320/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 320 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated320/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 320 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 320 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 320/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ Κ.Τ.Ε.Λ. ΝΟΜΟΥ ΛΑΡΙΣΑΣ - ΑΝΩΝΥΜΗ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ - ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φίλιππο Κώτσιο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Κ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ευριπίδη Κωνσταντίνου και Ελευθέριο Σκαλίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/4/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και τις από 23/2/2009 και 29/10/2009 ανακοινώσεις δίκης-προσεπικλήσεις-παρεμπίπτουσες αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 316/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 284/2014 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/9/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 20/2/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 30/9/2014 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 284/2014 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του αριθμ.559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27, 28/1998, ΑΠ 1047/2010). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 18, 22α και 22β του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιρειών", 31 και 32 του Εμπορικού Νόμου, 68, 714, 297, 298 ΑΚ προκύπτει ότι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ανώνυμης εταιρείας ευθύνονται έναντι του νομικού προσώπου της εταιρείας, για την ζημία που προξενείται στην εταιρεία συνεπεία πταίσματος τους από δόλο ή από αμέλεια κατά την παραβίαση των υποχρεώσεών τους πίστης και ότι η ευθύνη τους αυτή υπάρχει και κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών του Αστικού Κώδικα (αρθ.914, 919), όταν η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψή τους αποτελεί και αδικοπραξία, που θεμελιώνει άμεση και αυτοτελή υποχρέωση προς αποζημίωση. Στις περιπτώσεις αυτές ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης, που στρέφεται κατά του νομικού προσώπου της εταιρείας, την προς αποζημίωση αξίωση έχει το αμέσως ζημιωθέν νομικό πρόσωπο της εταιρείας το οποίο, νομιμοποιείται να ασκήσει την σχετική αγωγή κατά των μελών της διοικήσεως κατά τους όρους των άρθρων 22β του ιδίου Νόμου 2190/1920 (ΑΠ 1483/2010). Κατά το άρθρο αυτό, αρ.22β Ν.2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιρειών" όπως προστέθηκε με το άρθρο 9 του ΝΔ 4237/1962 και όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 5 του άρθρου 10 Ν.2339/1995 και ίσχυε, πριν τροποποιηθεί από το άρθρο 31 Ν.3604/2007, οριζόταν ότι: "1.Οι αξιώσεις της εταιρείας κατά των μελών του Δ.Σ. εκ της διοικήσεως των εταιρικών υποθέσεων ασκούνται υποχρεωτικά, εάν αποφασίσει τούτο η Γενική Συνέλευση με απόλυτη πλειοψηφία ή ζητήσουν τούτο από το Δ.Σ. μέτοχοι εκπροσωπούντες το ένα τρίτο (1/3) του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου. Η αίτηση της μειοψηφίας λαμβάνεται υπόψη, μόνο εάν βεβαιωθεί ότι οι αιτούντες έγιναν μέτοχοι τρείς (3) τουλάχιστον μήνες προ της αιτήσεως. Οι παραπάνω προϋποθέσεις δεν απαιτούνται στην περίπτωση που η ζημία οφείλεται σε δόλο των μελών του Δ.Σ. 2)Η αγωγή δέον να εγερθεί εντός έξι (6)μηνών από της ημέρας της Γ.Σ. ή της υποβολής της αιτήσεως. 3)Προς διεξαγωγήν της δίκης η Γ.Σ. δύναται να διορίσει ειδικούς εκπροσώπους. Εάν η ενάσκησις της αξιώσεως ζητείται από την μειοψηφίαν ή εν περιπτώσει καθ'ης ή υπό της προηγουμένης παραγράφου καθοριζόμενη προθεσμία ήθελε παρέλθει άπρακτος, δύναται ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου της περιφερείας εις την οποίαν εδρεύει η εταιρεία, αιτήσει της μειοψηφίας, υποβαλλόμενη εντός μηνός από της λήξεώς της εν τη προηγουμένη παραγράφου προθεσμίας, κατά την διαδικασίαν του άρθρου 634 της Πολιτικής Δικονομίας, να διορίσει ειδικούς εκπροσώπους της εταιρείας προς διεξαγωγήν του δικαστικού αγώνως. Η δαπάνη της δίκης για το διορισμό των ειδικών εκπροσώπων και για την επιδίωξη των αξιώσεων της εταιρείας βαρύνει την τελευταία. 4)Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται και ως προς την ευθύνη των προσώπων που δεν είναι μέλη διοικητικού συμβουλίου και ασκού εξουσίες σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 22". Εκ του ανωτέρω άρθρου σαφώς προκύπτει ότι οι αξιώσεις της εταιρίας εναντίον των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της, οι οποίες απορρέουν από ζημιογόνα (εξαιτίας αμέλειας) διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων, ασκούνται από το Δ.Σ. υποχρεωτικά, εφόσον όμως το αποφασίσει προηγουμένως η γενική συνέλευση, με απόφαση που λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία ή εφόσον το ζητήσουν από το Δ.Σ. μέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα τρίτο (1/3) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, υπό την προϋπόθεση ότι οι αιτούντες έγιναν μέτοχοι της εταιρίας τρείς (3) τουλάχιστον μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης προς άσκηση της εταιρικής αγωγής. Οι ανωτέρω προϋποθέσεις (του πρώτου εδαφίου της πρώτης παραγράφου του άρθρου 22β Ν.2190/1920) δεν απαιτούνται, μόνο όταν η ζημία οφείλεται σε δόλο των μελών του διοικητικού συμβουλίου, οπότε το Δ.Σ. δύναται να ασκήσει την εταιρική αγωγή χωρίς προηγούμενη απόφαση της γενικής συνέλευσης ή χωρίς προηγούμενη αίτηση μετόχων που εκπροσωπούν το 1/3 του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου (ΑΠ 1483/2010 ΑΠ 1298/2000). Οι ανωτέρω διατάξεις έχουν εφαρμογή και ως προς τις ανώνυμες εταιρίες των υπεραστικών ΚΤΕΛ της χώρας, διότι σύμφωνα με τη διάταξη του αρθρ.3 παρ.6 Ν.2963/2001 "Οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων επιβατικών μεταφορών με λεωφορεία", οι εταιρίες αυτές διέπονται από τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου και του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920. Κατά το άρθρο 26 παρ.2 Ν.2931/2001 ορίζεται ότι ο Πρόεδρος του Δ.Σ. έχει αρμοδιότητες να: α)να ασκεί τη διεύθυνση και διαχείριση του ΚΤΕΛ β)εκτελεί τις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΤΕΛ. γ)Μεριμνά για τη λήψη μέτρων που αποσκοπούν στην κανονική εκτέλεση της συγκοινωνίας κ.λπ. δ)Εκπροσωπεί το ΚΤΕΛ ενώπιον κάθε δικαστηρίου και άλλης Αρχής. Το Δ.Σ. μπορεί να αναθέτει την εκπροσώπηση αυτή, για συγκεκριμένες περιπτώσεις, σε ένα ή περισσότερα μέλη αυτού ή στον Διευθυντή του ΚΤΕΛ και μη υπάρχοντος αυτού σε υπάλληλο του ΚΤΕΛ ή σε νομικό σύμβουλο της επιλογής του.
Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του Ν.2963/2001 αναφορικά με τις εταιρίες ΚΤΕΛ, και συγκεκριμένα στο άρθρο 3 παρ.6, προβλέπεται ότι οι εταιρίες αυτές διέπονται από το Ν.2190/1920 που ισχύει για τις ανώνυμες εταιρίες μαζί και με τις ειδικές διατάξεις του Ν.2963/2001. Στο ως άνω άρθρο 26 παρ.2 Ν.2963/2001 περιγράφονται οι αρμοδιότητες του Προέδρου του Δ.Σ. χωρίς πάντως να περιλαμβάνει ειδικότερη πρόβλεψη αναφορικά με τη δυνατότητα του προέδρου του Δ.Σ. να ασκείσει την εταιρική αγωγή μόνος του χωρίς απόφαση της Γενικής Συνέλευσης. Καθόσον η άσκηση αγωγής δεν αποτελεί άσκηση "διεύθυνσης και διαχείρισης" του ΚΤΕΛ ως αναγόμενη σε αρμοδιότητα της Γενικής Συνέλευσης που κατά την 26 παρ.2β είναι υποχρεωμένος ο Πρόεδρος του Δ.Σ. να εκτελεί τις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου του ΚΤΕΛ. Το δε άρθρο 23 ορίζει ότι το άρθρο 26 έχει εφαρμογή και ισχύ μέχρι την μετατροπή του ΚΤΕΛ σε Α.Ε.
Εν προκειμένου από την παραδεκτή επισκόπηση του εγγράφου της δίκης (αγωγή, προτάσεις, απόφαση) το αναιρεσείων ΚΤΕΛ ισχυρίσθηκε στην ένδικη αγωγή ότι ο εναγόμενος - αναιρεσίβλητος διετέλεσε πρόεδρος του Δ.Σ. και αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος της ενάγουσας Α.Ε. κατά τη χρονική περίοδο από 30-10-2003 έως 16-10-2006 και διαχειρίστηκε κατά το χρονικό αυτό διάστημα τις εταιρικές υποθέσεις της ενάγουσας σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας και του καταστατικού της εταιρίας, και επίσης, σύμφωνα με το περιεχόμενο των αποφάσεων που έλαβε κατά καιρούς το Δ.Σ. της εταιρίας. Ότι με απόφασή του, η οποία περιλήφθηκε στο υπ'αριθμόν 10/30-10-2003 πρακτικό του, το Δ.Σ. της ενάγουσας μεταβίβασε στον εναγόμενο όλες τις αρμοδιότητές του, όπως αυτές περιγράφονται ενδεικτικά στα άρθρα 23 και 24 του καταστατικού της εταιρίας και κάθε άλλη αρμοδιότητα εκπροσώπησης της εταιρίας έναντι παντός τρίτου, έστω και μη ρητώς αναγραφομένη στο καταστατικό και όρισε ότι η εταιρία δεσμεύεται με μόνη την υπογραφή αυτού (του εναγομένου) και του Διευθύνοντος Συμβούλου, ενεργούντων είτε από κοινού είτε μεμονωμένα έκαστος. Ότι μεταξύ των υποθέσεων της ενάγουσας που διαχειρίστηκε ο εναγόμενος, ήταν και η υπόθεση των πρακτόρων αυτής στο Σταθμό Λεωφορείων της Θεσσαλονίκης, Η. Σ. και Η. Α., οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι την ολιγωρία και αμελή στάση και αδράνεια του εναγομένου απέναντί τους και απέναντι στα συμφέροντα της ενάγουσας, υπεξαίρεσαν, αντίστοιχα, ο πρώτος το συνολικό ποσό των 82.024,35 ευρώ και ο δεύτερος το ποσό των 48.293,35 ευρώ, τα οποία παρέμειναν ανείσπρακτα μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, παρά τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες της ενάγουσας και δεν διαφαίνεται ελπίδα για την είσπραξη αυτών των ποσών, λόγω της αφερεγγυότητας των ανωτέρω πρακτόρων.
Για τους λόγους αυτούς η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει σ'αυτή το συνολικό ποσό των 130.317,70 ευρώ ως αποζημίωση, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επόμενη ημέρα της επιδόσεως αντιγράφου της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενό της, με την ένδικη αγωγή ασκούνται αξιώσεις της ενάγουσας εταιρίας εναντίον μέλους του διοικητικού συμβουλίου της, οι οποίες απορρέουν από ζημιογόνα (εξαιτίας αμέλειας), διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων αυτής εκ μέρους του εναγομένου.
Συνεπώς, η άσκηση αυτών των αξιώσεων προϋποθέτει: 1)προηγούμενη απόφαση της γενικής συνέλευσης της ενάγουσας που λαμβάνεται με απόλυτη πλειοψηφία ή 2)προηγούμενη αίτηση προς το διοικητικό συμβούλιο της ενάγουσας εκ μέρους μετόχων που εκπροσωπούν το ένα τρίτο (1/3) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου και έγιναν μέτοχοι της εταιρίας τρείς (3) τουλάχιστον μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης προς άσκηση της εταιρικής αγωγής. Περαιτέρω το Δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν ιστορείται καθόλου ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε μετά από: 1)προηγούμενη απόφαση της γενικής συνέλευσης της ενάγουσας, η οποία λήφθηκε με απόλυτη πλειοψηφία, ή 2)προηγούμενη αίτηση προς το διοικητικό συμβούλιο της ενάγουσας εκ μέρους μετόχων της που εκπροσωπούν το ένα τρίτο (1/3) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου. Εν συνεχεία δε έκρινε ότι, αντίθετα από το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων της ενάγουσας ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπου αναφέρεται ότι ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας ΚΤΕΛ έχει αρμοδιότητα να ασκήσει την εταιρική αγωγή ακόμη και χωρίς προηγούμενη αντίστοιχη απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, συνάγεται ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε, μολονότι δεν συνέτρεχαν η ανωτέρω προϋποθέσεις του αρθρ.22ιβ παρ.1 Ν.2190/1920. Δεχόμενο τ'ανωτέρω το Δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή επειδή δεν αναφέρει ότι ασκήθηκε σύμφωνα με τις ανωτέρω προϋποθέσεις, είναι αόριστη και απορριπτέα. Με το ν'αποφανθεί ως ανωτέρω το Δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τις διατάξεις του αρθρ.22β παρ.1 Ν.2190/1920 ούτε και τη διάταξη του άρθρου 26 παρ.2 Ν.2963/2001 που αφορά μόνο το ζήτημα της εκπροσώπησης του ΚΤΕΛ και όχι το δικαίωμα ασκήσεως αγωγής για επιδίωξη αξιώσεως από αμέλεια, όπως πρόκειται κατά τ'ανωτέρω.
Κατ'ακολουθίαν ο εκ του αρθρ.559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος.
Ενόψει των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά της 284/2014 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης, διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθρ. 495 παρ.4 ΚΠολΔ άρθρο 12 Ν.4055/2612) και τέλος να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος του αναιρεσείοντος ΚΤΕΛ ΛΑΡΙΣΑΣ και υπέρ του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και για τις προτάσεις που κατέθεσε (αρθ.176, 183 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ.284/2014 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Διατάζει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, και Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ