Legislator Case Law & Legislation
320/2022 AI generated

320/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 320/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 320 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated
320/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 320 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) «Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
withdrawal following settlement denial of cost waiver advance payment of costs waiver of court fees waiver of repayment payment of cost deposit

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 320 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 320/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. χήρας Σ., κατοίκου ..., 2) Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 3) Ά. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ως και των τριών αποκλειστικών κληρονόμων του Γ. Σ., και 4) Ι. Γ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σπυριδούλα Μαυροκεφάλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, υπεισερχόμενου στις υποχρεώσεις και στα δικαιώματα του κλάδου προνοίας του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΑΤΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Βιτινιώτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2008 αγωγή του αρχικού διαδίκου Γ. Σ., του ήδη τέταρτου αναιρεσίβλητου και άλλου προσώπου που δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 494/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 5126/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-10-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 15-10-2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 7952/944/16-10-2020 και του παρόντος Δικαστηρίου 1856/19-01-2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α'87/23-07-2015, που ισχύει για την ειδική αυτή διαδικασία από 01-01-2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του ίδιου ως άνω νόμου), με αριθμό 5126/18-10-2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, η από 15-07-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6199/16-07-2010 έφεση και ο από 11-12-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9765/657/19-12-2017, δια ιδίου δικογράφου, ασκηθείς πρόσθετος αυτής λόγος των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων Σ. χήρας Γ. Σ., Ε. Γ. Σ. και Ά. Γ. Σ., ως νομίμων κληρονόμων του αρχικώς ενάγοντος Γ. Σ., Ι. Μ. Γ. και Κ. Π. - μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη - κατά του εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΗΤΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ", το οποίο συνιστά καθολικό διάδοχο του Κλάδου Προνοίας του Ταμείου Συντάξεων και Προσωπικού Α.Τ.Ε. (άρθρο 6 παρ. 20 του ν. 3029/2002), με σκοπό τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους σε αυτό υπαλλήλους του, η οποία επικύρωσε τη με αριθμό 494/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 30-06-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 133279/3379/02-07-2008 αγωγή, με αντικείμενο την καταβολή στους ενάγοντες της διαφοράς μεταξύ του καταβληθέντος εφάπαξ βοηθήματος (συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής) και εκείνου που έπρεπε να τους καταβληθεί, χωρίς τους περιορισμούς του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 20 του Ν. 3029/2002 "Μεταρρύθμιση συστήματος κοινωνικής ασφάλισης" (ΦΕΚ Α' 160), όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 7 του άρθρου 22 του ν. 3232/2004, ορίσθηκε ότι "Υφιστάμενα ταμεία ασφάλισης, τα οποία λειτουργούν ως Ν.Π.Δ.Δ. ή κλάδοι αυτών που χορηγούν παροχές, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο δημόσιας κύριας και επικουρικής ασφάλισης και για τις οποίες καταβάλλονται εισφορές μόνο από τους εργαζομένους, μετατρέπονται σε Ν.Π.Ι.Δ., με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από αίτηση που υποβάλλει προς αυτούς το Διοικητικό Συμβούλιο εκάστου Ταμείου. Με την ίδια κοινή απόφαση εγκρίνεται και το καταστατικό του Ν.Π.Ι.Δ. Τα εν λόγω ταμεία, με αποφάσεις των Διοικητικών τους Συμβουλίων, ύστερα από αναλογιστική μελέτη, η οποία και υποβάλλεται προς έγκριση στους Υπουργούς Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, καθορίζουν το ύψος των παρεχόμενων εφάπαξ βοηθημάτων, για τους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους τους, διασφαλίζοντας την αναλογιστική ισορροπία κάθε ταμείου ... Το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας των μετατρεπόμενων φορέων περιέρχεται στα νέα Ταμεία, τα οποία θεωρούνται καθολικοί διάδοχοι. Τυχόν εκκρεμείς δίκες με διάδικο τους μετατρεπόμενους ασφαλιστικούς φορείς συνεχίζονται στο όνομα των νέων Ταμείων χωρίς διακοπή... ". Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του πρώτου εδαφίου της ανωτέρω παραγράφου 20 του άρθρου 6 του ν. 3029/2002, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. Φ.80000/23358/1107/31.12.2003 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β' 2/07.01.2004). Με την παράγραφο Α αυτής ο Κλάδος Προνοίας του Ταμείου Συντάξεων και Προνοίας Προσωπικού Α.Τ.Ε., μετατράπηκε σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και με την παράγραφο Γ εγκρίθηκε το καταστατικό του νέου αυτού φορέα, το οποίο από τη δημοσίευσή του στο ΦΕΚ, επέχει ισχύ νόμου. Περαιτέρω με το άρθρο 1 του εν λόγω καταστατικού ορίσθηκε ότι η επωνυμία του νέου Ταμείου είναι "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Προνοίας Εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" και με το άρθρο 2 ορίσθηκε ότι σκοπός του είναι η χορήγηση εφάπαξ βοηθημάτων στους ασφαλισμένους σ' αυτό και στα μέλη της οικογένειας των ασφαλισμένων που πεθαίνουν σύμφωνα με αυτά που ειδικότερα ορίζονται στα επόμενα άρθρα αυτού. Τέλος, με την μεταβατικής ισχύος διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 24 του εν λόγω καταστατικού ορίσθηκε ότι: "Οι υπάλληλοι της Α.Τ.Ε., οι οποίοι ήσαν ασφαλισμένοι στο Ταμείο Συντάξεων Προσωπικού Α.Τ.Ε. και κατά την αποχώρησή τους από την υπηρεσία κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 μέχρι την έγκριση του παρόντος καταστατικού έλαβαν από τον καταργούμενο κλάδο προνοίας εφάπαξ βοήθημα μικρότερο απ' αυτό που θα ελάμβαναν αν ίσχυαν οι διατάξεις του παλιού καταστατικού, δύνανται να λάβουν συμπληρωματικό εφάπαξ βοήθημα μετά από απόφαση του Δ.Σ. του Ταμείου, σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002", κατά δε την παράγραφο 2 αυτού: "Για όσους ασφαλίστηκαν στο Ταμείο έως και 31-12-1992, οι οποίοι θα αποχωρήσουν σε διάστημα μίας πενταετίας από της ενάρξεως εφαρμογής του παρόντος καταστατικού, δεν λαμβάνουν λιγότερα από αυτά που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πλαφόν του Ν. 2084/92)". Από την μεταβατικής ισχύος ως άνω ρύθμιση του άρθρου 24 παρ. 1 του Κανονισμού του αναιρεσίβλητου Ταμείου, στην οποία, μάλιστα, ως προς το ύψος της χορηγουμένης από αυτό συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής (σε ήδη αποχωρήσαντες μετά την 01.01.1993 και λαβόντες μειωμένη εφάπαξ παροχή κατά το μέτρο του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 ασφαλισμένους του) γίνεται ρητή μνεία των περιορισμών του τελευταίου εδαφίου της παρ. 20 του άρθρου 6 του Ν. 3029/2002, που αφορά τη διασφάλιση της αναλογιστικής ισορροπίας (βιωσιμότητας) κάθε ταμείου, συνάγεται, ενόψει και της διατύπωσης αυτής ότι οι εν λόγω ασφαλισμένοι "δύνανται να λάβουν συμπληρωματική εφάπαξ παροχή μετά από απόφαση του Δ.Σ. του ταμείου", ότι η κατά τα άνω συμπληρωματική παροχή δεν ήταν υποχρεωτική για το αναιρεσίβλητο Ταμείο, ούτε η σχετική ρύθμιση εμποδίζει την κατάρτιση εξώδικου συμβιβασμού, κατ' άρθρο 871 του Α.Κ., με αντικείμενο την άμεση καταβολή της ως άνω συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής και την αποφυγή δικαστικού αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκβασης για τους ασφαλισμένους, με αντίστοιχη παραίτηση αυτών από τις αξιώσεις προς λήψη της περαιτέρω διαφοράς στην εφάπαξ αποζημίωση, με βάση τις προηγούμενες ρυθμίσεις του Κανονισμού του Ταμείου, χωρίς δηλαδή τους περιορισμούς της παραγράφου 3 του άρθρου 57 του Ν. 2084/2002, αφού μάλιστα κατά το χρόνο θέσης σε ισχύ του εν λόγω Κανονισμού (2004) δεν είχαν εκδοθεί οι υπ' αριθ. 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, που έκριναν το ζήτημα της συνταγματικότητας της ρύθμισης του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992. Συνακόλουθα, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 24 του Κανονισμού του Ταμείου, ουδόλως κωλύει τη λήψη απόφασης από το Δ.Σ. του αναιρεσίβλητου Ταμείου για τη ρύθμιση των σχετικών λεπτομερειών για την καταβολή της συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής, όπως την υπογραφή εκ μέρους των αιτούντων τη λήψη της ως άνω συμπληρωματικής εφάπαξ παροχής ομοιομόρφων δηλώσεων παραίτησης από τις περαιτέρω αξιώσεις τους, προκειμένου να εκταμιευθεί άμεσα το ποσό της εν λόγω συμπληρωματικής παροχής, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι, κατά τα λοιπά, συνέτρεχαν οι λοιπές προϋποθέσεις για τη κατάρτιση εξωδίκου συμβιβασμού (πρβλ. Α.Π. 669/2016). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 21 και 51 παρ. 1 του ν. 345/1976, που ορίζουν ότι: α) οι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 100 του Συντάγματος, αμετάκλητες και αποκλείεται η άσκηση κατ' αυτών τριτανακοπής, ισχύουν δε από της επ' ακροατηρίου δημοσιεύσεώς τους έναντι όλων, εκτός αν με ειδική διάταξη ορίζεται διαφορετικά (άρθρο 21) και β) ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία έχει αρθεί αμφισβήτηση σχετικά με την ουσιαστική αντισυνταγματικότητα τυπικού νόμου ισχύει έναντι όλων από τη δημοσίευση της σε δημόσια συνεδρίαση (άρθρο 51 παρ. 1), προκύπτει ότι η απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου δεσμεύει και τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων και δικαιοδοσιών της Ελληνικής Επικράτειας, ακόμη και τις εκκρεμείς ενώπιον του Εφετείου ή του Αρείου Πάγου υποθέσεις για το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του νόμου, το οποίο έλυσε, ότι, όταν κηρύσσουν νόμο ως αντισυνταγματικό, αποτελούν λόγο αναψηλαφήσεως κάθε αποφάσεως, έστω και αμετάκλητης, που εκδόθηκε εντός του χρόνου της αναδρομής και ότι ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και επάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας (Ολ. Α.Π. 10/2001, Α.Π. 1285/2019, Α.Π. 488/2019, Α.Π. 72/2016, Α.Π. 275/2015, Α.Π. 961/2015, Α.Π. 9/2014, Α.Π. 1595/2002, ΣΤΕ 2202/2015, 3028/2014, 2727/2009). Εξάλλου, η μη πρόσδοση αναδρομικότητας στην ισχύ των πιο πάνω αποφάσεων του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, οι οποίες, ωστόσο, ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και συνεπάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας, δεν εμποδίζει τη δικαστική διεκδίκηση και προστασία της αξίωσης περί καταβολής (συμπλήρωσης) του εφάπαξ ποσού βοηθήματος που δικαιούται ο ασφαλισμένος κατά την αποχώρησή του από την υπηρεσία, το οποίο έχει γεννηθεί σε προγενέστερο της δημοσίευσης των εν λόγω αποφάσεων διάστημα, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση της μη παραγραφής αυτής, διότι, υπό την αντίθετη ερμηνεία, η προστασία της σχετικής αξίωσης των ασφαλισμένων θα συναρτάτο αποκλειστικώς με ξένη προς αυτόν (δικαιούχο) προϋπόθεση, δηλαδή το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, πράγμα το οποίο έρχεται σε αντίθεση και με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., στην έννοια της οποίας εμπίπτουν και οι απαιτήσεις (ενοχικά δικαιώματα) του εργατικού δικαίου (Α.Π. 197/2021, 1004/2020, Α.Π. 488/2019, Α.Π. 72/2016, Α.Π. 614/2016), ενώ παράλληλα δεν παραβιάζεται η αρχή της ασφάλειας δικαίου, ως απόρροια της αρχής του κράτους δικαίου, καθώς η συγκεκριμένη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 κρίθηκε με τις με αριθμό 3, 4 και 7/2007 αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, αντισυνταγματική και, ως εκ τούτου, μη εφαρμοστέα (Α.Π. 197/2021).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αρχικά ενάγων Γ. Σ., ο οποίος απεβίωσε στις 19-02-2009 και στη θέση του υπεισήλθαν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του και ήδη αναιρεσείοντες Σ. χήρα Γ. Σ., Ε. Γ. Σ. και Ά. Γ. Σ., ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων Ι. Γ. και ο ενάγων Κ. Π., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη, με την από 30-06-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 133279/3379/02-07-2008 αγωγή τους ισχυρίστηκαν ότι ήταν υπάλληλοι της ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και συνταξιοδοτήθηκαν λαμβάνοντας εφάπαξ βοήθημα από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο το οποίο αποτελεί τον ασφαλιστικό τους φορέα, μετά την μετατροπή του από νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Συντάξεων και Προνοίας Εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος", πλην, όμως, τα ποσά που έλαβαν υπολογίστηκαν σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις των άρθρων 17 και 24 παρ. 5 του νέου καταστατικού, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, με τους οποίους καθορίσθηκε ανώτατο όριο στο εφάπαξ βοήθημα και όχι σύμφωνα με το άρθρο 34 του παλαιού καταστατικού του ως άνω νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, κατά παράβαση των αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης του Συντάγματος. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ταμείο, το οποίο συνιστά καθολικό διάδοχο του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού A.T.Ε. (άρθρο 6 παρ. 20 ν. 3029/2002) και έχει, μεταξύ άλλων, ως σκοπό τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους σε αυτό υπαλλήλους της, να τους καταβάλλει, λόγω αποχώρησής τους από την "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος", κυρίως με βάση τις ως άνω διατάξεις του Καταστατικού του, άλλως και επικουρικώς σύμφωνα με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του Αστικού Κώδικα (ΑΚ 904 επ.), τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, που συνιστούν τη διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος και του δικαιουμένου εφάπαξ βοηθήματος, χωρίς τους περιορισμούς του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, με το νόμιμο τόκο από τότε που η απαίτησή τους κατέστη απαιτητή, ήτοι από την δήλη ημέρα καταβολής του μειωμένου εφάπαξ ποσού αποζημιώσεως άλλως από την κατάθεση της ένδικης αγωγής και επικουρικότερα από την επίδοση αυτής μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση. Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 663 παρ. 5 και 664 επ. του ΚΠολΔ) το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 494/2010 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 15-07-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 6199/16-07-2010 έφεσης και του από 11-12-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 9765/657/19-12-2017, δια ιδίου δικογράφου, ασκηθέντος προσθέτου αυτής λόγου από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, παραπονούμενοι για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου, καθώς και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ζητώντας να γίνει δεκτή αυτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή τους, εξέδωσε την προσβαλλομένη με αριθμό 5126/2018 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τον πρόσθετο αυτής λόγο. Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ως προς την ουσία της ένδικης υπόθεσης, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: " Οι Γ. Σ., Ι. Γ. [...], ήταν υπάλληλοι της " Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. " στην οποία εργάστηκαν από τις 25-02-1967, 02-06-1973 [...], αντίστοιχα και αποχώρησαν από την υπηρεσία, λόγω συμπλήρωσης ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης, την 01-01-2004, οι Γ. Σ. και Ι. Γ. [...], ενώ τους απονεμήθηκε από το εναγόμενο ως εφάπαξ βοήθημα στο Γ. Σ., το συνολικό ποσό των 105.541,56 ευρώ (55.504,13 ευρώ α' δόση και 50.037,43 ευρώ β' δόση), στον Ι. Γ. το συνολικό ποσό των 59.146,59 ευρώ (36.584,88 ευρώ α' δόση και 22.561,71 ευρώ β' δόση) [...]. Οι ανωτέρω, κατά τη λήψη του ανωτέρω ποσού και συγκεκριμένα κατά τη λήψη της δεύτερης δόσης αυτού υπέγραψαν υπεύθυνες δηλώσεις, με τις οποίες δήλωσαν, ο Γ. Σ.: "Αβιάστως, ελευθέρως και προς το συμφέρον μου, αποδέχομαι την υπ' αριθμ. 6/16-11-2004 απόφαση του Δ.Σ. του Αλληλοβοηθητικού Ταμείου Προνοίας Εργαζομένων Α.Τ.Ε., δεχόμενος να αναλάβω το αναλογούν ποσόν σύμφωνα με αυτήν την απόφαση. Επίσης δηλώνω ότι ικανοποιούμαι πλήρως και δεν θα προσβάλω για κανέναν λόγο την ως άνω απόφαση του Δ.Σ., παραιτούμενος από τώρα πάσης, ενδεχομένως, περαιτέρω απαιτήσεώς μου. Δεν έχω ασκήσει αγωγή - προσφυγή κατά του Ταμείου", ο Ι. Γ.: "Δηλώνω υπεύθυνα ότι δεν έχω ασκήσει αγωγή εναντίον του Ταμείου και αβιάστως, ελευθέρως και προς το συμφέρον μου, αποδέχομαι την υπ' αριθμ. 6/16-11-2004 απόφαση του Δ.Σ. του Αλληλοβοηθητικού Ταμείου Προνοίας Εργαζομένων Α.Τ.Ε., δεχόμενος να λάβω το αναλογούν ποσόν σύμφωνα με αυτήν την απόφαση. Επίσης δηλώνω ότι ικανοποιούμαι πλήρως και δεν θα προσβάλω για κανέναν λόγο την ως άνω απόφαση του Δ.Σ., παραιτούμενος από τώρα πάσης, ενδεχομένως, περαιτέρω απαιτήσεώς μου" [....]. Οι ως άνω παραιτήσεις ήταν έγκυρες και είχαν ως αποτέλεσμα την απόσβεση της αξιώσεως των προαναφερομένων για τυχόν οφειλόμενο, ως υπόλοιπο, ποσό, αφού οι προκείμενες αξιώσεις αφορούν σε εφάπαξ βοήθημα που χορηγείτο στους υπαλλήλους της Α.Τ.Ε. και τα σχετικά ποσά δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ελάχιστες νόμιμες αποδοχές.

Συνεπώς, επήλθε συμφωνία ως προς το ύψος του εφάπαξ ποσού που θα κατέβαλε το εναγόμενο στους προαναφερομένους εργαζομένους του και στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής έγινε νόμιμη παραίτηση για τυχόν επιπλέον απαίτηση από την αιτία αυτή...". Συνεχίζοντας το Εφετείο, όσον αφορά τον ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ότι οι με αριθμούς 3, 4 και 5/2007 αποφάσεις του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου που έκριναν ως αντισυνταγματική τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 3 του Ν. 2084/1992, δημοσιεύθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο της συνταξιοδότησης των εναγόντων, χωρίς να ορισθεί σ' αυτές αναδρομική ισχύς τους και ότι, ως εκ τούτου, δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, δέχθηκε, ως προς το κρίσιμο, για την έρευνα του τρίτου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγου της αίτησης αναίρεσης, ζήτημα της αντισυνταγματικότητας της επίμαχης διάταξης νόμου περί καθορισμού ανωτάτου ορίου στο εφάπαξ βοήθημα και ειδικότερα της περαιτέρω εφαρμογής της ή μη, κατά την καταβολή της εφάπαξ αποζημίωσης από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, ως νόμιμο και βάσιμο τον ως άνω ισχυρισμό του ήδη αναιρεσιβλήτου και τότε εφεσιβλήτου Αλληλοβοηθητικού Ταμείου. Ειδικότερα έκρινε, για τους εκεί αναλυτικά εκτιθέμενους λόγους ότι, εφόσον το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο δεν προσέδωσε αναδρομική ισχύ στις με αριθμούς 3, 4 και 7/2007 αποφάσεις του, με τις οποίες αποφάνθηκε ότι η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 57 του ν. 2084/1992 είναι αντίθετη προς τα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, η ρυθμιστική ισχύς των αποφάσεων αυτών δεν καταλαμβάνει περιπτώσεις ασφαλισμένων που αποχώρησαν από την υπηρεσία τους και των οποίων οι σχέσεις ρυθμίσθηκαν οριστικώς με εξώδικη επίλυση της διαφοράς, πριν τη δημοσίευση των αποφάσεων αυτών (16-04-2007), όπως στην ένδικη διαφορά, και επικύρωσε, κατά το μέρος τούτο, την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως, απορρίπτοντας στη συνέχεια, κατά το μέρος αυτό, την περί του αντιθέτου έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 51 του ν. 345/1976 και 93 παρ. 4 του Συντάγματος. Ειδικότερα, με την κρίση του αυτή, ότι οι αποφάσεις 3, 4 και 5/2007 του Α.Ε.Δ. που έκριναν ως αντισυνταγματική την επιβολή από το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992 ανώτατου ορίου επί των εφάπαξ βοηθημάτων (ως αντικειμένη στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος), δεν καταλαμβάνουν περιπτώσεις ασφαλισμένων που αποχώρησαν από την υπηρεσία τους και των οποίων οι σχέσεις ρυθμίστηκαν οριστικώς με εξώδικη επίλυση της διαφοράς, πριν την δημοσίευση των αποφάσεων του Α.Ε.Δ. (16 Απριλίου 2007), όπως οι ενάγοντες - αναιρεσείοντες, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις επέχουσες ισχύ νόμου ως άνω αποφάσεις. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης, η μη πρόσδοση αναδρομικότητας στην ισχύ των πιο πάνω αποφάσεων του Α.Ε.Δ., οι οποίες, ωστόσο, ισοδυναμούν με νομοθετική μεταβολή και συνεπάγονται κατάργηση του δεδικασμένου και της εκτελεστότητας, δεν εμποδίζει τη δικαστική διεκδίκηση και προστασία των αξιώσεων των εναγόντων περί καταβολής (συμπλήρωσης) του εφάπαξ βοηθήματος που δικαιούνται, το οποίο έχει γεννηθεί σε προγενέστερο της δημοσίευσης των εν λόγω αποφάσεων διάστημα, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση της μη παραγραφής αυτών. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με το να δεχθεί ότι οι συνέπειες της νομοθετικής μεταβολής που επήλθε με τις άνω αποφάσεις του Α.Ε.Δ., περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 57 παρ. 3 και 4 του ν. 2084/1992, δεν εκτείνονται στην έννομη σχέση καθενός από τους ενάγοντες και, κατ' επέκταση, στις ένδικες αξιώσεις τους, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι οι σχέσεις τους είχαν ρυθμιστεί οριστικά πριν την έκδοση των αποφάσεων αυτών, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β', 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ' του ΚΠολΔ (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή) προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως " γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων, που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Ολ. Α.Π. 2/2005, Α.Π. 1634/2017, Α.Π. 433/2017, Α.Π. 72/2016). Σύμφωνα όμως με τη διάταξη του άρθρου 527 αριθ. 1 και 3 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 269 παρ. 2 εδ. γ' του ίδιου Κώδικα, όπως αυτές ίσχυαν πριν την αντικατάσταση της πρώτης με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και την κατάργηση της δεύτερης με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου και εφαρμόζονται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου άσκησης (16-07-2010) της από 15-07-2010 και με αριθ. καταθ. 6199/16-07-2010 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ήτοι πριν την 1-1-2016 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), στην περίπτωση που κατά την πρωτοβάθμια δίκη δεν είχε προταθεί ή είχε προταθεί απαραδέκτως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός ή είχε απορριφθεί ως αόριστος με την πρωτόδικη απόφαση, είναι δυνατή (μεταξύ άλλων περιπτώσεων που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω) η το πρώτον προβολή ή η παραδεκτή επαναφορά αυτού κατά τη δευτεροβάθμια δίκη, κατ' απόκλιση του διαλαμβανομένου στη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ κανόνα του απαραδέκτου της προβολής νέων ισχυρισμών στην κατ' έφεση δίκη: α) από τον εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής (ή της παρέμβασης). Έτσι, κατά την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου αυτού, παρέχεται στον εφεσίβλητο, ανεξαρτήτως της ιδιότητας που είχε στον πρώτο βαθμό, (δηλαδή του ενάγοντος, του εναγομένου ή του παρεμβαίνοντος), η πρόσθετη δικονομική δυνατότητα της πρότασης απεριορίστως νέων πραγματικών ισχυρισμών, προς υπεράσπιση κατά της έφεσης, υπό την προϋπόθεση ότι με αυτούς δεν επέρχεται μεταβολή της βάσης της αγωγής. Ειδικότερα, ο εναγόμενος, ως εφεσίβλητος, μπορεί να προτείνει στην κατ' έφεση δίκη οποιαδήποτε ένσταση καταλυτική ή διακωλυτική του δικαιώματος που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση (Α.Π. 74/2020, Α.Π. 694/2020, Α.Π. 212/2019, Α.Π. 1043/2010). Οι νέοι αυτοί ισχυρισμοί πρέπει να αναφέρονται στο αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης, όπως αυτό οριοθετείται από τους λόγους έφεσης και αποσκοπούν στη διαφύλαξη του διατακτικού της απόφασης και, συνεπώς, δεν μπορούν να αφορούν σε κεφάλαια που δεν προσβάλλονται με την έφεση (Α.Π. 2312/2009) ή β) οι νέοι ισχυρισμοί που προτείνονται το πρώτον στην κατ' έφεση δίκη να αποδεικνύονται άμεσα, είτε με έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό) και όχι σε συνδυασμό με τεκμήρια, είτε με δικαστική ομολογία του αντιδίκου του προτείνοντος αυτούς (Α.Π. 514/2016 Α.Π. 1500/2007). Αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός είναι και ο ισχυρισμός περί συμβιβασμού και, ως εκ τούτου, περί παραιτήσεως από την ένδικη απαίτηση (Α.Π. 392/2015) Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 871 του Α.Κ., με τη σύμβαση του συμβιβασμού, οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μία φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση, προς την οποία (αβέβαιη σχέση) εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση, αρκεί το αντικείμενο της σύμβασης αυτής να μην έχει εξαιρεθεί από την ιδιωτική πρωτοβουλία, διότι, στην αντίθετη περίπτωση, η εν λόγω σύμβαση θεωρείται ως μη γενομένη (άρθρα 174 και 180 του Α.Κ.). Ειδικά, για τα δικαιώματα των εργαζομένων, που πηγάζουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, γίνεται δεκτό ότι επιτρέπεται η επίλυση και των διαφορών αυτών με συμβιβασμό, όπου όμως υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση ή αβεβαιότητα, είτε σε σχέση με τις νομικές ή πραγματικές προϋποθέσεις, είτε ως προς την έννοια των δικαιωμάτων αυτών και με αμοιβαίες υποχωρήσεις επιλύονται αυτές, οπότε στη περίπτωση αυτή δεν θεωρείται ότι ο συμβιβασμός αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 679 του Α.Κ., 8 Ν. 2112/1920 όπως ισχύει, 8 παρ. 2 και 4 ν.δ/τος 4020/1959, 2 και 5 του Ν. 3198/1955 και επομένως είναι έγκυρος, διότι έτσι αποφεύγει ο εργαζόμενος να αποδυθεί σε δικαστικό αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης. Στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν είναι αμοιβαίες οι υποχωρήσεις και γίνονται μόνο από τον ένα των συμβαλλομένων, τότε δεν υπάρχει συμβιβασμός με την ανωτέρω έννοια, αλλά τυχόν άλλη σχέση (άφεση χρέους, αναγνώριση αξιώσεως) και είναι αδιάφορο το γεγονός ότι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν την μεταξύ τους σύμβαση ως συμβιβασμό (Α.Π. 72/2016, Α.Π. 442/2015, Α.Π. 391/2015, Α.Π. 803/2014, Α.Π. 376/2012). Κατά την κατάρτιση του συμβιβασμού, η συνδρομή των αμοιβαίων υποχωρήσεων δεν λαμβάνεται υπό στενή τεχνική έννοια, αλλά υπό την ευρεία έννοια των συναλλαγών. Συνακόλουθα, η υποχώρηση στην οποία προβαίνει το ένα μέρος δεν είναι απαραίτητο να είναι ισάξια προς την υποχώρηση του άλλου μέρους (Α.Π. 937/2006). Μετά τον συμβιβασμό τερματίζεται οριστικώς η διαφορά και δεν μπορεί να λυθεί με διαφορετικό τρόπο η έννομη σχέση που ρυθμίσθηκε με τον συμβιβασμό. Επομένως, δεν μπορεί κανένα από τα μέρη να προβάλλει ξανά αξιώσεις, από τις οποίες παραιτήθηκε στο πλαίσιο του συμβιβασμού και, εάν τις προβάλλει, αποκρούεται από το άλλο μέρος με την προβολή της γνησίας ανατρεπτικής ένστασης του συμβιβασμού (Α.Π. 569/2019, A.Π. 669/2016, Α.Π. 990/2007).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως " πράγματα " θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται ως αμυντικό ή επιθετικό μέσο με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ. Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 237/2019, Α.Π. 598/2019, Α.Π. 261/2016, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 2019/2007). Ως "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης νοούνται, μεταξύ άλλων, και οι ουσιαστικές ενστάσεις, όπως τυγχάνει η ένσταση συμβιβασμού (άρθρο 871 του Α.Κ.) που συνιστά γνήσια αυτοτελή και ανατρεπτική ένσταση, η παραδοχή της οποίας έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, κατά το μέρος που η τελευταία αφορά αξιώσεις, από τις οποίες ο ενάγων παραιτήθηκε στο πλαίσιο του συμβιβασμού. Επομένως, τον ανωτέρω εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ στοιχειοθετεί και η παραδοχή ενστάσεως, όπως η ένσταση συμβιβασμού, που δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε νομίμως, εκτός αν πρόκειται για ένσταση που μπορούσε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (Α.Π. 1938/2008) περίπτωση περί της οποίας δεν πρόκειται. Από την προαναφερθείσα δε διάταξη του άρθρου 871 του Α.Κ., σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, προκύπτει ότι, ανεξαρτήτως του δοθέντος από τα μέρη νομικού χαρακτηρισμού, πρέπει για την παραδοχή αυτής να έχουν αναφερθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία κατά νόμο περιστατικά που συνιστούν το πραγματικό αυτής και επάγονται την επιδιωκομένη έννομη συνέπεια (Α.Π. 488/2008, Α.Π. 824/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, ως προς τον πρόσθετο λόγο της ένδικης έφεσης, με τον οποίο οι εκκαλούντες παραπονέθηκαν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του την ένσταση συμβιβασμού εκ μέρους του εφεσιβλήτου, η οποία όμως δεν είχε προταθεί παραδεκτώς, με σχετική δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και καταχώρησή της στα οικεία πρακτικά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα ακόλουθα: " ... Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης: "Κατά συνέπεια επήλθε συμφωνία ως προς το ύψος του εφάπαξ ποσού που θα κατέβαλε το εναγόμενο στους ενάγοντες και στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής έγινε παραίτηση από τους ενάγοντες για τυχόν επιπλέον απαίτηση από την αιτία αυτή. Επομένως, η εν λόγω παραίτηση ήταν έγκυρη και είχε ως αποτέλεσμα ...", συνεπώς το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έκρινε επί ένστασης καταρτίσεως συμβιβασμού, όπως λανθασμένα επικαλούνται οι εκκαλούντες, αλλά επί ισχυρισμού παραιτήσεως, ο οποίος ισχυρισμός διαλαμβάνεται στις πρωτοδίκως κατατεθείσες προτάσεις του εναγομένου - εφεσιβλήτου και ως τέτοιος δεν απαιτείτο να δηλωθεί προφορικά στο ακροατήριο και να καταχωρηθεί στα οικεία πρακτικά. Πράγματι, δε, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των επίδικων υπευθύνων δηλώσεων, που παραπάνω αναφέρθηκαν, σε αυτές δεν είχαν εκτεθεί οι προϋποθέσεις του συμβιβασμού, ήτοι: α) εάν υφίστατο σοβαρή αμφισβήτηση και αβεβαιότητα ως προς τα εκατέρωθεν δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων σε σχέση με το ύψος της ως άνω εφάπαξ παροχής, ενόψει και των αντιθέτων αποφάσεων των δικαστηρίων και β) εάν έγιναν αμοιβαίες υποχωρήσεις ως προς το εριζόμενο ζήτημα του ύψους της επίδικης παροχής...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και τον πρόσθετο αυτής λόγο και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την αγωγή.

Με τον πρώτο από τον αριθμό 1 και επικουρικά με τον δεύτερο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου περί παραιτήσεως αυτών από τις επίδικες αξιώσεις τους, αν και αυτό είχε προτείνει ένσταση περί συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, χωρίς όμως η ένσταση αυτή να προταθεί παραδεκτώς, με σχετική προφορική δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και καταχώρησή του στα οικεία πρακτικά. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, για τον έλεγχο της βασιμότητας των σχετικών λόγων αναίρεσης, επισκόπηση των, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εγγράφων προτάσεών του, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο διέλαβε, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό περί συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, που είχε ως αποτέλεσμα την παραίτηση των εναγόντων από τις επίδικες αξιώσεις τους, ως παρεπόμενη συνέπεια, αναφέροντας όλα τα κατά νόμο στοιχεία του συμβιβασμού, ήτοι μνεία της υπάρχουσας αβεβαιότητας ως προς την επίδικη έννομη σχέση, τις αμοιβαίες υποχωρήσεις των μερών, κατά την κατάρτιση των σχετικών συμβιβαστικών συμφωνιών, προς αποφυγή δικαστικού αγώνα αβέβαιης διάρκειας και έκτασης και σε τι συνίσταντο οι υποχωρήσεις αυτές. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης, την ένσταση αυτή περί κατάρτισης σύμβασης εξώδικου συμβιβασμού των εναγόντων με τον ασφαλιστικό τους φορέα με περιεχόμενο παραίτηση από δικαιώματα που απορρέουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου της εργατικής νομοθεσίας, ήτοι ως προς το ποσό του εφάπαξ βοηθήματος, του οποίου αυτοί εδικαιούντο ως αποχωρήσαντες από την ενεργό υπηρεσία, το εναγόμενο δεν προέβαλε παραδεκτώς ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, προκειμένης διαφοράς εκδικαζόμενης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με προφορική δήλωσή του, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και καταχώρισή του στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 256 παρ. 1, 591 παρ. 1 εδ. β και 663 έως 669 του ΚΠολΔ, μη αρκούσης της συναγωγής της προτάσεως της ενστάσεως αυτής από το περιεχόμενο των υποβληθέντων πρωτοδίκως εγγράφων προτάσεών του. Επίσης, όπως προκύπτει από τις από 06-03-2018 έγγραφες προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, το εναγόμενο ως εφεσίβλητο, σε απόκρουση της εφέσεως των εναγόντων και υποστήριξη του διατακτικού της εκκληθείσας απόφασης (άρθρο 527 εδ. 1 του ΚΠολΔ), επανέλαβε, παραδεκτώς πλέον, τον και πρωτοδίκως προβληθέντα ως άνω ισχυρισμό περί συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, ο οποίος, άλλωστε, αποδεικνυόταν και εγγράφως, από τα παραπάνω συμφωνητικά Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που με την προσβαλλομένη απόφασή του εκτίμησε την ανωτέρω περί συμβιβασμού ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ταμείου, που συνιστά γνήσια αυτοτελή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση και η οποία, σε κάθε περίπτωση, περιείχε και μερική τουλάχιστον παραίτηση των εναγόντων από τις επίδικες αξιώσεις τους (πρβλ. Α.Π. 1000/1994), ως προβληθέντα από αυτό ισχυρισμό περί παραίτησης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων από το δικαίωμα παροχής εφάπαξ αποζημίωσης, ως και πρωτοδίκως, ο οποίος, μάλιστα, ισχυρισμός, κατά τις εσφαλμένες, στο σημείο αυτό, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν απαιτείτο να δηλωθεί προφορικά στο ακροατήριο και να καταχωρηθεί στα οικεία πρακτικά, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που δεν είχαν προταθεί. Επομένως, οι, ενιαίως κρινόμενοι πρώτος, κατά το οικείο αυτού σκέλος και δεύτερος λόγοι της αιτήσεως αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των προαναφερομένων αναιρετικών λόγων ως βασίμων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης και καθιστά, ως εκ τούτου, αλυσιτελή την εξέταση του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ περί αφέσεως χρέους (άρθρο 454 Α.Κ.), η οποία προϋπέθετε υπαρκτό και όχι μελλοντικό χρέος, προϋπόθεση όμως η οποία δεν συνέτρεχε, κατά τους αναιρεσείοντες, στην προκειμένη περίπτωση, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διερεύνηση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Αθηνών), που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 5126/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από Δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση.

Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσιβλήτου τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιανουαρίου 2022.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ