320/2010320/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary AI generated
Απόφαση 320 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη: Από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του: 1) την από 10-10-2003 εξώδικη διαμαρτυρία πρόσκληση και δήλωση του αναιρεσιβλήτου ...
Απόφαση 320 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του: 1) την από 10-10-2003 εξώδικη διαμαρτυρία πρόσκληση και δήλωση του αναιρεσιβλήτου και 2) τις χωρίς όρκο καταθέσεις των διαδίκων και γι΄ αυτό γίνεται δεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως.
Αριθμός 320/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Νικολάου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Τρίγκα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1139/2007 του Εφετείου Πατρών, Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-2-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 17-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ, 11γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν ο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, για την απόδειξη ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός θεμελιώνεται κατ' ουσία στην περίπτωση που δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έχει ληφθεί υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο ή στην περίπτωση κατά την οποία, από το σύνολο των αιτιολογιών της αποφάσεως, γεννιούνται σοβαρές αμφιβολίες αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και εκτίμησε ορισμένο αποδεικτικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε σε αυτό, με επίκληση, για απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού της, ότι η παροχή των υπηρεσιών της προς τον αναιρεσίβλητο γινόταν σε εκτέλεση σύμβασης εργασίας, και συγκεκριμένα 1) την από 10-10-2003 εξώδικη διαμαρτυρία πρόσκληση και δήλωση του αναιρεσιβλήτου και 2) την χωρίς όρκο κατάθεση της ίδιας και του αναιρεσιβλήτου, που ως διάδικοι εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ..., τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ..., τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα για συναγωγή και δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας ...", αποδείχθηκε ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους, από τον Απρίλιο 2002 μέχρι και τις 11-7-2003, δεν ήταν σύμβαση εργασίας αλλά σύμβαση έργου και ειδικότερα ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αφού η ενάγουσα δεν τελούσε σε νομική εξάρτηση έναντι του εναγομένου εργοδότη, ούτε ως προς τον τόπο, ούτε ως προς το χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας, αλλά είχε ελευθερία επιλογής αυτών, τα δε συμβαλλόμενα μέρη δεν απέβλεψαν στην παροχή της εργασίας αλλά στις ικανότητες και την εμπειρία της ενάγουσας με σκοπό την επέκταση του κύκλου των πωλήσεων και τον προσπορισμό μεγαλύτερων κερδών με αμοιβαία ωφέλεια. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε στη συνέχεια την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή. Όμως από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του η αναιρεσείουσα και ειδικότερα:1) την από 10-10-2003 εξώδικη διαμαρτυρία πρόσκληση και δήλωση του αναιρεσιβλήτου και 2) την χωρίς όρκο κατάθεση της ίδιας και του αναιρεσίβλητου, που ως διάδικοι εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και τούτο διότι: 1) από τη γενική έκφραση αυτής ότι έλαβε υπόψη "τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα για τη συναγωγή και δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον από αυτά δεν συνάγεται πλήρης απόδειξη", δεν προκύπτει αδιστάκτως ότι έλαβε υπόψη του την παραπάνω εξώδικη δήλωση του αναιρεσιβλήτου, στην οποία, μεταξύ των άλλων, διαλαμβάνεται και η φράση "Σας καλώ και πάλι δια της παρούσης να προσέλθετε στην εργασία σας. Αποκρούω τη δήλωση σας περί ασκήσεως δικαιώματος επίσχεσης καθόσον δεν σας οφείλω κανένα ποσό από τα αναγραφόμενα στις αγωγές σας. Αρνούμαι επίσης τη δήλωση σας ότι εξακολουθείτε δήθεν να έχετε τις δυνάμεις σας στις υπηρεσίες μου καθόσον η δήλωση σας αυτή είναι εντελώς προσχηματική για να μην επανέλθετε στην εργασία σας. Εάν δε έχετε απαιτήσεις από την εργασιακή μας σχέση αυτό θα κριθεί από το αρμόδιο δικαστήριο. Εν τω μεταξύ εσείς οφείλετε να προσέλθετε στην εργασία σας και προς τούτο σας καλώ για τελευταία φορά με την παρούσα άλλως θα θεωρήσω λελυμένη την εργασιακή μας σύμβαση, αποκλειστικά από δική σας υπαιτιότητα" και 2) Στα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν γίνεται μνεία των, χωρίς όρκο, καταθέσεων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώ γίνεται ειδική μνεία των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ, 11 γ ΚΠολΔ. Μετά ταύτα η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρο 580 παρ, 3 ΚΠολΔ), του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστές άλλους πλην εκείνων που δίκασαν και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 1139/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ