Legislator Case Law & Legislation
31/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissible evidence under new law regarding witness summons requirements.

Case Number 31/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's rejection of an affidavit. The appellant argued the lower court failed to consider a sworn statement because the witness summons lacked specific details and was served late. The court ruled the affidavit was inadmissible under new procedural laws because the summons indeed omitted required information and the service deadline was missed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 422(1) and 424 of the Code of Civil Procedure, as amended by Law 4335/2015; An affidavit obtained after the new provisions entered into force is inadmissible if the witness summons failed to include the witness's name, profession, and address, and if the two-day service period was not observed.

Keywords

AI generated
inadmissible evidence witness summons procedural deadline new law application affidavit validity service of process evidence exclusion

Cited Legislation

AI generated
Article 677 - 681 of the Code of Civil Procedure
Article 552, 553, 556, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 422(1) of the Code of Civil Procedure
Article 424 of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015
Article 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 31 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 31/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Χ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης Τ. Μ. (T. M.) του Η. (I.), χήρας Ν. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωή Κωνσταντοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 5987/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/8/2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο αυτοπροσώπως παρασταθείς αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 5-8-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5987/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθ.677 - 681 ΚΠολΔ), επί της από 20-2-2017 έφεσης του ηττηθέντος πρωτοδίκως ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 14/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 20-7-2015 αγωγής του εκκαλούντος κατά της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, η οποία απορρίφθηκε στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ.552, 553, 556, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ'άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 20-7-2017 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκε, ότι δυνάμει της αναφερομένης στην αγωγή σύμβασης εργολαβίας δίκης, που κατάρτισε με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη στις 14-1-2010 με ταυτόχρονο έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, η τελευταία του ανέθεσε την εξώδικη και δικαστική διεκπεραίωση κάθε κληρονομικής ή άλλης αξίωσής της σχετικής με την ακίνητη και κινητή περιουσία που περιήλθε σε αυτήν από την κληρονομία εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος στις 17-12-2008 συζύγου της Ν.

Μ.. Ότι με το ίδιο ως άνω συμφωνητικό συμφωνήθηκε ρητώς ότι σε περίπτωση επιτυχούς εκβάσεως της εντολής αυτής, ο ενάγων θα δικαιούνταν ως αμοιβή ποσοστό 15% επί της αξίας κάθε περιουσιακού στοιχείου της κληρονομίας, που περιήλθε ή θα περιερχόταν στην εναγομένη, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα λάμβανε καμία αμοιβή.

Ότι σε εκτέλεση της εντολής αυτής, ο ενάγων προέβη στις λεπτομερώς αναφερόμενες στην αγωγή εξώδικες και δικαστικές ενέργειες και ότι η εναγομένη, στις 15-5-2014, ανακάλεσε αδικαιολόγητα την προς αυτόν εντολή της, προκειμένου να απαλλαγεί από την υποχρέωση της καταβολής της αμοιβής του. Ζήτησε δε, μετά τον μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή του και συγκεκριμένα:

α)το ποσό των 70.519,75 ευρώ, επικουρικώς δε, υπολογιζομένης της αμοιβής του σε ποσοστό 20%, το ποσό των 70.546,20 ευρώ, και β)να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το ποσό των 211.559,25 ευρώ, καθώς και το ποσό των 93,75 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 18-7-2015 έως 18-11-2024, πλέον ΦΠΑ 23%, και επικουρικώς, υπολογιζομένης της αμοιβής του σε ποσοστό 20%, το ποσό των 128.175,49 ευρώ, όλα δε τα ως άνω εφάπαξ καταβαλλόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, τα δε περιοδικώς καταβαλλόμενα με το νόμιμο τόκο από την πάροδο της 18ης ημέρας κάθε μήνα.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η 14/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν την αγωγή. Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου άσκησε έφεση ο ενάγων και επ'αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 5987/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92, 94 και 170 του ν.δ.3026/1954 "Κώδικας περί δικηγόρων" (που έχει εφαρμογή λόγω του κρίσιμου χρόνου στην παρούσα περίπτωση), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. ΑΚ, προκύπτει, ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ τους σχέση χαρακτηρίζεται ως αμειβόμενη εντολή και δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποία εξ ιδίων κατέβαλε, και αμοιβή για κάθε εργασία δικαστική ή εξώδικη.

Η αμοιβή του δικηγόρου για τις υπηρεσίες που πρόσφερε καθορίζεται με συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε την εντολή επ'ονόματι και για λογαριασμό του, ανεξάρτητα από το αν είναι διάδικος. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.

του ΚΠΔ (ΑΠ 1309/2012). Κατά τη διάταξη του άρθρου 92 παρ.3 του ίδιου Κώδικα, επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι'εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας.

Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνει το 20% του αντικειμένου της δίκης. Κατά δε τη διάταξη της παρ.5 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή, ούτε αυτός ούτε ο κατά τον αυτόν ή άλλου βαθμό συμπληρεξούσιος ή υποκατάστατος.

Από τις ως άνω διατάξεις σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 201 ΑΚ συνάγεται: α)ότι η συμφωνία περί εργολαβίας δίκης είναι έγκυρη όταν περιέχει ρητώς, προς άρση κάθε αμφιβολίας, τον όρο ότι ο δικηγόρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας ή την ανατεθείσα εργασία μέχρι περατώσεως αυτής και ότι σε περίπτωση αποτυχίας δεν θα λάβει αμοιβή, β)ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικά τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό 20% του αντικειμένου της δίκης, γ)ο χρόνος υπολογισμού της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς είναι εκείνος της τελεσιδικίας ή ο τυχόν συμφωνηθείς μεταγενέστερος τοιούτος, από τον οποίο γεννάται η αξίωση αμοιβής του δικηγόρου, δ)ότι δεν τίθενται περιορισμοί ως προς το είδος της αμοιβής, η οποία μπορεί να τελεί "εξοιασδήποτε αιρέσεως", σύμφωνα με την απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, παρά μόνο ως προς το ύψος αυτής (20%), ε)ότι η σχετική απαίτηση τελεί υπό την αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν διεταχθεί επιτυχώς η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό η διαφορά ή περατωθεί η εργασία, στ)ότι μόνο η αμοιβή του δικηγόρου εξαρτάται από την αναβλητική αίρεση της έκβασης της δίκης, όχι δε και η αξίωση για την καταβολή των εξόδων, η οποία, πλην από αντίθετη συμφωνία, είναι ανεξάρτητη από το άνω αποτέλεσμα, και ζ)ότι επί εργολαβίας της δίκης, ο δικηγόρος δικαιούται την αμοιβή του (20%) και επιπλέον τη δικαστηριακή δαπάνη, καθώς και τα άλλα έξοδα, που δαπάνησε εξ ιδίων για τη δίκη, εκτός αντίθετης συμφωνίας (ΑΠ 133/2018, ΑΠ 1309, 1310/2012).

Ως επιτυχής έκβαση της δίκης, άρα και ως πλήρωση της αιρέσεως, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, νοείται το στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο ο εντολέας έχει τελεσίδικα δικαιωθεί από τις ενέργειες του εντολοδόχου δικηγόρου με ικανοποιητική δικαστική ή εξώδικη επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 396/2017, ΑΠ 730/2015, ΑΠ 1778/2013).

Η σχετική περί εργολαβίας δίκης συμφωνία δεν προϋποθέτει για το κύρος της την τήρηση έγγραφου τύπου, αφού η δικονομικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 95 παρ.2 εδ.α'του ΚΠΔ, με την οποία περιοριζόταν η απόδειξη της συμφωνίας αυτής μόνο με έγγραφα ή όρκο ή ομολογία, θεωρείται κατηργημένη από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, κατ'εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 38 του ΕισΝΚΠολΔ και, συνεπώς, επί εκδικάσεως διαφοράς μεταξύ δικηγόρου και εντολέα για την αμοιβή του πρώτου είναι εφαρμοστέα ως προς τα μέσα αποδείξεως, σύμφωνα με τα άρθρα 677 παρ.1 και 681 ΚΠολΔ, η διάταξη του άρθρου 671 παρ.1 ΚΠολΔ, κατά την οποία η απόδειξη γίνεται και με μάρτυρες καθώς και με ένορκες βεβαιώσεις τρίτων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου (Ολ.ΑΠ 40/1988).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 170 του ΚΠΔ, συνάγεται ότι ο εντολέας, ενόψει της απόλυτης προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση είτε όχι. Σε καθεμία από τις περιπτώσεις αυτές γεννώνται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του εντολέα που προβλέπει η εν λόγω διάταξη (ΑΠ 396/2017, ΑΠ 1388/2015).

Η ως άνω ανάκληση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 και 724 ΑΚ, με μονομερή και απευθυντέα στον αντισυμβαλόμενο δήλωση βουλήσεως, η δε λύση της εντολής επέρχεται με την περιέλευση αυτής στο πρόσωπο που απευθύνεται (ΑΠ 1310/2012). Η ανάκληση της εντολής ενεργεί ex nunc και όχι ex tunc και συνακόλουθα τα εκατέρωθεν δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών θα κριθούν, ως νόμιμη αιτία, με βάση την έννομη σχέση της έμμισθης εντολής (ΑΠ 810/2003).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το δικαιολογημένο ή αδικαιολόγητο της ανακλήσεως της εντολής είναι νομική (ΑΠ 193/2008). Η ανάκληση μπορεί να γίνει και προφορικά, ακόμη δε και σιωπηρά, αρκεί ο εντολέας να καταστήσει γνωστή τη βούλησή του αυτή στον εντολοδόχο (ΑΠ 1309/2012). Σε περίπτωση που ο εντολέας ανακαλέσει την εντολή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, δηλαδή πριν από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την εξωδικαστική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, επί αδικαιολόγητης ανακλήσεως της εντολής, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στο δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή, η με βεβαιότητα δε προσδοκώμενη πλήρωση της προαναφερόμενης αιρέσεως της επιτυχημένης διεξαγωγής της δίκης ή της υποθέσεως, αποτελεί γεγονός θεμελιωτικό του δικαιώματος του δικηγόρου για απόληψη της συμφωνημένης αμοιβής (ΑΠ 133/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου για την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κτλ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσίαν (Ολ.ΑΠ 10/2011, ΑΠ 133/2018).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το δε αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ώστε να μην απομένουν αμφιβολίες (ΑΠ 900/2021, ΑΠ 1040/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης και όπως από αυτήν προκύπτει, επί της ως άνω αγωγής του αναιρεσείοντος, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: "Στις 17 Δεκεμβρίου 2008, σκοτώθηκε σε τροχαίο ατύχημα, ο σύζυγος της εναγομένης Ν.

Μ., ο οποίος δεν άφησε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, κατά ποσοστό 50% από την εναγομένη - σύζυγο του και, κατά το υπόλοιπο 50%, από τους αδελφούς του α) Α. Μ. του Κ. β) Δ. Μ. του Κ. και γ) Χ. Μ. του Κ. Ο ανωτέρω αποβιώσας, κατά το χρόνο του θανάτου του, διέθετε σημαντική ακίνητη και κινητή περιουσία (ακίνητα, καταθέσεις σε τραπεζικούς λογαριασμούς κλπ).

Η περιουσία αυτή επήχθη κατά τον χρόνο του θανάτου του, μεταξύ άλλων, και στην εναγομένη, η οποία αποδέχθηκε το ποσοστό της επί της κληρονομιάς, με την 6693/21-7-2009 πράξη δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Κορίνθου Δ. Κ., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα. Οι συγκληρονόμοι της, αδελφοί "του συζύγου της, άσκησαν εναντίον της τις από 27.3.2009 (με αριθμ.

καταθ. 227/2009) και από 2.4.2009, με (αριθμ. καταθ. 243/2009), αγωγές στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου αιτούμενοι την κήρυξη της ακυρότητας του γάμου της εναγομένης με τον αποβιώσαντα σύζυγο αυτής και αδελφό τους, λόγω εικονικότητας, και αναγνώρισης του κληρονομικού τους δικαιώματος (αμφισβητώντας το κληρονομικό δικαίωμα της εναγομένης), αντίστοιχα.

Μετά την άσκηση των παραπάνω αγωγών και προκειμένου να επιλύσει τα εκ της κληρονομιάς ανακύψαντα νομικά ζητήματα και εκκρεμότητες, η εναγομένη κατήρτισε με τον ενάγοντα το από 14/1/2010 εργολαβικό δίκης και το υπ' αριθ. 4.486/14.1.2010 γενικό και ειδικό Πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Σ. Π., αναθέτοντάς του την δικαστική ή εξώδικη διεκπεραίωση κάθε κληρονομικής ή άλλης αξίωσής της για κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία, που περιήλθε σ' αυτήν από τον κληρονομούμενο σύζυγο της, από οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία και αν αποτελείται η κληρονομιά.

Στο πλαίσιο της παραπάνω σύμβασης του παρείχε την εντολή να υπογράψει τη σχετική πράξη αποδοχής κληρονομιάς ή κληροδοσίας σε συμβολαιογράφο ή δικαστική ή διοικητική αρχή, να περιγράφει σ' αυτή τα περιουσιακά στοιχεία της κληρονομιάς (ακίνητα ή κινητά, όπως τίτλους παραστατικούς αξιών, μετοχές ανώνυμες και ονομαστικές, κοινές ή προνομιούχες, εταιριών εισηγμένων ή μη στο Χ.Α.Α.), να υποβάλει τα έγγραφα και τα πιστοποιητικά που ορίζει ο νόμος, ζητώντας προηγούμενα με αίτησή του για λογαριασμό της από κάθε αρμόδια Δημόσια Δημοτική ή Κοινοτική Αρχή ή Υπηρεσία και να μεταγράψει την πράξη αυτή, εφόσον αφορά σε ακίνητα, στα Βιβλία Μεταγραφών του αρμόδιου για κάθε ακίνητο ακινήτου.

Επίσης του χορήγησε την εντολή να παρίσταται ως πληρεξούσιος δικηγόρος της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, προς απόκρουση των δύο παραπάνω αγωγών των αδελφών του συζύγου της. Του έδωσε ακόμη την εντολή να ζητεί, στην περίπτωση που, για οποιοδήποτε ακίνητο της παραπάνω κληρονομιάς του κληρονομουμένου υφίσταται μεταξύ αυτής και οποιουδήποτε συγκυρίου κοινωνία δικαιώματος, τη λύση αυτής της κοινωνίας δικαιώματος, είτε συμβιβαστικά, εάν ο τυχών συγκύριος ή συγκύριοι συναινούν, είτε, στην περίπτωση που αυτοί δεν συναινούν στη διανομή το ακινήτου με εξώδικη πώλησή του, δικαστικά με την άσκηση ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου και κατά του συγκυρίου ή των συγκυριών αγωγής δικαστικής διανομής αυτού κατά τις σχετικές διατάξεις του ΚΠολΔ, όπως και να ζητεί, στο όνομά της και για λογαριασμό της, με σχετική αίτησή, από πιστωτικά ιδρύματα, ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες, τράπεζες ή υποκατάστημα τους, ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, Ταχυδρομικού Ταμιευτήριου, Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή από άλλο χρηματοπιστωτικό Οργανισμό, να πληροφορηθεί την ύπαρξη τραπεζικών λογαριασμών καταθέσεων και χρηματικών παρακαταθηκών κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένων και των κοινών λογαριασμών με οποιουσδήποτε τρίτους και υπό οποιουσδήποτε όρους και προϋποθέσεις, όπως επίσης και θυρίδων θησαυροφυλακίου του κληρονομουμένου, να ζητεί, το άνοιγμα των θυρίδων θησαυροφυλακίου ,να εισπράττει μαζί με την εντολέα του χρήματα από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από πιστωτικά ιδρύματα, ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες, τράπεζες ή υποκατάστημά τους, ανώνυμες τραπεζικές εταιρίες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, Δημόσιο Ταμείο, Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή από άλλο χρηματοπιστωτικό Οργανισμό που να αφορούν στον κληρονομούμενο Ν.

Μ. του Κ. και τους τραπεζικούς επ' ονόματι του λογαριασμούς καταθέσεων και χρηματικών παρακαταθηκών κάθε είδους, συμπεριλαμβανομένων και των κοινών λογαριασμών με οποιουσδήποτε τρίτους και υπό οποιουσδήποτε όρους και προϋποθέσεις, όπως επίσης και θυρίδων θησαυροφυλακείου, να υποβάλει, εάν απαιτείται πριν από την παραλαβή του περιεχομένου αυτών, στον αρμόδιο Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ.

δήλωση φόρου κληρονομιάς συμπληρωματική ή διορθωτική για το περιεχόμενο των θησαυροφυλακίων του κληρονομουμένου, να εισπράττει μαζί με την εναγομένη οποιοδήποτε χρηματικό ποσό δικαιούται αυτή από ασφαλιστική εταιρία ζωής ή ζημιών, να ασκεί κατ' εντολή και για λογαριασμό της αγωγές και, όπου απαιτείται, αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Πρωτοδικείου Κορίνθου, που να στρέφονται κατά όσων και όποιων αμφισβητούν την κληρονομική της ιδιότητα και ιδίως κατά των αδελφών του συζύγου της, να διαχειρίζεται, μαζί με την εντολέα του και αναφορικά με την ίδια αναφερόμενη στο παρόν κληρονομιά του κληρονομουμένου, οποιουσδήποτε τίτλους παραστατικούς αξιών, που περιήλθαν ή πρόκειται να περιέλθουν σε αυτήν, μετά τον θάνατο του συζύγου της, όπως μετοχές ανώνυμες και ονομαστικές, κοινές ή προνομιούχες, εταιριών εισηγμένων ή μη στο Χ.Α.Α., μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων ή παράγωγα και γενικά οποιουσδήποτε χρηματιστηριακούς τίτλους με οποιαδήποτε ονομασία και να ζητεί, στο όνομά της και για λογαριασμό της με σχετικές αιτήσεις της, από το Σύστημα Άϋλων Τίτλων (Σ.Α.Τ.) του Κεντρικού Αποθετηρίου Αξιών (Κ.Α.Α.) του Χρηματιστηρίου Αθηνών, που εδρεύει στην Αθήνα, να πληροφορηθεί την ύπαρξη των παραπάνω τίτλων παραστατικών αξιών στο όνομα του κληρονομουμένου, να διαχειρίζεται και να εκπροσωπεί πλήρως την εναγομένη και να ενεργεί αντί γι' αυτήν και για λογαριασμό της κάθε πράξη διαχείρισης και εκπροσώπησής της ως κατόχου των άνω τίτλων παραστατικών αξιών, δικαιουμένου του εντολοδόχου να ασκεί πλήρως και για λογαριασμό της τα δικαιώματά της που απορρέουν από τους τίτλους αυτούς, βάσει των σχετικών νόμων.

Με το δε άρθρο 3 του εργολαβικού δίκης συμφωνήθηκε ότι όλες οι διοικητικές και δικαστικές δαπάνες που θα απαιτηθούν μέχρι την περαίωση της υπόθεσης αυτής θα καταβάλλονται από τον εντολοδόχο δικηγόρο και ανάλογα με τις ανάγκες που θα προκύπτουν από την πορεία της υπόθεσης, σε κάθε δε περίπτωση, όπως και στην περίπτωση ατυχούς έκβασης της υπόθεσης θα βαρύνουν τον εντολοδόχο εξ ολοκλήρου, ενώ στο άρθρο 4 αυτού αναφέρεται ότι, ως δίκαιη και εύλογη αμοιβή για όλες γενικά τις υπηρεσίες (δικαστικές, διοικητικές και εξώδικες) που ο εντολοδόχος θα παράσχει στην εντολέα του συμφωνείται και συνομολογείται το ποσοστό των δέκα πέντε τοις εκατό (15%) επί οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων που αποτελούν την κληρονομιά, ήτοι ακινήτων και κινητών, όπως τραπεζικών καταθέσεων σε κάθε είδους λογαριασμούς, τίτλους παραστατικούς αξιών, με, ανώνυμες και ονομαστικές, κοινές ή προνομιούχες, εταιριών εισηγμένων ή στο Χ.Α.Α., χρυσές λίρες Αγγλίας κλπ, που περιήλθε ή θα περιέλθει λόγω κληρονομικής διαδοχής στην εντολέα.

Με το άρθρο 5 ορίστηκε ότι η δοθείσα εντολή περιλαμβάνει κάθε ενέργεια μέχρι και την αμετάκλητη διεκπεραίωση των σχετικών υποθέσεων ή δικών, ενώ στο άρθρο 6 αναφέρεται ότι, σε περίπτωση αποτυχίας της παραπάνω υπόθεσης, ο εντολοδόχος ουδεμία φέρει ευθύνη από κάθε αιτία και ουδεμιάς δικαιούται αμοιβής.

Με το άρθρο 7 συμφωνήθηκε ότι η εντολέας εκχωρεί και μεταβιβάζει από τώρα το παραπάνω συνομολογημένο ποσοστό αμοιβής καθώς επίσης και τα ποσά των δικαστικών δαπανών που θα επιδικασθούν και των επιταγών προς πληρωμή ή προς συμμόρφωση των δικαστικών αποφάσεων και τις συναφείς αγωγές τους, δίνει δε από τώρα τη εντολή προς κάθε αρμόδιο ταμία να καταβάλει απ' ευθείας στον εντολοδόχο τα ποσά που προκύπτουν από το παραπάνω ποσοστό με έκδοση και παράδοση σχετικής εξοφλητικής απόδειξης.

Ο ενάγων εις εκτέλεση της ανατεθείσας εντολής, προέβη σε σειρά ενεργειών, δικαστικών και εξωδίκων. Ειδικότερα : 1) Κατέθεσε προτάσεις αντίκρουσης της με αριθμό κατάθεσης Δικογράφου 227/ΤΠ/227/2009 αγωγής των συγκληρονόμων, αδελφών του συζύγου της εναγόμενης, η οποία επρόκειτο να συζητηθεί στις 10 Φεβρουάριου 2010.

Επί της αγωγής αυτής , η οποία τελικά συζητήθηκε στις 23-3-201 1, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 166/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που απέρριψε την αγωγή και στην συνέχεια, η υπ' αριθμ. 192/2013 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, που την απέρριψε, αμετάκλητα πλέον, καθώς κατ' αυτής δεν ασκήθηκε αναίρεση. 2) Κατέθεσε προτάσεις αντίκρουσης της από 2.4.2009, με αριθμ.

καταθ. 243/2009 αγωγής των ιδίων κατά της εναγόμενης, η οποία επρόκειτο να συζητηθεί στις 24-2- 2010. Επί της αγωγής αυτής, που τελικά συζητήθηκε στις 28-4-2010, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 192/2010, πλέον αμετάκλητη, απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που απέρριψε αυτήν. 3) Ασκησε την, από 28.1.2010, με αριθμ. κατάθ. 70/ΕΜ/70/2010 αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, (εκούσια δικαιοδοσία) περί του κληρονομικού δικαιώματος της αιτούσας στην κληρονομιά του συζύγου της, επί της οποίας, οι ανωτέρω συγκληρονόμοι αυτής άσκησαν την, από 25.2.2010 και με αριθμ.

καταθ. 163/ΕΜ/70/2010 παρέμβαση. Επί των αιτήσεων αυτών, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 445/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου και το υπ' αριθμ. 14/2012 κληρονομητήριο. 4) Κατέθεσε για λογαριασμό της εναγόμενης κατά των ανωτέρω, την υπ' αριθμ. 353/ΤΟ/353/2010 αγωγή προσβολής της προσωπικότητάς της αιτούμενος το ποσό των 150.000 ευρώ από τον καθένα, για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που είχε υποστεί από όσα ισχυρίστηκαν αυτοί στις αγωγές τους και στην δικαστική διένεξη περί εικονικότητας του γάμου της και αμφισβήτησης του κληρονομικού της δικαιώματος, καθώς και τις, από 12- 4-2010 και 20-7-2010 μηνύσεις της, με αποτέλεσμα να ασκηθεί, κατά των ανωτέρω συγκληρονόμων της, ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση κατά συναυτουργία, κατ' εξακολούθηση, όπως και για ψευδορκία και συκοφαντική δυσφήμηση κατά του εξεταζόμενου στο ακροατήριο του Μον.

Πρωτοδικείου Κορίνθου, κατά την δικάσιμο της 28-4-2010, μάρτυρα αυτών Η. Σ. και ηθική αυτουργία κατά συναυτουργία

στις πράξεις αυτές των ανωτέρω συγκληρονόμων, ενώ ο Α. Μ. είχε καταθέσει την από 16.4.2009 μηνυτήρια αναφορά του σε βάρος της εναγόμενης κατηγορώντας την για υπεξαίρεση. Επί της ανωτέρω αγωγής, στην οποία η εναγόμενη παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους της, μεταξύ των οποίων και τον ενάγοντα, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 35/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, με την οποία έγινε δεκτή, εν μέρει, η αγωγή.

Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη με την υπ' αριθμ. 204/2015 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου και υποχρεώθηκαν οι εκεί εναγόμενοι να καταβάλουν στην Τ. Μ. το ποσό των 21.000 ευρώ (7.000 ευρώ ο καθένας), για κεφάλαιο, το ποσό των 8.917,48 ευρώ για τόκους, από την επίδοση της αγωγής (15.9.2010) και μέρος των δικαστικών της εξόδων, ύψους 1.500 ευρώ και συνολικά 31.417 ευρώ. 5) Κατέθεσε την από 15.3.2012 με αριθμ.

καταθ/ 191/2013, δεύτερη αγωγή της εναγόμενης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, κατά των συγκληρονόμων της και κατά των Η. Σ., Ι. Σ., Ε. Δ., Π. Π., με την οποία η εντολέας του ζητούσε την καταβολή του ποσού των 30.000 ευρώ από τον καθένα από τους συγκληρονόμους της και τον Η. Σ., καθώς και το ποσό των 20.500 ευρώ από τον καθένα από τους υπόλοιπους, επικαλούμενη την ηθική βλάβη που είχε υποστεί από όσα ψευδώς κατέθεσαν οι τέσσερις τελευταίοι υποκινούμενοι από τους τρεις πρώτους, στις προαναφερόμενες δίκες εικονικότητας του γάμου της και αμφισβήτησης του κληρονομικού της δικαιώματος, καθώς και η από 2-4-2015 με αριθμ.

καταθ .300/3-4- 2015 αγωγή της, την οποία, όπως προκύπτει από το τελευταίο φύλλο αυτής, υπόγραψε και η ίδια, παράλληλα με τον ενάγοντα, για συκοφαντική δυσφήμηση, για όσα οι ανωτέρω συγκληρονόμοι της εναγόμενης ισχυρίστηκαν στην από 10-4-2013, με αριθμ. καταθ. 55/2013 έφεσή τ.ους και στις προτάσεις που κατέθεσαν, αιτούμενη το ποσό των 30.000 ευρώ, από τον καθένα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη.

Οι αγωγές αυτές, μετά αλλεπάλληλων αναβολών, προσδιορίστηκαν προς συζήτηση στις 15.3.2017. 6) Κατέθεσε την από 3.7.2013 με αριθμ, καταθ. 464/2013, αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, κατά του Α. Μ., με αίτημα την καταβολή του ποσού των 37.478,22 ευρώ, για υπεξαιρεθέντα μισθώματα και για το ποσό που ισχυρίζεται ότι ο εκεί εναγόμενος υπεξαίρεσε στο Νοσοκομείο Κορίνθου, όπως και το ποσό των 20.000 ευρώ για χρηματική της ικανοποίηση από την ηθική βλάβη που υπέστη από την σε βάρος της αδικοπραξία, η οποία, προσδιορίστηκε, μετ' αναβολών προς συζήτηση, στις 15.2.2017. 7) Συνέταξε στις 7-2-2013, 18-2-2013, 1-4-2013, 7-8-2013, 15-2-2015, 17-2-2015, 28-2-2015, 5-3-2015 ιδιωτικά συμφωνητικά μεταξύ της εναγόμενης και των συγκληρονόμων της, σχετικά με την διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας και την παραίτησή τους από όλες τις μεταξύ τους δικαστικές διαμάχες, τα οποία όμως ουδέποτε υπεγράφησαν από τους συμβαλλόμενους. 8) Άσκησε την υπ' αριθμ. 73 829/7976/2013 αγωγή της εναγομένης κατά της ανώνυμης εταιρίας "ΥΔΡΟΓΕΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ, με αίτημα την καταβολή του ποσού των 25.000 ευρώ ως ασφαλιστική αποζημίωση της για τον θάνατο του συζύγου της.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 12/2/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία υποχρέωσε την εκεί εναγόμενη να καταβάλει στην Τ. Μ. το ποσό των 12.500 ευρώ. 9) Μετά την έκδοση του προαναφερόμενου υπ' αριθμ. 14/2012 κληρονομητηρίου, ζήτησε, στα πλαίσια της δοθείσας εντολής, καταθέτοντας τις, από 20-12-2012, αιτήσεις προς τα καταστήματα Κορίνθου της Εθνικής Τράπεζας και της ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ, να πληροφορηθεί το ύψος των καταθέσεων του συζύγου της σ' αυτές και την ανάληψή τους, με αποτέλεσμα να κατατεθούν από τα ανωτέρω πιστωτικά ιδρύματα στο λογαριασμό της το ποσό των 54.000 ευρώ από την πρώτη και το ποσό των 8.500 ευρώ από την δεύτερη και συνολικά το ποσό των 62.500 ευρώ, η δε αμοιβή του ενάγοντα, ανερχόμενη στο ποσοστό των 15%, σύμφωνα το προαναφερόμενο εργολαβικό δίκης, ανέρχεται στο ποσό των (62.500χ15%) 9.375 ευρώ.

Παρόμοιες αιτήσεις απέστειλε και στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ, ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, EFG EUROBANK ERGASIAS Α.Ε, ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ. 10) Διαπραγματεύτηκε με την εταιρία "VODAFONE-ΠANAΦON ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΊΑ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ", την πληρωμή των μισθωμάτων που όφειλε αυτή στην εναγομένη, ως κληρονόμου, κατά 50% του αποβιώσαντος συζύγου της.

Ειδικότερα: Ο αποβιώσας σύζυγος της εναγόμενης, δυνάμει του από 18.12.2002 μισθωτηρίου, είχε μισθώσει στην εταιρία αυτή, έκταση, ιδιοκτησίας του, στην θέση "..." στην ... του Δήμου …, προκειμένου να λειτουργήσει σταθμός της μισθώτριας. Η διάρκεια αυτής είχε συμφωνηθεί μέχρι τις 17-12-2014. Ο ενάγων, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ αυτού και της εκπροσώπου της εταιρίας αυτής Α.

Β., το έτος 2011, ζήτησε την καταβολή του 50% των μισθωμάτων στην ήδη εναγόμενη, ενώ παράλληλα, διαπραγματεύτηκε την αναπροσαρμογή του μισθώματος. Πράγματι για τα ληξιπρόθεσμα μισθώματα του καταβλήθηκε το ποσό των 7.968 ευρώ, ενώ, στις 19.1.2012, υπογράφηκε τροποποίηση μίσθωσης, δυνάμει της οποίας, υπεισήλθε η εναγόμενη στη θέση του εκμισθωτή συζύγου της και παρατάθηκε η διάρκεια της μίσθωσης αυτής, μέχρι την 18-12-2024, το δε ετήσιο μίσθωμα συμφωνήθηκε, για την περίοδο από 18-12-2011 έως 17-12-2012 στο ποσό των 13.659,45 ευρώ, πλέον του αναλογούντος χαρτοσήμου, ενώ από 18.12.2012, ορίστηκε ότι το μίσθωμα θα είναι μηνιαίο και σταθερό μέχρι την 17-12- 2015, μετά την οποία θα αναπροσαρμόζεται κάθε χρόνο προσαυξανόμενο καθ'όλη την διάρκεια της μίσθωσης, με ποσοστό ίσο με τον δείκτη τιμαρίθμου του κόστους ζωής.

Επίσης συμφωνήθηκε ότι το μίσθωμα της χρονικής περιόδου από 8-12-2011 έως 17-12-2012 και της χρονικής περιόδου από 18-10-2011 έως 17-12-2011 θα καταβαλλόταν, στην ήδη εναγόμενη, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, εντός 15 ημερών από την υπογραφή του μισθωτηρίου αυτού. Στις 29-9-2014, η Αθηναϊκή Κτηματομεσιτική, στην οποία είχε ανατεθεί από την VICTUS NETWORKS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ, που διαχειριζόταν τα ιδιωτικά συμφωνητικά μίσθωσης για εγκαταστάσεις σταθμών βάσης κινητής τηλεφωνίας μεταξύ των ιδιοκτητών και της WIND και VODAFONE, απέστειλε στον ενάγοντα επιστολή αιτούμενη καθορισμό της μηνιαίας αποζημίωσης χρήσης στο ποσό των 750 ευρώ, αρχής γενομένης από τον Οκτώβριο του έτους 2014.

Η εκπρόσωπος της μισθώτριας, απέστειλε στον ενάγοντα σχέδιο συμφωνητικού με το οποίο το μηνιαίο μίσθωμα οριζόταν στο ποσό των 853,72 ευρώ, από 18- 2-2015, το οποίο από 18-12-2015 θα αναπροσαρμοζόταν κάθε χρόνο προσαυξανόμενο καθ'όλη την διάρκεια της μίσθωσης, με ποσοστό ίσο με τον δείκτη τιμαρίθμου του κόστους ζωής.

Ακολούθησε ηλεκτρονική και τηλεφωνική επικοινωνία για το ύψος του μισθώματος και ορίστηκε ημέρα υπογραφής αυτού η 14-6-2015. Τελικά το μισθωτήριο τροποποιήθηκε, κατόπιν ενεργειών του ενάγοντα, όπως προκύπτει από τα αποσταλέντα σχεδία μισθωτηρίων μεταξύ αυτού και της εκπροσώπου της μισθώτριας, το χρονικό διάστημα από 5-6-2015 μέχρι 16-7-2015 και το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 1250 ευρώ από 18-7-2015, ενώ, μετά την 18-12-2016 συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται κάθε χρόνο προσαυξανόμενο καθόλη την διάρκεια της μίσθωσης, με ποσοστό ίσο με τον δείκτη τιμαρίθμου του κόστους ζωής.

Περαιτέρω όμως, στις 15-5-2014, η εναγομένη ανακάλεσε εγγράφως την εντολή της προς τον ενάγοντα, επιδίδοντας σ' αυτόν την 4870/14-5-2014 ανάκληση, που συνετάγη ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Σ.. Ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η. εναγομένη πρότεινε παραδεκτά τον ισχυρισμό, ότι η παραπάνω ανάκληση της εντολής της προς τον ενάγοντα ήταν δικαιολογημένη, ισχυρισμό που ο ενάγων αρνήθηκε.

Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι μέχρι του παραπάνω χρονικού σημείου, ο ενάγων, αντίθετα από την μεταξύ τους συμφωνία, ζητούσε και λάμβανε την καταβολή διαφόρων χρηματικών ποσών, τα οποία ανήλθαν στο σύνολο σε 30.000 ευρώ. Το ποσό αυτό αποτελούσε καταβολή έναντι της αμοιβής του.

Η απαίτηση και είσπραξη του ανωτέρω ποσού δεν επέφερε άνευ ετέρου κατάργηση της σύμβασης εργολαβίας, αφού κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε, μέχρι την ρητή δήλωση ανάκλησης της εντολής από την εναγομένη, που έλαβε χώρα στις 15-5-2014. Πλην όμως, οι παραπάνω συνεχείς οικονομικές απαιτήσεις του ενάγοντος σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο τελευταίος, παρά το γεγονός ότι παρήλθαν τέσσερα έτη, δεν προχώρησε σε αποτελεσματικές ενέργειες για τη διανομή της κληρονομιαίας περιουσίας, οδήγησε την εναγομένη σε δικαιολογημένη δυσφορία και οικονομικό αδιέξοδο.

Ειδικότερα, όπως προαναφέρεται, ο ενάγων επιχείρησε επανειλημμένως να επιτύχει την εξώδικη διανομή των κληρονομιαίων ακινήτων, τα οποία ήταν πολλά σε αριθμό (27), όμως μεταξύ των συγκληρονόμων, δηλαδή της εναγομένης και των τριών αδελφών του συζύγου της, δεν υπήρχε διάθεση συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, δεδομένου ότι μεταξύ των δύο πλευρών υπήρχε σφοδρή αντιδικία, η οποία διαρκώς υποδαυλιζόταν από νέες αγωγές που ασκούσε ο ενάγων, ως εντολοδόχος της εναγομένης, σε βάρος των συγκληρονόμων της.

Ήταν επομένως αυτονόητη η ανάγκη άσκησης αγωγής διανομής, στην οποία όμως ο ενάγων ουδέποτε προέβη. Για την εναγομένη όμως η καθυστέρηση αυτή, είχε μεγάλες οικονομικές επιπτώσεις, αφού τα περιουσιακά στοιχεία που περιήλθαν σ' αυτήν κατά ποσοστό 50%, δεν μπορούσε να τα διαθέσει ή να τα εκμεταλλευτεί κατά το δοκούν, αφού δεν είχε λυθεί η εκ της συγκληρονομίας προκύψασα κοινωνία δικαιώματος, με τους παραπάνω αδελφούς του συζύγου της.

Η αδράνεια του ενάγοντος ως προς την παραπάνω ενέργεια, οδήγησε επομένως την εναγομένη, δικαιολογημένα, στην ανάκληση της εντολής της προς αυτόν. Επιπλέον σε καμία περίπτωση δεν έγινε (η ανάκληση) για την αποφυγή καταβολής της αμοιβής του ενάγοντος, αφού ήδη του είχε καταβάλει το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο εξοφλούσε τις μέχρι τότε ενέργειες του ενάγοντος, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον ενάγοντα, ο οποίος δεν βάλλει με λόγο έφεσης ως προς το σχετικό κεφάλαιο της εκκαλουμένης, που αφορά τις οφειλόμενες σ' αυτόν αμοιβές μέχρι το χρόνο ανάκλησης της εντολής του.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε τα ίδια και θεώρησε δικαιολογημένη την ανάκληση της εντολής που δόθηκε από την εναγομένη προς τον ενάγοντα, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε το νόμο και καλώς εκτίμησε τις αποδείξεις. Απορριπτέος δε τυγχάνει, ως αβάσιμος, ο σχετικός (πρώτος) λόγος της έφεσης".

Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με το να δεχθεί ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε συμφωνία περί εργολαβίας δίκης, εξαρτώσα την αμοιβή του αναιρεσείοντος δικηγόρου από την έκβαση της υπόθεσης, για την οποία καταρτίστηκε η επίδικη σύμβαση εργολαβίας δίκης, η οποία είναι επιτρεπτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 92 παρ.3 και 5 του ν.δ.3026/1954 "περί Κώδικος των Δικηγόρων", ότι η αναιρεσίβλητη ανακάλεσε δικαιολογημένα στις 15-5-2014 την εντολή της προς τον αναιρεσείοντα και ότι αυτή δεν υποχρεούται να πληρώσει το σύνολο της συμφωνημένης αμοιβής του αναιρεσείοντος δικηγόρου, κατά τους όρους της από 14-1-2010 έγγραφης συμφωνίας τους, δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 92 παρ.3 και 5 και 170 του ν.δ.3026/1954, τις οποίες ορθά εφάρμοσε.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος που ο αναιρεσείων, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που, υπό την επίκληση της ίδιας πλημμέλειας, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων, είναι απαράδεκτος.

Παράλληλα, ενόψει του συνόλου των ως άνω παραδοχών του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ελλείψεως αιτιολογίας, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα και είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη υπόθεση περί συνδρομής των νόμιμων όρων που δικαιολογούν την ανάκληση της εντολής που δόθηκε από την αναιρεσίβλητη προς τον αναιρεσείοντα δικηγόρο, που δικαιολογούν την απόρριψη της ένδικης αγωγής, διέλαβε δε το Εφετείο στην απόφασή του αυτή, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το ζήτημα για το δικαιολογημένο της ανάκλησης της εντολής από την αναιρεσίβλητη προς τον αναιρεσείοντα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των άνω διατάξεων, χωρίς να απαιτούνται προς τούτο άλλες επιπλέον αιτιολογίες, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων, ο οποίος υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, πλήττει απαραδέκτως την ακυρωτικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος που ο αναιρεσείων, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε, που, υπό την επίκληση της ίδιας αιτίασης (άρθ.559 αρ.19 ΚΠολΔ), πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (άρθ.561 παρ.1 ΚΠολΔ), ενώ οι επικαλούμενες ελλείψεις των αιτιολογιών, που αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, ή στη σχετική με αυτή (εκτίμηση των αποδείξεων) επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου δεν θεμελιώνουν την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε το πόρισμα του Εφετείου από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα στην προσβαλλόμενη απόφασή του.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.γ'ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 422 παρ.1 και 424 ΚΠολΔ, τα οποία (άρθρα) προστέθηκαν με την παρ.3 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν.4335/2015, και, κατά την παρ.4 του άρθρου ένατου του άρθρου 1 του ως άνω νόμου η ισχύς τους αρχίζει από 1-1-2016, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις. "Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκής βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα" (άρθ. 422 παρ.1). "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" (άρθ.424).

Οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών υποθέσεων κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ανωτέρω νόμου, εφόσον αφορούν ένορκες βεβαιώσεις ληφθείσες μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, κατά τη γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, που εκφράζεται με το άρθρο 21 εδ.α'του ΕισΝΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία διαδικαστικές πράξεις απόδειξης του ΚΠολΔ (άρθρα 415 έως 420 και 421 έως 431) εφαρμόζονται και στις δίκες που είναι εκκρεμείς κατά την εισαγωγή του.

Επομένως, μετά την ισχύ των άρθρων 422 παρ.1 και 424 ΚΠολΔ με το Ν.4335/2015 (από 1-1-2016), το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, μόνο αν ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, επιδώσει δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση κατοικίας του μάρτυρα.

Την τήρηση των αναγκαίων αυτών προϋποθέσεων έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να ερευνήσει όχι μόνο κατ'ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως, διότι η έλλειψή τους έχει ως συνέπεια ότι η ένορκη βεβαίωση δεν είναι απλώς άκυρη, αλλά ανύπαρκτη ως αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1175/2019, ΑΠ 927/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.11 και 19 ΚΠολΔ (ορθά μόνο 11), ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο και συγκεκριμένα κατ'εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου δεύτερου παρ.3 του άρθρου 1 του Ν.4335/2015 δεν έλαβε υπόψη της τη με αριθμό 3636/20-9-2016 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα αυτού Ν.

Χ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την αιτιολογία ότι στην κλήση που επιδόθηκε προς την αντίδικό του δεν αναφερόταν το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας του μάρτυρα που επρόκειτο να εξεταστεί, και δεν είχε τηρηθεί η προθεσμία κλήτευσης της αντιδίκου του δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την προσδιορισμένη από τον επισπεύδοντα αναιρεσείοντα ημερομηνία λήψης της ένορκης βεβαίωσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά λέξει, τα εξής: "Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η παραπάνω ένορκη βεβαίωση, που λήφθηκε στις 20-9-2016, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των νέων διατάξεων που εισήγαγε ο ν.4335/2015, καθώς τόσο η κλήση όσο και η λήψη αυτής έλαβαν χώρα μετά την 1-1-2016, χωρίς να ασκεί επιρροή στο ζήτημα αυτό ο προγενέστερος χρόνος ασκήσεως της αγωγής.

Επομένως, η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων της κλήσης της αντιδίκου του εκκαλούντος αλλά και η μη τήρηση της προθεσμίας των δύο εργασίμων ημερών, κατέστησαν την ένορκη βεβαίωση ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο....". Με την παραδοχή αυτή το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον λόγο (τρίτο) της έφεσης του αναιρεσείοντος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από τη μη λήψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της επίμαχης ένορκης βεβαίωσης με την ως άνω αιτιολογία.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης αποδεικτικό μέσο, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε, εφόσον δέχεται ανέλεγκτα ότι η επιδοθείσα προς την αναιρεσίβλητη κλήση για τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης δεν περιλαμβάνει το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση κατοικίας του μάρτυρα που επρόκειτο να εξεταστεί, έλαβε δε χώρα αυτή (βεβαίωση) μετά την 1-1-2016 (20-9-2016), ημερομηνία ισχύος των άρθρων 422 παρ.1 και 424 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκαν με το Ν.4335/2015, και δεν τηρήθηκε η προθεσμία των δύο εργασίμων ημερών.

Επομένως, ορθά δεν έλαβε υπόψη του την επίμαχη ένορκη βεβαίωση ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού πρόκειται για ανύπαρκτο (ανυπόστατο) αποδεικτικό μέσο και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.11 εδ.γ'αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Κατ'ακολουθία, μη προβαλλομένου άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (άρθ.176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-8-2019 και με αριθμό καταθέσεως 7558/727/2019 αίτηση για αναίρεση της 5987/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ