Legislator Case Law & Legislation
31/2021 AI generated

Supreme Court annuls lower court decision for admitting non-existent admission of debt in labor dispute.

Case Number 31/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the final judgment of the Athens Court of First Instance and the Court of Appeal regarding a labor dispute. The lower courts had relied on an alleged admission of debt by the Municipality of Corinth, which the Court of First Instance incorrectly treated as a confession. The Supreme Court found that the Municipality explicitly denied the claims and the employment relationship in its written submissions to the lower courts. Consequently, the Supreme Court ruled that the lower courts erred by accepting a non-existent admission, leading to the annulment of the decisions and remittal for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 321, 495, 503 of the Code of Civil Procedure; A final judgment regarding a labor dispute is subject to appeal only after the period for filing a default judgment has expired or the entitled party has validly waived it; the lower court erred by admitting a non-existent admission of debt when the opposing party explicitly denied the claims in its written submissions.

Keywords

AI generated
admission of debt labor dispute default judgment appeal annulment written submissions Code of Civil Procedure remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Articles 553, 321, 495 of the Code of Civil Procedure
Article 503 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of Law 3463/2006
Article 285 of Law 3852/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 31 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 31/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης, Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΩΝ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Κόρινθο και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Κωνσταντίνας Αργυρού, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Μ. Κ. του Σ., 2) Β. Κ. του Τ., 3) Σ. Κ. του Σ., 4) Α. Μ. του Β., 5) Α. Μ. του Ι., 6) Ε. Π. του Κ., 7) Π. Π. του Α., 8) Κ. Ρ. του Κ. και 9) Α. Τ. του Ι., κατοίκων …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Βαλαβάνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 05-05-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2081/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4755/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-05-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Καλλιόπη Πανά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 2, 321 και 495 παρ.1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του εν λόγω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο καταθέσεως του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 503 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δεκαπέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της αποφάσεως.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β' ΚΠολΔ. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση αποφάσεως γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επιδόσεως ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με τη βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο ή από το δικόγραφο της αναιρέσεως με το οποίο γίνεται παραίτηση από την ασκηθείσα ανακοπή ερημοδικίας ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτής. Αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία με την προσκομιδή των εγγράφων αυτών η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη.

[2] Στην προκείμενη περίπτωση η αναίρεση ασκήθηκε από τον ερήμην δικασθέντα εκκαλούντα Δήμο Κορίνθου στις 29-05-2018 και στρέφεται κατά της 4755/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση που είχε ασκήσει κατά της 2081/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ακριβές αντίγραφο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως προκύπτει από την επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Ναυπλίου Βασιλικής Κακαναράκη επί της εν λόγω απόφασης, επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 27-04-2018. Περαιτέρω, από το υπ' αριθμ. 406/18-7-2018 πιστοποιητικό του Εφετείου Αθηνών, που ο αναιρεσείων επικαλείται και προσκομίζει, προκύπτει ότι δεν άσκησε ανακοπή ερημοδικίας, μέσα στη νόμιμη δεκαπενθήμερη προθεσμία. Επομένως, κατά το χρόνο κατάθεσης της αναίρεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών (29-05-2018), εφόσον παρήλθε η ως άνω προθεσμία προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, η προσβαλλόμενη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη και συνεπώς η αναίρεση είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[3] Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά, που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 108/2020, 180/2016).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 § 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα, ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ.

Για να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης από τις προαναφερόμενες διατάξεις ο περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμός του εναγομένου πρέπει να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας και αν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας να επαναφέρεται στο εφετείο νόμιμα, είτε δηλαδή με λόγο έφεσης του εναγομένου, η εις βάρος του οποίου αγωγή του αντιδίκου του κρίθηκε ορισμένη και παραδεκτή, είτε με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου προς απόκρουση της έφεσης του αντιδίκου του (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 108/2020, ΑΠ 191/2019, ΑΠ 749/2017).

[4] Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς όμως από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή ως προς το αίτημα αυτής για προσαύξηση ποσοστού 75% επί του καταβαλλόμενου ημερομισθίου των 35,22 ευρώ που ελάμβαναν καθόλη τη διάρκεια των ετών 2001-2006 οι ενάγοντες για απασχόλησή τους κατά τις Κυριακές και αργίες, για προσαύξηση κατά ποσοστό 25% για εργασία νυκτερινή επί του ίδιου ως άνω ημερομισθίου, ενώ θα έπρεπε να αναφέρουν στην αγωγή το νόμιμο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών, στις ρυθμίσεις των οποίων υπάγονταν, καθώς και για τις αγωγικές αξιώσεις για καταβολή επιδόματος γάμου, εξόδων κίνησης και αμοιβής για υπερωριακή απασχόληση βάσει του ως άνω ημερομισθίου και για τους ειδικότερους λόγους που αναφέρονται στο αναιρετήριο.

Ο λόγος, όμως, αυτός της αναιρέσεως, για τον οποίο δεν συντρέχει περίπτωση εξαιρέσεώς του από τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι αόριστος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει στο δικόγραφο της αναίρεσης, ότι ο ισχυρισμός του περί αοριστίας της αγωγής προεβλήθη και μάλιστα με νόμιμο τρόπο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι με δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις του, και επαναφέρθηκε με λόγο έφεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

[5] Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295§1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής, ο περιορισμός δε αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίσθηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής που εμποδίζει την συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση.

Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά ή όταν περιορίζεται κατά σαφή δήλωση του ενάγοντος κατά κλάσμα ή ποσοστό του όλου αιτήματος και επέρχεται έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων.

Επομένως, επί περισσοτέρων αγωγικών κονδυλίων ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, χωρίς να προσδιορίζεται από τον ενάγοντα, στην σχετική δήλωσή του στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά την προφορική συζήτηση της αγωγής, καταχωριζομένη στα πρακτικά, ούτε στις προτάσεις του ενώπιον αυτού, σε ποιο ή ποια ειδικότερα κεφάλαια ή κονδύλια αφορά ο περιορισμός αυτός ή ότι τα κονδύλια αυτά περιορίζονται κατά ποσοστό ανάλογο του όλου αιτήματος, καθιστά την αγωγή αόριστη στο σύνολό της, διότι, εφόσον δεν διευκρινίζεται, ποίων συγκεκριμένων αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποίων η καταψήφιση, δεν είναι δυνατόν να διαγνωσθεί, σε περίπτωση που θα κριθούν νόμιμες ή ουσιαστικά βάσιμες, αν πρόκειται για αξιώσεις, των οποίων ζητείται η αναγνώριση ή η καταψήφιση και ιδίως ν' αποφασισθεί, ποιες από τις γενόμενες δεκτές υπόλοιπες αξιώσεις πρέπει ν' αναγνωρισθούν και ποιες να επιδικασθούν στον ενάγοντα (ΟλΑΠ 30/2007).

[6] Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αληθώς όμως από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, ο αναιρεσείων Δήμος προβάλλει την αιτίαση ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατ' αυτού, παρότι μετά το γενόμενο ενώπιον αυτού περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, το οποίο αποτελεί άθροισμα περισσοτέρων του ενός κονδύλιων, τα οποία αφορούν διαφορετικά χρονικά διαστήματα, από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, καθίσταται αδύνατος ο προσδιορισμός ποια κονδύλια παραμένουν καταψηφιστικά και ποια αναγνωριστικά.

Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από την αοριστία του, διότι στο δικόγραφο της αναίρεσης δεν αναφέρεται αν ο ως άνω περί αοριστίας ισχυρισμός προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αν επαναφέρθηκε ενώπιον του Εφετείου με λόγο έφεσης, είναι και αβάσιμος διότι, από την παραδεκτή επισκόπηση των ταυτάριθμων με την πρωτοβάθμια απόφαση πρακτικών και των εγγράφων προτάσεων αυτών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προκύπτει ότι οι ενάγοντες με προφορική δήλωσή τους ενώπιον αυτού και με τις έγγραφες προτάσεις τους μετέτρεψαν το αίτημα της αγωγής τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό κατά ποσοστό 36, 72 % η πρώτη, κατά ποσοστό 36% ο δεύτερος, κατά ποσοστό 34,93% η πέμπτη, κατά ποσοστό 36,27% η έκτη, κατά ποσοστό 36,55% ο έβδομος, κατά ποσοστό 36,99 % ο όγδοος και κατά ποσοστό 36,46 % η ένατη και έτσι επέρχεται μείωση όλων των κονδυλίων κατά τα παραπάνω ποσοστά, με αποτέλεσμα να είναι σαφές ποιες αξιώσεις είναι καταψηφιστικές και ποιες αναγνωριστικές.

Οι αξιώσεις των άλλων δύο αναιρεσιβλήτων (3η και 4η) ήταν και παρέμειναν καταψηφιστικές, διότι ήταν κάτω των 20.000 ευρώ.

[7] Με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 «Περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους», που εφαρμόζεται και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 56 παρ.1 του ν.δ. 496/1974, 3 του ν.δ. 31/1968 και 304 του κυρωθέντος με το π.δ. 410/1995 και ισχύσαντος μέχρι την 31-12-2006 Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ως εκ του κρισίμου εδώ χρόνου), ορίζεται ότι:

«Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της».

Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικά το θέμα έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου κλπ, από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 91 εδ.

α' ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων και, ως εκ τούτου, κατισχύει αυτής (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η προβλεπόμενη από την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 για τις πιο πάνω αξιώσεις των υπαλλήλων [του Δημοσίου και] των ΟΤΑ βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από το χρόνο παραγραφής που ισχύει, κατ' άρθρο 250 αρ.6 και 17 ΑΚ, για παρόμοιες αξιώσεις των εργατών και υπαλλήλων των ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και από τον οριζόμενο στο άρθρο 937 ΑΚ χρόνο παραγραφής των αξιώσεων από αδικοπραξία, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (η συνδρομή των οποίων δικαιολογεί την εισαγωγή εξαιρέσεων και διακρίσεων (ΟλΑΠ 3/2006, ΟλΑΠ 23/2004) και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των σχετικών αξιώσεων και των αντιστοίχων υποχρεώσεων [του Δημοσίου και] των ΟΤΑ, που είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής κατάστασης αυτών, στην οποία συμβάλλουν οι [πολίτες ή] δημότες με την καταβολή φόρων, τελών και λοιπών υπέρ των ΟΤΑ επιβαρύνσεων (πρβλ.

ΟλΑΠ 38/2005).

[8] Στην προκείμενη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά επί του ζητήματος της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων:

Ότι οι αξιώσεις των εναγόντων (και ήδη αναιρεσιβλήτων), που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από 01-01-2001 έως 31-12-2006, δεν έχουν υποκύψει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995, που ισχύει στην προκείμενη περίπτωση, διότι οι ενάγοντες είχαν αρχικά καταθέσει στον εναγόμενο Δήμο τις υπ' αριθμ. .../30-12-2005 και .../29-12-2005 αιτήσεις τους- διαμαρτυρίες σχετικά με τη μη καταβολή των επίδικων αποδοχών τους και οι ως άνω αιτήσεις επέφεραν διακοπή της παραγραφής (άρθρο 93 του ν.2362/1995).

Επίσης, αυτοί είχαν ασκήσει προγενέστερη αγωγή, ήτοι την υπ' αριθμ. καταθέσεως 2780/21-12-2007 αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών κατά του εναγομένου Δήμου εντός της πενταετίας από τις ως άνω αιτήσεις- διαμαρτυρίες, ενώ ταυτόχρονα με την παραίτησή τους από το δικόγραφο προηγούμενης αγωγής, άσκησαν την υπό κρίση αγωγή, οπότε συνεχίσθηκε το διακοπτικό της παραγραφής αποτέλεσμα.

Μετά τις παραδοχές αυτές το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση διετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων που πρόβαλε παραδεκτά ο αναιρεσείων Δήμος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις του και επανέφερε με τον πρώτο λόγο της έφεσής του ενώπιον του Εφετείου, και έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής, που επίσης παραδεκτά πρόβαλαν οι ενάγοντες με προφορική δήλωση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και με τις έγγραφες προτάσεις τους και επανέφεραν ενώπιον του Εφετείου με τις έγγραφες προτάσεις τους, ως εφεσίβλητοι.

[9] Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, καθόσον η παραγραφή των κατά ΝΠΔΔ αξιώσεων είναι διετής και όχι πενταετής και, επομένως, εφόσον η κρινόμενη αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 18-06-2010, όλες οι αξιώσεις των εναγόντων είχαν υποκύψει στην ως άνω διετή παραγραφή. Επομένως, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών παραβίασε τις διατάξεις αυτές, κρίνοντας ότι η παραγραφή είναι πενταετής και όχι διετής, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που εξετάζει και αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, εφόσον πρόκειται για σφάλμα συναγόμενο από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 β ΚΠολΔ), σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα, διάταξη η οποία εξυπηρετεί την απονομή του δικαίου, διότι δεν είναι ορθό να μένει εσφαλμένη νομικά απόφαση εξ αιτίας του ότι δεν προτάθηκε προσηκόντως από τον αναιρεσείοντα ο σχετικός λόγος (ΑΠ 35/2019, 1447/2002), όπως στην προκείμενη περίπτωση.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από τους αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παραβάσεως των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

[10] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11β’ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του δικαστική ομολογία του διαδίκου, αν και αυτός, στην πραγματικότητα, δεν ομολόγησε (ΑΠ 584/2019, ΑΠ 1831/2008). Για να ιδρυθεί, όμως, ο λόγος αυτός, θα πρέπει από την ανύπαρκτη ομολογία να έκρινε το δικαστήριο της ουσίας, ότι αποδείχτηκε πραγματικό γεγονός, που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, επέδρασε, δηλαδή, στο διατακτικό της απόφασής του, αφού, κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ, αντικείμενο απόδειξης είναι μόνο τέτοια γεγονότα, ήτοι γεγονότα που ανήκουν στο πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου και συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 376/2019, ΑΠ 584/2019).

[11] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 05-05-2020 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθεσαν ότι προσελήφθησαν με συμφωνητικά συνεργασίας ορισμένου χρόνου σε εκτέλεση συμβάσεων για την υλοποίηση προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων στη φύλαξη σχολικών κτηρίων και αφού επελέγησαν ως δικαιούχοι εργάσθηκαν ως φύλακες των σχολικών κτηρίων του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, κατά το χρονικό διάστημα από 01-03-2001 έως 31-03-2006 η πρώτη, ο δεύτερος, η πέμπτη, η έκτη, ο έβδομος, η όγδοη και η ένατη, από 01-03-2001 έως 15-01-2003 η τρίτη και από 01-03-2001 έως 30-11-2001 η τέταρτη, απασχολούμενοι επί 22 ημέρες μηνιαίως και κατά Κυριακές και αργίες, σε οκτάωρη βάση, με το σύστημα των βαρδιών (η πρώτη από 07.00 έως 15.00, η δεύτερη από 15.00 έως 23.00 και η τρίτη από 23.00 έως 07.00)

Ότι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και μετά την έκδοση της 6/2005 απόφασης της Ολομέλειας του ΑΣΕΠ, οι συμβάσεις τους μεταράπηκαν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά ταύτα εντάχθηκαν στο προσωπικό του εναγομένου Δήμου από την 01-04-2006 και ότι ο εναγόμενος για το προ της κατάταξης χρονικό διάστημα δεν τους κατέβαλε αμοιβή για παράνομες υπερωρίες, έξοδα κίνησης, επίδομα γάμου και επίδομα εορτής Πάσχα καθόλο το διάστημα της εργασίας τους στον εναγόμενο και τα εκεί αναφερόμενα ποσά, οφειλόμενα με βάση την καταβαλλόμενη σ' αυτούς ημερήσια αποζημίωση των 35,22 ευρώ, ως προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας, εργασίας Κυριακών και αργιών και νυκτερινής γι' αυτές προσαύξηση, παραθέτοντας για τον καθένα σε πίνακες τις απογευματινές και βραδυνές βάρδιες ανά μήνα και συνολικά κατ' έτος και το σύνολο των Κυριακών και αργιών για κάθε βάρδια ξεχωριστά κατ' έτος του επίδικου χρονικού διαστήματος από 01-03-2001 έως 31-03-2006.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2081/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία την έκανε καθ' ολοκληρία δεκτή σε βάρος του εναγομένου Δήμου. Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής αναφέρεται, εκτός των άλλων, ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν από τον εναγόμενο Δήμο κατά το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην αγωγή για τον καθένα. Ότι ουδέποτε καταβλήθηκαν σ' αυτούς οι νόμιμες αποδοχές για παράνομες υπερωρίες, για την εργασία Κυριακών και αργιών, για νυκτερινή εργασία, έξοδα κίνησης, επίδομα γάμου και επίδομα Πάσχα κατά τα έτη 2001 έως 2006. Ότι, ειδικότερα, οι ενάγοντες πραγματοποίησαν παράνομες υπερωρίες καθημερινά επί 30 λεπτά της ώρας επί πλέον του νομίμου ωραρίου των 7-5 ωρών, εργασία Κυριακών και αργιών, νυκτερινή εργασία και δεν τους κατέβαλε τις νόμιμες αμοιβές τους για έξοδα κίνησης και επίδομα εορτής Πάσχα έτους 2006, που λάμβαναν οι μόνιμοι υπάλληλοι του εναγομένου, όπως αναλύουν οι ενάγοντες στην αγωγή τους. Ότι δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος Δήμος ειδικά το ύψος των οφειλόμενων αποδοχών για τις ως άνω αιτίες και επομένως συνάγεται έμμεση ομολογία του όσον αφορά στην παρεχόμενη από τους ενάγοντες εργασία και το ύψος της διεκδικούμενης από αυτούς αμοιβής για τις άνω αιτίες.

Περαιτέρω, στις από 02-11-2012 έγγραφες προτάσεις του εναγομένου Δήμου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναφέρονται, κατά λέξη, τα εξής:

«Την ως άνω αγωγή αρνούμαστε ως προς όλα της τα κεφάλαια. Ειδικότερα αρνούμαστε την υπηρεσιακή και οικογενειακή κατάσταση κάθε υπαλλήλου, καθώς και το χρόνο απασχόλησής τους κατά τη νύχτα, τις Κυριακές και αργίες. Αρνούμαστε και κάθε επιμέρους ποσό και στοιχείο, στο οποίο στηρίζεται η υπό κρίση αγωγή. Επιπροσθέτως, προ πάντων ουδέποτε μας συνέδεε κατά το χρονικό διάστημα που εκτίθεται στην αγωγή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας με τους ενάγοντες, ώστε να έχουν αξιώσεις από αυτή». Από το τμήμα αυτό των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι όχι μόνο δεν ομολόγησε τις αιτούμενες αποδοχές, το ύψος αυτών, το χρόνο απασχόλησης και την οικογενειακή κατάσταση των αναιρεσιβλήτων, αλλά, αντίθετα, ρητά αμφισβήτησε τα παραπάνω και τα αρνήθηκε. Επομένως, με την κρίση του αυτή, το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11β’ ΚΠολΔ (και όχι του αριθμού 8, όπως εσφαλμένα αναγράφετεται στο αναιρετήριο), αφού, κατά τα ανωτέρω, ο αναιρεσείων δεν ομολόγησε, ώστε να συναχθεί από την ομολογία του αυτή η αντίστοιχη απόδειξη, αλλά, αντίθετα, ρητά αμφισβήτησε.

Συνεπώς, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της λήψης υπόψη ανύπαρκτης ομολογίας.

[12] Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση, κατά παραδοχή των πρώτου και πέμπτου λόγων αναίρεσης, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης (δεύτερου, έκτου, έβδομου και όγδοου), λόγω της αναιρετικής εμβέλειας των λόγων που έγιναν δεκτοί και οδηγούν στην ολική αναίρεση της 4755/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και της 2081/2012 συμπροσβαλλόμενης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατ' άρθρο 281 παρ. 2 του ν. 3463/2006, σε συνδυασμό με το άρθρο 285 του ν. 3852/2010.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 4755/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και την συμπροσβαλλόμενη 2081/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που εξέδωσαν τις προσβαλλόμενες αποφάσεις. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2021.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ