Legislator Case Law & Legislation
31/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against public prosecutor's salary reduction, ruling it proportional and not violating human rights.

Case Number 31/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the employer's appeal against a lower court decision reducing public prosecutor salaries. The employer argued the reduction lacked a reasonable basis and threatened dignified living standards, while the lower court had upheld the measure. The court found the reduction proportional to the general interest and did not violate human rights, thus dismissing the plaintiffs' claims.

Legislator headnote

AI generated

Articles 29 of Law 4024/2011; Article 1 of Protocol No. 1 to the ECHR; Article 25(1) of the Constitution; Article 31(1) of Law 4354/2015; Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR; Article 17(1) of the Code of Civil Procedure; The reduction of public prosecutor salaries is not arbitrary and does not violate the principle of proportionality or human rights if based on general interest.

Keywords

AI generated
public prosecutor salaries proportionality principle human rights protection general interest constitutional review civil procedure appeal dignified living standards

Cited Legislation

AI generated
Article 29 of Law 4024/2011
Article 1 of the First Additional Protocol to the ECHR
οι οποίοι καταλαμβάνονται από τη διάταξη του άρθρου 31 § 1 ν.
Article 25(1) of the Constitution
Article 31(1) of Law 4354/2015
Article 17(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 31 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 31/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... και το διακριτικό τίτλο ... όπως εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας ... και το δ.τ. ... που εδρεύει στον Υμηττό Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Πήτα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. Β. του Γ., κατοίκου Βύρωνα Αττικής, και 24) Σ. Μ. του Δ., κατοίκου Νέας Ερυθραίας Αττικής, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φώτιου Κλαουδάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 262/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2825/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-9-2019 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 507/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που ανέβαλλε την συζήτηση της υπόθεσης έως ότου εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, επί του αναφερομένου στο σκεπτικό, νομικού θέματος.

Εκδόθηκε η 1/2021 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Την υπόθεση επανέφερε εκ νέου για συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 10-12-2021 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπ' αριθμ. 507/2021 απόφαση του Τμήματος τούτου α) δικάσθηκε και κρίθηκε παραδεκτή η από 3.9.2019 με αριθμό εκθ. καταθ. 7965/761/4.9.2019 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... και το διακριτικό τίτλο ... κατά της υπ' αριθμ. 2825/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, β) αναβλήθηκε η συζήτηση της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως και ειδικότερα των πέμπτου και έκτου λόγων αυτής, με τους οποίους μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 29 του ν. 4024/2011, πρώτου παρ.

Γ', υποπαρ. Γ1, περ. 12 του ν. 4093/2012, 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και 31 παρ. 1 Ν. 4354/2015 και για ανεπαρκή αιτιολογία, καθ' όσον ανέκυψε το ζήτημα εάν, βάσει των ανωτέρω διατάξεων, τυγχάνει εφαρμοστέα μία ενιαία μείωση επί των κατά την 31η Οκτωβρίου 2011 αποδοχών του προσωπικού της ...

κατά ποσοστό μέχρι 25% αμέσως, ετεροχρονιζομένη μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016 κατά το τυχόν υπερβάλλον, ή είναι εφαρμοστέες δύο μειώσεις, μία την 1η Νοεμβρίου 2011 κατά ποσοστό μέχρι 25% και μία την 1η Ιανουαρίου 2013 κατά ποσοστό πάλι μέχρι 25% επί των προκυπτουσών από την εφαρμογή της πρώτης μειώσεως αποδοχών, ετεροχρονιζόμενες αμφότερες μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016 κατά τα τυχόν υπερβάλλοντα ποσοστά, το οποίο (ζήτημα) εκκρεμούσε ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, στην οποία αυτό είχε παραπεμφθεί, ως γενικότερου ενδιαφέροντος με την υπ' αριθμ. 1457/2019 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος καθώς και με την υπ' αριθμ. 1349/2019 απόφαση του Β2 Πολιτικού Τμήματος.

Επί του ως άνω παραπεμφθέντος ζητήματος εκδόθηκε ήδη η υπ' αριθμ. 1/2021 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, συνεπώς παραδεκτά με την από 10.12.2021 κλήση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... και το διακριτικό τίτλο ... φέρεται προς συζήτηση η υπόθεση. Ο ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α' 226/27.10.2011), ορίζει στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού και υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α' και Β' βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", τα εξής:

Στο άρθρο 4 ότι "1. Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), [...]. 2.

Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, [...] εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17", στο δε άρθρο 6 παρ.1 ότι "Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης - Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) - κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, [...]".

Στο άρθρο 12 του νόμου αυτού καθορίζεται το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του άρθρου 4 και στο άρθρο 14 καθορίζονται οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου. Στο άρθρο 29 παρ.2 του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ.3 της ΠΝΠ 16/16.12.2011 (ΦΕΚ Α' 262/16.12.2011), ορίζεται ότι "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: [α)...

β)... γ)...]. Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής:

α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου".

Εξάλλου, στο άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", ορίζεται στην παρ.1 αυτού ότι: "α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ.1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212), με εξαίρεση τα ΝΠΙΔ του ν. 3864/2010 (Α' 119) και άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (Α' 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους. [...]".

Στις παρ.3 και 4 του ίδιου άρθρου, όπως αυτές συμπληρώθηκαν από τις παρ.3 και 4, αντίστοιχα, του άρθρου 1 της από 31.12.2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α' 268/31.12.2011), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 (Α' 31) και έχει ισχύ νόμου από τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ορίζεται ότι: "3.

Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ' εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο. [...].

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου καθ' ύλην Υπουργού μπορεί να εξαιρούνται κλάδοι ή ειδικότητες των φορέων της υποπαραγράφου 1α από τα ανώτατα όρια μηνιαίων τακτικών αποδοχών που προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια της παρούσης παραγράφου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, δεν υπερβαίνει τα όρια που ορίζονται στην επόμενη παράγραφο του παρόντος άρθρου. 4.

Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα. Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%".

Ακόμη, στην παρ. 7 του άρθρο 31 του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι "Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζομένους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 29", στο δε άρθρο 32 παρ. 4 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1.11.2011".

Περαιτέρω, ο ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016", στην παράγραφο Γ', υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου αυτού, υπό τον τίτλο "Μισθολογικές Διατάξεις του Δημοσίου Τομέα", περ. 2 και 12, ορίζει, αντίστοιχα, τα εξής: "2.

Αναστέλλεται μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α' 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31.10.2012" και "12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212). [...].

Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Εξάλλου, στο άρθρο 31 παρ.1 του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α' 176/16.12.2015) ορίζεται ότι "Στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ. Γ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222), προστίθεται νέο εδάφιο, από τότε που ίσχυσε, ως εξής:

Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύουν από 1.1.2013". Επίσης, βάσει των διατάξεων των ν. 2166/1993 και ν. 3195/2003 οι αμυντικές βιομηχανίες ... συγχωνεύθηκαν με σύσταση νέας εταιρείας με την επωνυμία ... και το διακριτικό τίτλο .... Για τη συγχώνευση αυτή συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 3456/28.12.2003 πράξη συγχώνευσης της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αργυρώς Σεργάκη, η οποία καταχωρήθηκε την 2.1.2004 στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών, η καταχώρηση δε αυτή δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) με αριθμό418/20.1.2004.

Έτσι από την ως άνω καταχώρηση στο Μητρώο ΑΕ της σχετικής εγκριτικής διοικητικής απόφασης, επήλθαν αυτοδικαίως τα αποτελέσματα του άρθρου 75 του ΚΝ 2190/1920 και του Ν. 3195/2003 και η ως άνω νέα εταιρεία υποκαταστάθηκε σε όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των συγχωνευομένων εταιρειών ως καθολική αυτών διάδοχος.

Αυτή, δεδομένου ότι κύριος μέτοχος και μάλιστα σε ποσοστό 99,80% ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, ήταν επιχείρηση του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΔΕΚΟ), σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 3429/2005, αποτελούσε δε επιχείρηση δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με ρητή διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3195/2003, ο δε σκοπός της και η λειτουργία της συνδέονται κατά τρόπο άμεσο με την άμυνα και την ασφάλεια της χώρας.

Αυτή είναι δημόσια επιχείρηση-εκμετάλλευση κοινής ωφέλειας και σύμφωνα με τον ως άνω ιδρυτικό της νόμο (3195/2003) και δη το άρθρο 1 αυτού, εξυπηρετεί σκοπούς δημοσίου συμφέροντος ενώ κάθε διάταξη νόμου, διατάγματος ή υπουργικής απόφασης που ίσχυε υπέρ κάποιας από τις εν λόγω συγχωνευθείσες εταιρείες, ισχύει και υπέρ του νομικού προσώπου, που συστήθηκε με την συγχώνευση.

Με το άρθρο 5, μάλιστα, του ως άνω ιδρυτικού νόμου της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας προβλέπεται ότι οι εργαζόμενοι διατηρούν στη νέα εταιρεία και στις θυγατρικές της τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από τις υφιστάμενες, κατά τον χρόνο της συγχώνευσης συμβάσεις και σχέσεις εργασίας.

Περαιτέρω, η ως άνω τελευταία εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 και του άρθρου 7 του Ν. 4237/2014, διασπάστηκε με τη σύσταση δύο νέων επωφελούμενων εταιρειών, ήτοι α) την εταιρεία ... με το διακριτικό τίτλο ... η οποία έχει την ίδια επωνυμία και διακριτικό τίτλο της διασπώμενης και η οποία συνεχίζει τη δίκη αυτή ως καθολική διάδοχος της διασπώμενης εταιρείας, και β) την εταιρεία ...".

Σύμφωνα δε, με την υπ' αριθμ. 11753/16.9.2014 συμβολαιογραφική πράξη διάσπασης-σύστασης των δύο νέων επωφελούμενων εταιρειών της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίνας Σταυριανού, από την ολοκλήρωση της διάσπασης οι επωφελούμενες εταιρείες υποκαταστάθηκαν αυτοδίκαια και χωρίς καμία άλλη διατύπωση σύμφωνα με το νόμο, σε όλα τα δικαιώματα, υποχρεώσεις και έννομες σχέσεις της διασπώμενης εταιρείας, κατά το μέρος που αφορούν τα μεταβιβαζόμενα σε κάθε μία περιουσιακά στοιχεία και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, οι δίκες της διασπώμενης εταιρείας συνεχίζονται από τις επωφελούμενες κατά τη προβλεπόμενη κατανομή, μη επερχόμενης βιαίας διακοπής αυτών με τη διάσπαση.

Η δε διασπώμενη εταιρεία λύεται χωρίς εκκαθάριση. Σύμφωνα με την ως άνω σύμβαση διάσπασης, στην πρώτη των επωφελούμενων και ήδη αναιρεσείουσα ... και το διακριτικό τίτλο ... εισφέρθηκαν όλα τα ενεργητικά και παθητικά περιουσιακά στοιχεία που απαρτίζουν την παραγωγική δραστηριότητα της διασπώμενης στην παραγωγή και εμπορία αποκλειστικά μόνο όπλων, πυρομαχικών και πολεμικού υλικού.

Με την υπ' αριθμ124083/2014 ανακοίνωση του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών, καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ) στις 3.1.2014 (ΦΕΚ 10574/8.10.2014 Τεύχος ΑΕ-ΕΠΕ), η σύσταση της νέας εταιρείας ... και το διακριτικό τίτλο ... και το καταστατικό αυτής, σύμφωνα με την ως άνω συμβολαιογραφική πράξη διάσπασης και σύσταση νέων, λαμβάνοντας η νέα επωφελούμενη εταιρεία αριθμό ΓΕΜΗ 13198220-1000.

Η τελευταία εταιρεία, αλλά και οι προηγούμενες αυτής υπάγονται στον προαναφερόμενο περιορισμό του ΑΝ 173/1967 και δεδομένου ότι κύριος μέτοχος σε ποσοστό 99,80%, συνεχίζει να είναι το Ελληνικό Δημόσιο, είναι επιχείρηση του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα (ΔΕΚΟ) σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 ν. 3429/2005 (Κεφάλαιο Α').

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ... η οποία υπάγεται στο ν. 3429/2005 "Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΔΕΚΟ)", υπόκειται στις ρυθμίσεις των προαναφερθέντων διατάξεων του ν. 4024/2011 και της υποπαραγράφου Γ1, της παρ. Γ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012.

Το Σύνταγμα ορίζει, στο μεν άρθρο 4 παρ. 5 ότι "Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους", στο δε άρθρο 25 παρ.1 και 4 ότι: "1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. [...].

Οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. [2. ... 3. ...]. 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων συνάγεται0 ότι, σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών, που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος.

Η δυνατότητα, όμως, αυτή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, όπως, επίσης, και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα, δεδομένου, μάλιστα, ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι προς όφελος όλων.

Και τούτο διότι, ενόψει και της καθιερούμενης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων ή της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται, κυρίως, άλλες κατηγορίες πολιτών (ΟλΣτΕ 481/2018, σκέψη 12, ΟλΣτΕ 4741/2014 σκέψη 12).

Εξάλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ η επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ' αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος.

Η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλοντος τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο. Ακόμη, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (ΟλΣτΕ 734/2016).

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις των ν. 4024/2011 και 4093/2012, προκύπτει, ότι αρχικά, με το ν. 4024/2011, θεσμοθετήθηκε ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο για τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, το οποίο δεν καταλάμβανε το προσωπικό της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, όμως με το άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", για το ανωτέρω προσωπικό προβλέφθηκε ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού και θέσπιση ανωτάτου ορίου μέσου μισθολογικού κόστους ύψους 1.900,00 ευρώ, με πρόβλεψη ότι, σε περίπτωση που από την εφαρμογή αυτού του ορίου θα προέκυπτε μείωση αποδοχών ανώτερη του 25%, η μείωση θα ήταν σταδιακή, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, εφαρμοζόμενο αναλογικώς.

Κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών οι αναιρεσίβλητοι, με βάση το προβλεπόμενο ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών, υπέστησαν την 1.11.2011 μειώσεις επί των κατά την 31η Οκτωβρίου 2011 αποδοχών τους, μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενες κατά το τυχόν υπερβάλλον μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016. Ακολούθως, με το ν. 4093/2012, από 1.1.2013 υπήχθη στο μισθολόγιο και βαθμολόγιο του στενού δημόσιου τομέα, από το οποίο μέχρι τότε εξαιρείτο, και το προσωπικό της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με το διακριτικό τίτλο ...

με συνέπεια την εφεξής κατάργηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τον καθορισμό των αποδοχών της συγκεκριμένης κατηγορίας μισθωτών, που καταλαμβάνονται πλέον από τη ρύθμιση της παραγράφου 4 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011. Κατά την ένταξη του προσωπικού της ανώνυμης εταιρείας ... από 1.1.2013, στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του ν. 4024/2011 σύμφωνα με την περ. 12 υποπ.

Γ1 παρ. Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, διαμορφώθηκαν οι αποδοχές του προσωπικού της με βάση το ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του ν. 4024/2011 και από την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών (1.1.2013) έπαυσε η ισχύς των διατάξεων "αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημοσίου τομέα" του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός της παρ. 2 αυτού.

Κατά τον προσδιορισμό των αποδοχών, την 1.1.2013, με βάση τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου, επήλθαν, επί το πλείστον, μειώσεις επί των κατά την 31η Δεκεμβρίου 2012 προκυπτουσών από την εφαρμογή της πρώτης μειώσεως αποδοχών και κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών οι αναιρεσείοντες υπήχθησαν σε μειώσεις μέχρι ποσοστού 25% με την ένταξή τους, ετεροχρονιζόμενες μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016 κατά τα τυχόν υπερβάλλοντα ποσά.

Κατά τις ανωτέρω διατάξεις και το, με βάση τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις, σκοπό θέσπισής τους, αφενός της άμεσης αντιμετώπισης της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου του εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης, της άρσης των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων και της ανταμοιβής της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, συνάγεται ότι τυγχάνουν εφαρμοστέες δύο μειώσεις, ήτοι μια την 1.11.2011 επί των κατά την 31η Οκτωβρίου 2011 αποδοχών μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, με βάση το προβλεπόμενο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών, ετεροχρονιζόμενη κατά το υπερβάλλον, και μια την 1η Ιανουαρίου του 2013 κατά ποσοστό πάλιν μέχρι 25% επί των προκυπτουσών την 31.12.2012 από την εφαρμογή της πρώτης μειώσεως αποδοχών, ετεροχρονιζόμενη, κατά το τυχόν υπερβάλλον, μετά την 31.12.2016.

Οι ρυθμίσεις αυτές εισήχθησαν, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, για την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, η δεύτερη δε ρύθμιση αποτελεί τμήμα ευρύτερου ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας.

Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, ότι, δηλαδή, τυγχάνει εφαρμοστέα μία ενιαία μείωση επί των κατά την 31η Οκτωβρίου 2011 αποδοχών, δεν συνάγεται 1) από τη ρύθμιση της περ. 2 της παρ. Γ' υποπ. Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με την οποία ανεστάλη μέχρι 31.12.2016, μεταξύ άλλων, και η εφαρμογή της περίπτωσης β' του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, δηλαδή η εφαρμογή της υπερβάλλουσας το 25% μείωσης και τούτο, διότι η αναστολή αυτή, που εισάγεται με το ίδιο πρώτο άρθρο του νόμου 4093/2012, με το οποίο εισάγεται και η ένταξη από 1.1.2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, αναφέρεται στην τυχόν προκύπτουσα υπερβάλλουσα μείωση του 25% λόγω της εφαρμογής των διατάξεων περί ενιαίου μισθολογίου και εναρμονίζεται με τον επιδιωκόμενο με το μέτρο αυτό σκοπό εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης με την ένταξη από 1.1.2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στις διατάξεις περί ενιαίου μισθολογίου ν.4024/2011 και 2) από τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.1 του ν. 4354/2015, με την οποία ορίστηκε ότι για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12 η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύουν από 1.1.2013 και τούτο, διότι αυτή δεν έχει την έννοια αναστολής των διατάξεων περί υπαγωγής του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο αλλά αφορά την αναστολή της υπερβάλλουσας μείωσης του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011 και τέθηκε ενόψει της κατάργησης με τον ίδιο νόμο (4354/2015 άρθρο 34 αυτού) της περ. 12 παρ.

Γ' υποπ. Γ1 του ν. 4093/2012, ώστε και μετά την κατάργηση της διάταξης αυτής (περ. 12) να ισχύει για το προσωπικό του ευρύτερου δημόσιου τομέα η αναστολή της ανωτέρω υπερβάλλουσας μείωσης (Ολ. ΑΠ 1/2021). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ένδικη από 20.11.2017 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενοι ατομικές συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με πλήρη απασχόληση, στις εταιρείες ...

καθολική διάδοχος των οποίων είναι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία ... και το διακριτικό τίτλο ... ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία να επιστρέψει στον καθένα από αυτούς τα αναφερόμενα ποσά, που παρακρατήθηκαν από τις νόμιμες αποδοχές τους, κατά το χρονικό διάστημα από 1.11.2011 έως 1.1.2013, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ.

Γ', υποπαρ. Γ1, περ. 12 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, λόγω εσφαλμένης υπαγωγής του τρόπου εκκαθάρισης των αποδοχών τους στις διατάξεις αυτές και, λόγω αντίθεσης αυτών στις αναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 262/2018 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία αυτή έγινε δεκτή στο σύνολό της.

Κατά της πρωτόδικης απόφασης, η αναιρεσείουσα άσκησε την από 26.2.2018 (με αριθμό κατάθεσης 20935/1408/2.3.2018) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη με αριθμό 2825//2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η εκεί εκκαλουμένη απόφαση και, αφού δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ως προς το αίτημα να υποχρεωθεί η εναγομένη-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους από 1.1.2013 με συγκεκριμένες αποδοχές, το οποίο είχε γίνει δεκτό από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και έγινε δεκτή η αγωγή κατ' ουσίαν ως προς την καταβολή των διαφορών αποδοχών των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως και 31.7.2015, δεχόμενο ειδικότερα ότι "οποιαδήποτε νέα περικοπή αποδοχών από 1.1.2013, η οποία μαζί με την περικοπή των αποδοχών που έλαβε χώρα την 1.11.2011, οδηγεί σε περικοπή του μισθού που ελάμβανε το προσωπικό της παραπάνω εταιρείας την 31.10.2011, σε ποσοστό άνω του 25% αυτού, δεν προβλέπεται".

Ειδικότερα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Σε εφαρμογή των ανωτέρω, από 1.1.2013 υπήχθη στο μισθολόγιο του στενού δημόσιου τομέα, από το οποίο μέχρι τότε εξαιρείτο, και το προσωπικό της ανώνυμης εταιρείας ... με τον διακριτικό τίτλο ... που είχε ήδη υποστεί από τον Νοέμβριο του 2011 μείωση έως 25% των αποδοχών που ελάμβανε τον Οκτώβριο του 2011 κατ' εφαρμογήν του Δευτέρου Κεφαλαίου του ν. 4024/2011 και ειδικότερα του άρθρου 29 παρ. 2 και μετά την επέκταση του ενιαίου μισθολογίου και σ' αυτό δεν προβλέπεται στον νόμο νέα μείωση αποδοχών μέχρι του ποσοστού 25% σε σχέση με τις αποδοχές που ελάμβανε μέχρι 31.12.2012, κατ' εφαρμογή για δεύτερη φορά του άρθρου 29 παρ. 2 του ν. 4024/2011.

Επομένως, οποιαδήποτε νέα περικοπή αποδοχών από 1.1.2013 η οποία μαζί με την περικοπή των αποδοχών που έλαβε χώρα την 1.11.2011 οδηγεί σε περικοπή του μισθού που ελάμβανε το προσωπικό της παραπάνω εταιρείας την 31.10.2011, σε ποσοστό άνω του 25% αυτού δεν προβλέπεται. Προσέτι, η καταβολή της υπερβάλλουσας πέραν του 25% των αποδοχών του Οκτωβρίου του 2011 μείωσης συνεχίζεται, διότι η παρακράτησή της ανεστάλη με τον ν. 4093/2012 από 31.10.2012 έως 31.12.2016 (παράγραφος Γ' υποπαράγραφος Γ.1.

του άρθρου πρώτου παρ. 2). Με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Ν. 176/16.12.2015) προστέθηκε στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 νέο εδάφιο, σύμφωνα με το οποίο "Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύει από 1.1.2013".

Επομένως, εφόσον για το προσωπικό της παραπάνω εταιρείας μετά την ένταξη στο ενιαίο μισθολόγιο από 1.1.2013 προκύπτει υπερβάλλουσα μείωση η περικοπή της αναστέλλεται μέχρι την 31.12.2016. Όσον αφορά όμως την υπερβάλλουσα μείωση που είχε προκύψει από την εφαρμογή του άρθρου 31 § 7 του v. 4024/2011 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 29 § 2 του ίδιου νόμου, στους υπαλλήλους που υπέστησαν μείωση στις αποδοχές τους 25% τουλάχιστον σε σχέση με τις αποδοχές του Οκτωβρίου 2011, συνιστά δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων της ανώνυμης εταιρείας ...

με τον διακριτικό τίτλο ... οι οποίοι καταλαμβάνονται από τη διάταξη του άρθρου 31 § 1 ν. 4354/2015, να εξαιρεθούν και μάλιστα αναδρομικά από τη συνέχιση καταβολής ολόκληρου του ποσού της υπερβάλλουσας μείωσης και τους περικόπηκε, ενώ στους λοιπούς υπαλλήλους που εξαρχής είχαν ενταχθεί στο Ενιαίο Μισθολόγιο εφαρμόστηκε η διάταξη του άρθρου πρώτου, παρ. 2 παράγραφος Γ' υποπαράγραφος Γ.1.

του v. 4093/2012 περί αναστολής περικοπής της από 31.10.2012 και πρέπει να εφαρμοστεί η διάταξη αυτή και στο προσωπικό της παραπάνω ανώνυμης εταιρείας κατ' εφαρμογή της αρχής της ισότητας (4 § 1 Σ) διότι η εξαίρεσή του από τη ρύθμιση αυτή δεν επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, ούτε τέτοιοι λόγοι αναφέρονται στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4354/2015.

Επειδή περαιτέρω η αγωγή με το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι ορισμένη και νόμιμη περιέχουσα όλα τα απαραίτητα στοιχεία που απαιτούνται από τις διατάξεις των άρθρων 118, 216 § 1 ΚΠολΔ και των διατάξεων στις οποίες στηρίζεται νομικά και αναφέρονται παραπάνω και συγκεκριμένα αναφέρονται οι αποδοχές των εναγόντων μέχρι την 31.10.2011 μετά τις περικοπές των ν. 3833/2010, 3845/2010 και 3899/2010, οι αποδοχές τους μετά τους νόμους 4024/2010 και 4093/2012, χωρίς το επίδομα ευθύνης και μόνο με τα επιδόματα που διατηρήθηκαν σε ισχύ με τον ν. 4024/2011, ώστε να είναι δυνατοί οι απαραίτητοι υπολογισμοί της διαφοράς τους με απλή αφαίρεση, χωρίς να απαιτείται οι ενάγοντες να αναφέρουν ρητώς ότι δεν συμμετείχαν σε απεργίες, ήταν ασθενείς και ότι απασχολήθηκαν όλες τις ημέρες κάθε μήνα κλπ, εφόσον οι ίδιοι ζητούν τις πλήρεις αποδοχές, ούτε το ποσό που καταβάλουν κάθε μήνα σε ασφαλιστικά ταμεία εφόσον θέτουν ως βάση των υπολογισμών τους πάντοτε μικτές αποδοχές, ενώ διαλαμβάνονται στο δικόγραφο και όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τον προσδιορισμό των αποδοχών τους με βάση τους νόμους των οποίων υπάρχει επίκληση στην αγωγή, όπως ο χρόνος πρόσληψης, η εκπαιδευτική κατηγορία στην οποία ανήκουν, η βαθμίδα και το μισθολογικό κλιμάκιο, τα επιδόματα που λαμβάνουν και η ειδικότητα, παρά τα όσα αντιθέτως επικαλείται η εκκαλούσα-εναγομένη με τους σχετικούς λόγους έφεσής της (πρώτο και πέμπτο), οι οποίοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι....

Ούτω, αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον 3ο ενάγοντα το ποσό των 5.121,50 €, στην 5η ενάγουσα το ποσό των 2.268,76 €, στον 6ο ενάγοντα το ποσό των 6.918,18 €, στον 7ο ενάγοντα το ποσό των 7.326,50 €, στον 9ο ενάγοντα το ποσό των 593,38 €, στον 10ο ενάγοντα το ποσό των 10.854,04 €, στον 16ο ενάγοντα το ποσό των 106,18 €, στον 17ο ενάγοντα το ποσό των 7.244,82 €, στον 23ο ενάγοντα το ποσό των 6.918,16 € και στον 24ο ενάγοντα το ποσό των 37,42 € με τον νόμιμο τόκο από την 1η ημέρα κάθε μήνα που έπεται εκείνου κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθεί κάθε επιμέρους χρηματικό ποσό και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Και Υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον 1ο ενάγοντα 3.869,40 €, στον 2ο ενάγοντα 8.143,50 €, στον 3ο ενάγοντα 20.000 €, στην 4η ενάγουσα 4.802,10 €, στην 5η ενάγουσα 20.000 €, στον 6ο ενάγοντα 20.000 €, στον 7ο ενάγοντα 20.000 €, στον 8ο ενάγοντα 18.698,75 €, στον 9ο ενάγοντα 20.000 €, στον 10ο ενάγοντα 20.000 €, στον 11ο ενάγοντα 10.507,52 €, στον 12ο ενάγοντα 17.333,70 €, στον 13ο ενάγοντα 14.272,80 €, στη 14η ενάγουσα 11.345,40 €, στον 15ο ενάγοντα 9.546 €, στον 16ο ενάγοντα 20.000 €, στον 17ο ενάγοντα 20.000 €, στον 18ο ενάγοντα 8.032,42 €, στον 19ο ενάγοντα 4.573,12 €, στον 20ο ενάγοντα 732 €, στον 21ο ενάγοντα 4.620,90 €, στον 22ο ενάγοντα 3.685,50 €, στον 23ο ενάγοντα 20.000 € και στον 24ο ενάγοντα 20.000 € με τον νόμιμο τόκο από την 1η ημέρα κάθε μήνα που έπεται εκείνου κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθεί κάθε επιμέρους χρηματικό ποσό και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Με την κρίση του αυτή το Δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, ότι για τους αναιρεσιβλήτους τυγχάνει εφαρμοστέα μια μείωση, την 1.1.2013, μέχρι ποσοστού 25% επί των κατά το μήνα Οκτώβριο του 2011 αποδοχών τους και κρίνοντας νόμω βάσιμη την αγωγή, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 2 τελευταίο εδάφιο του ν. 4024/2011 και της περίπτωσης 12 της υποπ.

Γ1 της παρ. Γ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Τούτο, διότι, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, με την ένταξη του προσωπικού της αναιρεσείουσας στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου του ν. 4024/2011 (Κεφάλαιο δεύτερο αυτού άρθρο 4 επ.), οι αποδοχές των αναιρεσιβλήτων προσδιορίστηκαν την 1.1.2013 με βάση τις διατάξεις αυτές (ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου) και σε σχέση με τις προκύπτουσες αποδοχές της 31.12.2012, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί από την εφαρμογή την 1.11.2011 της πρώτης μείωσης μέχρι ποσοστού 25% με βάση το προβλεπόμενο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών, την 1.1.2013 υπήχθησαν περαιτέρω σε μειώσεις, με βάση την εφαρμοστέα μείωση κατά ποσοστό μέχρι 25%, ετεροχρονιζόμενη κατά το τυχόν υπερβάλλον μετά την 31.12.2016.

Οι επίμαχες διατάξεις είναι συνταγματικά ανεκτές, καθόσον μ' αυτές ο νομοθέτης προέβη στην ένταξη του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο νέο μισθολόγιο, ως άμεσο μέτρο για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.

Το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί, τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής της, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ' αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Επομένως, το επίδικο μέτρο, που συνεπάγεται την περαιτέρω διπλή μείωση των αποδοχών του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, δεν παρίσταται απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο καταλαμβάνει γενικά όλους τους μισθωτούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών του Δημοσίου.

Ακόμη, η εκτίμηση του νομοθέτη, ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης κατάστασης, υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο, δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους.

Κατά συνέπεια, τυχόν ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων για το νομοθέτη δεν καθιστά από μόνη της μη αιτιολογημένη την επίδικη ρύθμιση ούτε, άλλωστε, υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο η συγκεκριμένη επιλογή, αν, δηλαδή, ο νομοθέτης επέλεξε τον καλύτερο τρόπο χειρισμού του προβλήματος ή αν έπρεπε να είχε ασκήσει διαφορετικά την εξουσία του.

Περαιτέρω, ενόψει του κατά τα ανωτέρω προκύπτοντος ποσοστού μείωσης των αποδοχών και του λόγου της θέσπισής του, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο οι αποδοχές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων.

Υπό τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, με την αμφισβητούμενη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ. 1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, δεν παραβιάζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των προαναφερόμενων αναιρεσειόντων και, συνεπώς, αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.

Κατά συνέπεια, οι από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναβληθέντες πέμπτος και έκτος λόγοι, αντίστοιχα, της από 3.9.2019 αιτήσεως της αναιρεσείουσας εργοδότριας είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ενόψει του ότι, η εξεταζόμενη αγωγή, κατά παραδοχή των βασίμων πιο πάνω λόγων αναιρέσεως, κρίνεται μη νόμιμη κατά το μέρος που στηρίζεται στις προαναφερόμενες διατάξεις και πρέπει γενομένων δεκτών ως ουσία βασίμων των ως άνω λόγων αναιρέσεως, οπότε, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας των γενομένων ως άνω δεκτών λόγων αναιρέσεως, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Αφού δε η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω έρευνας, καθ' όσον αυτά τα γενόμενα δεκτά από το Μονομελές Εφετείο πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεσθεί και οι αναιρεσίβλητοι προς θεμελίωση της ως άνω αγωγής τους, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις της εφέσεως, της οποίας μετά την αναίρεση αναβίωσε η εκκρεμοδικία, δεν παρουσιάζουν τινά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Τμήμα αυτό, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μόνος λόγος της εφέσεως της ...

περί νομικής αβασιμότητας της αγωγής, να γίνει δεκτή κατ' ουσία η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη στο σύνολό της, να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη η εν λόγω αγωγή και τα δικαστικά έξοδα του δεύτερου βαθμού, καθώς και της παρούσας δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (ΚΠολΔ 179).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά παραδοχή των πέμπτου και έκτου λόγων της από 3.9.2019 αιτήσεως αναιρέσεως, την υπ' αριθμ. 2825/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Δέχεται την έφεση. Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 262/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στο σύνολό της.

Απορρίπτει την από 20.11.2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 602425/2961/2017) αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Και Συμψηφίζει στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα του δεύτερου βαθμού, καθώς και της παρούσας δίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιανουαρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ