τυχόν παράβασης του κανόνα, ορίζει την ανενέργεια της πράξης. Υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της διάταξης του άρθρου 2 § 4 α.ν. 635/1937, αν και η προβλεπόμενη κύρωση, κατά τη διατύπωση της διάταξης, ήταν η "ακυρότητα" ως προς την ομάδα, είχε γίνει δεκτό ότι η αληθινή έννοια του νόμου ήταν ότι η δικαιοπραξία είναι ανενεργής. Η "άκυρη" δικαιοπραξία λογίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 180 ΑΚ, ότι δεν έγινε όπως στην περίπτωση π.χ. του άρθρου 138 ΑΚ. Στην ανενεργή όμως δικαιοπραξία λείπει το έννομο αποτέλεσμα, στο οποίο αποσκοπεί. Την αρχή της ανενέργειας της πράξης καθιέρωσε πλέον ρητά ο νέος νομοθέτης (άρθρ. 17 παρ. 1 εδ. 2 ΠτΚ). Η μη είσοδος του εννόμου αποτελέσματος είναι νόμιμη συνέπεια της παράβασης απαγορευτικού κανόνα. Αυτός ο διαχωρισμός έχει πρακτική σημασία, γιατί ενώ η άκυρη δικαιοπραξία δεν θεραπεύεται, η "ανενεργής" μπορεί μεταγενέστερα να θεραπευτεί και να επιφέρει το έννομο αποτέλεσμα που λείπει και μάλιστα, εν προκειμένω, είτε λόγω μεταγενέστερης ανάκτησης από τον οφειλέτη της εξουσίας διοίκησης της περιουσίας του, είτε λόγω έγκρισης της γενόμενης διάθεσης από το σύνδικο (εφαρμογή άρθρ. 236, 238, 239 ΑΚ). H ανενέργεια της πράξης ισχύει έναντι παντός. Καθένας μπορεί να την επικαλεσθεί. Δεν πρόκειται για περιορισμό που ισχύει μόνον ως προς ορισμένα πρόσωπα, π.χ. τους πιστωτές. Η διαφορά προς την απαγόρευση διάθεσης που καθιερώνεται στα άρθρα 175 και 176 ΑΚ έγκειται ακριβώς στο ότι με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.1 εδ. 2 ΠτΚ αφαιρείται μεν από τον πτωχό η εξουσία διάθεσης, αλλά συγχρόνως θεμελιώνεται, υπό τους όρους του νόμου, αντίστοιχη εξουσία του συνδίκου. Ο οφειλέτης διαθέτει "ανενεργώς". Το έννομο αποτέλεσμα της πράξης (μεταβίβαση κυριότητας ή απαίτησης, εξόφληση, απόσβεση, κ.λ.π.) δεν εισέρχεται παρά μόνο με τη σύμπραξη του συνδίκου ή λόγω μεταγενέστερης θεραπείας, σύμφωνα με τα παραπάνω, με αναδρομική δύναμη. Πρόκειται για απόλυτη ανενέργεια (όχι ακυρότητα) της πράξης διάθεσης ή διαχείρισης, που υφίσταται από την αρχή αυτοδικαίως από το νόμο χωρίς ν' απαιτείται προσβολή ή ακύρωση ή δικαστική αναγνώριση ή άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος. Περαιτέρω, ο χαρακτήρας των διατάξεων του Κώδικα γενικά ως αναγκαστικού δικαίου δεν επιτρέπει συμβατικές ρυθμίσεις που εκ των προτέρων αποκλείουν ή παρεμποδίζουν ή δυσχεραίνουν την εφαρμογή των ρυθμίσεων του άρθρου 35 ΠτΚ. Η διάταξη του άρθρου 35 ΠτΚ περιλαμβάνει σε μια ρύθμιση δύο διαφορετικούς κανόνες: την προστασία του αγοραστή στην πτώχευση του πωλητή (άρθρ. 35 παρ. 1) και την προστασία του πωλητή στην πτώχευση του αγοραστή (άρθρ. 35 παρ. 2). Οι ρυθμίσεις του πτωχευτικού κώδικα είναι αναγκαστικού δικαίου. Αποκλεισμός της εφαρμογής τους με διαφορετικές συμβατικές ρήτρες δεν είναι ισχυρός. Η διάταξη του άρθρου 35 παρ. 1 ΠτΚ προϋποθέτει ο οφειλέτης που πτώχευσε να είχε, πριν την κήρυξη της πτώχευσης, πωλήσει με επιφύλαξη κυριότητας μέχρις αποπληρωμής του τιμήματος και παραδώσει (κατά την έννοια του άρθρου 1034 ΑΚ) στον αγοραστή κινητό πράγμα. Στην περίπτωση αυτή το δικαίωμα επιλογής του συνδίκου αποκλείεται, αφού σε περίπτωση άσκησής του θα ματαιωνόταν η αναβλητική αίρεση απόκτησης του πράγματος από τον αγοραστή. Πρόκειται για σταθερή νομική θέση του αγοραστή. Η διάταξη προστατεύει τον αγοραστή, ο οποίος, παρά την κήρυξη σε πτώχευση του πωλητή δικαιούται να αποκτήσει την κυριότητα του πράγματος καταβάλλοντας το τίμημα στο σύνδικο όπως είχε συμφωνηθεί, ανεξάρτητα αν ο πωλητής είχε αναλάβει πρόσθετες υποχρεώσεις ή όχι. Σε περίπτωση που ο πωλητής που πτώχευσε είχε αναλάβει πρόσθετες υποχρεώσεις πέρα από τη μετάθεση της κυριότητας, όπως π.χ. συναρμολόγηση του πράγματος, εάν ο σύνδικος, ασκώντας μόνον ως προς αυτές το δικαίωμα επιλογής δεν τις εκπληρώσει, ο αγοραστής θα μπορεί ν' αποκτήσει την κυριότητα με ανάλογη μείωση του τιμήματος. Η διάταξη του άρθρου 35 παρ. 2 ΠτΚ προϋποθέτει ότι ο οφειλέτης που πτώχευσε είχε πριν την κήρυξη της πτώχευσης αγοράσει και παραλάβει κινητό πράγματα από τον πωλητή, που είχε παρακρατήσει την κυριότητα του πράγματος μέχρις αποπληρωμής του τιμήματος. Η πτώχευση του αγοραστή είναι η συνηθέστερη περίπτωση. Τα δικαιώματα του πωλητή από την επιφύλαξη κυριότητας δεν θίγονται. Στη περίπτωση όμως αυτή, σε αντίθεση με την προηγούμενη, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 29 ΠτΚ για άσκηση από τον σύνδικο του δικαιώματος επιλογής. Η διάταξη προστατεύει τον πωλητή, συγχρόνως όμως διασφαλίζει και την πτωχευτική περιουσία όπως και τη δυνατότητα συνέχισης της επιχείρησης. Τέλος, η διάταξη του άρθρου 37 παρ. 1 εδ. 1 ΠτΚ προβλέπει ότι εκείνος που "επικαλείται εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα σε αντικείμενο που δεν ανήκει στον οφειλέτη δικαιούται να ζητήσει τον αποχωρισμό του από την πτωχευτική περιουσία και την παράδοσή του σ' αυτόν, με αίτησή του προς τον σύνδικο". Το δικαίωμα ή η αξίωση προς αποχωρισμό δεν δημιουργείται από το πτωχευτικό δίκαιο. Η διάταξη επιτρέπει σε τρίτο την κατά τις διατάξεις του αστικού δικαίου αναγνωριζόμενη νομική του κατάσταση να πραγματώσει μονομερώς και εκτός πτωχευτικής διαδικασίας. Αντικείμενο αποχωρισμού είναι κάθε αντικείμενο που εμφανίζεται ως στοιχείο της πτωχευτικής περιουσίας χωρίς να ανήκει στον οφειλέτη, όπως εξατομικευόμενα αντικείμενα π.χ. κινητά, ακίνητα, εμπράγματα δικαιώματα, δικαιώματα επί άϋλων αγαθών, ευρεσιτεχνίας, σήματος ακόμη και απαιτήσεις π.χ. από ασφάλιση για λογαριασμό εκείνου στον οποίο ανήκει. IV. Το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος, ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά απ` αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει τον προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως. Αν τυχόν έλαβε υπόψη του γεγονότα που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν δεν έλαβε υπόψη παρόμοια γεγονότα εκτιθέμενα εις αυτήν, τότε ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 λόγοι αναιρέσεως. Για να είναι όμως ορισμένοι οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, όταν προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως για αοριστία της αγωγής, νομική, ποιοτική ή ποσοτική, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής και σε τι συνίσταται η αοριστία, χωρίς να είναι δικονομικώς επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο, και παράλληλα, για τον έλεγχο της βασιμότητάς τους, να προσκομίζεται αντίγραφο αυτής (ΑΠ 119/2008).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο αυτού σκέλος η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ'εκτίμηση, την πλημμέλεια εκ του αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω (ποσοτικής) αοριστίας το αίτημα της από …2018 αυτοτελούς παρεμπίπτουσας αγωγής της, η οποία εμπεριέχεται στην υπ'αριθ. ...2018 κλήση της με το αιτιολογικό ότι δεν γίνεται αναφορά στο αγωγικό δικόγραφο ενός εκάστου των σημάτων, των οποίων η ενάγουσα (αναιρεσείουσα) ζητεί την αναγνώριση, με ρητή αναφορά στα κύρια χαρακτηριστικά του, καθώς και στον αριθμό του και την ένδειξη από την οποία αποτελείται. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από ...2018 παρεμπίπτουσας αγωγής, η οποία εμπεριέχεται στην υπ'αριθ. …/2018 κλήση της νυν αναιρεσείουσας, προκύπτει ότι η καλούσα/παρεμπιπτόντως ενάγουσα/ αναιρεσείουσα ζήτησε, εκτός των άλλων, με τα υπό στοιχ. 2.4 και 2.5 αιτήματά της, να αναγνωριστεί η κυριότητά της επι όλων των αλλοδαπών και ημεδαπών σημάτων που έχουν κατατεθεί και καταχωρηθεί στο όνομα της 2ης αναιρεσίβλητης και τα οποία συνίστανται από τις ενδείξεις "ΑΛΛΑΤΙΝΗ", "ALLATINI" και "a" ή από κάθε παραλλαγή αυτών είτε έχουν κατατεθεί σε εκτέλεση των μεταξύ της ενάγουσας και της πτωχής συμβάσεων και ως τέτοια περιλαμβάνονται στο αναγνωριστικό αίτημα της ανακοπής-αγωγής της και δεν αναφέρονται ειδικώς στην παρεμπίπτουσα αγωγή. Με αυτό όμως το περιεχόμενο και αίτημα η παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας ήταν απαράδεκτη λόγω αοριστίας, καθόσον ως αυτοτελές δικόγραφο με ίδια ιστορική βάση και αίτημα, έπρεπε να περιέχει ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Αντ'αυτού δεν αναφέρει τα κατ'ιδίαν σήματα, των οποίων ζητεί την αναγνώριση της κυριότητός της με ρητή αναφορά στα κύρια χαρακτηριστικά ενός εκάστου με τα διακριτικά αυτού γνωρίσματα και χαρακτηριστικά, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η βασιμότητα του αιτήματος και η παρεμπιπτόντως εναγομένη να αμυνθεί. Επομένως το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας το ανωτέρω αίτημα της αγωγής δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο ως άνω αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

V. Οι από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ τιθέμενοι κανόνες, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθής βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση και γενικότερα δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο των βουλήσεων που δηλώθηκαν. Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα ως άνω άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι αναιρετικά ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των ως άνω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 896/2019, ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 254/2003). Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως και να προκύπτει έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή, ανάλογα, στην ερμηνεία τους (ΑΠ 220/2016). Επομένως η προσφυγή στους πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας της δικαιοπραξίας, που διαπιστώνεται, έστω και εμμέσως, από τη δικαστήριο της ουσίας και κατά συνέπεια για τη σαφή δήλωση, δηλαδή εκείνη όπου οι χρησιμοποιηθείσες λέξεις μόνες τους και χωρίς άλλο αποδίδουν τη δηλωθείσα βούληση των μερών, δεν υφίσταται έδαφος αναζήτησης της αληθινής δηλωθείσας βούλησης των μερών, στο πλαίσιο ερμηνείας του σχετικού συμβατικού όρου (ΟλΑΠ 324/1978, ΑΠ 896/2019, ΑΠ 482/2010, ΑΠ 516/2009, ΑΠ 838/2005). Οι ως άνω διατάξεις παραβιάζονται όμως και στην περίπτωση που το δικαστήριο διαπίστωσε ανελέγκτως , ρητώς ή εμμέσως, έστω και χωρίς ειδική αιτιολογία (ΑΠ 746/2011) ότι υπάρχει κενό ή αμφίβολη έννοια στη δικαιοπραξία και προσέφυγε (ορθώς) στους ερμηνευτικούς κανόνες, προέβη όμως σε εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους, διότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1229/2004 ΕλλΔνη 2005.87, ΑΠ 1360/2017). Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και ιδίως εκείνου, την ιδιαίτερη προστασία του οποίου επιδιώκει ο ερμηνευόμενος όρος (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 737/2000, ΑΠ 337/2000), το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών. Το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει κατά τα άνω τη δήλωση βουλήσεως α) δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και να εξειδικεύσει τις αρχές αυτές, β) δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων (ΑΠ 211/2011) και γ) δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί μόνο στο περιεχόμενο της συμβάσεως (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 934/2014). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' του KΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013). Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ως προς την εφαρμογή του, αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των μερών, όπως είναι οι προπαρετεθείσες διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή για το ορισμένο του λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας και να εξειδικεύεται η παραβίαση, ήτοι ότι δεν προσέφυγε το δικαστήριο στους κανόνες αυτούς, ενώ έπρεπε, ή ότι προσέφυγε, ενώ δεν έπρεπε και κατέληξε σε εσφαλμένο ερμηνευτικό πόρισμα (ΑΠ 530/2011, ΑΠ 865/2015) .

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο αυτού σκέλος και τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ.37,35,28,29, 27 παρ.1 και 17 παρ.1 του ν.3588/2007 και 174,175 εδ.α', 208 παρ.1 και 209 ΑΚ, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκή αιτιολογία ότι τα επίδικα σήματα ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία, η οποία περιλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας της οφειλέτριας εταιρείας κατά την κήρυξη της πτωχεύσεως και δεν παρέχει σ' αυτήν το δικαίωμα αποχωρισμού τους, ότι η μεταβίβαση των επίδικων σημάτων λόγω πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως αποτελεί περιουσιακή διάθεση, ερχόμενη σε αντίθεση με την απαγορευτική διάταξη της πτωχευτικής απαλλοτριώσεως και ότι δεν τυγχάνει στην προκειμένη περίπτωση αναλογικής εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 35 του ΠτΚ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, αναφορικά με το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Σύμφωνα με: i) τον όρο 1.04 του από ...1988 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ αφενός της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΛΑΤΙΝΗ Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Ειδών Διατροφής, Αντιπροσωπειών, Τεχνικών, Τουριστικών και Ναυτιλιακών Επιχειρήσεων" και δ.τ. "ΑΛΛΑΤΙΝΗ Α.Β.Ε.Ε.", καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΑΡΤΟΠΟΙΪΑΣ - ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΙΚΗΣ - ΤΡΟΦΙΜΩΝ Α.Ε.Β.Ε." και το δ.τ. "... Α.Β.Ε.Ε.", η οποία κηρύχθηκε σε πτώχευση με την υπ' αριθ. 1142/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και αφετέρου της νυν ενάγουσας - εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας με την τότε επωνυμία της "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΠΙΣΚΟΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΙΔΩΝ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΩΝ", στον οποίο αναφέρεται ότι "Σε περίπτωση κατά την οποία η "ΑΛΛΑΤΙΝΗ" διαλυθεί ή αποφασίσει να διακόψει την προστασία των σημάτων των οποίων συμφωνείται η παραχώρηση χρήσεως υποχρεούται να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να επιτευχθεί η μεταβίβασή τους στην ή η κατάθεσή τους από την "ΕΤΑΙΡΕΙΑ" χωρίς άλλο πρόσθετο αντάλλαγμα" και ii) τον ίδιο όρο (1.04) του από ...2003 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ της εκκαλούσας με την τότε επωνυμία της "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΠΙΣΚΟΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το δ.τ. "H.B.C.", λόγω απόσχισης του βιομηχανικού κλάδου της διά συστάσεως νέας εταιρείας, της ανωτέρω εταιρείας με το δ.τ. "ΑΛΛΑΤΙΝΗ Α.Β.Ε.Ε." και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ELBISCO ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ" ως εκ τρίτου συμβαλλομένης, στον οποίο διαλαμβάνεται ότι "Σε περίπτωση κατά την οποία η ΑΛΛΑΤΙΝΗ διαλυθεί ή αποφασίσει να διακόψει την προστασία των σημάτων των οποίων συμφωνείται η παραχώρηση χρήσεως υποχρεούται η ίδια να προβεί σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες ώστε να επιτευχθεί η μεταβίβαση τους στην "Η.Β.C" ή η κατάθεσή τους από την "Η.Β.C" χωρίς άλλο πρόσθετο αντάλλαγμα", αδιαστίκτως προκύπτει η θέσπιση ενοχικής υποχρέωσης της εκ των ως άνω συμβαλλομένων ανώνυμης εταιρείας με το δ.τ. "ΑΛΛΑΤΙΝΗ Α.Β.Ε.Ε." και ήδη της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας με το δ.τ. "... Α.Β.Ε.Ε." ως καθολικής διαδόχου αυτής, να συμπράξει στην κατάρτιση σύμβασης εκχώρησης των επίδικων σημάτων, με τη γέννηση της εν λόγω υποχρέωσης της εταιρείας με το δ.τ. "ΑΛΛΑΤΙΝΗ Α.Β.Ε.Ε." να εξαρτάται από την αναβλητική αίρεση της "διάλυσης" της ως άνω δικαιούχου εταιρείας (ΑΛΛΑΤΙΝΗ Α.Β.Ε.Ε.) ή "της απόφασης (της δικαιούχου) να διακόψει την προστασία των σημάτων των οποίων συμφωνείται η παραχώρηση χρήσεως". Ακόμη, όμως και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι στην περίπτωση της προαναφερθείσας "διάλυσης" της εταιρείας με το δ.τ. "ΑΛΛΑΤΙΝΗ Α.Β.Ε.Ε.", που περιέχεται ως έννοια σε αμφοτέρους του παραπάνω όρους των ιδιωτικών συμφωνητικών, συμπεριλαμβάνεται και η "πτώχευση", η ως άνω ενοχικής φύσεως αξίωση της ενάγουσας - εκκαλούσας για απόκτηση των επίδικων άυλων αγαθών - σημάτων, τα οποία ανήκουν, κατά τα ως άνω στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (II δ) εκτιθέμενα, στην "πτωχευτική περιουσία", η οποία συμπεριλαμβάνει το σύνολο της περιουσίας του οφειλέτη κατά την κήρυξη της πτώχευσης, δεν παρέχει σ' αυτήν δικαίωμα αποχωρισμού κατ' άρθρο 37 ΠτωχΚ. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (ΙΙΙ) διαλαμβανόμενα, η μεταβίβαση σε εκπλήρωση υποχρέωσης θα σήμαινε παραβίαση της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης και της αναστολής των ατομικών διώξεων (βλ. Ε. Περάκη, ό.π., σελ. 289) και δη καθόσον στην ένδικη περίπτωση η εν λόγω μεταβίβαση γίνεται λόγω πλήρωσης της διαλαμβανόμενης στην ένδικη αγωγή αναβλητικής αίρεσης, η οποία, κατά την ίδια μείζονα σκέψη, προσδίδει παράνομο περιεχόμενο στο συγκεκριμένο συμβατικό όρο των παραπάνω ιδιωτικών συμφωνητικών, ως αποτελούσα περιουσιακή διάθεση, ερχόμενη σε αντίθεση με την αναγκαστικού δικαίου απαγορευτική διάταξη της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης του άρθρου 17 παρ. 1 του ισχύοντος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ν. 3588/2007, καθιστώντας αυτόν άκυρο, σύμφωνα με το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 174, 175 εδ. α', 208 § 1 και 209 ΑΚ. Ο περιεχόμενος δε στους δύο πρώτους λόγους έφεσης, ως άνω ισχυρισμός της εκκαλούσας, περί του ότι ο επίδικος συμβατικός όρος (1.04) πρέπει να ερμηνευθεί λαμβάνοντας υπόψη και τους λοιπούς όρους των επίδικων συμφωνητικών και δη ότι η περιεχόμενη σ' αυτόν έννοια της διάλυσης της εταιρείας με το δ.τ. "ΑΛΛΑΤΙΝΗ Α.Β.Ε.Ε.", που περιέχει και τη μορφή λύσης με πτώχευση, αποτελεί κατά την αληθή βούληση των μερών το κρίσιμο στοιχείο πλήρωσης της προβλεπόμενης σ' αυτόν αναβλητικής αίρεσης, με την οποία πλήρωση να έχει ως έννομη συνέπεια την άμεση μεταβίβαση των επίδικων σημάτων στην εκκαλούσα και την παύση της διαρκούς σύμβασης παραχώρησης άδειας χρήσης των εν λόγω σημάτων, προβάλλεται πρωτίστως αλυσιτελώς, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για αναβλητική αίρεση, η οποία κατά τα ανωτέρω προσδίδει παράνομο περιεχόμενο στον εν λόγω όρο (1.04) αμφοτέρων των ιδιωτικών συμφωνητικών και, συνεπώς, τον καθιστά άκυρο. Για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, κρίνονται απορριπτέα ως μη νόμιμα και τα εκτιθέμενα στο δεύτερο λόγο έφεσης, αφενός περί του ότι τα συμβαλλόμενα μέρη μπορούσαν έγκυρα να εξαρτήσουν την τύχη της μεταξύ τους σύμβασης από την πτώχευση του ενός συμβαλλομένου κατά τα άρθρα 28, 31 παρ. 1 και 32 ΠτΚ, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο κήρυξης της πτώχευσης και αφετέρου περί αναλογικής εφαρμογής στην προκείμενη περίπτωση της ύπαρξης της ανωτέρω αναβλητικής αίρεσης, του άρθρου 35 ΠτΚ, στο οποίο, όπως αναφέρεται, υιοθετείται η συνέχιση και εκπλήρωση της σύμβασης και από τις δύο πλευρές, καθώς προκρίνει τη συνέχιση της σύμβασης με μεταβίβαση της κυριότητας του πράγματος από τον πωλητή και πλέον πτωχό, όπως πλέον εκπροσωπείται, υπό την προϋπόθεση ότι το τίμημα έχει ή θα καταβληθεί από τον αγοραστή και ανεξαρτήτως της θέλησης του συνδίκου. Εξάλλου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (ΙΙΙ ε) η εφεσίβλητη σύνδικος δεν θεωρείται "τρίτη", κατά της οποίας δύναται υπό προϋποθέσεις να αντιταχθεί η όποια μεταβίβαση, αλλά δημόσια λειτουργός. Καθόσον στις ένδικες αγωγές δεν γίνεται επίκληση καταχώρισης στα οικεία μητρώα σημάτων, της μεταβίβασης των επίδικων ημεδαπών σημάτων, ούτε δε και υποβολής σχετικής δήλωσης στην οικεία Υπηρεσία Σημάτων του Υπουργείου Ανάπτυξης προς καταχώριση της μεταβίβασης αυτών, ούτε άλλωστε και προκύπτουν τέτοιες από την παραδεκτή προεπισκόπηση των προσκομιζομένων από την εκκαλούσα - ενάγουσα εγγράφων, πριν την διαλαμβανόμενη στις ίδιες κήρυξη της πτώχευσης της ανώνυμης εταιρείας με το δ.τ. "... Α.Β.Ε.Ε." ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με το δ.τ. "ΑΛΛΑΤΙΝΗ Α.Β.Ε.Ε." με την υπ' αριθ. 1142/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ανωτέρω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (ΙΙΙ ε σε συνδ. με δ), δεν είναι δυνατός ο κατ' άρθρο 37 § 1 του ν. 3588/2007, αποχωρισμός του δικαιώματος κυριότητας επί των ανωτέρω αναφερόμενων σημάτων, εφόσον ήδη κατά την κήρυξη της πτώχευσης δεν είχε καταχωρισθεί η συγκεκριμένη μεταβίβαση στο οικείο μητρώο. Τα διαλαμβανόμενα δε ανωτέρω στο συγκεκριμένο λόγο έφεσης, αφενός περί του ότι η εκκαλούσα, λόγω της πτώχευσης της ανωτέρω εταιρείας και σε εκτέλεση του όρου 1.04 των προαναφερθέντων ιδιωτικών συμφωνητικών, κατέστη κυρία των επίδικων σημάτων και αφετέρου περί καταχώρισης του από ...2003 ιδιωτικού συμφωνητικού στα οικεία βιβλία σημάτων, λόγω του ότι η παραχώρηση της χρήσης των αναφερόμενων σημάτων από την εκκαλούσα έγινε δεκτή από τη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων με τις αναφερόμενες αποφάσεις του έτους 2004 και ότι για το λόγο αυτό πριν την παρέμβαση της συνδίκου, οι αιτήσεις μεταβίβασης, που είχαν υποβληθεί είχαν γίνει δεκτές και καταχωρισθεί νομότυπα την …2015 στο οικείο μητρώο, προβάλλονται το μεν μη νομίμως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στο σκεπτικό της παρούσας αναφορικά με τους δύο πρώτους λόγους έφεσης, το δε αλυσιτελώς, καθότι το από ...2003 ιδιωτικό συμφωνητικό είχε ως αντικείμενο όχι την απαιτούμενη ως άνω μεταβίβαση των επίδικων σημάτων, αλλά την παραχώρηση της άδειας χρήσης τους από την αρχική δικαιούχο ανώνυμη εταιρεία με το δ.τ. "ΑΛΛΑΤΙΝΗ Α.Β.Ε.Ε." στην αρχική αδειούχο "Η.Β.C.". Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, οι παραπάνω τρεις λόγοι έφεσης, πέραν του ήδη ως άνω εξετασθέντος και απορριφθέντος τετάρτου λόγου αυτής, με τους οποίους η εκκαλούσα παραπονείται για την απόρριψη των ενδίκων αγωγών της, κύριας και αυτοτελούς παρεμπίπτουσας, ως μη νομίμων, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε της προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, με τα από ...1988 και ...2003 ιδιωτικά συμφωνητικά που καταρτίστηκαν μεταξύ της "ΑΛΛΑΤΙΝΗ ΑΒΕΕ", καθολική διάδοχος της οποίας τυγχάνει η πτωχεύσασα εταιρία "NUTRIAT ΑΒΕΕ" και της αναιρεσείουσας, συνήφθη σύμβαση παραχωρήσεως της χρήσεως στο διηνεκές των επίδικων σημάτων, με τον όρο δε 1.04 αυτών των συμφωνητικών η ΑΛΛΑΤΙΝΗ ανέλαβε την υποχρέωση σε περίπτωση που διαλυθεί ή αποφασίσει να διακόψει την προστασία των σημάτων, να τα μεταβιβάσει στην αναιρεσείουσα, χωρίς άλλο προσθέτο αντάλλαγμα, η ανάληψη δε από την ΑΛΛΑΤΙΝΗ της ενοχικής αυτής υποχρεώσεως να μεταβιβάσει στην αναιρεσείουσα τα επίδικα σήματα, τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της διαλύσεώς της ή της διακοπής της προστασίας των σημάτων, γεγονότα που δεν συνέβησαν εν προκειμένω. Όμως τα επίδικα σήματα, εφόσον δεν είχαν μεταβιβαστεί στην αναιρεσείουσα, πριν την πτώχευση και δεν είχε καταχωρηθεί η μεταβίβαση τους στο οικείο μητρώο, περιλαμβάνονται στην πτωχευτική περιουσία και δεν μπορούν να αποχωριστούν από αυτήν, τυχόν δε μεταβίβαση τους στην αναιρεσείουσα, λόγω πληρώσεως της ως άνω αναβλητικής αιρέσεως (αν θεωρηθεί ότι στην διάλυση περιλαμβάνεται και η πτώχευση) αποτελεί περιουσιακή διάθεση απαγορευμένη από τη διάταξη του άρθ. 17 Ν.3588/2007, ούτε μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθ. 35 του ιδίου ως άνω νόμου, καθόσον δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις αυτής. Άλλωστε η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα καταχώρηση του από ...2003 ιδιωτικού συμφωνητικού στα βιβλία σημάτων, λόγω του ότι η παραχώρηση της χρήσεως των επίδικων σημάτων έγινε δεκτή από την Διοικητική Επιτροπή Σημάτων το έτος 2004 και καταχωρήθηκε στα βιβλία σημάτων, δεν ασκεί εν προκειμένω έννομη επιρροή, διότι το ως άνω συμφωνητικό δεν είχε ως αντικείμενο την μεταβίβαση των επίδικων σημάτων, αλλά μόνον την παραχώρηση της χρήσεώς τους στο διηνεκές από την ΑΛΛΑΤΙΝΗ ΑΒΕΕ στην αρχική αδειούχο "H.B.C". Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά τα ως άνω σκέλη του και ο δεύτερος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ , με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ , συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, ενώ διαπίστωσε κενό και αμφιβολία στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων στα επίμαχα ιδιωτικά συμφωνητικά σχετικά με τον όρο 1.04 αυτών, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθή βούληση αυτών, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ. Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε, ούτε έμμεσα, κενό στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών στα επίμαχα ιδιωτικά συμφωνητικά και συγκεκριμένα στον όρο 1.04 αυτών, ούτε προέβη σε ερμηνεία του όρου με το να δεχθεί ότι: α) "αδιαστίκτως" προκύπτει η θέσπιση ενοχικής υποχρεώσεως της ΑΛΛΑΤΙΝΗ ΑΒΕΕ και ήδη της NUTRIAT ABEE , ως καθολικής διαδόχου της, να συμπράξει στην κατάρτιση σύμβασης εκχώρησης των επίδικων σημάτων, με την γέννηση της εν λόγω υποχρεώσεως της ΑΛΛΑΤΙΝΗ να εξαρτάται από την αναβλητική αίρεση της "διάλυσής της ή της απόφασής της να διακόψει την προστασία των σημάτων των οποίων συμφωνείται η παραχώρηση χρήσεως", β) ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι στην περίπτωση της "διάλυσης" της ΑΛΛΑΤΙΝΗ περιλαμβάνεται και η "πτώχευση" αυτής, τα επίδικα σήματα ανήκουν στην πτωχευτική περιουσία και δεν παρέχουν στην αναιρεσείουσα δικαίωμα αποχωρισμού, γ) η μεταβίβαση των επίδικων σημάτων λόγω πληρώσεως της αναβλητικής αιρέσεως, αποτελεί περιουσιακή διάθεση, αντίθετη με την απαγορευτική διάταξη της πτωχευτικής απαλλοτριώσεως του άρθρου 17 Ν.3588/2007, καθιστώντας άκυρο τον ως άνω όρο. Το γεγονός ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών προκύπτει και από το ότι δεν συσχέτισε τον ως άνω όρο με άλλους όρους των συμφωνητικών, ούτε κατέφυγε σε άλλα αποδεικτικά μέσα ή σε στοιχεία εκτός των συμφωνητικών. Αντίθετα, τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το Εφετείο προέκυψαν αδιαστίκτως από το περιεχόμενο του επίμαχου όρου, χωρίς να δημιουργείται καμία αμφιβολία, ώστε να παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στους οποίους και δεν προσέφυγε. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της 2ης αναιρεσίβλητης που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις με το σχετικό αίτημα (άρθ. 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ...2021 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "ELBISCO ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για την αναίρεση της υπ'αριθ. 909/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της 2ης αναιρεσίβλητης εκ ποσού δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ