Legislator Case Law & Legislation
320/2008 AI generated

320/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 320/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 320 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

320/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 320 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
defective electronic filing unsealing of electronic devices computer fraud undeclared bank accounts accounting violations fraudulent concealment of defects
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 320 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 320/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Zώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Σιδηρόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρίας Γενικών Ασφαλίσεων "CGU ΕΛΛΑΣ ΑΕΓΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τομάρα, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι η επωνυμία της ανωτέρω εταιρείας έχει τροποποιηθεί σε "ACTIVA INSURANCE Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία" και διακριτικό τίτλο " ACTIVA INSURANCE Societe Anonyme".

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9530/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 589/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 1-6-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 12-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, επί επαλλήλων αιτιολογιών (κύριων ή επικουρικών), κάθε μία από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αν έστω και μία δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς και επομένως απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (Ολ. ΑΠ 25/2003, 1597/2003). Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα εξής : Δυνάμει σύμβασης ασφάλισης, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων στη Θεσσαλονίκη, την .... και για την οποία έχουν συνταχθεί τα με αριθμούς, .... και ....... ασφαλιστήρια συμβόλαια, η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία ασφάλισε για το χρονικό διάστημα από 16-1-1998 μέχρι 16-1-2000, κατά του κινδύνου κλοπής κατόπιν διαρρήξεως, το περιεχόμενο εμπορευμάτων μιας ημιυπόγειας αποθήκης, που διατηρούσε ο αναιρεσείων, σε κτίριο που βρίσκεται στην πλατεία του χωριού ..... του νομού Πιερίας και αποτελείτο από ηλεκτρονικούς υπολογιστές, εκτυπωτές, γραφομηχανές, καρέκλες, τραπέζια και λοιπά αντικείμενα, μέχρι του ασφαλιστικού ποσού των 100.000.000 δρχ., αντί καταβολής αντίστοιχου ασφαλίστρου. Ότι στις .... ο αναιρεσείων κατήγγειλε στο Αστυνομικό Τμήμα Μακρύγιαλου Πιερίας ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 21 έως 28-11-1999, άγνωστοι δράστες διέρρηξαν την ανωτέρω αποθήκη και αφαίρεσαν όλα τα ευρισκόμενα εντός αυτής εμπορεύματα του. Εν συνεχεία αυτός, στις 3-12-1999, υπέβαλε δήλωση ζημίας λόγω κλοπής, στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική του εταιρία, αναφέροντας ότι, πριν την κλοπή, υπήρχαν στην αποθήκη του και εκλάπησαν 1.100 ηλεκτρονικοί υπολογιστές, αξίας 180.000.000 δρχ., ήτοι προς 164.000 δρχ. το τεμάχιο, και 10 παλμογράφοι αξίας 2.500.000 δρχ. Στις 6-12-1999 ο αναιρεσείων προβαίνει σε νέα δήλωση προς την αναιρεσίβλητη, με την οποία ανακαλώντας την προηγούμενη δήλωση του, δηλώνει ότι οι κλαπέντες από την αποθήκη υπολογιστές δεν είναι 1.100, αλλά 1.423, προς 126.000 δρχ. το τεμάχιο. Στις 18-12-1999 ο αναιρεσείων προβαίνει και πάλι σε νέα δήλωση ζημίας προς την αναιρεσίβλητη, στην οποία αναφέρει ότι, ο αριθμός των κλαπέντων ηλεκτρονικών υπολογιστών δεν είναι ο αναφερόμενος στις προηγούμενες δηλώσεις του, αλλά αυτός των 646 τεμαχίων, προς 201.000 δρχ. το τεμάχιο. Περαιτέρω, δέχεται το Εφετείο, ότι ανεξαρτήτως όμως των ανωτέρω αντιφατικών δηλώσεων του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος, ούτε επικαλείται, ούτε προσκομίζει αντίστοιχα παραστατικά και επίσημα τηρούμενα φορολογικά στοιχεία της επιχείρησης που διατηρούσε, όπως, βιβλία αποθήκης, τιμολόγια αγοράς και πώλησης, από τα οποία θα αποδεικνυόταν το είδος και η αξία των ασφαλισμένων στην εφεσίβλητη εμπορευμάτων του, καθόσον, σε περίπτωση επελεύσεως του ασφαλιστικού κινδύνου (κλοπής), με βάση τα ανωτέρω στοιχεία θα έπρεπε, σύμφωνα με την μεταξύ τους ένδικη ασφαλιστική σύμβαση, να εξευρεθεί ο αριθμός των κλαπέντων εμπορευμάτων και η αξία αυτών, προκειμένου αυτός να αποζημιωθεί. Επίσης, δέχεται το Εφετείο ότι από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα η αναφερόμενη κλοπή των εμπορευμάτων. Με βάση τις παραδοχές δε αυτές απέρριψε την έφεση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Εν προκειμένω, με τον εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται, πρώτο λόγο αναίρεσης, προβάλλει ο αναιρεσείων ότι η προσβαλλομένη απόφαση με το να δεχθεί ότι έπρεπε να προσδιορίζονται, κατ' είδος και αξία, τα εντός της αποθήκης πράγματα κατά τον χρόνο της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 18 του ν. 2496/1997. Εφόσον, όμως, κατά τα εκτεθέντα, η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλομένης (ότι δηλαδή δεν έλαβε χώρα κλοπή των εμπορευμάτων) στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αλυσιτελής και επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 11γ του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και9 προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που αυτός είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει και συγκεκριμένως τις προανακριτικές καταθέσεις των ...., ......, ...... και ........, από τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, προκύπτει ότι επήλθε ο ασφαλιστικός κίνδυνος, ήτοι έλαβε χώρα κλοπή των ασφαλισμένων εμπορευμάτων . Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα όλα χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της επέλευσης ή μη του ασφαλιστικού κινδύνου, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη και τις προαναφερόμενες προανακριτικές καταθέσεις, τις οποίες συνεξετίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις.

Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αυτός (δεύτερος) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν, υπό την επίκληση του αριθμ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ. του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το Δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσης του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει και στην συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε. Επομένως, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνον που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμηση του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίστηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σ' αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτά καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και όταν στην απόφαση γίνεται επίκληση του εγγράφου, όχι ως αποδεικτικού στοιχείου, αλλά ως επιχειρήματος προς ενίσχυση του αποδεικτικού πορίσματος που έχει συναχθεί από άλλα αποδεικτικά στοιχεία. Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 12 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο παραβίασε την αυξημένη αποδεικτική δύναμη, ως δημοσίου εγγράφου, της υπ' αριθμ. 1.433/2001 βεβαίωσης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών περί θέσεως της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας στο αρχείο αγνώστων δραστών είναι απορριπτέος, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο χρησιμοποίησε την προαναφερθείσα βεβαίωση ως στοιχείο ενισχυτικό του αποδεικτικού πορίσματος του, το οποίο είχε σχηματίσει από άλλα αναφερόμενα στην απόφαση αποδεικτικά. στοιχεία. Ο ίδιος (τρίτος) λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη αιτίαση από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, συγχέοντας τη θέση στο αρχείο αγνώστων δραστών με την αρχειοθέτηση κατ άρθρο 43 παρ. 2 του ΚΠΔ, όταν η έγκληση είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος α) λόγω της αντιφατικότητάς του προς τον προηγούμενο λόγο αναίρεσης, β) διότι από τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, αλλά και από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ορθά ανέγνωσε το έγγραφο, εκτίμησε όμως τούτο κατά τρόπο διαφορετικό εκείνου που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων και γ) διότι το δικαστήριο για την συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος δεν στηρίχθηκε κυρίως ή αποκλειστικά σ' αυτό, αλλά το χρησιμοποίησε ως ενισχυτικό του αποδεικτικού του πορίσματος, στο οποίο είχε αχθεί από άλλα κυρίως αποδεικτικά μέσα.

Με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθ. 8 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του το νομίμως προταθέντα στο Εφετείο με λόγο έφεσης ισχυρισμό του περί καταχρηστικής άσκησης του προβληθέντος από την αναιρεσίβλητη ισχυρισμού περί νόμω αβασίμου και αοριστίας της ένδικης αγωγής. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η ένδικη αγωγή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-6-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 589/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ