320/2012320/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary AI generated
Απόφαση 320 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 320/2012 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνστ...
Απόφαση 320 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 320/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. θυγ. Ι. Ε. Φ., 2. Ε. Φ. του Γ., 3. Ε. Ι. Φ., κατοίκων ... και 4. Δ. Φ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσίβλητου: Σ. Α. του Α. και της Τ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Παπασωτηρίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-4-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3894/2007 μη οριστική, 2401/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7292/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-3-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 2-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. 3 και 4 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δε χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτή στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτήν και, επομένως, δε χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ.3, 104 και 96 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει εγκύρως και στον δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση, ως πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι τυγχάνει αντίκλητός του για την υπόθεση για την οποία υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και έχει, ως εκ τούτου, την κατά το άρθρο 142 του ίδιου Κώδικα εξουσία. να παραλαμβάνει δηλαδή τα προς τον διάδικο που τον διόρισε απευθυνόμενα και αφορώντα στην υπόθεση δικόγραφα.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την 6537/3-8-2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., με την παρά πόδας αυτής από 3-8-2010 απόδειξη παράδοσης αντιγράφου του θυροκολληθέντος εγγράφου στα χέρια του αρμόδιου αξιωματικού υπηρεσίας και την από 4-8-2010 βεβαίωση της εν λόγω δικαστικής επιμελήτριας περί ταχυδρομικής αποστολής αντιγράφου του θυροκολ-ηθέντος εγγράφου, την οποία προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 23-3-2010 αίτησης για αναίρεση της 7292/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς τους αναιρεσείοντες, για να παραστούν κατά τη συζήτησή της για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 15ης-12-2010, κατά την οποία η συζήτηση αυτής αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 5ης -10-2011 και εν συνεχεία για την παρούσα δικάσιμο (της 16ης Νοεμβρίου 2011), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων Δημήτριο Βασιλάκο, ο οποίος είχε υπογράψει το ένδικο μέσο της αναίρεσης ως πληρεξούσιος. Όμως οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου τους, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α' και γ' ίδιου Κώδικα).
2.- Επειδή, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη ισχυρισμού, που προτάθηκε νόμιμα και ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 περ. δ' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν. 2145/2001, επιτρέπεται η χρήση ενόρκων βεβαιώσεων και κατά την τακτική διαδικασία, δικονομικό καθεστώς από το οποίο διέπεται και η ένδικη υπόθεση με βάση το χρόνο έναρξης της ισχύος του από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001) και προσδιοριστικό κριτήριο την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υπόθεσης (άρθρο 22 του ν.2915/2001), η οποία στην ερευνώμενη υπόθεση έλαβε χώρα κατά τη δικάσιμο της 14-3-2008. Σύμφωνα δε με την ως άνω διάταξη "Ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη και του συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνον αν έχουν συνταχθεί πριν από τη δικάσιμο και μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση". Απαραίτητη, συνεπώς, προϋπόθεση για την εκτίμηση των ενόρκων βεβαιώσεων από το δικαστήριο της ουσίας αποτελεί η λήψη τους μετά από προηγούμενη πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, ο οποίος και υποχρεούται στην επίκληση και απόδειξη της κλήτευσης, εκτός αν ο αντίδικός του παραστάθηκε κατά τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης. Το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα της κλήτευσης του αντιδίκου, γιατί η έλλειψή της έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο και, επομένως, αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη του ένορκη βεβαίωση χωρίς να έχει νομίμως κλητευθεί ο αντίδικος, (που δεν παρέστη κατά τη λήψη της), λαμβάνει υπόψη του ανεπίτρεπτο από το νόμο αποδεικτικό μέσο. Τέλος, με το άρθρο 1 § 1 της από 29-12-1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με το ν. 1157/1981, καθιερώθηκε από 1 Ιανουαρίου 1981 πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, αρχόμενη από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή για το προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Ακολούθως, στην παρ. 10 του ίδιου άρθρου ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι το Σάββατο δεν θεωρείται ως ημέρα αργίας, (εξαιρέσιμη), και δεν καταβάλλονται στο απασχολούμενο προσωπικό οι προβλεπόμενες από το νόμο προσαυξήσεις, στη δε επόμενη παρ. 11 ορίζεται ποιες είναι οι ημέρες αργίας και ημιαργίας των ανωτέρω υπηρεσιών. Τέλος, κατά την παρ. 12 του ίδιου άρθρου, η διαδρομή των προθεσμιών, που τάσσονται από το νόμο ή τα δικαστήρια, αρχίζει από την επόμενη ημέρα της επιδόσεως ή του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της και λήγει τη 19.00 ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το Σάββατο, χωρίς να είναι αργία ή εξαιρετέα, δεν είναι εργάσιμη ημέρα και όταν ο νόμος για την επιχείρηση ορισμένης διαδικαστικής πράξεως τάσσει προθεσμία, που αναφέρεται σε εργάσιμες ημέρες δεν πρέπει στην προθεσμία αυτή να προσμετράται το Σάββατο, όπως ακριβώς και η Κυριακή, εφόσον κατά το Σάββατο δεν είναι δυνατή η επιχείρηση των πράξεων για τις οποίες η προθεσμία τίθεται με κριτήριο την εργάσιμη ημέρα, η οποία δεν μπορεί παρά να νοηθεί και σε σχέση με τη λειτουργία των δικαστηρίων και τη δυνατότητα επιχειρήσεως διαδικαστικών πράξεων που απευθύνονται στο δικαστήριο. Ο νομοθέτης έχει γνώση των εννοιών και με σαφή διάκριση χρησιμοποιεί τους όρους "εργάσιμες ημέρες" όπως στα άρθρα 237 παρ. 3, 268 παρ. 4, 270 παρ. 2, 632 παρ. 1, 633 παρ. 2, 929 παρ. 1, 979 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. ή "ημέρες αργίας ή εξαιρετέες" όπως στα άρθρα 125 παρ. 1, 144 παρ. 1, 145 παρ. 4 κλπ. του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο, απορρίπτοντας σχετικό λόγο έφεσης των εκκαλούντων-αναιρεσειόντων, δεν έλαβε υπόψη, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο, την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους τελευταίους (αναιρεσείοντες) υπ' αριθ. .../2008 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς Γεωργίου Σακελλάρη, που ελήφθη με επιμέλεια αυτών για την πρωτόδικη δίκη, διότι αυτή συντάχθηκε στις 3-3-2008, ημέρα Δευτέρα και ώρα 18.30 και ο ενάγων κλητεύθηκε στις 28-2-2008, ημέρα Πέμπτη (βλ. την 382Β/2008 έκθεση επίδοσης του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητή ...) και ως εκ τούτου μεταξύ της κλήσης του ενάγοντος και της λήψης της δεν μεσολαβούν δύο εργάσιμες ημέρες, αφού το Σάββατο, δεν είναι εργάσιμη ημέρα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς κήρυξε απαράδεκτο και δεν έλαβε υπόψη του την ως άνω ένορκη βεβαίωση, αφού ήταν ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο, δεδομένου ότι δεν έγινε μετά εμπρόθεσμη, πριν δύο εργάσιμες ημέρες, κλήτευση του αντιδίκου τους, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το Σάββατο δεν προσμετράται στις εργάσιμες ημέρες. Άλλωστε σε κάθε περίπτωση όταν η δεύτερη εργάσιμη ημέρα της προθεσμίας τυγχάνει Σάββατο, η προθεσμία παρατείνεται κατά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 1παρ. 12 του ως άνω νόμου 1157/1981.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθ. 14 και 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο, διότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και δεν έλαβε υπόψη το πιο πάνω αποδεικτικό μέσο. Ο περαιτέρω δε ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, που περιέχεται στο λόγο αυτόν, ότι η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση έπρεπε να ληφθεί υπόψη, δεδομένου ότι ο αντίδικός τους παρέστη κατά τη λήψη της, πέραν του απαραδέκτου, κατ' άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, αφού δεν προτάθηκε στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την από 25-8-2008 (αριθ. εκθ. κατ. 8148/2008) έφεσή τους, είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος. Τούτο γιατί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561ΚΠολΔ, επισκόπηση της ως άνω ένορκης βεβαίωσης, που προσκομίζεται με επίκληση από τον αναιρεσίβλητο, ο τελευταίος παρέστη μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενώπιον του συμβολαιογράφου, και πρότεινε, κατά την έναρξη της λήψης της - ένορκης βεβαίωσης,- το οικείο, κατ' άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, απαράδεκτο. Τέλος και ο ισχυρισμός, που διατυπώνεται με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, ότι ο αναιρεσίβλητος καμία βλάβη (δικονομική) δεν υπέστη (από την μη εμπρόθεσμη κλήτευσή του) είναι απαράδεκτος, διότι η μη λήψη υπόψη της ένορκης βεβαίωσης για την οποία δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου 270 ΚΠολΔ δεν εξαρτάται από τη συνδρομή ή μη δικονομικής βλάβης του αντιδίκου. Οι αναιρεσείοντες, με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναίρεσης, προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις και από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, χωρίς όμως να της προσάπτουν συγκεκριμένες πλημμέλειες, που ιδρύουν τους από τους αριθμούς αυτούς λόγους αναίρεσης. Επομένως, οι αιτιάσεις αυτές είναι εντελώς αόριστες και πρέπει ν' απορριφθούν.
3.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, δε κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι αρνητικοί απλώς ισχυρισμοί ή εκείνοι που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά . τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό Συνεπώς, αν από την προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή αβάσιμος από το δικαστήριο της ουσίας, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται στο αναιρετήριο, ο σχετικός από τη διάταξη αυτή λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε ότι πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο ασκούσε, κατά τον κρίσιμο χρόνο (13-9-2003), ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος και ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες με τις αναφερόμενες ενέργειές τους τον διατάραξαν παράνομα στη νομή του, με βάση δε τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι η ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου περί προστασίας της νομής του λόγω διατάραξης είναι κατ'ουσίαν βάσιμη, ενώ απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο τον ισχυρισμό των εναγομένων περί επιλήψιμης νομής του επιδίκου εκ μέρους του ενάγοντος. Επίσης το Εφετείο απέρριψε και τον ισχυρισμό ιδίου δικαιώματος (991 ΑΚ) των αναιρεσειόντων ως απαράδεκτο, διότι δεν επαναφέρθηκε νομίμως στο δεύτερο βαθμό. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.β' , ισχυριζόμενοι ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ανωτέρω ισχυρισμούς τους περί επιλήψιμης νομής (990 ΑΚ) και ιδίου δικαιώματος (991ΑΚ), είναι αβάσιμος.
4.- Επειδή, για την ίδρυση του από το άρθρο 559 αριθ. 11 περιπτ. γ' ΚΠολΔ, του προμνημονέθηκε, λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι αυτοί ασκούσαν πράξεις νομής στο επίδικο ακίνητο, κατά τον κρίσιμο χρόνο. Ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη: α) Την υπ' αριθ. ΑΒΜΔ04/1433 μήνυση του αναιρεσιβλήτου σε βάρος αυτών (αναιρεσειόντων), 2) το υπ' αριθ. 33/2009 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, 3) την υπ' αριθ. 1827/4-3-2009 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, 4) την από 28/11/2004 μηνυτήρια αναφορά της Β. Φ. και της Α. Κ. ενώπιον του κ. Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, 5) την υπ' αρ. Α04/183 μήνυση του αναιρεσιβλήτου σε βάρος αυτών και των λοιπών συγκληρονόμων του Π. Φ. καθώς και της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, του συζύγου αυτής και των μαρτύρων - μισθωτών του επιδίκου, 6) το υπ' αρ. 512/2009 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, 7) την από 22/11/2004 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ. -Σ., 8) την υπ' αρ. ΕΓ 58-08/207/29Δ εισαγγελική διάταξη, απορριπτική κατ' άρθρο 47 Κ.Π.Δ της συμπληρωματικής με ΑΒΜ Α04/183 μηνύσεως του αναιρεσιβλήτου ενώπιον της 21ης τακτικής Ανακρίτριας σε βάρος αυτών (αναιρεσειόντων) κλπ, 9) τον από 20/11/1980 χάρτη του Δασαρχείου Πάρνηθας,10) τις μερίδες ιδιοκτησίας του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών του πωλητή του επιδίκου Δ. Μ. του Ι., του πατρός αυτού Ι. Μ. του Δ. και του παππού του Δ. Μ. του Α., 11) το υπ' αριθ. .../1945 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Ανδρίτσου μετά του πιστοποιητικού μεταγραφής του, 12) τις δηλώσεις φόρου κληρονομιάς του επιδίκου από τον Π. Φ. καθώς και τα διπλότυπα πληρωμής φόρων κληρονομιάς, 13) τα δεκαπέντε συμβόλαια αγοράς του Π. Φ. των ετών από 1949-1960, 14) τις υπ' αριθ.. 254/2005 και 279/2006 εκθέσεις δικαστικής πραγματογνωμοσύνης των τοπογράφων μηχανικών Δ. Ζ. και Γ. Α., 15) την από 20/1/2005 ένορκη κατάθεση της Έ. Μ.-Φ. ενώπιον της 7ης προανακρίτριας Πειραιά, καθώς και ενώπιον της 21ης Ανακρίτριας Αθηνών και 16) την από 12-1-2005 ένορκη κατάθεση του Σ. Λ. ενώπιον της Πταισματοδίκου Πειραιώς και ενώπιον της 21ης Ανακρίτριας Αθηνών. Από την επισκόπηση όμως της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, δε γεννάται καμία απολύτως αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του πιο πάνω αναφερόμενου αποδεικτικού πορίσματός του.
Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
5.- Επειδή, οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, ιδρύονται όταν το δικαστήριο παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Δεν ιδρύονται, συνεπώς, όταν προβάλλεται ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου, όπως είναι και οι διατάξεις των άρθρων 249 και 250 του ΚΠολΔ. Επομένως, είναι απαράδεκτος, ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 249 και 250 ΚΠολΔ, με το να απορρίψει τα αιτήματά τους, αντίστοιχα, α) αναβολής της συζήτησης μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής του αναιρεσιβλήτου εναντίον τους και β) αναβολής μέχρι την περάτωση της ποινικής διαδικασίας επί των αναφερόμενων μηνυτήριων αναφορών του αναιρεσιβλήτου.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-3-2010 αίτηση των Α. θυγ. Ε. Φ. κλπ για αναίρεση της 7292/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2011 . Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ