Legislator Case Law & Legislation
31/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative decision regarding information allowance return and unjust enrichment claims.

Case Number 31/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible for two specific defendants while overturning the lower court's decision regarding unjust enrichment for the remaining parties. The university argued for dismissal based on procedural defects and the specific statutory framework governing the return of information allowances. The court ruled that the appeal was inadmissible for the absent defendants but allowed the reversal of the lower court's finding on unjust enrichment for the others, thereby upholding the original lawsuit's supplementary basis.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 1 & 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 20 para. 5 of Law 3809/2009; Art. 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 4 para. 2 & 20 para. 1 of Law 4831/2021: An appeal is inadmissible if filed by parties who did not participate in the proceedings, while the court may partially overturn a lower judgment on unjust enrichment grounds for the remaining litigants.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal unjust enrichment information allowance civil procedure court costs administrative decision supplementary basis

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 1 & 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 20 para. 5 of Law 3809/2009
Art. 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 4 para. 2 & 20 para. 1 of Law 4831/2021
Art. 22 para. 1 & 3 of Law 3693/1957
Art. 52 no. 18 of the Entry into Force of the Code of Civil Procedure
Art. 5 para. 12 of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 31 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 31/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ" (Ε.Μ.Π.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Επιστήμης-Μαρίας Μουστακάτου που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή της και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1) Μ. Λ. του Β., 2) Α. Π. του Η., 3) Α. Σ. του Α.,4) Ε. Π. του Δ., 5) Γ. Α. του Ι., 6) Α. Π. του Δ., 7) Μ. Ο. του Α.,8) Ε. Α. του Δ., 9) Π. Λ. του Ε., 10) Β. Κ. του Α., 11) Α. Κ. του Π., 12) Ε. Τ. του Κ., 13) Α. Μ. του Θ., 14) Ε. Κ. του Α., 15)Β. Μ. του Α., 16) Σ. Γ. του Χ.-Σ., 17)Ι. Γ. του Κ., 18) Ά.-Μ. Μ. του Γ., 19) Γ. Θ., 20) Ι. Π. του Α., 21) Δ. Σ. του Γ., 22) Ά.-Α. Γ. του Π., 23) Λ. Μ., 24) Χ. Σ., 25) Α. Σ., 26) Σ. Σ. του Κ., 27) Π. Π. του Ν., 28) Μ. Ο. του Ν., 29) Μ. Τ., 30)Α. Γ. του Ν., 31) Κ. Λ. του Χ., 32) Β. Κ. του Γ. και 33) Π. Χ. του Ι., κατοίκων …, εκ των οποίων οι 19ος,23ος,24ος,25ος και 29η δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευαγγελίας Χαραλάμπους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-12-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 632/2006 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3760/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-10-2008 αίτησή του και τους από 13-7-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτο που ανέγνωσε την από 23-9-2022 έκθεση της κωλυομένης Αρεοπαγίτου Ιωάννας Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, με την οποία εισηγήθηκε: α) την απόρριψη των από 13-7-2022 πρόσθετων λόγων του αναιρεσείοντος και β) να γίνει δεκτή η αναίρεση της 3760/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 80/2022, 536/2020, 177/2018).

Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, με το οποίο ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 του ΚΠολΔ (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του, συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στην πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια (εφόσον ασκηθεί έφεση) δίκη θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1276/2021).

Η ισχύς της εν λόγω διάταξης, ως δικονομική, καταλαμβάνει από 1.1.2016 όλες τις επιδόσεις που γίνονται στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η απόφαση, στην υπόθεση για την οποία αυτός είχε παραστεί, εκδόθηκε πριν την 1.1.2016 (ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1034/2019). Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω κώδικα (ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1170/2021, 1305/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 15.10.2008 με αριθμ. καταθ. …/20.10.2008 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσίβλητων, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο από το σύνολο των τριάντα τριών (33) αναιρεσίβλητων, ο δέκατος ένατος (19ος) αναιρεσίβλητος, ο εικοστός τρίτος (23ος) αναιρεσίβλητος, ο εικοστός τέταρτος (24ος) αναιρεσίβλητος, ο εικοστός πέμπτος (25ος) αναιρεσίβλητος και η εικοστή ένατη (29η) αναιρεσίβλητη, ενώ οι υπόλοιποι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ υπ'αριθμ. …/31.3.2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας της περιφερείας του Εφετείου … Ά. Κ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο στις 4.10.2022, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, καθώς και της συγκοινοποιούμενης με αυτή υπ'αριθμ.

πρωτ. …/2.12.2022 βεβαίωσης της Γραμματέως του ως άνω Τμήματος (Β1) του παρόντος Δικαστηρίου για την αναβολή της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με την επιμέλεια αυτού, νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δικηγόρο Αθηνών Α. Κ., ως πληρεξούσια δικηγόρο όλων των αναιρεσίβλητων, η οποία, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο πρώτο του ν. 4335/2015, φέρει την ιδιότητα της αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ. 3760/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ως άνω δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος όλων των εφεσίβλητων (ήδη αναιρεσίβλητων) στη δευτεροβάθμια δίκη και δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τους απόντες αναιρεσίβλητους προς το αναιρεσείον η τυχόν αντικατάστασή της.

Συνακόλουθα, εφόσον οι ως άνω 19ος, 23ος, 24ος, 25ος και 29η αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης αποτελεί και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης του διαδίκου, που νίκησε ή νικήθηκε, πρέπει να υπάρχει τόσο κατά το χρόνο άσκησης, όσο και κατά το χρόνο της συζήτησής της και απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε επιμέρους λόγο αναίρεσης.

Ειδικότερα το έννομο συμφέρον προκύπτει από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δε να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου, ο οποίος υφίσταται τη βλάβη. Βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του αναιρεσείοντος ή γίνονται ολικά ή μερικά έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει σχετική διάταξη (ΑΠ 991/2022, 331/2022, 1163/2019).

Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 991/2022, 331/2022). Εφόσον δε το έννομο συμφέρον δεν θεμελιώνεται στο δικόγραφο της αναίρεσης ή δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1532/2022, 567/2022, 1136/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής : Με την από 12.12.2005 με αριθ. κατάθεσης …/16.12.2005 αγωγή, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι τριάντα τρεις (33) σε αριθμό ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας και επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού να τους καταβάλει τα αναγραφόμενα για τον καθένα από αυτούς ποσά, που αντιστοιχούν στο επίδομα πληροφορικής που δεν τους κατάβαλε για τα αναγραφόμενα χρονικά διαστήματα. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 632/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε την αγωγή ως προς την κυρία βάση της.

Επί της από 1.9.2006 με αριθμ. καταθ. …/4.9.2006 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η αναιρεσιβαλλομένη υπ'αριθ. 3760/17.6.2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία α) έγινε τυπικά και κατ'ουσία δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η αγωγή, β) απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την κύρια βάση της, γ) κρίθηκε νόμιμη η αγωγή ως προς την επικουρική εκ του εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της και δ) απορρίφθηκε η επικουρική βάση της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τις 28η και 29η ενάγουσες, έγινε δεκτή εν μέρει ως κατ'ουσία βάσιμη ως προς τους λοιπούς ενάγοντες και υποχρεώθηκε το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από αυτούς το αναγραφόμενο σ'αυτή ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της ως άνω απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου το εναγόμενο-εκκαλούν ΝΠΔΔ άσκησε την ένδικη από 15.10.2008 με αριθμ. καταθ. …/20.10.2008 αίτηση αναίρεσης κατά των εναγομένων-εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων και τον από 13.7.2022 με αριθμ. κατάθεσης …/14.7.2022 πρόσθετο λόγο αναίρεσης. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αυτής κατά το μέρος που στρέφονται κατά της εικοστής όγδοης (28ης) αναιρεσίβλητης και κατά της εικοστής ένατης (29ης) αναιρεσίβλητης πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, λόγω της μη ύπαρξης εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά των ως άνω αναιρεσίβλητων, εφόσον, δεν περιέχεται στα ως άνω δικόγραφα συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης, από αυτούς που διαλαμβάνονται στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ, με τον οποίο να αποδίδεται νομική πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις αναιρεσίβλητες αυτές, ως προς τις οποίες απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση η κυρία βάση της αγωγής ως μη νόμιμη και η επικουρική της βάση ως κατ'ουσία αβάσιμη, ούτε διαλαμβάνεται ισχυρισμός σχετικά με το έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, ως νικήσαντος ως προς τις αναιρεσίβλητες αυτές διαδίκου, για την άσκηση της ένδικης αίτησης και κατ'αυτών.

Περαιτέρω, η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφονται κατά των λοιπών αναιρεσίβλητων, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα και ειδικότερα α) η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε στις 20.10.2008 με την κατάθεσή της στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 3760/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, που άρχισε από την επομένη της ημερομηνίας επίδοσης της ως άνω απόφασης στο αναιρεσείον στις 26.9.2008, όπως προκύπτει από την επισημείωση, κατ' άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ, του δικαστικού επιμελητή Ν.

Γ. στο προσκομιζόμενο από το αναιρεσείον ακριβές αντίγραφο αυτής, στο οποίο υπάρχει η από 25.9.2008 παραγγελία της πληρεξούσιας δικηγόρου των αναιρεσίβλητων προς επίδοσή της στο αναιρεσείον και β) ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24.10.2023), όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως υπ'αριθμ.

…/20.7.2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας Ά. Κ., προς την ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο των αναιρεσίβλητων Α. Κ., η οποία, όπως προεκτέθηκε, φέρει την ιδιότητα της αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης (άρθρα 552,553,556,558,564 παρ.1, 566 παρ.1 και 569 παρ.1,2 ΚΠολΔ) Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ασκήθηκαν παραδεκτά (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να συνεκδικασθούν, κατ' άρθρο 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 904 εδ. α του ΑΚ ορίζεται ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια και με τη διάταξη του άρθρου 908 εδ α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι ο λήπτης υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ' αυτό.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οιονδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας (πλουτισμού) που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού, συνισταμένη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλε σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας για την παροχή της ίδιας εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικά στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού.

Ο ως άνω γενικός κανόνας των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ, ο οποίος απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου και γενικότερα επί φορέων του δημοσίου τομέα, αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη. Εκ τούτων παρέπεται ότι εάν ανατεθεί παρανόμως σε υπάλληλο του Δημοσίου ή άλλου Ν.Π.Δ.Δ. (ανεξαρτήτως της φύσης της συνδέουσας αυτόν με το φορέα απασχόλησης σχέσης), που έχει προσληφθεί για την εκτέλεση εργασίας ορισμένου κλάδου, στον οποίο ανήκει η οργανική του θέση, η εκτέλεση αλλοτρίων καθηκόντων που εμπίπτουν σε έτερο κλάδο, όπου κατά νόμο προβλέπονται υψηλότερες αποδοχές ή καταβολή ειδικού επιδόματος, το Δημόσιο ή το Ν.Π.Δ.Δ.

καθίσταται αδικαιολογήτως πλουσιότερο και ενέχεται προς απόδοση στον πιο πάνω υπάλληλο της ωφέλειας την οποία αποκόμισε, η οποία ισούται προς τη διαφορά των αποδοχών ή προς το ύψος του επιδόματος, που θα κατέβαλλε σε άλλο υπάλληλο, στον οποίο εγκύρως θα είχε αναθέσει τα εν λόγω καθήκοντα (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 101/2023, 1937/2022, 331/2022, 11/2022).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α 40), όπως αυτή ίσχυε πριν την κατάργησή της από 1.1.2004 με το άρθρο 55 του ν.3205/2003 (ΦΕΚ Α 297) ορίσθηκε ότι: "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτός ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: [...] 11.

Επίδομα Πληροφορικής, για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α), καθώς και στους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής:

α) Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές, β) Χειριστές - Χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές.... Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφ` όσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί η ειδική θέση....

Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή Προσωπικών Υπολογιστών, ούτε και σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής....". Κατά δε το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2470/1997 διατηρήθηκαν στο ύψος που είχαν διαμορφωθεί κατά την έναρξη της ισχύος αυτού, πέραν από τα επιδόματα εορτών και αδείας του άρθρου 9 του ιδίου νόμου, ορισμένα επιδόματα και παροχές, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται το επίδομα πληροφορικής που είχε χορηγηθεί κατά το παρελθόν με κοινές υπουργικές αποφάσεις, ενώ προς άρση κάθε αμφισβήτησης με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι "Πέραν των ως άνω διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα άλλα επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται τους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις αυτού κατά την έναρξη της ισχύος του με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή, περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφ` όσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του παρόντος". 'Ηδη δε, από την έναρξη ισχύος του νεότερου ν. 3205/2003 (1.1.2004), που αναφέρεται σε "μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ κλπ", το ως άνω επίδομα πληροφορικής προβλέφθηκε και πάλι, κατά το άρθρο 8 παρ.8 αυτού, "για τους ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, κέντρα, διευθύνσεις ή τμήματα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 50/2001 [...], οριζόμενο κατά ειδικότητα [...]".

Εξάλλου οι διατάξεις των άρθρων 4 και 11 του π.δ/τος 194/1988 "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις των δημοσίων υπηρεσιών και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α 84), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ.5 του ν. 1735/1987, θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ Πληροφορικής και κατηγορίες υπαλλήλων ανά κλάδο και προβλέπουν ειδικά προς τούτο προσόντα σπουδών για το διορισμό των υπαλλήλων στις αντίστοιχες οργανικές θέσεις.

Διακρίνουν δε σαφώς τους κλάδους αυτούς από τον κλάδο ΔΕ προσωπικού Η/Υ, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 18 του ιδίου Π.Δ/τος, για την κάλυψη των οποίων δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, στο οποίο παραπέμπει η ως άνω διάταξη του άρθρου 18. Επιπλέον και οι διατάξεις των άρθρων 6 και 14 του π.δ. 50/2001 (ΦΕΚ Α 5.3.2001) "Καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις φορέων του δημόσιου τομέα (προσοντολόγιο)", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 παρ. 6 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ Α 180/9.9.1999), όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο μόνο του π.δ. 347/2003 (ΦΕΚ Α 315/31.12.2003) θεσπίζουν κλάδους ΠΕ και ΤΕ πληροφορικής, στους οποίους περιλαμβάνονται συγκεκριμένες ειδικότητες εφόσον οι διοριζόμενοι κατέχουν ομώνυμο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα ΑΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμο αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της αλλοδαπής (άρθρο 6) και ομώνυμο ή ταυτόσημο κατά περιεχόμενο ειδικότητας πτυχίο ή δίπλωμα ΤΕΙ της ημεδαπής ή ισότιμων τίτλων σπουδών της αντίστοιχης ειδικότητας σχολών της ημεδαπής ή αλλοδαπής (άρθρο 14).

Και στο π.δ. 50/2001 διακρίνονται οι προβλεπόμενοι στα άρθρα 6 και 14 αυτού κλάδοι από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 19 του ίδιου π.δ. κλάδο ΔΕ Προσωπικού Η/Υ (ή ΔΕ Πληροφορικής), για την κάλυψη του οποίου δεν απαιτούνται ειδικά προσόντα ειδίκευσης, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 1, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 19 αριθμ. 1 του ως άνω π.δ/τος.

Από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2470/1997 συνάγεται σαφώς ότι από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου (1.1.1997) κατά το άρθρο 33 αυτού, καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι κατά καιρούς εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι, έκτοτε, το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ/μα 194/1988 (και ήδη π.δ/μα 50/2001), ενώ προβλέπεται ρητά ότι τούτο δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως στους υπαλλήλους που είναι απλοί χρήστες Η/Υ.

Τοιαύτη διεύθυνση πληροφορικής έχει συσταθεί και στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (Ε.Μ.Π.)" με το άρθρο 7 του π.δ. 46/1998 "Οργανισμός Διοικητικών Υπηρεσιών Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου" (ΦΕΚ Α` 51), διαιρούμενη σε τρία τμήματα (οργάνωσης και μεθόδων, ανάλυσης και σχεδιασμού συστημάτων και ανάπτυξης και συντήρησης πληροφοριακών συστημάτων διοίκησης), ενώ με τα άρθρα 17 και 18 καθορίζονται οι οργανικές θέσεις του μόνιμου και με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ανά κλάδο και ειδικότητα.

Περαιτέρω, από τις ίδιες εκτεθείσες διατάξεις συνάγεται και ότι ο αυστηρός καθορισμός των προϋποθέσεων για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής μόνο στην ανωτέρω κατηγορία υπαλλήλων, αποκλείει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του δημόσιου φορέα, όπως είναι το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο" σε βάρος της περιουσίας των υπαλλήλων του, στους οποίους αναθέτει τα καθήκοντα χειρισμού ηλεκτρονικού υπολογιστή και δεν τους καταβάλει το προβλεπόμενο στο άρθρο 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 (ήδη άρθρο 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003) επίδομα πληροφορικής, εφόσον οι εν λόγω υπάλληλοι είτε δεν έχουν τα απαιτούμενα από το π.δ. 194/1988 (ήδη π.δ. 50/2001) τυπικά προσόντα και δεν κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής, είτε έχουν τα απαιτούμενα από τα ως άνω π.δ.

τυπικά προσόντα, αλλά δεν κατέχουν οργανική θέση σε νομοθετημένη υπηρεσία πληροφορικής. Τούτο διότι, αν ο ως άνω δημόσιος φορέας προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας άλλους υπαλλήλους με τα προσόντα των προαναφερθέντων υπαλλήλων του και τις ικανότητές τους, ανέθετε δε σε αυτούς την άσκηση ιδίων καθηκόντων και πάλι δεν θα τους κατέβαλε το επίδομα πληροφορικής, καθόσον και αυτοί δεν θα είχαν τις σωρευτικά απαιτούμενες αυστηρές προϋποθέσεις του άρθρου 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και του άρθρου 8 παρ.8 του ν. 3205/2003 (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 101/2023, 1473/2022, 331/2022).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων, καθώς και κατά αποφάσεων πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 1473/2022).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 4/2023, ΑΠ 1473/2022, 381/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση της, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι παρείχαν το επίδικο για τον καθένα χρονικό διάστημα την εργασία τους στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ανήκοντες στο διοικητικό προσωπικό αυτού, οι 1η και 3ος ενάγοντες με την ειδικότητα υπαλλήλου-στελέχους γραμματειακής υποστήριξης, ο 2ος ενάγων με την ειδικότητα του στελέχους προσωπικού τεχνικής υποστήριξης, η 4η ενάγουσα με την ειδικότητα της γραμματέως, οι 5ος , 15ος, 16η, 17ος, 18η, 19ος, 21η, 22η, 24ος, 25ος και 27η ενάγοντες με την ειδικότητα του υπαλλήλου γραφείου, οι 6η , 7η , 8η, 9ος, 10η, 11η, 12η, 13η, 14η, 30η, 31η και 32η ενάγοντες με την ειδικότητα της βιβλιοθηκονόμου, η 20η ενάγουσα με την ειδικότητα της διοικητικής υπαλλήλου της γραμματείας, ο 23ος ενάγων με την ειδικότητα υπευθύνου γραμματειακής υποστήριξης, ο 26ος ενάγων με την ειδικότητα στελέχους επιστημονικής και γραμματειακής υποστήριξης και ο 33ος ενάγων με την ειδικότητα του υπαλλήλου διαχειριστή, αναλυτή και προγραμματιστή και ότι η εργασία τους απαιτούσε πλήρη και αποκλειστική απασχόληση με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγράφων σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, χωρίς, ωστόσο, να κατέχουν οργανική θέση πληροφορικής και ότι το αναιρεσείον ωφελήθηκε από την εργασία των αναιρεσίβλητων, στους οποίους ανέθετε αλλότρια καθήκοντα, ήτοι του χειριστή Η/Υ, το επίδομα πληροφορικής που θα όφειλε να καταβάλει υπό άλλες συνθήκες, εάν δηλαδή είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του προγραμματιστή και του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του και ότι ως εκ τούτου κατέστη πλουσιότερο, χωρίς νόμιμη αιτία με ζημία των εναγόντων.

Ακολούθως επιδίκασε για την ως άνω αιτία στον καθένα από τους 1η έως και 27η ενάγοντες και στην 30η ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 1.1.2003 έως 31.12.2005 το ποσό των 2.656,44 ευρώ, στην 31η ενάγουσα για το χρονικό διάστημα από 17.11.2003 έως 31.12.2005 το ποσό των 1.886,06 ευρώ, στη 32η ενάγουσα για τα χρονικά διαστήματα από 1.1.2003 έως 31.12.2003 και από 1.7.2004 έως 30.9.2004 το ποσό των 1.102,44 ευρώ και στον 33ο ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1.1.2003 έως 31.12.2005 το ποσό των 3.168,48 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 του ΑΚ, 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 6 και 14 του π.δ. 50/2001, όπως το π.δ. 50.2001 ισχύει μετά την τροποποίησή του με το π.δ. 347/2003. Τούτο διότι οι ως άνω αναιρεσίβλητοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη των μισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα (πληροφορικής) των άρθρων 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 και 8 παρ. 8 του ν. 3205/2003 (από 1.1.2004), καθόσον δεν κατέχουν τους οριζόμενους στο π.δ. 194/1988 και ήδη στο π.δ. 50/2001 τίτλους σπουδών, ούτε υπηρετούν στα Τμήματα της Διεύθυνσης Πληροφορικής του αναιρεσείοντος και ασκούν τα καθήκοντα που αρμόζουν στις αντίστοιχες Υπηρεσίες, στις οποίες έχουν τοποθετηθεί και δεν τους έχουν ανατεθεί αλλότρια καθήκοντα υπαγόμενα στη θεσμοθετημένη Διεύθυνση Πληροφορικής του αναιρεσείοντος, για τα τρία (3) τμήματα της οποίας υφίσταται η νομοθετική πρόβλεψη καταβολής του επίδικου επιδόματος πληροφορικής.

Συνεπώς, αν το αναιρεσείον προσλάμβανε με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου άλλους υπαλλήλους με τα προσόντα και τις ικανότητες των αναιρεσίβλητων και ανέθετε σε αυτούς την άσκηση των ιδίων ως άνω καθηκόντων στις ίδιες Υπηρεσίες του, και πάλι δεν θα κατέβαλε σε αυτούς το επίδομα πληροφορικής, διότι και αυτοί δεν θα διέθεταν τα απαιτούμενα από το νόμο τυπικά προσόντα και θα τοποθετούνταν στις θέσεις των αναιρεσίβλητων, οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με τις οργανικές θέσεις των τμημάτων της Διεύθυνσης Πληροφορικής του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.

Εξάλλου, ενόψει και της τεχνολογικής εξέλιξης που απαιτεί γενικευμένη πλέον χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών, η εκ μέρους των ως άνω αναιρεσίβλητων χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη άσκηση των καθηκόντων τους στις οργανικές θέσεις που έχουν τοποθετηθεί, δεν συνιστά άκυρη ανάθεση αλλοτρίων καθηκόντων, για την οποία το αναιρεσείον θα έπρεπε να έχει συστήσει και πληρώσει πρόσθετες ειδικές θέσεις πληροφορικής (ΟλΑΠ 5/2021, ΑΠ 1937/2022, 331/2022).

Ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται αδικαιολόγητος πλουτισμός του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, ήτοι βελτίωση της περιουσιακής του κατάστασης σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσίβλητων με βάση τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ. Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, όπως συμπληρώθηκε με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης, είναι βάσιμος.

Συνεπώς, κατά παραδοχή του λόγου αυτού πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος της, κατά το οποίο το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ως νομικά και στη συνέχεια ως ουσιαστικά βάσιμη την επικουρική, από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (άρθρο 904 ΑΚ), βάση της αγωγής ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, πλην της 28ης και της 29ης τούτων.

Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, καθόσον τα γενόμενα δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεσθεί και οι ενάγοντες για τη νομική θεμελίωση της επικουρικής βάσης της αγωγής τους, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδαφ. α του ΚΠολΔ, η υπόθεση να κρατηθεί, να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και να απορριφθεί η ως άνω αγωγή κατά την επικουρική της βάση, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, πλην της 28ης και της 29ης τούτων, ως νομικά αβάσιμη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο, είτε με τις προτάσεις, είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Με την αίτηση επαναφοράς μπορεί να ζητηθεί η απόδοση των καταβληθέντων από τον αναιρεσείοντα στον αναιρεσίβλητο χρηματικών ποσών του κεφαλαίου, των τόκων και των δικαστικών εξόδων καθώς και η επί του αθροίσματος αυτών καταβολή νομίμων τόκων οφειλομένων όμως μόνο από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης που διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων α, γιατί από του χρόνου της επίδοσης αυτής καθίσταται κατ' άρθρο 340 Α.Κ., υπερήμερος ο αναιρεσίβλητος.

Αντίθετα δεν μπορούν να ζητηθούν οι παρακρατηθέντες από τον αναιρεσείοντα ασφαλιστικές εισφορές, φόροι και λοιπές κρατήσεις, τα ποσά των οποίων δεν εισέπραξε ο αναιρεσίβλητος (Ολ.ΑΠ 11/2007, ΑΠ 447/2023, 1803/2022, 474/2022 Τέλος, με το άρθρο 20 παρ. 5 του ν. 3801/2009 (ΦΕΚ A 163/4.9.2009) ορίζεται ότι "Το επίδομα πληροφορικής το οποίο καταβλήθηκε από 1.1.1997, σύμφωνα με την παρ. 11 του άρθρου 8 του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ A 40) και, ακολούθως, σύμφωνα με την παρ. 8 του άρθρου 8 του ν. 3205/2003 (ΦΕΚ A 297) ως τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, θεωρείται νομίμως καταβληθέν και δεν αναζητείται.

Ειδικότερα θέματα, συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας επιστροφής των καταβληθέντων σε συμμόρφωση προς σχετικές καταλογιστικές πράξεις, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών". Η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται, ως εκ του περιεχομένου της, για ποσά που ήδη καταβλήθηκαν σε υπαλλήλους ως επίδομα πληροφορικής κατά το διάστημα από 1.1.1997 έως τη δημοσίευση του νόμου αυτού (4.9.2009) και δεν αφορά ποσά που καταβλήθηκαν μεταγενέστερα σε αυτούς σε εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων, έστω και εάν αφορούσαν αξιώσεις των υπαλλήλων για την καταβολή του επιδόματος πληροφορικής αναγόμενες στο ίδιο χρονικό διάστημα, για τις οποίες εκκρεμούσαν σχετικές δίκες.

Η ρύθμιση αυτή αποσκοπούσε στην απαλλαγή των υπαλλήλων που είχαν ήδη εισπράξει και προφανώς δαπανήσει τα σχετικά ποσά από τη σε βάρος τους έκδοση καταλογιστικών πράξεων για την επιστροφή των ποσών αυτών ως αχρεωστήτων καταβληθέντων και την άρση των σε βάρος τους δυσμενών οικονομικών συνεπειών που θα σήμαινε γι' αυτούς η ως άνω επιστροφή (ΑΠ 1803/2022, 1473/2022, 11/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του, τις οποίες κατέθεσε, κατά την επ' αυτών σημείωση της αρμόδιας γραμματέα, στις 19.10.2023, πριν δηλαδή τη δικάσιμο (24.10.2023), υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι στην επιστροφή των ποσών που αυτό κατέβαλε σε αυτούς στις 3.12.2008 σε εκούσια συμμόρφωση προς την αναιρεθείσα απόφαση, αίτημα που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι με τις ενώπιον του Αρείου Πάγου προτάσεις τους ισχυρίζονται ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 20 παρ. 5 του ν. 3801/2009 δεν ενέχονται στην επιστροφή των καταβληθέντων σε αυτούς χρηματικών ποσών που προέβη το αναιρεσείον σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλομένη απόφαση. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νομικά και κατ'ουσία βάσιμος.

Και τούτο διότι από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. έγγραφα και συγκεκριμένα από την προσκομιζόμενη μηχανογραφημένη κατάσταση πληρωμής των αναιρεσίβλητων από τα αρχεία μισθοδοσίας που συνέταξε ο εκκαθαριστής αποδοχών του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., σε συνδυασμό με το υπ' αριθμ.

πρωτ. …/5.7.2022 έγγραφο της Δ/νσης Οικονομικών Υπηρεσιών του ΕΜΠ και με το από 28.9.2022 υπηρεσιακό σημείωμα της ιδίας Υπηρεσίας, προκύπτει ότι το τελευταίο, σε εκούσια συμμόρφωση προς την προσβαλλόμενη απόφαση, κατέβαλε στις 3.12.2008 με πίστωση των τραπεζικών λογαριασμών μισθοδοσίας των αναιρεσίβλητων, υπαλλήλων του, το ως άνω επιδικασθέν για τον καθένα ποσό πλέον των νομίμων τόκων, μετά αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων.

Εφόσον, λοιπόν, το επιδικασθέν για κάθε αναιρεσίβλητο (πλην της 28ης και 29ης) ποσό, που αφορά επίδομα πληροφορικής, καταβλήθηκε εκουσίως από το αναιρεσείον, πριν τις 4.9.2009, θεωρείται, κατ' άρθρο 20 παρ. 5 του ν. 3801/2009 νομίμως καταβληθέν και δεν μπορεί να αναζητηθεί από το αναιρεσείον, με την αίτηση επαναφοράς (ΑΠ 1803/2022, 1473/2022).

Ο δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι η ως άνω διάταξη του άρθρου 20 παρ.5 του ν. 3809/2009 δεν τυγχάνει εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση καθότι σε διαφορετική περίπτωση θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη επέμβαση του νομοθέτη σε εκκρεμή δίκη δεν είναι βάσιμος. Και τούτο διότι, το Σύνταγμα δεν αποκλείει στον κοινό νομοθέτη, εκτός των ειδικώς σε αυτό προβλεπομένων περιπτώσεων (άρθρα 7 παρ. 1, 77 παρ. 2 και 78 παρ. 2 του Συντάγματος), εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, να ρυθμίζει αναδρομικώς έννομες σχέσεις και δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί με την έκδοση γενικών κανόνων (ΟλΑΠ 3/2016, ΟλΣτΕ 734/2016, ΣτΕ 3613/2013) ακόμα και κατά τρόπο διαφορετικό, έστω και αν οι έννομες σχέσεις ή τα δικαιώματα κρίνονται ενώπιον των δικαστηρίων ή έχουν αναγνωρισθεί με τελεσίδικες ή αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, εφόσον οι ρυθμίσεις αυτές είναι γενικής εφαρμογής και δεν ρυθμίζουν μεμονωμένη σχέση, υπαγορεύονται από επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος και δεν προσβάλλουν τον πυρήνα και την ουσία του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας, σεβόμενες την αρχή της αναλογικότητας (ΑΕΔ 14/2013, ΑΠ 1240/2022, ΣτΕ 1773/2020), όπως στην προκειμένη περίπτωση, που, για τους προεκτεθέντες λόγους, η ως άνω διάταξη του άρθρου 20 παρ.5 του ν. 3809/2009 ρυθμίζει κατά γενικό τρόπο την άρση των σε βάρος υπαλλήλων δυσμενών οικονομικών συνεπειών που θα σήμαινε γι αυτούς η επιστροφή του επιδόματος πληροφορικής που τους έχει καταβληθεί.

Πρέπει, λοιπόν, η αίτηση επαναφοράς να απορριφθεί ως αβάσιμη. Περαιτέρω, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, του οποίου η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ως προς την 28η αναιρεσίβλητη, πρέπει, λόγω της ήττας του, να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων αυτής, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), μειωμένων, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της Κοινής Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), αφού η νομική υπηρεσία του αναιρεσείοντος διεξάγεται δια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ.2 και 20 παρ.1 του ν. 4831/2021 (ΑΠ 346/2023, 331/2022), ως ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, οι λοιποί, πλην της 28ης και της 29ης, αναιρεσίβλητοι, που νικήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τόσο για την αναιρετική δίκη, όσο και για τις δίκες των πρώτου και δεύτερου βαθμών δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του αναιρεσείοντος, μειωμένων, κατ' εφαρμογή των ίδιων ως άνω διατάξεων, ως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 15.10.2008 με αριθ. κατάθεσης …/20.10.2008 αίτηση αναίρεσης και τον από 13.7.2022 με αριθμ. καταθ. …/14.7.2022 πρόσθετο λόγο αυτής για αναίρεση της υπ'αριθμ. 3760/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης και τον πρόσθετο λόγο αυτής, ως προς την εικοστή όγδοη (28η) αναιρεσίβλητη και ως προς την εικοστή ένατη (29η) αναιρεσίβλητη.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εικοστής όγδοης (28ης) αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Αναιρεί την υπ'αριθμ. 3760/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος της που δέχθηκε ως νόμιμη και κατ'ουσία βάσιμη την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό βάση της από 12.12.2005 με αριθ. κατάθεσης …/16.12.2005 αγωγής των λοιπών εναγόντων, πλην της εικοστής όγδοης (28ης) και της εικοστής ένατης (29ης) τούτων.

Κρατεί και δικάζει την από 12.12.2005 αγωγή ως προς την επικουρική της βάση ως προς τους ενάγοντες αυτούς.

Απορρίπτει την αγωγή ως προς την επικουρική της βάση ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, πλην της εικοστής όγδοης (28ης) και της εικοστής ένατης (29ης) τούτων.

Απορρίπτει την από 19.10.2023 αίτηση του αναιρεσείοντος για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Καταδικάζει τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, πλην της εικοστής όγδοης (28ης) και της εικοστής ένατης (29ης) τούτων, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την αναιρετική δίκη και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τις δίκες στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ