Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
EL ·

320/2020320/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Summary AI generated

Απόφαση 320 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 320/2020 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου καÎ...

Απόφαση 320 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 320/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Παπαβαΐτση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία "..., που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Θεοδώρου και 2) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ (Τ.Π.Δ.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Γεωργιάδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-1-2012 αγωγή της "...", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 5-3-2012 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση για παρέμβαση του ήδη 2ου των αναιρεσιβλήτων, την από 31-5-2012 κύρια παρέμβαση της εταιρίας με την επωνυμία "...", καθώς και με την από 11-1-2013 κύρια παρέμβαση της εταιρίας "...". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 353/2013 μη οριστική και 142/2017, όπως αυτή διορθώθηκε με την 297/2017, οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2026/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος της 1ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την 1098806/7623/Δ0010/2-10-2005 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ και με δαπάνες της ανώνυμης εταιρείας "...." και ήδη της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (αναιρεσείουσας), ακινήτου της εταιρείας με την επωνυμία "...", εμβαδού 2.629,79 τ.μ. στο Ο.Τ. .. του Δήμου Αθηναίων για την ανέγερση του 67ου Λυκείου Αθηνών. Με την 316/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσδιορίσθηκε η προσωρινή αποζημίωση της παραπάνω καθ' ής η απαλλοτρίωση, που ανήλθε για την εδαφική έκταση και τα επικείμενά της στο συνολικό ποσό των 7.433.518 ευρώ, καθώς και η δικαστική δαπάνη της καθ' ής η απαλλοτρίωση και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της, συνολικού ύφους 223.455,54 ευρώ. Τα ποσά αυτά κατατέθηκαν από την υπέρ ής η απαλλοτρίωση (...) στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (2° των αναιρεσιβλήτων) και συντάχθηκαν τα ... γραμμάτια σύστασης παρακαταθήκης, η παρακατάθεση δε αυτή δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 468/23-9-2009, τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων και Πολεοδομικών θεμάτων. Πριν από την κατά τα ανωτέρω παρακατάθεση, αλλά και τη δημοσίευση αυτής στο ως άνω ΦΕΚ, δημοσιεύθηκε η 3227/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, μετά από αντίθετες αιτήσεις των δύο πλευρών, προσδιορίσθηκε η οριστική αποζημίωση στο συνολικό ποσό των 7.767.413 ευρώ, ήτοι σε τιμή μεγαλύτερη από εκείνη της προσωρινής αποζημίωσης, ενώ η δικαστική δαπάνη της καθ' ής η απαλλοτρίωση προσδιορίσθηκε σε ποσό μικρότερο από εκείνο που είχε ορισθεί με την απόφαση του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης και συγκεκριμένα ορίσθηκε στο ποσό των 155.948,26 ευρώ, δεδομένου ότι η δικηγορική αμοιβή υπολογίσθηκε σε ποσοστό 2% επί της οριστικής αποζημίωσης (με την απόφαση προσδιορισμού της προσωρινής αποζημίωσης είχε υπολογισθεί σε ποσοστό 3% επί της αποζημίωσης). Η υπέρ ής η απαλλοτρίωση (...) και υπόχρεη προς αποζημίωση δεν παρακατέθεσε τη διαφορά της αποζημίωσης και με την 337/16-12-2010 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής ζήτησε να βεβαιωθεί η αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης που κηρύχθηκε με την ως άνω κοινή υπουργική απόφαση. Η δικαιούχος της αποζημίωσης (...) αντέλεξε στην άρση της απαλλοτρίωσης και κάλεσε την ... να ανακαλέσει την ως άνω απόφασή της, καθώς και τους συναρμόδιους Υπουργούς να μην υπογράφουν την απόφαση για την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης, γιατί, κατά την άποψή της, η απαλλοτρίωση είχε συντελεσθεί νομίμως. Μετά δε την έκδοση της 317/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για την αναγνώρισή της ως δικαιούχου της αποζημίωσης, επιδίωξε να εισπράξει την αποζημίωση από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, πλην όμως το τελευταίο δεν είχε τη δυνατότητα να αποδώσει αυτήν, διότι αφενός δεν είχε προσκομίσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά, προκειμένου να αποδοθεί η αποζημίωση, αφετέρου δε είχε κοινοποιηθεί στην υπηρεσία του το με αριθμό ... έγγραφο του Υπουργείου Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων προς το Υπουργείο Οικονομικών, με το οποίο αιτούνταν την έκδοση πράξης βεβαίωσης αυτοδίκαιης άρσης της απαλλοτρίωσης. Τελικά, εκδόθηκε η 1137703/4867/Δ0010/21-10-2011 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 302/7-11-2011, τεύχος ΑΑΠΘ, με την οποία βεβαιώθηκε η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης, με την αιτιολογία ότι η απαλλοτρίωση δεν είχε συντελεσθεί εμπροθέσμως. Κατά της εν λόγω απόφασης η εταιρεία "..." άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία απορρίφθηκε αμετάκλητα με την 3252/2015 απόφασή του. Η ίδια εταιρεία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 19-1-2012 αγωγή της (με γενικό αριθμό κατάθεσης 12734/2012) κατά του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, με την οποία ζήτησε να καταδικασθεί το εναγόμενο Ταμείο να της καταβάλλει το ως άνω ποσό της προσωρινής αποζημίωσης (7.433.518 ευρώ), καθώς και να της αποδώσει το ποσό των 223.455,54 ευρώ που αφορά τη δικαστική της δαπάνη και αμοιβή του πληρεξουσίου της δικηγόρου, που είχαν καθορισθεί δυνάμει της 316/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η ... άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 31-5-2012 κύρια παρέμβαση κατά της ... και του Τ.Π. και Δ., με την οποία ζήτησε να απορριφθεί η ως άνω από 19-1-2012 αγωγή και να υποχρεωθεί το Τ.Π. και Δ. να της αποδώσει τα παρακατατεθέντα σε αυτό ποσά των 7.433.518 ευρώ της προσωρινής αποζημίωσης και των 223.455,54 ευρώ της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου της ..., νομιμοτόκως από 27-10-2011, όταν και οχλήθηκε σχετικά, άλλως από την επίδοση της παρέμβασης. Επίσης, η δικηγορική εταιρεία με την επωνυμία "...", μέλος της οποίας ήταν ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ..., άσκησε ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου την από 11-1-2013 με γενικό αριθμό κατάθεσης 6420/2013 παρέμβαση κατά του Τ.Π. ΚΑΙ Δ. και κατά της ..., με την οποία ζήτησε να καταδικασθεί το Τ.Π. και Δ. να αποδώσει στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών το ποσό των 223.455,54 ευρώ, άλλως το ποσό των 155.948,26 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις αναφερόμενες ημερομηνίες. Μετά την έκδοση της ως άνω με αριθμό 3252/2015 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, η εταιρεία ... ΑΕ, καθολική διάδοχος της ..., με την από 24-10-2016 κλήση της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών επανέφερε προς συζήτηση τα ως άνω δικόγραφα και ειδικότερα την προαναφερόμενη από 19-1-2012 αγωγή, από την οποία η ενάγουσα ..., με την από 6-3-2017 δήλωση παραίτησης, παραιτήθηκε, καθώς και τις ως άνω παρεμβάσεις. Επί των ως άνω κυρίων παρεμβάσεων, που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η 142/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 297/2017 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία α) έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η κύρια παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας "..." και υποχρεώθηκε το καθού η παρέμβαση Τ.Π. και Δ. (ήδη β' αναιρεσίβλητο) να αποδώσει σ' αυτήν το ποσό των 7.433.518 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κύριας παρέμβασης και β) έγινε δεκτή η κύρια παρέμβαση της ως άνω δικηγορικής εταιρείας (ήδη α' αναιρεσίβλητης) και υποχρεώθηκε το καθού η παρέμβαση Τ.Π. και Δ. να αποδώσει στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών το ποσό των 223.445,54 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση αυτής. Επί των από 11-7-2017 και 22-9-2017 εφέσεων της αναιρεσείουσας και του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, κατά της ως άνω οριστικής απόφασης, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση και αφού το Μονομελές Εφετείο Αθηνών κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της ουσίας τις ανωτέρω κύριες παρεμβάσεις, δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτές και υποχρέωσε το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων να αποδώσει α) στην εταιρεία "... ΑΕ" το ποσό των 7.501.025,28 ευρώ και β) στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών του ποσό των 155.948,26 ευρώ. Την αναίρεση της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 2026/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ζητεί η εταιρεία "... ΑΕ", για τους λόγους που αναφέρονται στην κρινόμενη από 20-7-2018 αίτηση αναίρεσής της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 356/2017). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 575/2016). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 1468/1984, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 63 του ν. 2214/1994 και 10 παρ. 2 του ν. 2516/1997, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του από 26- 6/10-7-1944 διατάγματος "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 109 εδ. δ' του ΕισΝΑΚ, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δεν οφείλει τόκο υπερημερίας από την όχλησή του για την απόδοση της παρακαταθήκης, αλλά μόνο από την επίδοση της σχετικής αγωγής (ΑΕΔ 7/2011) με επιτόκιο 6% ετησίως (ΑΕΔ 25/2012), όπως ισχύει και για τις οφειλές του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ (άρθρο 7 παρ. 2 του ν.δ. 356/1974 "Περί λογιστικού των ΝΠΔΔ", που εξακολουθεί να ισχύει κατ' άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 4337/2015). Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 του π.δ. της 30-12-1926/3- 1-1927 "περί συστάσεως και αποδόσεως παρακαταθηκών...", οι υποχρεωτικές παρακαταθήκες στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, διακρίνονται σε δικαστικές, εγγυοδοτικές και διοικητικές και οι δικαστικές "είτε εις μετρητά είτε αυτούσιοι ουδένα αποφέρουν εκ του Ταμείου τόκον εις τον δικαιούχον...". Στις ενδεικτικά αναφερόμενες δικαστικές παρακαταθήκες περιλαμβάνονται και "αι εκ του τιμήματος και χάριν δημοσίας ωφελείας απαλλοτριουμένων κτημάτων..." (άρθρο 3 περ. 8). Με το άρθρo 18 παρ. 3 του ίδιου π.δ/τος ορίζεται ακόμη ότι και το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων είναι υποχρεωμένο να προβεί σε απόδοση στο δικαιούχο του ποσού που παρακατατέθηκε μετά την υποβολή της σχετικής αίτησης με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά ή το αργότερο μέσα στην επόμενη εργάσιμη ημέρα, με τις προβλεπόμενες εξαιρέσεις. Τέλος, με το άρθρο 1 παρ. 1 του από 19/20-11-1935 α.ν. "Περί προσθήκης διατάξεων τινών εις τον Οργανισμόν του ΤΠΔ" ορίζεται ότι "εις ας περιπτώσεις κατά τον νόμον ο οφειλέτης προς απαλλαγήν των υποχρεώσεών του ενεργεί δικαστικήν παρακαταθήκην της οφειλές του, το Ταμείον, εφ' όσον δεν αρθεί κατά νόμιμον τρόπον το εν τω προσώπω του πιστωτού κώλυμα και εν γένει η περί του προσώπου του πιστωτού αμφιβολία, εναγόμενον δεν υποχρεούται εις πληρωμήν τόκων υπερημερίας και δικαστικών εξόδων". Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι δεν αποκλείεται γενικά η καταδίκη του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων σε καταβολή τόκων υπερημερίας και μπορεί έτσι αυτό, στο οποίο έχει κατατεθεί, κατά το άρθρο 8 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), η οφειλόμενη για τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου αποζημίωση, να καταδικασθεί στην καταβολή τέτοιων τόκων, αν αρνηθεί την απόδοση της αποζημίωσης στο δικαιούχο που δικαστικά αναγνωρίσθηκε, εφόσον, ως προς το πρόσωπο αυτού, δεν υπάρχει αμφιβολία (ΑΠ 356/2017, ΑΠ 575/2016). Στην κρινόμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη 2026/2018 απόφασή του που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την 1098806/7623/Δ0010/ 2-11-2005 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ και με δαπάνες της ανώνυμης εταιρείας "..." και ήδη "... ΑΕ", ακινήτου της εταιρείας "...", 2.629,79 τ.μ., στο Ο.Τ. .. του Δήμου Αθηναίων για την ανέγερση του 67ου Λυκείου Αθηνών. Με την 316/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 17-4-2008, προσδιορίσθηκε η προσωρινή αποζημίωση της καθ' ής η απαλλοτρίωση, με συνολικό ποσό αποζημίωσης 7,433.518 ευρώ, καθώς και η δικαστική δαπάνη και αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της συνολικού ποσού 223.455,54 ευρώ. Τα ποσά αυτά κατατέθηκαν από την ... στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και συντάχθηκαν τα ... ειδικά γραμμάτια σύστασης παρακαταθήκης. Για την εν λόγω παρακατάθεση δημοσιεύθηκε σχετική ειδοποίηση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (τ. Α.Α.Π.Θ. 468/23-9-2009). Προγενέστερα, όμως, και ειδικότερα την 4-6-2009, δημοσιεύθηκε, κατόπιν των από 10-6-2008 και 6-10-2008 αντίθετων αιτήσεων των υπέρ ής και καθ' ής, αντίστοιχα, η απαλλοτρίωση εταιριών, η 3227/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία καθορίσθηκε η οριστική αποζημίωση, σε ύψος μεγαλύτερο της προσωρινής, δηλαδή στο ποσό των 7.767.413 ευρώ και καταδικάσθηκε η υπέρ ης η απαλλοτρίωση ... στην πληρωμή των εν γένει δικαστικών εξόδων τόσο της προσωρινής τιμής, όσο και της οριστικής τιμής, συνολικού ύψους 155.948,26 ευρώ. Η επιπλέον, όμως, διαφορά της αποζημίωσης δεν παρακατατέθηκε από την υπόχρεη προς αποζημίωση... Η εταιρία "...", μετά την έκδοση της 317/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για αναγνώρισή της ως δικαιούχου της αποζημίωσης, κοινοποίησε, την 2-6-2011, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων την απόφαση αυτή, καθώς και τα σχετικά έγγραφα για την είσπραξη της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης. Το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, όμως, δεν είχε τη δυνατότητα απόδοσης της εν λόγω αποζημίωσης, διότι, αφενός μεν η ... δεν είχε προσκομίσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά, προκειμένου να αποδοθεί η αποζημίωση, αφετέρου δε είχε κοινοποιηθεί στην υπηρεσία του το ... έγγραφο του Υπουργείου Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων προς το Υπουργείο Οικονομικών - Διεύθυνση Δημόσιας Περιουσίας, με το οποίο αιτούνταν την έκδοση πράξης βεβαίωσης αυτοδίκαιης ανάκλησης του απαλλοτριούμενου ακινήτου. Τελικώς εκδόθηκε η 1137703/4867/Δ0010/21-10-2011 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (ΦΕΚ τ. Α.Α.Π.Θ. 302/7-11-2011), με την οποία βεβαιώθηκε η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης, με την αιτιολογία ότι η απαλλοτρίωση δεν είχε συντελεσθεί εμπροθέσμως. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης, η εταιρία "..." άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία απορρίφθηκε αμετακλήτως με την 3252/2015 απόφασή του... Περαιτέρω, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων λόγω της ανάκλησης της επίδικης απαλλοτρίωσης και των παραπάνω αναφερομένων δικαστικών διενέξεων μεταξύ της ... και της εταιρίας "...", δεν μπορούσε να αποδώσει τα αιτούμενα από κάθε πλευρά χρηματικά ποσά, αφού υπήρχε από την πλευρά του εύλογη αμφιβολία ως προς το πρόσωπο του δικαιούμενου να λάβει τα ποσά αυτά, όσο και ως προς το ύψος των χρηματικών ποσών, που έπρεπε να αποδοθούν σε έκαστο των αντιδίκων του. Επομένως, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δεν οφείλει τόκους υπερημερίας και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που επιδίκασε τέτοιους τόκους από την επίδοση της κάθε κύριας παρέμβασης, εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε...". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα της απόδοσης στην αναιρεσείουσα της προσωρινής αποζημίωσης και της δικαστικής δαπάνης της ... και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που είχαν κατατεθεί από αυτήν στο Τ.Π. και Δ., πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερομένων στη νομική σκέψη διατάξεων και έτσι δεν στερείται αυτή νόμιμης βάσης. Ειδικότερα με σαφήνεια και πληρότητα παρέθεσε τους λόγους που εμπόδιζαν το Τ.Π. και Δ. να αποδώσει με ασφάλεια σε κάποιο από τα δύο μέρη που ζητούσαν την απόδοση των ως άνω ποσών (στην υπόχρεη σε αποζημίωση και τη δικαιούχο της αποζημίωσης), και συγκεκριμένα παρέθεσε ότι είχαν ασκηθεί από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη τα αναφερόμενα ένδικα μέσα που εκκρεμούσαν ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων, μεταξύ των οποίων η ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας αίτηση της αναγνωρισθείσας ως δικαιούχου της αποζημίωσης εταιρείας "..." για ακύρωση της κοινής υπουργικής απόφασης, με την οποία βεβαιώθηκε η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης, καθώς και οι ένδικες αγωγή και κύριες παρεμβάσεις για απόδοση των παρακατατεθέντων χρηματικών ποσών, και ότι εξαιτίας των ως άνω δικαστικών διενέξεων υπήρχε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων εύλογη αμφιβολία τόσο ως προς το πρόσωπο του δικαιούμενου να λάβει τα αιτούμενα χρηματικά ποσά, όσο και ως προς το ύψος των χρηματικών ποσών που έπρεπε να αποδοθούν σε καθεμία από τις αιτούσες. Επίσης, ορθά δέχθηκε ότι το Τ.Π. και Δ., λόγω της παραπάνω εύλογης αμφιβολίας του, δεν είχε την υποχρέωση να αποδώσει εντόκως τα παρακατατεθέντα σ' αυτό ως άνω χρηματικά ποσά. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις νόμων, ενώ έχει νόμιμη βάση και συγκεκριμένα την απαιτούμενη αιτιολογία και καλύπτεται με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των εφαρμοστέων πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από του αριθμούς 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα.

Κατά το άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ) η δικαστική δαπάνη μετά της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, βαρύνει το υπόχρεο προς αποζημίωση, επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν και παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Κατά δε το άρθρο 8 παρ. 1 του ίδιου νόμου, ο υπόχρεος για την πληρωμή της αποζημιώσεως, της κατά το άρθρο 18 παρ. 4 δικαστικής δαπάνης, καθώς και της αμοιβής των πληρεξουσίων δικηγόρων, που προσδιορίσθηκε δικαστικώς, καταθέτει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, την αποζημίωση υπέρ του δικαιούχου και τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων υπέρ του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ν. 2882/2001, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς, μία αμοιβή του δικηγόρου, σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης, ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων. Ο υπόχρεος προς αποζημίωση οφείλει να καταθέσει τη δικαστική δαπάνη και την αμοιβή του δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του Δικηγορικού Συλλόγου, στον οποίο ο δικηγόρος που παρέστη στη δίκη είναι μέλος του. Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι η αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, λόγω μη παρακατάθεσης πλήρους της καθορισθείσας αποζημίωσης, δεν απαλλάσσει τον υπόχρεο αποζημίωσης από την υποχρέωση παρακατάθεσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής του δικηγόρου του καθού η απαλλοτρίωση, η οποία προσδιορίσθηκε με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης, καθόσον πρόκειται για δαπάνες που έγιναν για τη διεξαγωγή της δίκης καθορισμού της αποζημίωσης του ακινήτου που κηρύχθηκε σε αναγκαστική απαλλοτρίωση με δαπάνες του υπέρ ου αυτή και δεν μπορεί να επιβαρυνθεί της δαπάνης αυτής ο κύριος του ακινήτου που κηρύχθηκε σε απαλλοτρίωση και δεν ευθύνεται για την άρση της απαλλοτρίωσης (ΑΠ 1780/2011, ΑΠ 13/1987). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα της δικαστικής δαπάνης και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου της καθ' ής η απαλλοτρίωση, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "...Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, η ανάκληση της απαλλοτρίωσης οφείλεται σε ενέργειες της υπέρ ης η απαλλοτρίωση εταιρίας ..., η διάταξη δε της 3227/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία καθορίσθηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, εξακολουθεί να ισχύει ως προς τον καθορισμό των δικαστικών εξόδων και της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου της καθής η απαλλοτρίωση και τούτο διότι η δικαστική δαπάνη στη δίκη της απαλλοτρίωσης δεν εξαρτάται από το αποτέλεσμα της δίκης, αλλά προκαλείται από αυτήν την ίδια τη δίκη και επιβαρύνει αυτόν που την προκάλεσε, δηλαδή τον υπόχρεο προς αποζημίωση. Επομένως, η καθορισθείσα δικαστική δαπάνη οφείλεται παρά την άρση της απαλλοτρίωσης, καθόσον πρόκειται για δαπάνες που έγιναν για τη διεξαγωγή της δίκης, η οποία διεξήχθη αποκλειστικά χάριν της ..., που κίνησε την απαλλοτρίωση και την οποία δεν μπορεί να επιβαρύνεται η μη ευθυνόμενη για τη δίκη κυρία του ακινήτου, που είχε κηρυχθεί απαλλοτριωτέο, η οποία, εξάλλου, ούτε κίνησε τη διαδικασία ανάκλησης της απαλλοτρίωσης, ούτε συναίνεσε ποτέ σ' αυτήν. Κατόπιν των ανωτέρω, λόγω της ανάκλησης της απαλλοτρίωσης, η εκκαλούσα εταιρία "... ΑΕ", ως οιονεί καθολική διάδοχος της εταιρίας ..., η οποία παρακατέθεσε το ποσό των 7.433.518 ευρώ της προσωρινής αποζημίωσης, δικαιούται να αναλάβει την αποζημίωση αυτή. Επιπλέον, το ποσό των 155.948,26 ευρώ, που αφορά τη δικαστική δαπάνη και αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου, που ορίσθηκε με την 3227/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υποχρεούται το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων να αποδώσει στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, αφού το μέλος του Χ. Θ., που είναι μέλος και της εφεσίβλητης δικηγορικής εταιρείας, παραστάθηκε στην ανωτέρω δίκη περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών αδράνησε δε να ασκήσει το σχετικό δικαίωμά του, αφού από τη δημοσίευση της σχετικής ειδοποίησης περί της κατάθεσης της δικαστικής δαπάνης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μέχρι την άσκηση της πλαγιαστικώς ασκηθείσας κύριας παρέμβασης της δικηγορικής εταιρείας, ο ΔΣΑ σε ουδεμία ενέργεια προέβη...". Και υπό τις παραδοχές αυτές δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 11-1-2013 πλαγιαστικώς ασκηθείσα κύρια παρέμβαση της δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και υποχρέωσε το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων να αποδώσει στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών το ποσό των 155.948,26 ευρώ. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω μνημονευόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και 8 παρ. 1 του ίδιου νόμου, σύμφωνα με τις οποίες ορθά έκρινε ότι η καθορισθείσα δικαστική δαπάνη και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της καθ' ής η απαλλοτρίωση οφείλεται από την υπέρ ης η απαλλοτρίωση παρά την άρση αυτής και ότι η άρση της απαλλοτρίωσης ουδόλως επηρεάζει την υποχρέωση της υπόχρεης σε αποζημίωση για απόδοση της δικαστικής δαπάνης που καθορίσθηκε με την απόφαση προσδιορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παρά το νόμο την υποχρέωσε να καταβάλει τη δικαστική δαπάνη που καθορίσθηκε με την απόφαση προσδιορισμού της οριστικής αποζημίωσης, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και όχι όταν οι ελλείψεις αυτές αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 24/1992), διότι στην τελευταία αυτή περίπτωση, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η ακυρωτικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου περί τα πράγματα. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα αποδίδει με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, εκθέτοντας ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με ελλιπείς αιτιολογίες ως προς τα πραγματικά περιστατικά δικηγορικών ενεργειών και αντίστοιχων δαπανών και αμοιβών συνάγει ότι, πρέπει να καταβληθεί η δικαστικώς καθορισθείσα δικηγορική αμοιβή, στο ποσό που καθορίσθηκε δικαστικά κατά την οριστική αποζημίωση απαλλοτρίωσης, ενώ ταυτοχρόνως αποδέχεται ότι επήλθε αυτοδίκαιη ανάκληση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Ο λόγος αυτός υπό το ανωτέρω περιεχόμενο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως εκτέθηκε παραπάνω κατά την έρευνα του τρίτου λόγου της αναίρεσης, το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω μνημονευόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, κατά τις οποίες η επιδικασθείσα από το δικαστήριο με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης δικαστική δαπάνη και αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων βαρύνει τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση και υπόχρεο προς αποζημίωση και σε περίπτωση ανάκλησης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, καθόσον η δικαστική δαπάνη στη δίκη της απαλλοτρίωσης δεν εξαρτάται από το αποτέλεσμα της δίκης, αλλά προκαλείται από την ίδια αυτή τη δίκη και επιβαρύνει αυτόν που την προκάλεσε, δηλαδή τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση.

Τέλος, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, όπως εκτίθεται σ' αυτόν, η πρώτη των αναιρεσιβλήτων δικηγορική εταιρεία στο δικόγραφο της κύριας παρεμβάσεώς της, στηρίζει την ιστορική βάση αυτής στον ισχυρισμό ότι δεν έχει ανακληθεί αυτοδικαίως η απαλλοτρίωση αλλά είναι συντελεσθείσα, ότι η κοινή υπουργική απόφαση για την αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είναι παράνομη και πρόκειται να ακυρωθεί από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών και ότι το Εφετείο δεν αξιολόγησε την ως άνω ιστορική βάση της κύριας παρέμβασης, καθόσον, αν αξιολογείτο, θα οδηγούσε στην απόρριψη της. Ο λόγος αυτός (άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ) στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι με την κύρια παρέμβαση η ως άνω δικηγορική εταιρεία ζήτησε πλαγιαστικά να υποχρεωθεί το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων να αποδώσει στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών το ποσό των 223.455,54 ευρώ, άλλως το ποσό των 155.948.26 ευρώ, ήτοι τη δικαστική δαπάνη και αμοιβή δικηγόρου, που είχε οριστεί με την 3227/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών περί καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, θεμελίωσε δε την κύρια παρέμβασή της στην υποχρέωση της δεύτερης καθ' ής η παρέμβαση (υπέρ ης η απαλλοτρίωση) να καταβάλει την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη και αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου της καθ' ής η απαλλοτρίωση ανεξάρτητα από το νόμιμο ή μη της άρσης της απαλλοτρίωσης. Άλλωστε, στην ως άνω παρέμβαση εκτίθεται ότι η ως άνω άρση της απαλλοτρίωσης, ακόμη και αν θεωρηθεί νόμιμη, ουδόλως επηρεάζει την υποχρέωση των καθών για την καταβολή και απόδοση της καθορισθείσας δικαστικής δαπάνης και αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου από την ένδικη απαλλοτρίωση προς το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Είναι, επομένως, αβάσιμος ο λόγος αυτός και πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά τους, μειωμένων, όμως, ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων (Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων) κατά τα άρθρα 63 παρ. 1 του ν. 2214/1994 και 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987, παρ. 1 του ν. 4464/1965, όπως ισχύει, άρθρο 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-7-2018 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης 602/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2026/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων και στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την πρώτη τούτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ