Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
320/2016 AI generated

320/2016 · 320/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 320/2016
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Summary

AI generated

Απόφαση 320 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 320/2016 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ’ Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, ΕÎ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 320/2016

Απόφαση 320 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 320/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Φ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δ. Φ..

Του αναιρεσιβλήτου: Η. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Γκολέμη.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, που παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε ν’ αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης, επειδή, λόγω της πανελλήνιας αποχής των δικηγόρων, ο Δικηγορικός Σύλλογος του Ναυπλίου, του οποίου είναι μέλος, δεν του έδωσε την απαιτούμενη άδεια για να παρασταθεί.

Το λόγο στη συνέχεια έλαβε ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, ο οποίος αντέλεξε στο αίτημα του αντιδίκου του.

Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά της Προέδρου του απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-2-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 864/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 190/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-6-2015 αίτησή του, με την δε από 16-2-2016 αίτησή του, ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 11-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου της από 17-6-2015 αιτήσεως αναιρέσεως της, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, υπ’ αριθμ. 190/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή των αιτήσεων αναιρέσεως και επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για την θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για την γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή. Αντίθετα, η ποσοτική και η ποιοτική αοριστία της αγωγής, που συνίστανται, η μεν στο ότι το δικόγραφο δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, ελέγχονται αναιρετικά ως παραβίαση από τους αριθμούς 8 ή 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 ιδρύεται εάν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για την θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ’ αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για την θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, ενώ ο από τον αριθμό 14 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1182/ 2012, ΑΠ 443/2011). Εξ άλλου, για τη νομιμότητα και το ορισμένο της αγωγής αναπροσαρμογής μισθώματος ακινήτου, στηριζομένης στην διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ. πρέπει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δικ., να αναφέρονται σ’ αυτήν τα εξής: 1) έγκυρη σύμβαση εμπορικής μισθώσεως, 2) μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από την σύναψη της μισθώσεως ή από τον χρόνο της τυχόν προγενέστερης συμβατικής ή νόμιμης αναπροσαρμογής μέχρι τον χρόνο της πρώτης, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, συζητήσεως της αγωγής, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και απρόβλεπτο των λόγων που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή, 3) ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός και στο αρχικά συνομολογημένο ή το μετά την αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο με τον αρχικό ή μετά την αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο. Επομένως, για τη νομιμότητα και το ορισμένο της σχετικής αγωγής πρέπει να ιστορούνται, εκτός από το καταβαλλόμενο μίσθωμα και τα περιστατικά από τα οποία συνάγεται το συγκεκριμένο ύψος του μισθώματος, που θα ανταποκρινόταν στη συναλλακτική καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Τούτο, συνήθως, συμβαδίζει με τη μισθωτική αξία των όμορων ή και παράπλευρων με το μίσθιο ακινήτων, 4) αιτιώδη σύνδεσμο (συνάφεια) μεταξύ της μεταβολής συνθηκών και της ουσιώδους αποκλίσεως του μισθώματος και 5) ορισμένο αίτημα (ΑΠ 423/2008, ΑΠ 2045/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ένδικη από 20.2.2011 αγωγή, το δικόγραφο της οποίας, ως διαδικαστικό έγγραφο, εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 560 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.) εκτίθενται σ’ αυτήν τα ακόλουθα: Δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων με το από 30.6.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος μίσθωσε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένα ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 145,83 τ.μ. με ίσου εμβαδού υπόγειο και περιβάλλοντα ακάλυπτο χώρο, κείμενο στην παραλία της Νέας Κίου Αργολίδας, καθώς επίσης και ένα σύνολο στοιχείων επαγγελματικού εξοπλισμού καταστήματος εστιάσεως, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως εστιατόριο - ψησταριά - καφετέρια - σνακ μπαρ - ζαχαροπλαστείο, για το χρονικό διάστημα από 1.7.2009 έως 30.6.2018, αντί μηνιαίου μισθώματος ύψους 4.144 ευρώ, που καθορίστηκε ενιαίως τόσο για το ακίνητο, όσο και για τον επαγγελματικό εξοπλισμό, συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου και της υπέρ Ο.Γ.Α. εισφοράς, αναπροσαρμοζομένου ετησίως σε ποσοστό 4% και προκαταβαλλόμενου εντός των 5 πρώτων ημερών εκάστου μισθωτικού μηνός. Ότι μετά την σύναψη της ως άνω μισθώσεως επήλθε απρόβλεπτη αρνητική μεταβολή των οικονομικών συνθηκών της χώρας, λόγω λήψεως δημοσιονομικών και άλλων μέτρων, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, εξαιτίας της οποίας επήλθε πτώση του τζίρου των επιχειρήσεων, αύξηση του αριθμού των επιχειρήσεων - καταστημάτων που διέκοψαν την λειτουργία τους, μείωση στην προς μίσθωση ζήτηση ακινήτων, λόγω υπερπροσφοράς αυτών και κατ’ ακολουθίαν, μείωση της μισθωτικής αξίας των ακινήτων γενικά, αλλά και αυτών της περιοχής όπου βρίσκεται το μίσθιο και ότι εξαιτίας των μεταβολών αυτών η μισθωτική αξία του άνω καταστήματος έχει διαμορφωθεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής στο ποσό των 1.346,80 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του τέλους χαρτοσήμου και της εισφοράς Ο.Γ.Α. Ότι μεταξύ του συμφωνημένου μηνιαίου μισθώματος και του ελευθέρου προκύπτει τόσο μεγάλη διαφορά, ώστε επιβάλλεται, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μείωση του μισθώματος στο παραπάνω ποσό, προκειμένου να επέλθει η άρση της δυσαναλογίας των εκατέρωθεν παροχών. Με την επίκληση των πραγματικών αυτών περιστατικών ζήτησε, εκτός άλλων, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, να αναπροσαρμοστεί το μηνιαίο μίσθωμα του επιδίκου μισθίου ακινήτου στο ποσό των 1.346,80 ευρώ, κατ’ άρθρο 288 του Α.Κ. Αυτό το περιεχόμενο και αίτημα έχουσα η ένδικη αγωγή περιέχει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, όλα τα κατά νόμο ανωτέρω αναφερόμενα στοιχεία για τη νομική θεμελίωση του ασκούμενου δι’ αυτής δικαιώματος και δη της αξιώσεως αναπροσαρμογής του μισθώματος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση σ’ αυτήν (αγωγή) χωριστά του μισθώματος που μπορεί να επιτευχθεί για τα επίσης μισθωμένα κινητά πράγματα (επαγγελματικό εξοπλισμό), εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτήν, το μηνιαίο μίσθωμα καθορίστηκε ενιαίως τόσο για το ακίνητο, όσο και για τον επαγγελματικό εξοπλισμό και είναι, συνεπώς, (νομικά) ορισμένη. Με το ν’ αποφανθεί δε το Εφετείο ότι η αγωγή ήταν νομικά ορισμένη και νομικά βάσιμη, χωρίς ν’ αξιώσει, κατά τη νομική εκτίμηση του δικογράφου της σε συνδυασμό με το αγωγικό αίτημα, την αναφορά σ’ αυτήν και του ως άνω στοιχείου και απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό του εφεσιβλήτου εναγομένου εκμισθωτή και ήδη αναιρεσείοντος - τον οποίο είχε προτείνει παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε, ενώπιον του Εφετείου, κατά την συζήτηση της εφέσεως, με τις προτάσεις του - δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., εφόσον δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που είναι αναγκαία για την στήριξη του αγωγικού αιτήματος. Επομένως, δεν παρέλειψε το Εφετείο, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, όπως όφειλε, κατά τον αναιρεσείοντα και συνακολούθως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Η διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 του Α.Κ. Παρέχει δε η διάταξη αυτή στον δικαστή την δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή περιορίσει με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως. Έτσι, ο εκμισθωτής δεν αποκλείεται να ζητήσει κατά το άρθρο 288 του Α.Κ. αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική) μισθώματος, εφόσον εξαιτίας προβλεπτών ή απροβλέπτων περιστάσεων επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης αύξηση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες η εμμονή του μισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη - παρά την ανάγκη κατοχυρώσεως της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται - η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολ.ΑΠ 3/2014, Ολ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 762/2015, ΑΠ 1325/2013, ΑΠ 423/2008, ΑΠ 1487/2005, ΑΠ 1129/2004, ΑΠ 1659/2002, ΑΠ 103/2001). Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (288 Α.Κ.) ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την αναπροσαρμογή του καταβαλλομένου μισθώματος, το οποίο οφείλεται από την επίδοση της αγωγής (ΑΠ 762/2015). Ειδικότερα δε η διεργασία του δικαστηρίου για να αποφασίσει την αναπροσαρμογή συνίσταται στην σύγκριση δύο ποσών, δηλαδή του καταβαλλομένου μισθώματος και του ελευθέρου - για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας - το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσεως του μισθίου και το οποίο, ευρισκόμενο με βάση τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία, πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση (Ολ.ΑΠ 3/2014).Αν μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχει διαφορά δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει περαιτέρω το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε κατά τις αρχές της καλής πίστεως να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Ανάγκη δε αναπροσαρμογής κατά τις αρχές της καλής πίστεως υπάρχει όταν λόγω ουσιώδους μειώσεως της μισθωτικής αξίας του μισθίου επέρχεται ζημιά στον μισθωτή, η οποία υπερβαίνει κατά τα συναλλακτικά ήθη τον κίνδυνο που αυτός αναλαμβάνει, καταρτίζοντας την μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημιά με την μείωση του μισθώματος, επίσης και στην αντίστροφη περίπτωση ζημιάς στον εκμισθωτή, η οποία περιορίζεται με την ανάλογη αύξηση του μισθώματος. Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτεθείσα έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η προκύπτουσα διαφορά, αλλά θα ορισθεί (αναπροσαρμοστεί) το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολ.ΑΠ 3/2014). Τούτο δε καθ’ όσον η αναπροσαρμογή του μισθώματος, κατά την διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., δεν σημαίνει εξουσία του δικαστηρίου να διαμορφώσει το μίσθωμα σε εκείνο ακριβώς το ύψος που μπορεί να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης μισθώσεως με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Αντίθετα σημαίνει ότι το δικαστήριο οφείλει πρώτα να ερμηνεύσει αν μεταξύ του οφειλόμενου, κατά το σύστημα της αντικειμενικής ή συμβατικής αναπροσαρμογής, μισθώματος και εκείνου του "ελευθέρου" υπάρχει διαφορά τόσο σημαντική, ώστε να επιβάλλεται κατά τις αρχές της καλής πίστεως, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του πρώτου (οφειλόμενου) και ύστερα, αν διαπιστώσει τέτοια διαφορά, να αναπροσαρμόσει το ίδιο αυτό μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (ΑΠ 1487/2005). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013). Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013, ΑΠ 1325/2013). Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα, για την έρευνα των λόγων της αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "Με το από 30-06-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό ο εναγόμενος εκμίσθωσε στον ενάγοντα αφ’ ενός ένα ισόγειο κατάστημα μετ’ υπογείου και περιβάλλοντα ακάλυπτου χώρου (ανατολικά, δυτικά και νότια), επιφάνειας του ισογείου 145,83 τ.μ. και του υπογείου 145,83 τ.μ., κείμενο σε κτίριο που βρίσκεται στην παραλία της Ν. Κίου Αργολίδας επί της οδού ... και αφ’ ετέρου ένα σύνολο στοιχείων επαγγελματικού εξοπλισμού καταστήματος εστιάσεως, όπως αυτά αναλυτικά περιγράφονται στο ως άνω συμφωνητικό, αντί μηνιαίου μισθώματος για το πρώτο έτος της μισθώσεως, 4.000 ευρώ, πλέον του νομίμου τέλους χαρτοσήμου ποσοστού 3% επί του ποσού του μισθώματος και της εισφορά Ο.Γ.Α. ποσοστού 20% επί του ποσού του τέλους χαρτοσήμου. Για τα επόμενα συμβατικά έτη της μισθώσεως το ποσό του μισθώματος θα προσαυξάνεται ετησίως σε ποσοστό 4% επί του εκάστοτε καταβαλλόμενου μισθώματος πλέον του νομίμου τέλους χαρτοσήμου και εισφοράς υπέρ Ο.Γ.Α. Εκ των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι για τον προσδιορισμό του μισθώματος ελήφθη υπόψη και η αξία του επαγγελματικού εξοπλισμού, χωρίς όμως να προκύπτει ότι έγινε επιμερισμός του μισθώματος ώστε να καθορισθεί ξεχωριστό μίσθωμα για το ακίνητο και ξεχωριστό μίσθωμα για τον επαγγελματικό εξοπλισμό, αλλά συμφωνήθηκε ενιαίο ποσό καταβαλλόμενου μισθώματος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από τις αρχές του έτους 2010 άρχισαν να αντανακλώνται και σε εγχώριο επίπεδο οι επιπτώσεις της διεθνούς οικονομικής κρίσης, η οποία είχε ξεκινήσει εκτός ευρωπαϊκού πεδίου, ήδη, από τα μέσα του έτους 2008. Η κρίση, δε, αυτή, επισφραγίστηκε από την υπαγωγή της χώρας στο μηχανισμό στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη χρηματοδότησή της από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο το μήνα Μάρτιο του έτους 2010. Το ανωτέρω οικονομικό πασίδηλο γεγονός είχε ως αποτέλεσμα, με αφετηρία το καλοκαίρι του έτους 2010, αλλά κυρίως από τα μέσα του έτους 2011 και εντεύθεν να παγιωθεί ένα κλίμα ευρύτερης οικονομικής αστάθειας, το οποίο έπληξε αναπόφευκτα την επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ περαιτέρω εξέλαβε και κοινωνικές διαστάσεις, δυναμιτίζοντας το δείκτη ποσοστού ανεργίας της χώρας σε άνευ προηγουμένου υψηλά επίπεδα. Η διακοπή λειτουργίας ολοένα και περισσότερων εμπορικών καταστημάτων, ακόμη και εκείνων που βρίσκονται επί των πλέον εμπορικότερων δρόμων της χώρας, αποτελεί φαινόμενο που αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο, ενώ ειδικά ο κλάδος της εκμετάλλευσης των ακινήτων κλυδωνίστηκε ανεπανόρθωτα. Τα γεγονότα αυτά σχετικά με την οικονομική συγκυρία στην οποία βρίσκεται η χώρα είχαν ως αποτέλεσμα την επελθούσα μείωση της μισθωτικής αξίας των ακινήτων. Η ανάγκη δε της γενικότερης αναπροσαρμογής των μισθωμάτων στις εμπορικές μισθώσεις με μείωση αυτών, λόγω των παραπάνω εξελισσόμενων οικονομικών περιστάσεων επιβεβαιώνεται και από τη βούληση του νομοθέτη, ο οποίος προέβη στη σύσταση επιτροπών διακανονισμού για τις εμπορικές μισθώσεις με το άρθρο 15 Ν. 4013/2011 (ΦΕΚ Α’ 204/15-9-2011). Ενόψει των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι από το χρόνο κατάρτισης του από 30-6-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού και προσδιορισμού του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 4.000 ευρώ μέχρι την άσκηση της αγωγής (4-4-2011) επήλθε μεν μεταβολή των οικονομικών συνθηκών της χώρας, η οποία δεν ήταν απρόβλεπτη, ωστόσο εξελίχθηκε κατά τρόπο, που υπερέβη τις δυσοίωνες προβλέψεις οικονομικών αναλυτών, όπως αποδεικνύεται από την πλειάδα των οικονομικών μέτρων, που επακολούθησαν κατά το χρονικό διάστημα από το δεύτερο μισό του έτους 2011 και εφεξής, τα οποία και κορυφώθηκαν το έτος 2012. Ειδικότερα, κατά το χρονικό διάστημα από την κατάρτιση της ανωτέρω τροποποιητικής συμφωνίας μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής ακολούθησε ένα διάστημα αυξανόμενης οικονομικής αβεβαιότητας, το οποίο χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων από τη λήψη περαιτέρω μέτρων λιτότητας, τα οποία συνοδεύονται από διαδοχικές περικοπές μισθών και συντάξιμων αποδοχών και την ταυτόχρονη αύξηση της φορολογίας. Η δυσμενής αυτή κατάσταση, η οποία κορυφώθηκε, κατά τα προαναφερθέντα, το έτος 2012 έχει λάβει πλέον μόνιμο χαρακτήρα, με αλυσιδωτές συνέπειες σε όλες τις εκφάνσεις της ελληνικής οικονομίας. Εξαιτίας, δε, αυτής έχει πληγεί και η εμπορική κίνηση των καταστημάτων και των επιχειρήσεων με αναγκαίο επακόλουθο τη μείωση της πελατείας τους σε μεγάλο βαθμό. Τα ανωτέρω σε κάθε περίπτωση συνιστούν ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών, στις οποίες τα συμβαλλόμενα μέρη στήριξαν τη σύναψη της σύμβασης μίσθωσης (αρχικής και τροποποιητικής), καθώς η παρατεταμένη ύφεση έχει περιορίσει την καταναλωτική κίνηση της επιχείρησης της ενάγουσας, με αναγκαίες επιπτώσεις και στα έσοδα αυτής. Η ανωτέρω, μάλιστα, γενικευμένη κατάσταση της πτωτικής πορείας των εσόδων των εμπορικών επιχειρήσεων με την ταυτόχρονη άνοδο των εξόδων λειτουργίας τους, αντικατοπτρίζεται και στη μισθωτική αξία των προσφερομένων προς μίσθωση καταστημάτων στην ίδια περιοχή, η οποία κατ’ ακολουθία των ανωτέρω εμφανίζει καθοδική τάση, ενόψει της χαμηλής αποδοτικότητας των επιχειρήσεων που στεγάζονται σε αυτά. Ειδικότερα, ο ενάγων ως συγκριτικά στοιχεία επικαλείται: α) για ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 180,00 τ.μ., αποτελούμενο από μία (1) κύρια αίθουσα, κουζίνα, τρία (3) w.c. και στεγασμένο αποθηκευτικό χώρο μαζί με τον υπόλοιπο ακάλυπτο χώρο του όλου ακινήτου - οικοπέδου που υπάρχει βόρεια, δυτικά και νότια του καταστήματος καθώς και τμήμα ταράτσας (κουζίνας) επί της οποίας υπάρχουν εγκαταστάσεις, όπως ντεπόζιτα, φουγάρα, εγκαταστάσεις εξαερισμού και θέρμανσης, το οποίο (κατάστημα) βρίσκεται σε ακίνητο (οικόπεδο), εμβαδού 1.107,00 τ.μ., στην Νέα Κίο Αργολίδας και επί της παραλιακής οδού ... [σε απόσταση περίπου εκατό μέτρων (100 μ.) από το μίσθιο κατάστημα και έμπροσθεν επί της παραλίας], που βάσει του σχετικού μισθωτηρίου συμφωνητικού μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως εστιατόριο, καφετέρια, μπαρ, ζαχαροπλαστείο καθώς και για κάθε άλλη χρήση έχουσα σχέση με τουριστική δραστηριότητα και επ’ αυτού λειτουργούσε επιχείρηση εστιατορίου καταβαλλόταν από την 1/5/2009 έως την 30/4/2010 ως μηνιαίο μίσθωμα το ποσό των 1.559,87 € πλέον τέλους χαρτοσήμου, β) για ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 85,00 τ.μ., κείμενο στην εμπορικότατη θέση της πλατείας Συντάγματος στην τουριστική όμορη πόλη του Ναυπλίου Αργολίδας, στην συμβολή της πλατείας Συντάγματος με την οδό ..., όπου στεγάζεται επιχείρηση καφετέριας - σνακ μπαρ και εμπορίου παγωτού με την ονομασία "...", καταβάλλεται από την 1/10/2010 μέχρι και την 31/12/2012 μηνιαίο μίσθωμα ποσού 1.040,00 €, συμπεριλαμβανομένου του νομίμου τέλους χαρτοσήμου και της εισφοράς υπέρ Ο.Γ.Α., γ) για ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 134,00 τ.μ., κείμενο επί της οδού ... 12, στην εμπορικότατη και τουριστική όμορη πόλη του Ναυπλίου Αργολίδας, όπου στεγάζεται επιχείρηση εστιατορίου - ταβέρνας με την ονομασία "...", καταβάλλεται από την 1/3/2010 μέχρι και την 28-2-2011 μηνιαίο μίσθωμα ποσού εξακοσίων εβδομήντα δύο ευρώ (672,00 €), πλέον του νομίμου τέλους χαρτοσήμου και της εισφοράς υπέρ Ο.Γ.Α., δ) για μίσθιο ακίνητο καφέ - μπαρ - εστιατορίου και ενοικιαζόμενων δωματίων, το οποίο βρίσκεται στο τουριστικό θέρετρο του Τολού Αργολίδας, κείμενο επί της οδού ..., έμπροσθεν στο χώρο της παραλίας, αποτελούμενο (α) από τον ημιυπόγειο χώρο, που χρησιμοποιείται ως καφέ - μπαρ - εστιατόριο, συνολικού εμβαδού περίπου 55,00 τ.μ., (β) από το ισόγειο, που αποτελείται από την είσοδο, το σαλονάκι και δύο (2) ενοικιαζόμενα δωμάτια, συνολικού εμβαδού περίπου 55,00 τ.μ., (γ) από τον πρώτο (1ο) όροφο που αποτελείται από τρία (3) ενοικιαζόμενα δωμάτια, συνολικού εμβαδού περίπου 55,00 τ.μ., και (δ) από το δώμα της ταράτσας με μια μικρή κουζίνα, καταβαλλόταν από την 15/3/2008 μέχρι και την 14/3/2011 ετήσιο μίσθωμα ποσού 15.000,00 €, πλέον του ημίσεως του νομίμου τέλους χαρτοσήμου και της εισφοράς υπέρ Ο.Γ.Α. και από την 15/3/2011 μέχρι την 14/3/2013 καταβάλλεται ετήσιο μίσθωμα ποσού δώδεκα χιλιάδων ευρώ (12.000,00 €), πλέον του ημίσεως του νομίμου τέλους χαρτοσήμου και της εισφοράς Ο.Γ.Α. Οι ως άνω μισθώσεις πέραν της προσφορότητάς τους ή μη ως συγκριτικών στοιχείων, αποτελούν ένδειξη περί της εν γένει μείωσης της μισθωτικής αξίας των ακινήτων της περιοχής. Άλλωστε αποτελεί πασίδηλο γεγονός, ότι εξαιτίας της ανωτέρω μόνιμης πλέον δυσμενούς οικονομικής κατάστασης, οι μισθωτικές αξίες των επαγγελματικών χώρων γνωρίζουν προοδευτική μείωση. Ενόψει των προαναφερομένων, της θέσης αλλά και της κατάστασης του μισθίου, και της αξίας του επαγγελματικού εξοπλισμού αυτού (η οποία κατά το μάρτυρα του εναγομένου ανέρχεται σε 150.000 ευρώ) το Δικαστήριο κρίνει ότι η πραγματική μισθωτική αξία του επιδίκου μισθίου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, η οποία μπορεί να επιτευχθεί σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών δεν υπερβαίνει το ποσό των 3.200 ευρώ μηνιαίως. Η πιο πάνω, επομένως, διαφορά μεταξύ του συμφωνημένου μισθώματος (4.000 €) του εν λόγω μισθίου και αυτού που προκύπτει από την άνω πραγματική αξία του μισθίου (3.200 €), υπερβαίνει τον κίνδυνο που ανέλαβε ο ενάγων μισθωτής κατά την κατάρτιση της επίδικης συμφωνίας, ώστε η εμμονή του εναγομένου στην πληρωμή του μισθώματος που προκύπτει από τον τελευταίο να αντιστρατεύεται τις αρχές της καλής πίστης και την απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα. Κρίνεται επομένως, αναγκαία η περιστολή του συμφωνημένου και μισθώματος προκειμένου η παροχή του ενάγοντα να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο εκπλήρωσης. Η διατήρηση άλλωστε της διαφοράς αυτής, η οποία τελεί σε άρρηκτη αιτιώδη συνάφεια με την προεκτεθείσα επί τα χείρω εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης της χώρας (αφού δίχως αυτή δεν θα επερχόταν μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου), επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει καταφανώς τους όρους καλόπιστης εκπλήρωσης της ενοχής. Με βάση τα δεδομένα αυτά, προς περιορισμό της ζημιάς και άρση της διαταραχθείσας καλής πίστης πρέπει να αναπροσαρμοστεί -μειωθεί το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων (3.200) ευρώ, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής και εφεξής μέχρι τη λήξη της μίσθωσης αναπροσαρμοζόμενου ετησίως σύμφωνα με τους όρους του από 30-6-2009 συμφωνητικού". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 864/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, με την οποία η επικουρική βάση της αγωγής (από το άρθρο 288 του Α.Κ.) είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά την επικουρική βάση της και αναπροσάρμοσε το μηνιαίο μίσθωμα του επιδίκου μισθίου ακινήτου από το ποσό των 4.000 ευρώ, στο ποσό των 3.200 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την εφαρμοσθείσα ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση της εν λόγω διατάξεως (του άρθρου 288 του Α.Κ.). Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται το ύψος του συμφωνημένου - ενιαίως τόσο για το μίσθιο ακίνητο, όσο και για τον επαγγελματικό εξοπλισμό - και καταβαλλομένου μηνιαίου μισθώματος, που ανερχόταν στο ποσό των 4.000 ευρώ, εκτίθενται τα διάφορα συγκριτικά στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη και διαλαμβάνεται ότι η πραγματική μισθωτική αξία του επιδίκου μισθίου κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, η οποία μπορεί να επιτευχθεί σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, δεν υπερβαίνει το ποσό των 3.200 ευρώ μηνιαίως. Περαιτέρω, το Εφετείο, αφού δέχεται ότι, εξ αιτίας της μόνιμης πλέον δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως, οι μισθωτικές αξίες επαγγελματικών χώρων γνωρίζουν προοδευτική μείωση, προέβη, πριν, από την αναπροσαρμογή του μισθώματος, στην σύγκριση των δύο ποσών (συμφωνημένου μισθώματος και ελευθέρου τοιούτου) και αξιολογώντας την διαπιστωθείσα μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχουσα διαφορά ως τοιαύτη, εξ αιτίας της οποίας δημιουργείται, κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, η ανάγκη αναπροσαρμογής του συμφωνημένου και καταβαλλομένου μισθώματος, επεδίκασε αυτήν (διαφορά) στο σύνολό της, κρίνοντας ότι η μείωση του μηνιαίου μισθώματος στο επίπεδο των 3.200 ευρώ είναι αναγκαία, προκειμένου να αρθεί, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και να αποκατασταθεί η διαταραχθείσα καλή πίστη. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, που ασκείται επικουρικά, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι προσδιορίστηκε η συνολική μισθωτική αξία του μισθίου ακινήτου και του μισθωμένου επαγγελματικού εξοπλισμού χωρίς να ληφθεί υπόψη η αντίστοιχη μισθωτική αξία των μισθωμένων κινητών πραγμάτων, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, εφόσον, όπως έχει ήδη εκτεθεί, το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε ενιαίως τόσο για το ακίνητο, όσο και για τον επαγγελματικό εξοπλισμό, χωρίς δηλαδή τον διαχωρισμό του ή με αναφορά αναλογίας τους στο συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 288 του Α.Κ., τον οποίο η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων και ειδικότερα, η αναφορά στην αντίστοιχη μισθωτική αξία των μισθωμένων κινητών πραγμάτων.

Συνεπώς, ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και να καθορίζεται τόσο το περιεχόμενό του, όσο και ο νόμιμος τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Το γεγονός δε ότι σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 24/2015, ΑΠ 443/ 2011, ΑΠ 2062/2007). Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στην δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 600/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες κυρίως από τον αριθμό 1 και επικουρικώς από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., από το γεγονός ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 288 και 361 του Α.Κ., δεν προέβη, κατά τον εκ μέρους του προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας των ενδίκων μισθίων, στην συνεκτίμηση των επικαλουμένων εξασφαλιστικών όρων της ασφάλειας των συναλλαγών, συνισταμένων ειδικότερα στο γεγονός ότι ο ήδη αναιρεσίβλητος - ενάγων - μισθωτής κατά την διάρκεια της μισθώσεως δεν κατέβαλε μίσθωμα για χρονικό διάστημα επτά (7) μηνών, ωφεληθείς έτσι το ποσό των 28.000 ευρώ από μισθώματα και 1.008 ευρώ από το επ’ αυτών αναλογούν τέλος χαρτοσήμου. Στο αναιρετήριο όμως δεν γίνεται επίκληση ότι προβλήθηκε ο παραπάνω ισχυρισμός ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 572 παρ. 1 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δικ. "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση" και κατά την παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η εξέταση της αιτήσεως επαναφοράς προϋποθέτει το μεν παραδοχή της αναιρέσεως, το δε ταυτότητα μεταξύ της εκτελεσθείσας και της αναιρεθείσας αποφάσεως, δηλαδή η εκτέλεση, εκούσια ή αναγκαστική, πρέπει να έγινε με βάση την αναιρούμενη απόφαση και όχι άλλο τίτλο (ΑΠ 511/2011, ΑΠ 1462/2004). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το από 16.2.2016 αυτοτελές δικόγραφο, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, κατά την επ’ αυτού σηµείωση του αρµόδιου γραµµατέα, στις 17-2-2016, δηλαδή πριν από την συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 19.2.2016, κατά την οποία ανεβλήθη για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ζήτησε την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 177/2015 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως του ήδη αναιρεσιβλήτου και με την οποία αυτός (ήδη αναιρεσείων) επιτάσσεται να καταβάλει στον ήδη αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 38.386,28 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, ως διαφορές μεταξύ του συμφωνημένου και καταβαλλομένου μηνιαίου μισθώματος του επιδίκου μισθίου και εκείνου που καθορίστηκε τελικώς με την ως άνω προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της ένδικης αγωγής και εφεξής, δυνάμει της οποίας αυτός (αναιρεσίβλητος) έχει προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση του αναφερομένου ακινήτου, ιδιοκτησίας του. Πρόκειται, επομένως, για αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτελέσεως κατάσταση, η οποία (εκτέλεση) έγινε όχι με βάση την προσβαλλομένη απόφαση, η κατά της οποίας αναίρεση απορρίπτεται κατά τα ανωτέρω, αλλά με βάση άλλο τίτλο και συγκεκριμένα την ως άνω διαταγή πληρωμής, με άμεση δικονομική συνέπεια να ελέγχεται ως αβάσιμη, λόγος για τον οποίο και πρέπει να απορριφθεί. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και η αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγουμένη της εκτελέσεως κατάσταση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.6.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 31/2015 αίτηση για αναίρεση της 190/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Απορρίπτει την από 16.2.2016 αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγουμένη της εκτελέσεως κατάσταση.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε, στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Απριλίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ