Legislator Swiss Legal AI Agent Case Law & Legislation
EL ·

320/2014320/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Summary AI generated

Απόφαση 320 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 320/2014 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ A2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ ΚλÎ...

Απόφαση 320 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 320/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2. Α. Ρ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Αντώνιο Βγόντζα και Διαμαντή Μπιλιάνη .

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. των κληρονόμων του αποβιώσαντος Μ. Σ., ήτοι α)Α. χηρ. Μ. Σ., το γένος Ν. Π., κατοίκου ..., β) Ε. συζ. Α. Μ. το γενος Μ. Σ., κατοίκου ..., γ) Ά. συζ. Χ. Γ., τα ο γένος Μ. Σ., κατοίκου ... και δ)Ε. συζ. Γ. Ν. το γένος Μ. Σ., κατοίκου ..., 3. Των κληρονόμων της αποβιωσάσης Ά. Ι. Σ., το γένος Κ. Κ. που παρίστανται και ατομικά ήτοι : 4α). Ι. Σ. του Γ. και 5β) Μ. Σ. του Γ. Κ. Β.,, κατοίκων .... Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Καλαβρό και Γεώργιο Μέντη. Οι υπό στοιχεία 2α, 2β. 2δ,, 4α και 5β εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Βεργανελάκη, ενώ η υπό στοιχείο 2γ παραστάθηκε με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-1999 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης και την από 17-2-1999 κύρια παρέμβαση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-11-2011 αίτησή τους και τους από 7-8-2013 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 10-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων, με την αναφερόμενη στο σκεπτικό επισήμανση, ως προς τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό σκέλος του (στοιχΑ1.2 και Α2).

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πρόσθετους αυτής λόγους προσβάλλεται η 112/11 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η έφεση των ήδη αναιρεσειόντων και εξαφανίστηκε η 155/2000 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Το Πρωτοδικείο συνεκδικάζοντας την από 10/2/99 αγωγή της 1ης αναιρεσίβλητης, για ακύρωση της πώλησης που έγινε με το αναφερόμενο σ' αυτήν συμβόλαιο και την (εκτιμηθείσα ως αγωγή από 17/2/99) κύρια παρέμβαση των αναιρεσειόντων, για αναγνώριση της συγκυριότητάς τους στα περιγραφόμενα σ' αυτήν επίκοινα ακίνητα και για επιδίκαση σ' αυτούς της επί των επικοίνων ξενοδοχειακής επιχείρησης, είχε δεχτεί την από 10/2/99 αγωγή και είχε απορρίψει την, εκτιμηθείσα ως αγωγή από 17/2/99, κύρια παρέμβαση. Στη συνέχεια το Εφετείο, δικάζοντας επί των ανωτέρω δικογράφων, απέρριψε την από 10/2/99 αγωγή και δέχτηκε μερικώς την από 17/2/99 κύρια παρέμβαση-αγωγή, μόνον ως προς το αίτημα αναγνώρισης της συγκυριότητας των αναιρεσειόντων στα εν λόγω ακίνητα. Από τα άρθρα 438, 440 και 441 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα συμβολαιογραφικά έγγραφα, ως δημόσια έγγραφα, αποτελούν πλήρη απόδειξη, χωρίς να επιτρέπεται ανταπόδειξη παρά μόνο διά της προσβολής τους ως πλαστών, όχι ως προς όλα όσα περιέχονται σε αυτά, αλλά μόνο ως προς όσα ο συμβολαιογράφος αναφέρει ότι έγιναν από τον ίδιο ή ενώπιόν του. Ως προς την αλήθεια των δηλώσεων των δικαιοπρακτούντων ή τρίτων που εμφανίσθηκαν ενώπιόν του για την οποία ο συμβολαιογράφος δεν έχει ιδίαν αντίληψη, χωρεί ανταπόδειξη και χωρίς προσβολή του εγγράφου ως πλαστού. Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμό .../64 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ζαχαρία Βογιάκη που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου (αρ. …, τόμος …), οι Ι. Θ. του Γ., Ι. Σ. του Γ. και Μ. Σ. του Γ. αγόρασαν και έγιναν συγκύριοι κατά ποσοστό 50% ο πρώτος και 25% ο καθένας των λοιπών εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου "εις θέσιν ... βορειοανατολικά του ... ... αγρόν ακαλλιέργητον εκτάσεως του όλου (κατά το συμβόλαιο αυτό) τριάκοντα ενός (31) στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως και αν είναι ούτος πλέον ή έλαττον πλησιαζόμενον κτήμασι ανατολικώς Ν. Χ. ή Μ. ή Δ., δυτικώς Α. Μ., νοτίως με παλαιόν δρόμον Ρογδιάς και βορείως με παραλία (χειμέριον κύμα), το οποίο στην από 23.4.98 (υπ' αριθμ. 2197/98) αγωγή επί της οποίας, κατά τα προεκτεθέντα, η δίκη καταργήθηκε, φέρεται ως έκτασης 40.000 τ.μ. Περαιτέρω, οι ίδιοι ως άνω αγοραστές, δυνάμει των .../64, .../64, .../72 και .../72 συμβολαίων αγοράς, συνένωσης, ανταλλαγής και διανομής του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ζαχαρία Βογιάκη που μεταγράφηκαν νόμιμα, απέκτησαν κατά τα ίδια ως άνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου, τη συγκυριότητα και ενός άλλου ομόρου ακινήτου, δυτικά του ως άνω, συνολικής έκτασης 13.000 τ.μ. (για την ακρίβεια κατά τα συμβόλαια αυτά 13.005 τ.μ.), με σύνορα ανατολικά με ιδιοκτησία Ανώνυμης Εταιρίας "Τουριστικών Επιχειρήσεων ΑΚΤΗΣ ΑΜΜΟΥΔΑΡΑ ΑΕ", δυτικά με το ως άνω ακίνητο των ιδίων, νότια με αγροτική οδό και βόρεια με θάλασσα, το οποίο δεν συμπεριλαμβανόταν στην αγωγή επί της οποίας η δίκη καταργήθηκε. Τα δύο αυτά ακίνητα, ανεξάρτητα του ότι αποκτήθηκαν με διαφορετικούς τίτλους, εφόσον οι συγκύριοι αυτών ήταν οι ίδιοι με τα αυτά ακριβώς ποσοστά, ως συνεχόμενα (όμορα) ακίνητα θεωρούνται ως ενιαίο ακίνητο, έστω και χωρίς προηγούμενη δήλωση των συγκυρίων για την ενοποίησή τους, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στις ανωτέρω νομικές σκέψεις. Επίσης, οι ίδιοι ως άνω ήταν συγκύριοι ακριβώς κατά τα ίδια ποσοστά εξ αδιαιρέτου ενός τρίτου, μη ομόρου, ανεξάρτητου αγροτεμαχίου, όπου υπήρχε παλιά γεώτρηση, έκτασης 90,64 τ.μ., το οποίο στην αγωγή επί της οποίας η δίκη καταργήθηκε κατά τα προεκτεθέντα φέρεται ως έκτασης 100 τ.μ., κείμενο στη θέση "..." της ίδιας κτηματικής περιφέρειας Δήμου …, με σύνορα βόρεια με αγροτική οδό και νότια, ανατολικά και δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Σ. Το ως άνω ποσοστό του (50%) επί όλων των ως άνω ακινήτων ο Ι. Θ., αργότερα το 1972, με το υπ' αριθμό .../92 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ι. Καλλιτεράκη το εισέφερε (μεταβίβασε) στην πρώτη εφεσίβλητη-αντεκκαλούσα εταιρεία "…" (αριθμ. μεταγραφής …, τόμος … Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου), προς δημιουργία κεφαλαίου αυτής, εκδοθείσας της υπ' αριθμό 12483/72 απόφασης του νομάρχη Χανίων, η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμό 312/72 ΦΕΚ Δελτίο Ανωνύμων Εταιρειών και ΕΠΕ. Στις 17.10.97 αποβίωσε ο Ι. Σ. του Γ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Ά. χήρα Ι. Σ. και τα εγγόνια του Ι. Σ. του Γ. και Μ. Σ. του Γ., τρεις τελευταίοι εφεσίβλητοι-αντεκκαλούμενοι, την κληρονομία του οποίου αποδέχτηκαν με την πάροδο της προθεσμίας αποποίησης και δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος κληρονομητηρίου, διαμορφωθέντων έτσι των ποσοστών εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας επί των ως άνω ακινήτων, για την εταιρεία "…" σε 50%, για το Μ. Σ. σε 25%, για την Ά. χήρα Ι. Σ. σε 6,25%, για τον Ι. Σ. του Γ. σε 9,375% και για τη Μ. Σ. του Γ. επίσης σε 9,375%. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εταιρεία "...", πρώτη εκκαλούσα-πρώτη αντεκκαλουμένη και ο Α. Ρ., δεύτερος εκκαλών-δεύτερος αντεκκαλούμενος, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../98 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Γασπαρινάτου-Τζουγανάτου, το οποίο νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου στον τόμο ... με αύξοντα αριθμό …/67, αγόρασαν από τους Μ. Σ. του Γ., Ά. χήρα Ι. Σ., Ι. Σ. του Γ. και Μ. Σ. του Γ. το ανήκον σ' αυτούς συνολικό ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και μάλιστα κατά ποσοστό 49% η πρώτη (εταιρεία) και 1% ο δεύτερος (ιδιώτης). Ειδικότερα αγόρασαν: 1) το ως άνω ακίνητο του υπ' αριθ. .../64 συμβολαίου, έκτασης 31.000 τ.μ., το οποίο όμως στο παρόν (υπ' αριθμό .../98) συμβόλαιο φέρεται ως έκτασης 30.812,55 τ.μ., με σύνορα βόρεια με υπόλοιπο τμήμα που ανήκει από κοινού στους πωλητές και στην εταιρεία "…", το οποίο διεκδικείται από το Ελληνικό Δημόσιο και πέραν αυτού με παραλία και αιγιαλό, νότια με κοινοτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία ίδιων πωλητών και κληρονόμων Ι. Θ. και δυτικά με το ξενοδοχείο "ΑΓΑΠΗ BEACH", ιδιοκτησίας Σ., 2) τμήμα του ως άνω ακινήτου των 13.000 τ.μ. των ανωτέρω υπ' αριθμούς .../64, .../64, .../72 και .../72 συμβολαίων, έκτασης 8.738,53 τ.μ., το οποίο τμήμα κατά το συμβόλαιο αυτό (αρ. .../98) συνορεύει (εφάπτεται) δυτικά με το ως άνω ακίνητο των 31.000 τ.μ., βόρεια με το υπόλοιπο τμήμα που ανήκει από κοινού στους πωλητές και τους κληρονόμους Ι. Θ., το οποίο διεκδικείται από το Ελληνικό Δημόσιο και πέραν αυτού με ζώνη παραλίας και αιγιαλό, νότια με κοινοτική οδό και ανατολικά με ιδιοκτησία Ν. Μ. (ξενοδοχείο CANDIA MARIS) και 3) το ως άνω αγροτεμάχιο έκτασης 90,64 τ.μ. Έτσι, μετά την ως άνω αγοραπωλησία του υπ' αριθμό .../98 συμβολαίου, συγκύριοι εξ αδιαιρέτου των ως άνω ακινήτων και συγκεκριμένα του ακινήτου των 31.000 τ.μ., του ακινήτου των 8.73853 τ.μ. (τμήματος του ακινήτου των 13.000 τ.μ. το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα αποτελούσε ενιαίο ακίνητο με εκείνο των 31.000 τ.μ.) και του ακινήτου των 90,64 τ.μ. κατέστησαν η εταιρεία "…" κατά ποσοστό 50%, η εταιρεία "..." κατά ποσοστό 49% και ο Α. Ρ. κατά ποσοστό 1%. Τέλος, με το υπ' αριθμό .../06 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Γασπαρινάτου-Τζουγανάτου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ως άνω Α. Ρ. μεταβίβασε (σε εκκρεμοδικία) το δικό ποσοστό (1%) επί των ως άνω ακινήτων στην εταιρεία "...", έτσι ώστε σήμερα συγκύριες εξ αδιαιρέτου αυτών των ακινήτων να είναι οι ως άνω δύο εταιρείες κατά ποσοστό 50% η κάθε μία. Ο ισχυρισμός της εταιρείας "…", ότι η ως άνω εταιρεία "..." και ο ιδιώτης Α. Ρ. κανένα δικαίωμα συγκυριότητας δεν απέκτησαν επί του ακινήτου των 31.000 τ.μ. δυνάμει του .../98 προμνησθέντος συμβολαίου, ισχυρισμός, άλλωστε, που αποτελεί το λόγο ακύρωσης του ως άνω συμβολαίου, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, διότι, όπως αποδείχτηκε, οι ανωτέρω αγοραστές ("..." και Α. Ρ.) δεν αγόρασαν από τους πωλητές (Μ. Σ., Ά. χήρα Ι. Σ., Ι. Σ. και Μ. Σ.) το εξ αδιαιρέτου συνολικό ποσοστό τους (50%) επί διαιρετού τμήματος αυτού του ακινήτου, αλλά το εξ αδιαιρέτου ποσοστό τους επί όλου του ακινήτου, το οποίο, κατά το υπ' αριθμό .../64 συμβόλαιο φέρεται ως έκτασης 31.000 τ.μ. κατά δε το υπ' αριθμό .../64 συμβόλαιο φέρεται ως έκτασης 30.812,55 τ.μ., της μικρής αυτής απόκλισης δικαιολογημένης, διότι και στα δύο αυτά συμβόλαια τα όρια συμπίπτουν και γίνεται λόγος για το μικρότερο ή μεγαλύτερο της έκτασης κατά τη μέτρηση. Σε αυτή την κρίση άγεται το παρόν δικαστήριο, διότι η εταιρεία "…" στην πληθώρα των δικογραφημάτων της παρούσας υπόθεσης (αγωγές, προτάσεις πρώτου και δεύτερου βαθμού), αλλού υπολογίζει την έκταση αυτού του ακινήτου σε 37.000 τ.μ., αλλού σε 39.000 τ.μ. και αλλού σε 40.000 τ.μ., ενώ το αληθές είναι ότι η έκταση αυτή είναι 31.000 τ.μ. το πέραν δε αυτού υπολογιζόμενο από την ως άνω εταιρεία τμήμα αποτελούσε και αποτελεί τμήμα παλιού δημοσίου κτήματος (παλιό αιγιαλό) έκτασης 5.458 τ.μ., το οποίο ήδη κρίθηκε αμετάκλητα ότι ανήκε και ανήκει στο Δημόσιο με τις 14/02 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, υπ' αριθμό 343/05 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κρήτης και υπ' αριθμό 897/09 απόφαση του Αρείου Πάγου, οι οποίες εκδόθηκαν επί της υπ' αριθμό Γ. 3069/472/91 αγωγής των: 1) εταιρείας "...", 2) Ι. Σ. του Γ. και 3) Μ. Σ. του Γ. και του Ελληνικού Δημοσίου (το οποίο μάλιστα είχε ασκήσει και ανταγωγή), για το λόγο δε αυτό με την υπ' αριθμό 668/00 αναβλητική απόφαση του ιδίου δικαστηρίου η παρούσα υπόθεση αναβλήθηκε μέχρι τελεσιδικίας επί της ως άνω υπ' αριθμό Γ. 3069/472/91 αγωγής, περαιτέρω δε έκταση 3004 τ.μ. αποτελούσε και αποτελεί αιγιαλό (κοινόχρηστο χώρο), για τη χρήση δε αυτών (5.458+3.004 τ.μ.) επί σειρά ετών καταβάλλεται στο Δημόσιο αποζημίωση αυθαίρετης χρήσης (βλ. προσκομιζόμενες πληθώρα αποφάσεων καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης, οι οποίες εκδόθηκαν επί προσφυγής της ίδιας ως άνω εταιρείας και της οικογένειας Σ. κατά πρωτοκόλλων καθορισμού αποζημίωσης), γεγονός που καταδεικνύει ότι οι αρχικοί συγκύριοι Ι. Θ., Μ. Σ. και Ι. Σ. προέβησαν σε αυθαίρετη κατάληψη του ως άνω δημόσιου κτήματος (παλιού αιγιαλού) και αιγιαλού, επεκτείνοντας παράνομα το ακίνητο των 31.000 τ.μ., στα δε τμήματα των 5.458 και 3.004 τ.μ. ποτέ δεν απόκτησαν συγκυριότητα με χρησικτησία, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εταιρεία "...", αφού επ' αυτών ήταν αδύνατη κατά νόμο η άσκηση οποιασδήποτε νομής. Περαιτέρω αποδείχτηκε, ότι οι προμνησθέντες αρχικοί συγκύριοι Ι. Θ., Μ. Σ. και Ι. Σ., το έτος 1968, με βάση την υπ' αριθμό 367/68 άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Ηρακλείου, ανήγειραν επί συνολικής (κατά την άδεια) επιφανείας 55.860 τ.μ. ένα ξενοδοχείο με τον τίτλο "ΑΚΤΗ ΚΡΗΤΗΣ-CRETA BEACH", αποτελούμενο από: 1)..., 2)..., 3)..., 4)..., 5)..., 6)..., 7)..., 8)..., 9)..., 10)..., 11)..., 12)..., 13)...και 14).......Τα κτίσματα αυτά του ξενοδοχείου κατασκευάστηκαν και βρίσκονται σήμερα, κατά ποσοστό περίπου 70% επί του ως άνω ακινήτου των 31.000 τ.μ., κατά ποσοστό περίπου 20% επί του ακινήτου των 8.738,53 τ.μ. και, τέλος, κατά ποσοστό περίπου 10% επί των αυθαιρέτως ως άνω καταληφθέντων δημοσίου κτήματος (παλιού αιγιαλού) 5.458 τ.μ. και αιγιαλού (κοινόχρηστου χώρου) 3.004 τ.μ. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι το ως άνω ξενοδοχείο από το έτος 1968 είχε εκμισθωθεί από τους τότε συγκυρίους στην εταιρεία "ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΡΗΤΗΣ GOLD LUCK EΠΕ", συμφερόντων του ομίλου "Η.", η οποία το εκμεταλλεύτηκε επί σειρά ετών μέχρι το έτος 1998, η δε αποβολή αυτής διατάχθηκε με την υπ' αριθμό 504/96 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία υλοποιήθηκε το 1998. Επίσης, αποδείχτηκε ότι με την υπ' αριθμό 1844/98 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου (ασφαλιστικών μέτρων) διορίστηκε ως διαχειριστής της επιχείρησης του ξενοδοχείου ο Γ. Θ. του Ι. και με την υπ' αριθμό 652/99 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου διορίστηκε ως συνδιαχειριστής ο Γ. Φ., μέλος του Δ.Σ. της εταιρείας "...". Σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα, ναι μεν η αμέσως παραπάνω εταιρεία και ο Α. Ρ. απόκτησαν κατά ποσοστό 49% και 1% εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα επί των ανωτέρω ακινήτων των 31.000 τ.μ. και 8.738,52 τ.μ. (στην ουσία ενός ενιαίου ακινήτου 39.738,52 τ.μ.) και των επί αυτών κτιριακών εγκαταστάσεων, δημιουργηθείσας, κατά τα προεκτεθέντα στις νομικές σκέψεις, κοινωνίας δικαιώματος επ' αυτών (εδάφους και κτιριακών εγκαταστάσεων) με την εταιρεία "..." (50%), καθώς και όμοια συγκυριότητα και κοινωνία κατά τα αυτά ποσοστά επί του ακινήτου των 90,64 τ.μ., στο οποίο, όπως αποδείχτηκε, παλιά υπήρχε γεώτρηση και σήμερα αντλιοστάσιο, όμως, δεν αποδείχθηκε ότι αυτή (εταιρεία Η. και ιδιώτης Α. Ρ.) είχαν τη συνεκμετάλλευση της επιχείρησης του εν λόγω ξενοδοχείου, αφού όπως αποδείχθηκε, τη συνεκμετάλλευση αυτού ως επιχείρηση είχαν οι αρχικοί συγκύριοι Ι. Θ. (και αντ' αυτού μετέπειτα από το 1972 η εταιρεία "...") και οι Μ. Σ. και Ι. Σ., οι οποίοι την εκμίσθωσαν από το 1968 μέχρι το 1998 στην εταιρεία "GOLD LUCK EΠΕ", μετέπειτα δε η εκμετάλλευση αυτής της επιχείρησης συνεχίστηκε από ίδιους ή τους κληρονόμους τους, άσχετα αν η οικογένεια Σ. μεταβίβασε το δικό της συνολικό ποσοστό επί του εδάφους και των κτιριακών εγκαταστάσεων στους ανωτέρω αγοραστές, πράγμα το οποίο, κατά τα προεκτεθέντα στις νομικές σκέψεις , δεν σήμαινε και δημιουργία κοινωνίας επί του δικαιώματος της επιχείρησης του ξενοδοχείου, το δε γεγονός ότι ο προμνησθείς Γ. Φ., μέλος του Δ.Σ. της εταιρείας "...", διορίστηκε το 1998 συνδιαχειριστής αυτού του ξενοδοχείου, χωρίς ν' αποδειχτεί ότι και πράγματι άσκησε συνδιαχείριση με τον επίσης προμνησθέντα πραγματικό διαχειριστή Γ. Θ. (υιό του Ι. Θ.), δεν είναι στοιχείο ικανό που να οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι η ως άνω εταιρεία και ο Α. Ρ. κατέστησαν συνεκμεταλλευτές της επιχείρησης του ξενοδοχείου.

Συνεπώς, το αίτημα περί αναγνώρισης του δικαιώματος της εταιρείας "..." και του Α. Ρ. κατά ποσοστό 49% και 1%, αντίστοιχα, επί των ακινήτων των 31.000 τ.μ. και 90,64 τ.μ. είναι κατ' ουσίαν αβάσιμο, ενώ το περί διανομής αίτημα, με τη μορφή της επιδίκασης του ξενοδοχείου, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμο, εφόσον δεν αποδείχθηκε η συμμετοχή αυτών στην επιχείρηση του ξενοδοχείου. Περαιτέρω, όμως, ακόμη και αν αυτό συνέβαινε, δηλαδή και αν υπήρχε συνεκμετάλλευση της επιχείρησης και από αυτούς, το αίτημα της διανομής με τη μορφή της επιδίκασης της επιχείρησης και πάλι είναι κατ' ουσίαν αβάσιμο, διότι οι κτιριακές εγκαταστάσεις αυτού του ξενοδοχείου είναι κατασκευασμένες και βρίσκονται, όπως προεκτέθηκε, επί του ακινήτου των 31.000 τ.μ., επί του ακινήτου των 8.738,52 τ.μ. (θεωρουμένου ως ενιαίου ακινήτου με το προηγούμενο), καθώς και επί των ως άνω αυθαιρέτως καταληφθέντων τμημάτων των 5.458 τ.μ. και 3.004 τ.μ. και επομένως, αφού δεν ζητείται η διανομή και του ακινήτου των 8.738,52 τ.μ., αλλά μόνον εκείνου των 31.000 τ.μ. και του ακινήτου των 90,64 τ.μ., δεν είναι δυνατή η αιτούμενη διανομή με επιδίκαση της επιχείρησης, αλλά και κανενός είδους διανομή, ήτοι αυτούσια με πώληση σε πλειστηριασμό, για τον ίδιο λόγο, δηλαδή για το λόγο ότι δεν ζητείται η διανομή και του ακινήτου των 8.738,532 τ.μ., ενιαίου πλέον με εκείνου των 31.000 τ.μ.".

Με τον 1ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως (στοιχ. Α.3) αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη αποδεικτικού μέσου και συγκεκριμένα του .../98 πωλητήριου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Γασπαρινάτου-Τζουγανάτου, ως δημοσίου εγγράφου, που αποτελεί πλήρη απόδειξη κατ' άρθρο 438 ΚΠολΔ, ως προς το βεβαιούμενο από τη συμβολαιογράφο περιεχόμενο των δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων και το οποίο οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει στο Εφετείο, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι με το εν λόγω συμβόλαιο μεταβιβάστηκε σ' αυτούς και το δικαίωμα συνεκμετάλλευσης και συνδιαχείρισης της ξενοδοχειακής επιχείρησης. Στο επικαλούμενο και παραδεκτώς επισκοπούμενο περιεχόμενο του ανωτέρου συμβολαίου που προσκομίζεται από τους αναιρεσείοντες αναφέρει κατά λέξιν (και) τα ακόλουθα : "Είναι γνωστό στους αγοραστές ότι συγκυρία του πωλούμενου υπ' αριθ. 1 γηπέδου (ξενοδοχείο CRETA BEACH) είναι η Ανώνυμη Εταιρεία "..." κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου. Η τελευταία με αίτησή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, είχε επιτύχει με την 1795/1855/1996 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, το διορισμό ως προσωρινού διαχειριστού της κοινωνίας, του Ι. Θ., ο οποίος και διαχειρίστηκε την επιχείρηση του ξενοδοχείου, αφ' ης αποδόθηκε αυτό από την προηγούμενη μισθώτρια εταιρεία GOΟD LUCK EΠΕ και μέχρις ότου αυτός περί τα Σεπτεμβρίου τρέχοντος έτους τραυματίστηκε σε τροχαίο ατύχημα στα Χανιά, συνεπεία του οποίου και απεβίωσε την 30/10/1998 στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ηρακλείου. Μετά τον θάνατον του Ι. Θ. διορίστηκε ως προσωρινός διαχειριστής ο Γ. Ι. Θ. δυνάμει της 1844/1883 ΑΣΦ/98 αποφάσεως του ιδίου Δικαστηρίου. Οι πωλητές και ο δικαιοπάροχός τους Ιωάννης Γ. Σ.ς, κατά δήλωση των πωλητών, δεν αναμείχθηκαν καθόλου στη διαχείριση του ξενοδοχείου CRETA BEACH αφ' ης τούτο απεδόθη από την εταιρεία GOΟD LUCK EΠΕ και μέχρι σήμερα. Συμφωνείται ότι αν το αποτέλεσμα των συγκεκριμένων διαχειρίσεων είναι χρεωστικό, τότε το αντίστοιχο χρέος οφείλουν να καταβάλλουν οι αγοραστές, των πωλητών απαλλασσομένων τελείως από το εν λόγω βάρος. Οι δε πωλητές εκχωρούν από σήμερα προς τους αγοραστές την αξίωση για λογοδοσία κατά του διαχειριστή Γ. Θ. και κατά των κληρονόμων του Ι. Θ. καθώς και κάθε άλλο δικαίωμα που αυτοί έχουν από το νόμο για ανάκληση του διαχειριστή. Συμφωνείται επιπρόσθετα ότι στην περίπτωση κατά την οποία από τη δραστηριότητα των άνω διαχειριστών ή και προγενέστερα έχουν γεννηθεί οποιασδήποτε φύσεως υποχρεώσεις προς τρίτους ή το Δημόσιο, σε σχέση με τη λειτουργία του ξενοδοχείου, έστω κι αν αυτές δεν έχουν επιβεβαιωθεί, οι τελευταίες θα βαρύνουν κατά το ανάλογο ποσοστό τους αγοραστές, των πωλητών απαλλασσομένων κάθε σχετικής υποχρέωσης. Εάν από τη μέχρι σήμερα λειτουργία του ξενοδοχείου αλλά και την εφεξής, ήθελαν ανακύψει ζητήματα αναφορικά με το προσωπικό που απασχολήθηκε ή θα απασχοληθεί (λ.χ. απόλυση-αποζημίωση-επαναπρόσληψη κλπ) αυτό θα αφορά τους αγοραστές και ενδεχομένως το διαχειριστή, απαλλασσομένων πλήρως των πωλητών". Από το ως άνω περιεχόμενο του επίμαχου συμβολαίου προκύπτει ότι οι εμπεριεχόμενες σ' αυτό δηλώσεις μαρτυρίας των πωλητών περί του ότι αυτοί και ο δικαιοπάροχός τους δεν αναμείχτηκαν στη διαχείριση του ξενοδοχείου δεν είναι δικαιοπρακτικές, ώστε να έχουν την αυξημένη αποδεικτική δύναμη του άρθρου 441 παρ. 1 ΚΠολΔ. Κατά τα λοιπά διαλαμβάνονται σ' αυτό δικαιοπρακτικές δηλώσεις των συμβληθέντων, περί υποχρεώσεως των αγοραστών να καταβάλουν το τυχόν χρεωστικό υπόλοιπο των συγκεκριμένων διαχειρίσεων, περί εκχωρήσεως από τους πωλητές στους αγοραστές της αξίωσής τους για λογοδοσία κατά του διαχειριστή και των κληρονόμων του Ι. Θ., αλλά και για ανάκληση του διαχειριστή, περί επιβάρυνσης των αγοραστών με τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις προς τρίτους ή το Δημόσιο, καθώς και έναντι του προσωπικού, περί των οποίων όμως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων δεν πρόκειται στην ένδικη περίπτωση, καθόσον δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης. Κατά συνέπεια, αλυσιτελώς γίνεται επίκληση αυξημένης αποδεικτικής δύναμης του εν λόγω εγγράφου, σε σχέση με το αντικείμενο της δίκης. Η δε οποιαδήποτε τυχόν πλημμέλεια αναφορικά με την εκτίμηση του περιεχομένου του εν λόγω συμβολαίου για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, κατά του περιεχομένου των εμπεριεχόμενων στο εν λόγω συμβόλαιο δικαιοπρακτικών δηλώσεων χωρούσε ανταπόδειξη και χωρίς προσβολή του ως πλαστού. Κατόπιν τούτων ο 1ος λόγος αναιρέσεως κατά το παραπάνω μέρος του (στοιχ. Α.3), όπως προβάλλεται, είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006). Με μέρος, επίσης, του 1ου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως (στοιχ. Α.4) αποδίδεται στο Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ παραβιάζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 785, 786, 787, 788, 793, 794, 795, 798, 799, 800, 801 του ΑΚ και 480, 480Α, 483, 484 ΚΠολΔ, τις οποίους ερμήνευσε εσφαλμένα, κατά την εφαρμογή τους στα περιστατικά της ένδικης υπόθεσης, καθόσον με βάση τους εν λόγω κανόνες το Εφετείο έπρεπε να δεχτεί ότι με τη μεταβίβαση στους αναιρεσείοντες της ιδανικής μερίδας των δικαιοπαρόχων τους επί της ξενοδοχειακής επιχείρησης, μεταβιβάστηκαν ταυτόχρονα σ' αυτούς όχι μόνο τα εμπράγματα επ' αυτής, αλλά και τα ενοχικά, καθώς και τα δικαιώματα διαχείρισης και εκμετάλλευσης της ξενοδοχειακής επιχείρησης. Όμως, ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω μέρος του, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο, διότι το Εφετείο, σύμφωνα με το παραπάνω εκτιθέμενο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, δεν δέχτηκε ότι με το .../98 συμβόλαιο μεταβιβάστηκε στους αναιρεσείοντες η ιδανική μερίδα των δικαιοπαρόχων τους επί της ξενοδοχειακής επιχείρησης, ώστε να οδηγηθεί αναγκαίως στο επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικό πόρισμα, κατ' εφαρμογή των πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως, ο λόγος αυτός και κατά το παραπάνω μέρος του είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή ιδρυόμενο λόγο αναιρέσεως, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, ως και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης. Δεν συνιστούν πράγματα η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 49/05). Στην ένδικη περίπτωση, με τις αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως (στοιχ. Β1, Β2), πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, για την απόρριψη του αιτήματος των αναιρεσειόντων περί επιδίκασης σ' αυτούς της επιχείρησης του ξενοδοχείου, άλλως για αυτούσια, άλλως με πλειστηριασμό διανομή και η οποία συνίσταται στο ότι δεν ζητείται η διανομή και του ακινήτου των 8.738,532 τ.μ , επί του οποίου υφίσταται μέρος των κτιριακών εγκαταστάσεων του ξενοδοχείου και είναι ενιαίο με εκείνο των 31.000 τ.μ. (του οποίου ζητείται η διανομή). Ειδικότερα, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη 1) η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο αξίωσε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν με τις αυτοτελείς αιτήσεις των διαδίκων, υπερβαίνοντας τα όρια του αντικειμένου της δίκης, 2) η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν (προτάθηκαν απαραδέκτως) και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της 1ης αναιρεσίβλητης ότι το ακίνητο των 31.000 τ.μ είναι ενιαίο με το ακίνητο των 8.738,532 τ.μ. (ως συνεχόμενα, αποκτηθέντα από τους ίδιους ιδιοκτήτες), ισχυρισμό που αυτή προέβαλε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, χωρίς την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ. Όμως, ο αμέσως παραπάνω ισχυρισμός της 1ης αναιρεσίβλητης συνιστά ανεπτυγμένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής των αναιρεσειόντων, διότι με αυτόν προβάλλεται αμφισβήτηση στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας του επίμαχου ακινήτου, που αφορούν τον χαρακτήρα του, ως τμήματος ενιαίου ακινήτου (που ως μέρος κοινού πράγματος δεν είναι επιτρεπτή η διανομή του), με αποτέλεσμα να μη συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, το δε Εφετείο λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που προβλήθηκαν με τον εν λόγω αρνητικό ισχυρισμό, δεν διεύρυνε το αντικείμενο της δίκης επί της παραπάνω αγωγής, ούτε επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, αλλά έκρινε ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να προκαλέσουν την παροχή της αιτούμενης έννομης προστασίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον υπό τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης το περιγραφόμενο στην αγωγή των αναιρεσειόντων ακίνητο δεν είναι το "όλο" ακίνητο, αλλά μέρος αυτού.

Συνεπώς, ο 2ος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλομένη οι πλημμέλειες από τους αρ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Σημειώνεται, επίσης, ότι με μέρος του 2ου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως (στοιχ. 2.2.1) προβάλλεται η αιτίαση ότι η 1η αναιρεσίβλητη, με την επίκληση των αμέσως παραπάνω περιστατικών, μετέβαλε απαράδεκτα την ιστορική βάση της αγωγής της που αφορούσε την ακύρωση του .../98 συμβολαίου, κατά παράβαση των άρθρων 224, 526, 527 ΚΠολΔ. Η εν λόγω αιτίαση, που προβάλλεται στα πλαίσια της αποδιδόμενης στην αναιρεσιβαλλομένη πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, είναι, προεχόντως, απαράδεκτη, διότι αφορά τη δίκη επί της από 10/2/99 αγωγής της 1ης αναιρεσίβλητης, για ακύρωση του ανωτέρω συμβολαίου, που απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη και δεν αποτελεί αντικείμενο της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι παραδοχές, ότι οι αρχικοί αγοραστές και συγκύριοι Ι. Θ., Μ. Σ. και Ι. Σ. με το .../64 συμβόλαιο αγόρασαν, κατά ποσοστό 50% ο πρώτος και 25% καθένας από τους λοιπούς εξ αδιαιρέτου, το ακίνητο των 31 στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως και αν είναι και με τα .../64, .../64, .../72, .../72 συμβόλαια απέκτησαν, κατά τα ίδια εξ αδιαιρέτου ποσοστά, ένα συνεχόμενο, όμορο ακίνητο, συνολικής έκτασης 13.000 τ.μ. (τμήμα του οποίου είναι το ακίνητο των 8.738,53 τ.μ.) και τα οποία ακίνητα, ανεξαρτήτως του ότι αποκτήθηκαν με διαφορετικούς τίτλους, εφόσον οι συγκύριοι αυτών ήσαν οι ίδιοι, με τα αυτά ακριβώς ποσοστά, ως συνεχόμενα (όμορα) ακίνητα, θεωρούνται ενιαίο ακίνητο, ότι οι ίδιοι με βάση την 367/68 άδεια οικοδομής ανήγειραν επί του ενιαίου ακινήτου ξενοδοχείο, καθώς και ότι τα κτίσματα του ξενοδοχείου κατασκευάστηκαν και βρίσκονται, κατά ποσοστό 70% περίπου στο ακίνητο των 31.000 τ.μ., κατά ποσοστό 20% περίπου, στο ακίνητο των 8.738,53 τ.μ. και κατά ποσοστό 10% περίπου στο αυθαιρέτως καταληφθέν από αυτούς δημόσιο κτήμα και τον αιγιαλό. Από τις παραδοχές αυτές προκύπτει με σαφήνεια ότι το Εφετείο δέχτηκε τόσο την ύπαρξη κτιριακών εγκαταστάσεων στο οικόπεδο των 8.738,53 τ.μ., όσο και ότι αυτό αποτελεί ενιαίο ακίνητο με εκείνο των 31.000 τ.μ. και δεν δημιουργείται αντίφαση από την παραδοχή ότι η οικοδομική άδεια εκδόθηκε το 1968, σε χρόνο δηλαδή προγενέστερο από την κατάρτιση των δύο από τα τέσσερα συμβόλαια (.../64, .../64, .../72, .../72) με τα οποία οι αρχικοί συγκύριοι απέκτησαν την έκταση των 8.738,53 τ.μ, διότι το γεγονός αυτό (χρόνος εκδόσεως της άδειας) αφορά την τυχόν νομιμότητά της και όχι την απόκτηση της συγκυριότητας των αρχικών συγκυρίων στα συνεχόμενα ακίνητα και την εντεύθεν απόκτηση έκτοτε του χαρακτήρα τους ως ενιαίου ακινήτου.

Συνεπώς, ο 2ος λόγος κατά το τελευταίο μέρος του (στοιχ. Β3), με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τα παραπάνω ζητήματα, είναι αβάσιμος. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, από προφανή παραδρομή, αναφέρεται ότι το αίτημα των αναιρεσειόντων περί αναγνωρίσεως του δικαιώματός των κατά ποσοστά 49% και 1%, αντίστοιχα, επί των ακινήτων των 31.000 τ.μ. και 90,64 τ.μ, είναι ουσιαστικά αβάσιμο, παρά το ότι προηγουμένως είχε δεχτεί τη βασιμότητά του. Όμως, στη συνέχεια το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και αποφάνθηκε ότι η αγωγή τους πρέπει να γίνει μερικώς δεκτή, ως προς το αίτημα της αναγνώρισης του δικαιώματος της συγκυριότητας αυτών επί των ακινήτων των 31.000 τ.μ. και 90,64 τ.μ, κατά ποσοστά 49% και 1% εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ακολούθως δε με αντίστοιχη διάταξη του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης οι αναιρεσείοντες αναγνωρίστηκαν συγκύριοι των εν λόγω ακινήτων, κατά τα παραπάνω ποσοστά.

Συνεπώς, η αναιρεσιβαλλομένη δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις, καθόσον ως τέτοιες για τον αναιρετικό έλεγχο νοούνται εκείνες του διατακτικού, ούτε υπάρχει αβεβαιότητα, σχετικά με το δικαίωμα των αναιρεσειόντων που αναγνωρίστηκε, ώστε ο 3ος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, άλλως από τον αρ. 19 ίδιου άρθρου, είναι αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωθέν, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, διότι στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Στην ένδικη περίπτωση, με τον 1ο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι στο ακίνητο των 8.738,53 τ.μ. έχουν κατασκευαστεί και βρίσκονται κτίσματα της ξενοδοχειακής επιχείρησης σε ποσοστό 20%, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των εξής εγγράφων α) του .../98 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Γασπαρινάτου-Τζουγανάτου, που αποτελεί το δικό τους τίτλο κτήσεως, β) των .../64, .../64, .../72 και .../72 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ηλία Βογιάκη, με τα οποία οι αρχικοί συγκύριοι απέκτησαν εξ αδιαιρέτου το ακίνητο των 8.738,53 τ.μ. και γ) της 367/68 άδειας οικοδομής της Δ/νσης Πολεοδομίας Ηρακλείου, καθόσον στα μεν παραπάνω συμβόλαια δεν αναφέρεται η ύπαρξη κτισμάτων, από δε την επισκόπηση της άδειας οικοδομής δεν προκύπτει η ανέγερση κτισμάτων στην επίμαχη έκταση. Όμως, ανεξάρτητα από το ότι η μη αναφορά στα εν λόγω έγγραφα της ύπαρξης κτισμάτων στην επίμαχη έκταση δεν σημαίνει αυτονοήτως και την ανυπαρξία τούτων, ο παραπάνω πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο την κρίση του σε σχέση με την ύπαρξη μέρους των κτιριακών εγκαταστάσεων της ξενοδοχειακής επιχείρησης στην εν λόγω έκταση την μόρφωσε όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα παραπάνω έγγραφα, τα οποία διηγηματικά ανέφερε, αλλά ύστερα από συνεκτίμησή τους με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα), χωρίς να εξαίρεται η σημασία τους σε σχέση με το αποδεικτικό του πόρισμα περί της υπάρξεως κτισμάτων του ξενοδοχείου στην ως άνω έκταση.

Με τον 2ο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, η παραδοχή του Εφετείου ότι τα δύο ακίνητα (των 31.000 τ.μ. και 8.738 τ.μ.) ανεξαρτήτως του ότι αποκτήθηκαν με διαφορετικούς τίτλους, εφόσον οι (αρχικοί) συγκύριοι αυτών (Ι. Θ., Ι. Σ. και Μ. Σ.) ήταν οι ίδιοι με τα ίδια ακριβώς ποσοστά, ως συνεχόμενα όμορα ακίνητα, θεωρούνται ενιαίο ακίνητο και αφού δεν ζητείται η διανομή και του ακινήτου των 8.738,532 τ.μ , επί του οποίου υφίσταται μέρος των κτιριακών εγκαταστάσεων του ξενοδοχείου δεν είναι δυνατή η αιτούμενη διανομή με επιδίκαση της επιχείρησης, πλήττεται με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 12 και 13 του ν. 1577/85 "Γενικός Οικοδομικός Κανονισμός", καθόσον κατά την υιοθετούμενη από τους αναιρεσείοντες ερμηνεία τους τα δύο αυτά ακίνητα, αποκτηθέντα με διαφορετικούς τίτλους, διατηρούν τη αυτοτέλειά τους. Όμως, ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, αλυσιτελής. Τούτο, διότι ακόμη κι αν γίνει δεκτή η υποστηριζόμενη από τους αναιρεσείοντες άποψη περί αυτοτέλειας των δύο ακινήτων και πάλι (δηλαδή είτε θεωρηθούν ενιαίο ακίνητο, είτε δύο συνεχόμενα αλλά αυτοτελή ακίνητα) δεν είναι επιτρεπτή η διανομή της ξενοδοχειακής επιχείρησης, εφόσον κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική παραδοχή του Εφετείου, μέρος (20% περίπου) των κτιριακών εγκαταστάσεων της ξενοδοχειακής επιχείρησης έχει κατασκευαστεί και βρίσκεται στο ακίνητο των 8.738,532 τ.μ., του οποίου δεν ζητείται η διανομή και του οποίου τη νομική τύχη ακολουθούν τα επί αυτού οικοδομήματα (άρθρο 953 ΑΚ). Με τον 3ο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων προβάλλεται επικουρικά, δηλαδή για την περίπτωση που γίνει δεκτό ότι τα δύο ως άνω συνεχόμενα ακίνητα αποτελούν ενιαίο ακίνητο, η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στη πλημμέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω ελλιπών, ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών, αναφορικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων για να κριθούν τα δύο συνεχόμενα ακίνητα ως ενιαίο ακίνητο, κατά το χρόνο εκδόσεως της οικοδομικής άδειας (1968), δηλαδή αν κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή τα επίμαχα ακίνητα ανήκαν στους ίδιους ιδιοκτήτες κατά τα ίδια εξ αδιαιρέτου ποσοστά, καθώς και αν το ακίνητο των 8.738,532 τ.μ. περιλαμβάνεται στην οικοδομική άδεια, λαμβανομένου υπόψη ότι δύο από τα συμβόλαια κτήσεως του τελευταίου ακινήτου έχουν συνταχθεί σε χρόνο μεταγενέστερο. Όμως, ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο, διότι το Εφετείο στήριξε την παραδοχή του για τον ενιαίο χαρακτήρα των δύο ακινήτων, όχι στο γεγονός της εκδόσεως της οικοδομικής άδειας (ως λόγου δημιουργικού του ενιαίου χαρακτήρα τους), ώστε να ασκεί έννομη επιρροή ο χρόνος έκδοσής της, αλλά σε αντικειμενικά δεδομένα, δηλαδή στο ότι τα εν λόγω ακίνητα, ως συνεχόμενα (όμορα), αποκτήθηκαν με τους παραπάνω αναφερθέντες τίτλους από τους αρχικούς συγκυρίους, με τα αυτά ακριβώς ποσοστά (ΑΠ 1296/06), ώστε με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις προκύπτει από το επισκοπούμενο περιεχόμενο της απόφασης η αιτιολογία για την ύπαρξη του ενιαίου χαρακτήρα τους τουλάχιστον από την κατάρτιση του τελευταίου από τα παραπάνω συμβόλαια (.../72) και έκτοτε. Σημειώνεται, πάντως, ότι η ενεστώσα κατάσταση από άποψη ιδιοκτησιών, κατά τον επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες χρόνο, ασκεί έννομη επιρροή για τη διαπίστωση των προϋποθέσεων χορήγησης ή αναθεώρησης οικοδομικής άδειας, περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση.

Για τον ίδιο λόγο, δηλαδή της θεμελιώσεώς του στην ανωτέρω εσφαλμένη προϋπόθεση, είναι απορριπτέος και ο 4ος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια ότι, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου των .../64, .../64, .../72 και .../72 συμβολαίων και κατά παράβαση των διατάξεων που διέπουν την ένδικη υπόθεση (αρ. 20 και αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), δέχτηκε τη συνδρομή των προϋποθέσεων για να χαρακτηριστούν τα δύο όμορα ακίνητα ως ενιαίο ακίνητο, κατά τον κρίσιμο σύμφωνα με την άποψη των αναιρεσειόντων χρόνο της εκδόσεως της οικοδομικής άδειας, ενώ τη συγκυριότητά τους στο δεύτερο ακίνητο οι αρχικοί συγκύριοι την απέκτησαν κατά τα ίδια εξ αδιαιρέτου ποσοστά με το πρώτο, μόνο με την κατάρτιση και του 4701/72 συμβολαίου, η δε οικοδομική άδεια δεν αφορούσε το δεύτερο ακίνητο.

Σε κάθε περίπτωση, οι επικουρικά προβαλλόμενοι 3ος και 4ος πρόσθετοι λόγοι είναι αλυσιτελείς, με βάση όσα ήδη αναφέρθηκαν στην εξέταση του 2ου πρόσθετου λόγου, δηλαδή ακόμη κι αν γίνει δεκτή η υποστηριζόμενη από τους αναιρεσείοντες άποψη περί αυτοτέλειας των δύο ακινήτων και πάλι δεν είναι επιτρεπτή η διανομή της ξενοδοχειακής επιχείρησης, εφόσον κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική παραδοχή του Εφετείου, μέρος (20% περίπου) των κτιριακών εγκαταστάσεων της ξενοδοχειακής επιχείρησης έχει κατασκευαστεί και βρίσκεται στο ακίνητο των 8.738,532 τ.μ., του οποίου δεν ζητείται η διανομή και του οποίου τη νομική τύχη ακολουθούν τα επί αυτού οικοδομήματα (άρθρο 953 ΑΚ). Με μέρος του 1ου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως (στοιχεία Α1α,β και 2) αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διαλαμβάνει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης κοινωνίας δικαιώματος των αναιρεσειόντων στη λειτουργούσα στα επίμαχα ακίνητα ξενοδοχειακή επιχείρηση, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων περί κοινωνίας (άρθρα 785 επ. ΑΚ σε συνδυασμό με 483 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ). Όμως, εφόσον δεν ευδοκίμησαν οι αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης, η οποία στηρίζει με επάρκεια την διάταξή της, την απορριπτική του αιτήματος των αναιρεσειόντων για επιδίκαση σ' αυτούς της επίμαχης ξενοδοχειακής επιχείρησης, και η οποία συνίσταται στο ότι το αίτημα της διανομής με τη μορφή επιδίκασης της επιχείρησης και πάλιν είναι κατ' ουσίαν αβάσιμο, εφόσον δεν ζητείται η διανομή και του ακινήτου των 8.738,53 τ.μ. επί του οποίου είναι κατασκευασμένες κτιριακές εγκαταστάσεις του ξενοδοχείου και το οποίο θεωρείται ενιαίο ακίνητο με εκείνο των 31.000 τ.μ., ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω μέρος του είναι αλυσιτελής. Πολύ δε περισσότερο, εφόσον, σύμφωνα με τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, τα κτίσματα του ξενοδοχείου κατασκευάστηκαν και βρίσκονται, μεταξύ άλλων, και κατά ποσοστό 10%, περίπου, στο αυθαιρέτως καταληφθέν από τους αρχικούς αγοραστές-συγκυρίους δημόσιο κτήμα και τον αιγιαλό, κι' έτσι η αιτούμενη διανομή, με τη μορφή επιδίκασης της ξενοδοχειακής επιχείρησης, θα οδηγούσε σε διανομή και συστατικών που αφενός δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διανομής χωρίς το κύριο πράγμα και αφετέρου αποτελούν συστατικά ακινήτου του Δημοσίου, το οποίο δεν μπορεί επιτρεπτώς να αποτελέσει αντικείμενο διανομής μεταξύ των διαδίκων. Ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, που διαλαμβάνεται στις έγραφες προτάσεις τους, ότι δεν πρόκειται για επάλληλες αιτιολογίες, αλλά για ανεξάρτητες μεταξύ τους, που αφορούν διαφορετικά αιτήματά τους και συγκεκριμένα η αιτιολογία περί του ότι αυτοί δεν είχαν τη συνεκμετάλλευση της ξενοδοχειακής επιχείρησης συνδέεται με το αίτημά τους για αναγνώριση της συγκυριότητάς τους και στην ξενοδοχειακή επιχείρηση και ως εκ τούτου έχουν έννομο συμφέρον να αναιρεθεί η προσβαλλομένη ως προς την εν λόγω αιτιολογία, είναι εσφαλμένος. Τούτο, διότι στην συζητηθείσα από 17/2/99 κύρια παρέμβασή τους (1204/99 έκθεση κατάθεσης), που εκτιμήθηκε ως κύρια αγωγή, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της, δεν διαλαμβάνεται τέτοιο αίτημα, αλλά το μοναδικό αναγνωριστικό της αίτημα αφορά την αναγνώριση κατά 50% συνολικής συγκυριότητάς τους "επί των κατά το ιστορικό ακινήτων" (των 30.812,55 τ.μ. και των 90,64 τ.μ.), αίτημα το οποίο έγινε δεκτό με την αναιρεσιβαλλομένη. Τέλος, σημειώνεται, ότι δεν θα ήταν επιτρεπτή στην προκείμενη περίπτωση, η κατ' εφαρμογή του άρθρου 578 ΚΠολΔ αντικατάσταση των αιτιολογιών που αφορούν το ζήτημα της ύπαρξης κοινωνίας δικαιώματος των αναιρεσειόντων στη ξενοδοχειακή επιχείρηση, όπως αντιθέτως διατείνονται οι αναιρεσείοντες, με τις έγγραφες προτάσεις τους. Τούτο, διότι ως "αιτιολογία", κατά την έννοια του άρθρου 578 ΚΠολΔ, νοείται η νομική αιτία, ήτοι η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα, πρόταση του νομικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 30/98), οπότε γίνεται υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα σύνδρομο με το παραμένον διατακτικό της απόφασης, ενώ ως "αιτιολογίες", κατά την έννοια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, νοούνται τα πραγματικά περιστατικά της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού και ως εκ τούτου η προβολή της αναιρετικής πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεν είναι λυσιτελής για την εφαρμογή του άρθρου 578 ΚΠολΔ. Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της 1ης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, ποσόν 2.700ευρώ και τα κοινά δικαστικά έξοδα των λοιπών αναιρεσιβλήτων, που δεν κατέθεσαν προτάσεις, ποσού 1.800ευρώ, σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7/1/11 αίτηση της εταιρείας "…" και του Α. Ρ., καθώς και τους πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της 112/11 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για την 1η αναιρεσίβλητη και στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) για όλους τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ