320/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 320 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 320/2023
Legislator headnote
AI generatedKeywords
AI generatedRelated Decisions
Full text
Απόφαση 320 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 320/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 4η Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Κωστάντη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. συζ. Ι. Α. το γένος Μ. Κ. ή Κ., 2) Γ. Κ. ή Κ. του Μεχμέτ, 3) Γ. συζ. Ε. Κ. το γένος Μ. Κ. ή Κ., κατοίκων Ρόδου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Μ. Κ. ή Κ. του Γ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο Ρωμαίο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-8-1961 (με αρ. κατάθεσης 702/3-10-1961) αγωγή του Μ. Κ., που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Ρόδου.
Εκδόθηκε η απόφαση 136/1962 του ίδιου Δικαστηρίου. Την ανωτέρω απόφαση ανέκοψε το Ελληνικό Δημόσιο με την από 2-5-1972 ανακοπή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/1973 μη οριστική, 420/1979 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 184/2019 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6-5-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η από 06/05/2021 αίτηση για αναίρεση της αριθμ.184/2019 τελεσίδικης απόφασης του ΕφετείουΔωδεκανήσου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ). Α1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, όπως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης ανακοπής (έτος 1972), πριν δηλαδή ,την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 3 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην παράβαση του καθιερωμένου με το άρθρο 106 του ΚΠολΔικ συστήματος συζητήσεως, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει, με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί. Η πρώτη περίπτωση της διατάξεως αυτής ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχθηκε "πράγματα", ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα " πράγματα" αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη αυτή. Η δεύτερη περίπτωση ιδρύεται αν το δικαστήριο παρέλειψε να διατάξει τακτική απόδειξη, με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεων απόφαση, η οποία κατά τον προαναφερθέντα χρόνο ασκήσεως της αγωγής προβλεπόταν από την διάταξη του άρθρου 341 ΚΠολΔικ (ΑΠ1430/2013, ΑΠ 859/2011, 1567/2008). Ο στηριζόμενος στη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως για την, παρά το νόμο, παραδοχή από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να ταχθεί απόδειξη γι' αυτά, είναι απορριπτέος ως αόριστος, αν δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι η πλημμέλεια της οικείας προδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τη διατύπωση του θέματος αποδείξεως προτάθηκε στο Εφετείο, αφού δεν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί ενώπιόν του, ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε τέλος για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ΑΠ1608/2008, ΑΠ1308/2006, ΑΠ1996/2006, ΑΠ761/2006, ΑΠ963/2006). 2.Κατά το άρθρο 559 αρ.13 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Αυτός ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το ρυθμιζόμενο, από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ., βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα περί αποδείξεως απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, δεν μπορεί δε να γίνει λόγος για παραβίαση του υποκειμενικού βάρους, αν δεν έχει εκδοθεί παρεμπίπτουσα περί αποδείξεων απόφαση, που προβλεπόταν πριν από την ισχύ του Ν.2915/2001. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Για να είναι παραδεκτός ο λόγος, πρέπει ο περί κακής κατανομής του βάρους απόδειξης ισχυρισμός να έχει προταθεί νομίμως, στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται, στο αναιρετήριο η προβολή του ΑΠ 522/2017, ΑΠ 452/2011, ΑΠ 674/2006, ΑΠ 508/2015). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, από τις διατάξεις των αριθμών 10β', ενόψει του χρόνου ασκήσεως της ένδικης ανακοπής (1972) του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και της τότε επιβαλλομένης εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 341 ΚΠολΔικ) και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο αφενός δεν διέταξε αποδείξεις, καθόσον με την εκδοθείσα και συνεκκληθείσα με αριθμ. 41/1973 προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (αρθρ.513 παρ.2 ΚΠολΔ) δεν τέθηκε θέμα αποδείξεως εις βάρος του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως προς το ζήτημα, που αποτελεί την ιστορική βάση της ένδικης ανακοπής του, ότι το περιγραφόμενο σ'αυτήν (ανακοπή) επίδικο ακίνητο είναι εγκαταλελειμμένο και αφετέρου παρέβη τους ορισμούς του νόμου περί του υποκειμενικού βάρους της αποδείξεως, αναφορικά με το ίδιο ζήτημα. Ο λόγος αυτός είναι, στο σύνολό του, απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι την πλημμέλεια της οικείας προδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ως προς το ότι δεν τάχθηκε θέμα απόδειξης στο ανακόπτον (αριθμ. 10β'), και τον ισχυρισμό, περί κακής κατανομής του βάρους απόδειξης (αριθμ. 13), πλημμέλειες στις οποίες στηρίζεται ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), το ανακόπτον-εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον προέβαλε, στο Εφετείο, αφού δεν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί ενώπιόν του, ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε τέλος, για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ούτε, σε κάθε περίπτωση, προκύπτει, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ότι το ανακόπτον - εκκαλούν είχε προτείνει τους ισχυρισμούς αυτούς. Β1. Κατά το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου που κυρώθηκε με το 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση της Δωδεκανήσου και την εισαγωγή της ελληνικής νομοθεσίας με το άρθρο 8 παρ. 2 ν. 510/1947, κατά των εγγραφών του κτηματικού βιβλίου που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (μούλκ) επιτρέπεται η παραγραφή κατά τις αρχές της ιταλικής νομοθεσίας μετά 15ετία από την εγγραφή που έγινε (ΑΠ 1625/2009, ΑΠ 827/2009). Από τις διατάξεις των άρθρων 63 και 61 παρ.1 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που κυρώθηκε με το υπ' αριθμ. 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη Δωδεκανήσου και διατηρήθηκε σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο και μετά την προσάρτηση και την εισαγωγή σ' αυτή της Ελληνικής Νομοθεσίας, με το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 510/47 ενόψει και του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι καθιερώνεται ως τρόπος κτήσεως της κυριότητας η έκτακτη χρησικτησία (κτητική παραγραφή) με 15ετή νομή, ως προς τα άλλα δε στοιχεία αυτής, ήτοι έναρξης, διαδρομής και συμπλήρωσης εφαρμόζεται η ελληνική νομοθεσία. Έτσι κατά των εγγραφών του Κτηματικού Βιβλίου, που αφορούν ακίνητα ελεύθερης ιδιοκτησίας (ΜΟΥΛΚ), συγχωρείται η παραγραφή κατά τις αρχές της Ιταλικής νομοθεσίας, μετά από δεκαπενταετία από την εγγραφή που έγινε, ο δε νομέας που χρησιδέσποσε, (με δυνατότητα συνυπολογισμού στο δικό του χρόνο χρησικτησίας και εκείνου του δικαιοπαρόχου του), μπορεί να επιτύχει την εγγραφή του δικαιώματος, είτε με πράξη, με την οποία συνομολογείται από μέρους του εγγεγραμμένου ως τιτλούχου η συνεχής 15ετής νομή, είτε με δικαστική απόφαση που αναγνωρίζει έναντι του τελευταίου τιτλούχου ή των κληρονόμων του ή αν αυτοί δεν υπάρχουν, του Διευθυντή του Κτηματολογικού γραφείου, ότι η παραγραφή συντελέστηκε, ενώ η κτηματική εγγραφή (άρθρ.61 παρ. 1)και κάθε επόμενη καταχώρηση, που προκύπτει από το κτηματικό βιβλίο, αποτελούν, αντιστοίχως, τη νόμιμη απόδειξη του κτηματικού δικαιώματος και τη διάδοχη αυτού μεταβολή. Σε ακίνητα που βρίσκονται στις περιφέρειες Ρόδου, Κω και Λέρου (Λακκί), όπου ισχύει το Κτηματολόγιο, στο οποίο καταχωρούνται όλες οι μεταβολές της κυριότητας ή άλλου εμπρ. δικαιώματος του ακινήτου η υπάρχουσα "θεμελιώδης" αρχική εγγραφή εμπράγματου δικαιώματος, όταν καταστεί αμετάκλητη, ήτοι δεν προσβληθεί εντός τριετίας (άρθρ. 37 έως 40), αποτελεί αμάχητο τεκμήριο, έναντι πάντων, ότι το εμπράγματο δικαίωμα που αφορά η ως άνω καταχώρηση (εγγραφή) στο σχετικό βιβλίο, ανήκει στο πρόσωπο που αναφέρεται στην αρχική (θεμελιώδη) αυτή εγγραφή, ενώ οι μεταγενέστερες της θεμελιώδους εγγραφές (όπως και η θεμελιώδης που δεν κατέστη αμετάκλητη) αποδεικνύουν μεν το δικαίωμα επί του ακινήτου, πλην όμως το παραγόμενο από αυτές δικαίωμα είναι μαχητό (ΑΠ 399/2018). 2. Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει κύριες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της και πλεοναστικές που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό της, εφόσον οι πρώτες αιτιολογίες από αυτές δεν πλήττονται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ' άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ 3 του ΚΠολΔ, καθ'οσον απευθύνεται κατά των πλεοναστικών αιτιολογιών, αφού η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης. Πλεοναστικές δε είναι οι αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή αιτιολογίες που εκφέρθηκαν εκ περισσού και ως εκ τούτου στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (ΑΠ 997/2019, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 551/2017, ΑΠ 1051/2010). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ ΑΠ 4/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, αναφορικά με την ένδικη ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στα βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου βρίσκονταν από το έτος 1948 καταχωρημένα στα ονόματα των α) Β. Α. του Π. κατά την ψιλή κυριότητα και β) Ε. Α. του Π. κατά την επικαρπία, οι κτηματολογικές μερίδες με αριθμούς .. Οικοδομών Ρόδου και … Γαιών Ρόδου, οι οποίες αποτελούσαν ένα ακίνητο και συγκεκριμένα μία οικία αποτελούμενη από τέσσερα (4) δωμάτια και ένα κήπο έκτασης 2.100 τ.μ., νομικής φύσης ελεύθερης ιδιοκτησίας (μουλκ). Τα παραπάνω ακίνητα ανήκαν εκ θεμελιώδους καταγραφής στον πατέρα και δικαιοπάροχο των ανωτέρω, Π. Α., ο οποίος κατοικούσε εντός της οικίας, κοντά στην οποία διατηρούσε παντοπωλείο. Το 1946, μετά τη λήξη του πολέμου οι ως άνω θυγατέρες του έφυγαν για την …, ήδη όμως είχαν μεταβιβάσει άτυπα την οικία με τον κήπο αυτής στον Μ. Κ. του Γ.. Ο τελευταίος, είχε εγκατασταθεί στη νομή του ως άνω ακινήτου, εντός του οποίου κατοικούσε, ήδη από το έτος 1938, οπότε και ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του μεταβίβασε τη νομή του ακινήτου, μέχρι τουλάχιστον το έτος 1978, οπότε έλαβαν χώρα οι μαρτυρικές καταθέσεις που πιστοποιούν τα παραπάνω. Συγκεκριμένα, για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, το οποίο υπερβαίνει τα δέκα πέντε (15) έτη, ο Μ. Κ., ο οποίος ήταν Έλληνας υπήκοος, εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων του Δήμου Ρόδου με αριθμό … (σχετ. το υπ' αριθμ. …/…-…-1979 πιστοποιητικό του Δήμου Ρόδου, αλλά και η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ληξιαρχική πράξη θανάτου), κατείχε και νεμόταν τα επίδικα ακίνητα (οικία- κήπο), ασκώντας επ' αυτών όλες τις εμφανείς πράξεις νομής που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, καθώς κατοικούσε με την οικογένειά του εντός της οικίας και χρησιμοποιούσε τον κήπο ως αυλή αυτής, φυτεύοντας διάφορα κηπευτικά και διατηρώντας εντός αυτού κοτέτσι, χωρίς ποτέ να ενοχληθεί είτε από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη του ακινήτου, είτε από οποιονδήποτε τρίτο. Όπως μάλιστα κατέθεσε χαρακτηριστικά ο μάρτυρας Ν. Ν., ο ίδιος ρώτησε τη θυγατέρα του προηγούμενου ιδιοκτήτη (και κληρονόμο του) Β. για την τύχη του σπιτιού μετά την αναχώρησή τους για την ..., η δε τελευταία του απάντησε ότι το σπίτι το είχαν πωλήσει στον Μ. Κ. (ενάγοντα). Αμφότεροι δε οι μάρτυρες που εξετάστηκαν με την επιμέλεια του τελευταίου, οι καταθέσεις των οποίων περιέχονται στην υπ' αριθμ. …/1978 εισηγητική έκθεση, κατέθεσαν εξ ιδίας αντιλήψεως ότι/το έτος 1961, όταν ο Μ. Κ. άσκησε την από 10-8-1961 (αρ. κατ. 702/1961) αγωγή, οι προαναφερόμενες θυγατέρες του Π. Α. βρίσκονταν εν ζωή και κατοικούσαν στην ..., χωρίς να έχει εισφερθεί από το ελληνικό δημόσιο οποιοδήποτε στοιχείο περί του αντιθέτου (π.χ. ληξιαρχική πράξη θανάτου). Από όλα τα παραπάνω, αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο (οικία και κήπος) ήταν από το 1938 και τουλάχιστον μέχρι το έτος 1978 υπό την κατοχή και επίβλεψη κάποιου, ουδέποτε δε έλαβε την ιδιότητα του εγκαταλελειμμένου ακινήτου, με την έννοια που αναφέρθηκε παραπάνω (υπό 1), ενώ επίσης ουδέποτε συντελέστηκε εγκατάλειψη του ακινήτου από τους ιδιοκτήτες του ώστε να καταστεί αυτό αδέσποτο, υπό τις προϋποθέσεις που προαναφέρθηκαν (ανωτέρω υπό 3), απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εκκαλούντος, που συνιστούν αντίστοιχους λόγους έφεσης. Επομένως, εφόσον το Ελληνικό Δημόσιο δεν απέδειξε, ως όφειλε, με κανένα αποδεικτικό μέσο ότι το ακίνητο κατά τον ως άνω χρόνο άσκησης της αγωγής ήταν εγκαταλελειμμένο κατά την προαναφερθείσα στην οικεία σκέψη της απόφασης έννοια, αντίθετα δε αποδείχθηκε η συνεχής νομή του ενάγοντος και πριν από αυτόν του Π. Α., δικαιοπαρόχου (και δικαιούχου εξ αρχικής εγγραφής) των ανωτέρω εγγεγραμμένων τιτλούχων του επιδίκου ακινήτου, κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα, το εκκαλούν δεν νομιμοποιείται στην άσκηση της κρινόμενης ανακοπής, η οποία για το λόγο αυτό είναι απορριπτέα. Το πρωτοβάθμιο συνεπώς δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δέχθηκε τα ίδια, απέρριψε την ανακοπή, έστω και με πιο συνοπτική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις, ενώ εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις που τέθηκαν υπόψη του, γι' αυτό ο τρίτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι ο ενάγων δεν απέδειξε την άσκηση πράξεων νομής στο επίδικο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενες στην από 10-8-1961 αγωγή, κατά το χρόνο άσκησης αυτής ήταν υπαρκτά πρόσωπα, ο δε ενάγων είχε την ελληνική ιθαγένεια (κατά συνέπεια ο τελευταίος ανταποκρίθηκε στο βάρος απόδειξης όλων των θεμάτων που τέθηκαν με την προαναφερόμενη προδικαστική απόφαση), απορριπτομένων των 1ου και 2ου των λόγων της έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Τέλος, δεδομένου ότι όπως προαναφέρθηκε, το εκκαλούν δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της κρινόμενης ανακοπής, οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης είναι απορριπτέοι, ως εκ περισσού όμως, δεδομένου ότι με τον πρώτο από αυτούς θίγεται θεμελιώδες ζήτημα αναφορικά με το άρθρο 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, που αποτέλεσε τη νομική βάση της ασκηθείσας αγωγής (επί της οποίας ασκήθηκε στη συνέχεια η κρινόμενη ανακοπή του ελληνικού δημοσίου), ζήτημα που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, πρέπει να σημειωθούν και τα εξής: Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η επικαλούμενη από τον ενάγοντα νομή για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με χρησικτησία, δεν μπορεί να ξεκινήσει πριν από τις 21-10-1948, οπότε υφίσταται (μεταγενέστερη της θεμελιώδους) εγγραφή, με την οποία το ακίνητο μεταβιβάστηκε στις θυγατέρες του αρχικού τιτλούχου, Π. Α. λόγω κληρονομικής διαδοχής, σύμφωνα με τα παραπάνω. Ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, και συγκεκριμένα, σε εσφαλμένη ερμηνεία του όρου "επισυμβάσα εγγραφή" από το εκκαλούν. Ειδικότερα, σύμφωνα με την κρίσιμη διάταξη, κύρια προϋπόθεση για την αναγνώριση του επιδιωκόμενου από τον ενάγοντα δικαιώματος, στο πλαίσιο της αγωγής με βάση το άρθρο 63 του Κ.Κ.Δ., είναι η άσκηση νομής επί του επιδίκου για χρονικό διάστημα 15 ετών, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του ..... Κατά την άποψη που το δικαστήριο τούτο θεωρεί ως ορθότερη, ως "επισυμβάσα" εγγραφή, μετά την οποία είναι δυνατή η προσμέτρηση της νομής που μπορεί να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας με χρησικτησία, είναι αυτή της αρχικής καταχώρισης του ακινήτου στα βιβλία του Κτηματολογίου. Αφετηρία για το σχετικό προβληματισμό, αποτελεί η διατύπωση της αναλυόμενης διάταξης (63 Κ.Κ.Δ.), σύμφωνα με την οποία "...είναι παραδεκτή η παραγραφή...μετά δέκα πέντε έτη από της επισυμβάσης εγγραφής"· Κατά άλλη διατύπωση, εμφανίζεται η φράση "από της γενομένης καταγραφής", ή, σε νεώτερες αποφάσεις, με τη χρήση της δημοτικής γλώσσας, "από την εγγραφή που έγινε". Ήδη, στις προαναφερθείσες αποδόσεις του αρχικού κειμένου, παρατηρείται νοηματική διαφοροποίηση, καθώς στη μία περίπτωση γίνεται λόγος για "καταγραφή", ενώ στην άλλη για "εγγραφή". Η διαφοροποίηση αυτή βρήκε αντίκρισμα και στη νομολογία, καθώς σε μερίδα αποφάσεων αναφέρεται ότι η 15ετής νομή που επικαλείται ο ενάγων της αγωγής του άρθρου 63 του Κ.Κ.Δ., πρέπει να είναι μεταγενέστερη από την εγγραφή στο όνομα του δικαιούχου, κατά του οποίου χωρεί η χρησικτησία ...........Ορισμένες από τις πιο πάνω αποφάσεις, παραπέμπουν στην ΟλΑΠ 188/1980, πλην όμως τούτο είναι ανακριβές, διότι η απόφαση αυτή (η οποία αποφάνθηκε περί του εάν η παραπομπή του άρθρου 63 στις αρχές της ιταλικής νομοθεσίας είναι γνήσια ή όχι), δεν διαλαμβάνει τέτοια κρίση πουθενά στο σκεπτικό της. Στη συντριπτική πλειονότητα των αποφάσεων (είτε του Αρείου Πάγου, είτε των δικαστηρίων της ουσίας), δεν τίθεται ο ανωτέρω περιορισμός (δεν αξιώνεται δηλαδή άσκηση νομής για 15 έτη μετά την τελευταία εγγραφή), δεν αντιμετωπίζεται όμως κατά τρόπο σαφή το ζήτημα πότε μπορεί να λάβει χώρα η 15ετής νομή, ποια νοείται δηλαδή ως "επισυμβάσα εγγραφή", αφού σε όλες αυτές τις αποφάσεις αναπαράγεται απαράλλακτο το σκεπτικό σχετικά με τις προϋποθέσεις έναρξης και συμπλήρωσης της νομής, καθώς και του είδους της παραπομπής ("κατά τις αρχές της ιταλικής νομοθεσίας"), σύμφωνα με τα προαναφερόμενα. Σαφή θέση επί του ζητήματος όμως, έχει λάβει παλαιότερα η ΑΠ 477/1963, σύμφωνα με την οποία "επισυμβάσα εγγραφή, αφ' ης άρχεται η εν λόγω παραγραφή, θεωρείται κατά την αληθή του άρθρου τούτου έννοιαν, η κατά την πρώτην κατάρτισιν του Κτηματολογίου αρχική καταχώρισης εν αυτώ του ακινήτουήτις δεν υπόκειται πλέον εις μεταρρύθμισιν". Στο σύγγραμμα "Το Ισχύον Εν Δωδεκανήσω Δίκαιον" (β' έκδοση, 1981), το οποίο αποτελεί την εκτενέστερη ανάλυση του Κτηματολογικού Κανονισμού, ο Π.Θεοδωρόπουλος ερμηνεύει επίσης κατά τον ίδιο τρόπο (ως η ΑΠ 477/1963) την επίμαχη διάταξη, θεωρώντας πως εκείνος που επικαλείται τη 15ετή νομή, πρέπει να απέκτησε αυτή μετά την αρχική αμετάκλητη εγγραφή, και η άσκηση της νομής να συνεχισθεί επί 15ετία μέχρι την εγγραφή στο Κτηματολόγιο άλλου τίτλου τρίτου προσώπου ή να παρήλθε στο πρόσωπο του νομέα 15ετής προθεσμία μεταξύ της (μεταγενέστερης της βασικής) εγγραφής νέου τίτλου και της νέας εγγραφής νέου τίτλου υπέρ άλλων. Και αυτό, γιατί ναι μεν η νέα αυτή εγγραφή αποτελεί νόμιμη απόδειξη του δικαιώματος του τρίτου επί του ακινήτου κατ' άρθρο 61 του Κτηματολογικού Κανονισμού, πλην όμως, αποδεικνυόμενης της προ αυτής 15 ετούς διανοία κυρίου νομής άλλου προσώπου, η εγγραφή αυτή ακυρώνεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 63 (σκεπτικό που ακολουθείται αυτούσιο σε πολλές νεότερες αποφάσεις), κατά την άποψη δε του παρόντος δικαστηρίου, αυτή είναι και η ορθή ερμηνεία της υπόψη διάταξης. Επιπρόσθετα, πρέπει να επισημανθεί ότι αυτή η ερμηνεία είναι συνεπής και προς τον όρο "της γενομένης καταγραφής" (και όχι "εγγραφής"), αφού στην πραγματικότητα η ίδρυση των Κτηματολογικών Γραφείων είχε ως πρώτη αποστολή την καταγραφή των ακινήτων της περιφέρειας τους. Αφετηρία της αντίθετης ερμηνείας, πρέπει (λογικά) να αποτελεί το γεγονός ότι η σχετική αγωγή στρέφεται κατά του τελευταίου εγγεγραμμένου τιτλούχου του ακινήτου. Το γεγονός όμως αυτό, αφορά μόνο στην παθητική νομιμοποίηση της σχετικής αγωγής και δεν πρέπει να οδηγεί σε σύγχυση αναφορικά με την εγγραφή, μετά την οποία είναι επιτρεπτή η δικαστική αναγνώριση της κτητικής παραγραφής, καθώς δεν έχει την έννοια ότι θα πρέπει να παρέλθουν άλλα 15 έτη μετά την εγγραφή του δικαιώματος του τελευταίου τιτλούχου, αλλά απλώς ότι ο ενάγων θα πρέπει να επιτύχει την αναγνώριση του δικαιώματος του έναντι εκείνου, ο οποίος με βάση την τελευταία εγγραφή φέρεται ως κύριος του ακινήτου (βλ. Κέντρο Κτηματολογικών Ερευνών "Κτηματολογικός Κανονισμός Δωδεκανήσου και Εθνικό Κτηματολόγιο - Σημεία τομής και διάκρισης" [2016], σελ. 86).
Συνεπώς, δεδομένου ότι στην ερευνώμενη περίπτωση, οι θεμελιώδεις εγγραφές για την οικία και τον κήπο (μερίδες 402 και 812 αντίστοιχα) έχουν λάβει χώρα τα έτη 1927 και 1932 (το τελευταίο είναι δυσανάγνωστο, εκτιμάται όμως ότι πρόκειται για το συγκεκριμένο έτος, καθώς η πρώτη μετά τη θεμελιώδη εγγραφή χρονολογείται το έτος 1936), υπάρχει το χρονικό περιθώριο για την κτήση της κυριότητας με χρησικτησία από τον ενάγοντα, ο οποίος άσκησε την αγωγή του το έτος 1961". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο ποτέ δεν έλαβε την ιδιότητα του εγκαταλελειμμένου ακινήτου ούτε συντελέστηκε εγκατάλειψή του από τους πρώην ιδιοκτήτες του, ώστε να καταστεί αδέσποτο. Κατόπιν δε αυτού έκρινε ότι το ανακόπτον - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο δεν νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της ένδικης ανακοπής, την οποία απέρριψε για το λόγο αυτό, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη 420/1979 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση, συνακόλουθα δε απέρριψε και τους πρόσθετους λόγους της έφεσης του εκκαλούντος. Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, από τον αριθμό 1α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την αναφερόμενη στη μείζονα σκέψη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 63 του Κτηματολογικού Κανονισμού Δωδεκανήσου, αναγνωρίζοντας τον αρχικό ενάγοντα και καθού η ανακοπή κύριο του επιδίκου, με βάση την προβλεπόμενη από την διάταξη αυτή 15ετή κτητική παραγραφή, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε ,αν και δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Ο λόγος αυτός ως αλυσιτελής είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι οι αναφερόμενες αιτιολογίες της προσβαλλομένης εκφέρθηκαν εκ περισσού, είναι πλεοναστικές, και δεν στηρίζουν το απορριπτικό της ανακοπής διατακτικό της, τέθηκαν δε για να ενισχύσουν απλά την απορριπτική κρίση του Εφετείου (ΑΠ 742/2016, ΑΠ 1383/2014). Κατόπιν τούτου, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος που οι τελευταίοι υπέβαλαν με τις προτάσεις της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), μειωμένα κατ' άρθρο 22 του ν.3693/1997, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό ειδικότερα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 06-05-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της αριθμ. 184/2019 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ