31/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑ. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Τσίρη και κατέθεσε προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated31/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς από 27-4-2015 και 17-6-2016 αιτήσεις αναίρεσης, με τις οποίες προσβάλλεται η με αριθμό 3728/2013 απόφαση του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1).
Full text
Απόφαση 31 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 31/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Λέκκα - Εισηγητή, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Τσίρη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) ΚΕΝΤΡΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ (Κ.Ε.ΜΕ.Π.) που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Β. Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην … και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Β.Ε. Αθηνών (τέως Δ.Ο.Υ. Μεγάλων Επιχειρήσεων) και ήδη από τον Προϊστάμενο του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.Π.) που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Τσίρη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/2/1994 ανακοπή της υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσιβλήτου και νομικών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7301/1994 μη οριστική και 3399/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 3728/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσα με την από 17/6/2016 αίτησή της και το υπό στοιχείο Β αναιρεσείον με την από 27/4/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 23/11/2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 27/4/2015 αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της υπό στοιχείο Α αναιρεσείουσας και υπό στοιχείο Β αναιρεσιβλήτου, ζήτησε την παραδοχή της από 17/6/2016 αιτήσεως και την απόρριψη της από 27/4/2015 αιτήσεως καθώς και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς από 27-4-2015 και 17-6-2016 αιτήσεις αναίρεσης, με τις οποίες προσβάλλεται η με αριθμό 3728/2013 απόφαση του Εφετείου (Τριμελούς) Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (ΚΠολΔ 246 και 573 § 1).
Από την υπ' αριθμ. .../29-12-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, διορισμένου στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Δ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα που επισπεύδει τη συζήτηση της από 17-6-2016 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξουσίας δικηγόρου του, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 17-6-2016 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 3728/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με πράξεις καταθέσεως δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας (18-9-2017) και κλήση προς εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο δεύτερο αναιρεσίβλητο.
Το τελευταίο, όμως, δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης κατά την ως άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ' ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.ΠολΔ., παρά την απουσία του, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης.
H πληττόμενη απόφαση εκδόθηκε επί της από 1-11-2011 έφεσης της αναιρεσείουσας εταιρείας ... Α.Ε. κατά της 3399/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας είχε απορριφθεί η από 28-2-1994 ανακοπή της ανωτέρω εταιρείας. Α) Επί της από 27-4-2015 αιτήσεως αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 2 παρ. 5 του ν.δ. 588/1948 "περί ελέγχου της πίστεως", που προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ.1 Ν.Δ. 979/1971 και καταργήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 8 του Ν. 2548/1997, " εις πάσαν χρηματοδότησιν υπό μορφήν, δανείου, πιστώσεως, εις ανοικτόν λογαριασμόν, προεξοφλήσεως, ή οιανδήποτε ετέραν μορφήν, χορηγουμένην κατά τας διατάξεις του παρόντος, θα συμφωνείται υπ' ευθύνην των χρηματοδοτουσών Τραπεζών μεταξύ αυτών και των χρηματοδοτούμενων ποινική ρήτρα, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, δια πάσαν παράβασιν των όρων της χρηματοδοτησεως, ως δι' αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής εκάστοτε ειδικώς καθορίζεται.
Η βεβαίωσις της συνδρομής των προϋποθέσεων καταπτώσεως των ούτω συμφωνουμένων ποινικών ρητρών, ενεργείται υπό της?Νομισματικής Επιτροπής κατόπιν ελέγχου υπό της Γενικής Επιθεωρήσεως Τραπεζών ή μετ' εισήγησιν της χρηματοδοτησάσης Τραπέζης. Η Νομισματική Επιτροπή έχει την αρμοδιότητα να καθορίση το ύψος της κατά περίπτωσιν καταβλητέας ποινικής ρήτρας, ως και πάσαν λεπτομέρειαν εφαρμογής του παρόντος.
Αι ούτω δια των αποφάσεων της Νομισματικής Επιτροπής καθοριζόμεναι ποινικαί ρήτραι υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, καταπίπτουσιν υπέρ αυτού ως προβλέπεται δια των αυτών αποφάσεων, μη υποκείμεναι δε εις τους περιορισμούς εκ των κειμένων διατάξεων περί ορίου συμβατικών τόκων και τόκων υπερημερίας, ως και των εκ του άρθρου 409 Α.Κ., εισπράττονται κατά τον νόμον περί αυξήσεως δημοσίων εσόδων, κατά τα ειδικώτερον υπό της Νομισματικής Επιτροπής καθοριζόμενα.
Η απόφασις της Νομισματικής Επιτροπής ήτις θα βεβαιοί το ποσόν της καταβλητέας ποινικής ρήτρας αποτελεί νόμιμον προς είσπραξιν αυτής τίτλον. Η κατά τα άνω θεσπιζόμενη κατάπτωσις της ποινικής ρήτρας κατά των παραβατών των κανόνων χρηματοδοτήσεως ενεργείται, κατά την κρίσιν της Νομισματικής Επιτροπής παραλλήλως προς τας κυρώσεις τας προβλεπομένας υπό του άρθρου 5 του παρόντος.
Αι κατά τα ανωτέρω οριζόμεναι αρμοδιότητες της Νομισματικής Επιτροπής περιλαμβανόμενης και της υπό του άρθρου 5 του παρόντος τοιαύτης, δύνανται να μεταβιβάζωνται εν όλω ή εν μέρει δι' αποφάσεών της εις την υπό ταύτης οριζομένην Υποεπιτροπήν". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 1266/1982 "Η Νομισματική Επιτροπή και οι Υποεπιτροπές της καταργούνται.
Οι αρμοδιότητες αυτών, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στα επόμενα άρθρα 2 και 3, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στην Τράπεζα της Ελλάδος και ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της ή οργάνων της εξουσιοδοτημένων από το Διοικητή, στο πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 405 ΑΚ " Η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε κάθε χρηματοδότηση με μορφή δανείων κλπ., που χορηγείται κατά τις διατάξεις του ν.δ. 588/1948, θα συμφωνείται, με ευθύνη των χρηματοδοτουσών τραπεζών, μεταξύ αυτών και των χρηματοδοτούμενων ποινική ρήτρα υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για κάθε παράβαση των όρων της χρηματοδότησης, ότι η βεβαίωση της συνδρομής των προϋποθέσεων κατάπτωσης της κατά των παραπάνω συμφωνουμένης ποινικής ρήτρας ενεργείται με απόφαση της νομισματικής επιτροπής και ήδη μετά το Ν. 1266/1982 με απόφαση του αρμοδίου οργάνου της Τράπεζας της Ελλάδος, ότι η απόφαση που βεβαιώνει το ποσό της ποινικής ρήτρας που κατέπεσε αποτελεί νόμιμο τίτλο προς είσπραξή της και εισπράττεται κατά το νόμο περί εισπράξεων δημοσίων εσόδων κατά τα καθοριζόμενα υπό της νομισματικής επιτροπής και ότι ο χρόνος της κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας, ήτοι ο χρόνος κατά τον οποίο καθίσταται απαιτητή και ο δικαιούχος μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του, είναι εκείνος κατά τον οποίο λαμβάνει χώρα η παράβαση των κανόνων χρηματοδότησης εκ μέρους του χρηματοδοτουμένου, όταν δηλαδή πληρωθεί η αίρεση υπό την οποία τελεί η υπόσχεση της ποινής και συγκεκριμένα εάν η παράβαση ανάγεται σε υπερημερία αυτού ως προς την αναληφθείσα υποχρέωσή του, που έπρεπε να εκπληρωθεί σε δήλη ημέρα, με την παρέλευση της ημέρας αυτής, οπότε επέρχεται και η συνεπεία αυτής ζημία του δικαιούχου, την οποία, αφηρημένα και χωρίς απόδειξη, αποσκοπεί να καλύψει η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα και όχι εκείνος κατά τον οποίο το αρμόδιο, κατά τα παραπάνω, όργανο βεβαιώνει, μετά από έλεγχο, τη συνδρομή των προϋποθέσεων της κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας με την έκδοση της σχετικής απόφασης του, ώστε να αποτελέσει το νόμιμο τίτλο για την είσπραξή της.
Στην περίπτωση δε, που η άνω ποινική ρήτρα καθορίσθηκε με τη σύμβαση σε ορισμένο ποσό δραχμών, που αντιστοιχεί σε ποσοστό επί του αντιτίμου του μη εισαχθησομένου σε ορισμένο χρόνο συναλλάγματος εκ μέρους του χρηματοδοτουμένου, για την εξεύρεση του ποσού της ποινικής ρήτρας σε δραχμές πρέπει να ληφθεί υπόψη η συναλλαγματική ισοτιμία αυτού κατά το χρόνο της κατάπτωσης και όχι κατά το χρόνο, που το αρμόδιο όργανο βεβαιώνει, μετά από έλεγχο, τη συνδρομή των προϋποθέσεων της κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας, ώστε η βεβαίωση να αποτελέσει το νόμιμο τίτλο για την είσπραξη της.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΑΠ 435/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 28-2-1994 ανακοπή τους, την οποία άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αναιρεσείουσα εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμος Γενική Εταιρία ..." και οι ανώνυμες εταιρίες με τις επωνυμίες "...", οι οποίες δεν είναι διάδικοι στην προκειμένη δίκη, ζήτησαν να ακυρωθούν, για τους αναφερόμενους σ' αυτή (ανακοπή) πέντε λόγους:
α) η ατομική ειδοποίηση .../7-2-1994 του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών, β) η βεβαίωση οφειλής ...-1-1994 της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών και γ) η απόφαση ...30-12-1991 της Επιτροπής Συναλλαγματικών Παραβάσεων της ΤτΕ. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την 7301/1994 απόφασή του, αφού εκτίμησε ότι η ανακοπή αυτή απευθύνεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπούμενου από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών και κατά της Τράπεζας της Ελλάδος, απέρριψε την ανακοπή ως προς την τελευταία, δέχθηκε ότι είναι νομικά βάσιμοι ο πρώτος λόγος ανακοπής, καθώς και ο τέταρτος (ως προς το δεύτερο σκέλος του), ως προς τους οποίους διέταξε αποδείξεις, και απέρριψε τους υπόλοιπους λόγους, στη συνέχεια δε, με την 3399/2010 απόφασή του απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμους, και τους πρώτο και τέταρτο (ως προς το δεύτερο σκέλος του) λόγους ανακοπής.
Το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε την από 1-11-2011 έφεση της αναιρεσείουσας εταιρείας ... Α.Ε. κατά της πρωτόδικης απόφασης, έκανε δεκτή την ανακοπή ως προς το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου αυτής και ακύρωσε α) την ατομική ειδοποίηση .../7-2-1994 της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών, β) τη βεβαίωση ...-1-1994 οφειλής της ίδιας ΔΟΥ και γ) την απόφαση ...30-12-1991 της Επιτροπής Συναλλαγματικών Παραβάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, ως προς το ποσό των εκατόν σαράντα τεσσάρων εκατομμυρίων τριακοσίων εβδομήντα και μίας χιλιάδων πεντακοσίων (144.371.500) δραχμών (423.687,45 ευρώ).
Το Εφετείο κατέληξε στο συγκεκριμένο πόρισμα με τις ακόλουθες παραδοχές: "....Ο λόγος αυτός ανακοπής είναι νομικά βάσιμος, στηριζόμενος στο άρθρο 405 του ΑΚ, καθώς και ουσιαστικά βάσιμος, εφόσον: α) όπως αναφέρεται στην τρίτη σκέψη της απόφασης αυτής, η έγκριση της χορήγησης συναλλάγματος στις θυγατρικές εταιρίες της εκκαλούσας έγινε και με τον όρο της ανάληψης υποχρέωσης, μέσω προσωπικής εγγύησης της εκκαλούσας, όπως εισάγονται στην Ελλάδα τα πραγματοποιούμενα καθαρά κέρδη των δύο προαναφερόμενων θυγατρικών εταιριών με κατώτατο όριο ένα εκατομμύριο (1.000.000) δολάρια ΗΠΑ ετησίως, μέχρι την εκκαθάρισή της, για την πρώτη εταιρία και τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δολάρια ΗΠΑ ετησίως, μέχρι την εκκαθάρισή της, για τη δεύτερη, β) για την περίπτωση της μη εκπλήρωσης οποιασδήποτε ή όλων των υποχρεώσεων αυτών, πέραν κάθε άλλης υποχρέωσης ή οφειλής, αναλήφθηκε από την εκκαλούσα η υποχρέωση να καταβάλλει, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ως ποινική ρήτρα, καταβλητέα σε δραχμές, ποσό ίσο με ποσοστό 50% επί του αντιτίμου του ποσού συναλλάγματος, το οποίο δεν θα εισαγόταν στην Ελλάδα, γ) οι προαναφερόμενες θυγατρικές εταιρίες της εκκαλούσας δεν εισήγαγαν στην Ελλάδα το κατώτατο όριο συναλλάγματος για τα έτη 1981 και 1982 και, συνεπώς, περιήλθαν σε υπερημερία ως προς την εκπλήρωση της παροχής αυτής την 31-12-1981 για το κατώτατο ποσό συναλλάγματος, το οποίο έπρεπε να εισαχθεί κατά το έτος 1981 και την 31-12-1982 για το κατώτατο όριο συναλλάγματος, το οποίο έπρεπε να εισαχθεί κατά το έτος 1982, ο έλεγχος δε της συνδρομής των προϋποθέσεων κατάπτωσης της ποινικής ρήτρας σε βάρος της εκκαλούσας έγινε με την προαναφερόμενη απόφαση ...30-12-1991 της Επιτροπής Συναλλαγματικών Παραβάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η πιο πάνω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 5422/1932 δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην κειμένη περίπτωση, διότι δεν πρόκειται για οφειλή σε ξένο νόμισμα. Περαιτέρω, κατά την 30-12-1981 και την 31-12-1982, μέση τιμή του δολαρίου ΗΠΑ ανερχόταν σε 57,630 δραχμές και 70,570 δραχμές αντίστοιχα, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την εκκαλούσα δελτία επίσημων τιμών.
Κατά συνέπεια, η ποινική ρήτρα, την οποία η εκκαλούσα οφείλει να καταβάλει στο Ελληνικό Δημόσιο, ανέρχεται: 1) σε 28.815.000 δραχμ. [(1.000.000 X 57,630) X 50%], για τη μη εισαγωγή από την πρώτη θυγατρική εταιρία "... S.A." του κατώτατου ορίου συναλλάγματος κατά το έτος 1981, 2) σε 35.285.000 δραχμ. [(1.000.000 X 70,570) X 50%] για τη μη εισαγωγή από την ίδια θυγατρική εταιρία του κατώτατου ορίου συναλλάγματος κατά το έτος 1982, 3) σε 8.644.500 δραχμ. [(300.000 X 57,630) X 50%], για τη μη εισαγωγή από τη δεύτερη θυγατρική εταιρία "...
S.A." του κατώτατου ορίου συναλλάγματος κατά το έτος 1981 και 4) σε 10.585.500 δραχμ. [(300.000 X 70,570) X 50%], για τη μη εισαγωγή από την ίδια θυγατρική εταιρία του κατώτατου ορίου συναλλάγματος κατά το έτος 1982, δηλαδή συνολικά σε 83.330.000 δραχμές (28.815.000 + 35.285.000 + 8.644.500 + 10.585.500), ήτοι σε 244.548,78 ευρώ, κατά το ποσό δε τούτο είναι έγκυρες οι προσβαλλόμενες με την προαναφερόμενη ανακοπή ατομική ειδοποίηση .../7-2-1994 της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών, βεβαίωση οφειλής ...-1-1994 της ίδιας ΔΟΥ και απόφαση ...30-12-1991 της Επιτροπής Συναλλαγματικών Παραβάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που δέχθηκε ότι ορθά έγινε ο υπολογισμός του ποσού της ποινικής ρήτρας με βάση τη μέση τιμή του δολαρίου ΗΠΑ κατά το έτος 1991, οπότε εκδόθηκε η προαναφερόμενη απόφαση της Επιτροπής Συναλλαγματικών Παραβάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, έσφαλε και, συνεπώς, ως προς το πρώτο σκέλος του ο σχετικός έκτος λόγος της κρινόμενης έφεσης είναι ουσιαστικά βάσιμος...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 2 § 5 του Ν.Δ. 588/1948, 1 του Ν. 1266/1982 και 405 εδ. α του ΑΚ και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 5422/1932 επί χρηματικής οφειλής σε αλλοδαπό νόμισμα, πληρωτέας στην ημεδαπή, ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό σε δραχμές, βάσει της επίσημης ισοτιμίας του ξένου νομίσματος κατά το χρόνο της πληρωμής. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται, όταν υπάρχει έγκυρη συμβατική οφειλή σε ξένο νόμισμα και ρυθμίζει τον τρόπο εξόφλησής της στην Ελλάδα και όχι στην περίπτωση που η οφειλή έχει καθορισθεί σε ορισμένο ποσό ημεδαπού νομίσματος, που απλώς εξευρίσκεται με την μετατροπή σε συγκεκριμένο χρόνο ορισμένου ποσού συναλλάγματος, που λαμβάνεται, δηλαδή, ως βάση υπολογισμού της οφειλής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν είναι εφαρμοστέα στην ένδικη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 5422/1932, ώστε να υπολογισθεί το οφειλόμενο ποσό της ποινικής ρήτρας με βάση τη μέση τιμή του δολαρίου ΗΠΑ κατά το έτος 1991, οπότε εκδόθηκε η προαναφερόμενη απόφαση της Επιτροπής Συναλλαγματικών Παραβάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, δεχόμενο ότι δεν πρόκειται για οφειλή σε ξένο νόμισμα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη αυτή, αφού δεν ήταν εφαρμοστέα και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το σχετικό του σκέλος, από τον αριθμ. 1 του 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (ΑΠ 701/2011).
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης και κατά το σχετικό του σκέλος, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπάρκεια αιτιολογιών ως προς τη μη εφαρμογή για τον προσδιορισμό της ποινικής ρήτρας του προαναφερομένου άρθρου 6 § 1 του Ν. 5422/1932 είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο με το να μη εφαρμόσει τη διάταξη αυτή για τον προσδιορισμό της ποινικής ρήτρας δέχθηκε ότι δεν ευρίσκει νόμιμο έρεισμα σ' αυτή. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τέλος, το αναιρεσείον πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), που θα επιβληθούν όμως μειωμένα (άρθρο 5 Ν. 3210/1955 και 22 § 1 του Ν.3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν.1738/1987), κατά οριζόμενα στα διατακτικό. Β) Επί της από 17-6-2016 αιτήσεως αναιρέσεως.
Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτές. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και εμμέσως κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχομένη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής και χωρίς κενά (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 115/2013). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού στη δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης ή ασάφειας στη διατύπωση αυτής και για το λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.
Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς, εάν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου (ΑΠ 846/2008, ΑΠ 168/2006).
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον τους λόγους της από 17-6-2016 αιτήσεως αναιρέσεως μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "...Κατά το έτος 1980 η εκκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμος Γενική Εταιρία ..." ζήτησε από την Τράπεζα της Ελλάδος αφενός μεν τη χορήγηση συναλλάγματος, αφετέρου δε την άδεια σύναψης δανείων σε συνάλλαγμα προκειμένου να συστήσει δύο θυγατρικές εταιρίες και συγκεκριμένα την εταιρία με την επωνυμία "...
S.A." στην ... και την εταιρία με την επωνυμία "... S.A." στη ..., με σκοπό τη λειτουργία πλωτών σταθμών διανομής σκυροδέματος από την Ελλάδα προς τους καταναλωτές της Μέσης Ανατολής. Πράγματι, με τις αποφάσεις .../11-9-1980 και .../11-9-1980 της Υποεπιτροπής Δανείων και Συναλλάγματος της Νομισματικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος εγκρίθηκε αφενός μεν η χορήγηση συναλλάγματος, ποσού τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δολλαρίων ΗΠΑ, για την κάλυψη της συμμετοχής της εκκαλούσας, κατά ποσοστό 100%, στην εταιρία με την επωνυμία "...
S.A.", καθώς και η σύναψη δανείου σε συνάλλαγμα μέχρι το ποσό των επτά εκατομμυρίων (7.000.000) δολλαρίων ΗΠΑ από την Τράπεζα ... αφετέρου δε η χορήγηση συναλλάγματος, ποσού ενός εκατομμυρίου (1.000.000) δολλαρίων ΗΠΑ, για τη συμμετοχή της εκκαλούσας, κατά ποσοστό 100%, στην εταιρία με την επωνυμία "... S.A.", καθώς και η σύναψη δανείου μέχρι το ποσό των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δολλαρίων ΗΠΑ από την τράπεζα ....
Οι εγκρίσεις αυτές έγιναν με τους ακόλουθους, κοινούς και για τις δύο αυτές εταιρίες, όρους, οι οποίοι τέθηκαν με τις προαναφερόμενες αποφάσεις της Υποεπιτροπής Δανείων και Συναλλάγματος της Τράπεζας της Ελλάδος και έγιναν αποδεκτές με τις από 6-11-1980 και 12-1-1981 υπεύθυνες δηλώσεις, τις οποίες υπέγραψαν, για λογαριασμό της εκκαλούσας,
οι νόμιμοι εκπρόσωποί της και ειδικότερα: α) της ανάληψης υποχρέωσης, μέσω προσωπικής εγγύησης της εκκαλούσας, όπως εισάγονται στην Ελλάδα τα πραγματοποιούμενα καθαρά κέρδη των δύο προαναφερόμενων εταιριών, που θα ιδρύονταν, με κατώτατο όριο ένα εκατομμύριο (1.000.000) δολλάρια ΗΠΑ ετησίως, μέχρι την εκκαθάρισή της, για την πρώτη εταιρία και τριακόσιες χιλιάδες (300.000) δολλάρια ΗΠΑ ετησίως, μέχρι την εκκαθάρισή της, για τη δεύτερη, β) της εισαγωγής στην Ελλάδα, σε περίπτωση διακοπής των εργασιών ή διάλυσης των θυγατρικών αυτών εταιριών, του υπολοίπου του ενεργητικού και γ) της εισαγωγής στην Ελλάδα, με ανάλογη μείωση της ως άνω εγγύησης, του ποσού της πώλησης, σε περίπτωση πώλησης των θυγατρικών αυτών εταιριών σε αλλοδαπούς.
Για την περίπτωση της μη εκπλήρωσης οποιασδήποτε ή όλων των υποχρεώσεων αυτών, πέραν κάθε άλλης υποχρέωσης ή οφειλής, αναλήφθηκε από την εκκαλούσα η υποχρέωση να καταβάλλει, υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, ως ποινική ρήτρα, καταβλητέα σε δραχμές, ποσό ίσο με ποσοστό 50% επί του αντιτίμου του ποσού συναλλάγματος, το οποίο δεν θα εισαγόταν στην Ελλάδα.
Από τις συνομολογήσεις αυτές, συνάγεται, με σαφήνεια, ότι η ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, για την περίπτωση της πραγματοποίησης κερδών από τις προαναφερόμενες θυγατρικές της εκκαλούσας εταιρίες και της μη εισαγωγής ίσης ποσότητας δραχμών προς την ποσότητα των κερδών σε συνάλλαγμα, τα οποία θα πραγματοποιούνταν στην αλλοδαπή από τη δραστηριότητα των θυγατρικών αυτών εταιριών.
Από τη διατύπωση του όρου αυτού, όμως, δεν μπορεί να συναχθεί, κατά τρόπο βέβαιο, αν η υποχρέωση ποινικής ρήτρας συμφωνήθηκε και για την περίπτωση της μη πραγματοποίησης κερδών. Πρέπει, λοιπόν, το Δικαστήριο να αναζητήσει την πραγματική βούληση των μερών με βάση τους αναφερόμενους στην αρχή της σκέψης αυτής ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Κατά την προαναφερόμενη συμφωνία, η ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε για την περίπτωση κατά την οποία η εκκαλούσα δεν θα προέβαινε στην εισαγωγή των καθαρών κερδών, τα οποία θα πραγματοποιούνταν από τη δραστηριότητα των θυγατρικών αυτών εταιριών της στο εξωτερικό. Ιδιαίτερα, όμως, πρέπει να προσεχθεί η ειδικότερη συνομολόγηση "με κατώτατο όριο" 1.000.000 δολλάρια ΗΠΑ για την εταιρία "...
S.A." και 300.000 δολλάρια ΗΠΑ για την εταιρία "... S.A.". Η εγγυημένη εισαγωγή του ελάχιστου αυτού ποσού, δεν μπορεί να έχει άλλη έννοια από το ότι η υποχρέωση αυτή της εκκαλούσας αναλήφθηκε για την περίπτωση της μη πραγματοποίησης, καθόλου κερδών ή πραγματοποίησης κερδών σε μικρότερα ποσά. Αλλιώς, δεν θα είχε κανένα νόημα η θέση αυτού του όρου, αλλά οι συμβαλλόμενοι θα περιορίζονταν στη συνομολόγηση του πρώτου σκέλους της ποινικής ρήτρας, που αφορά την περίπτωση της πραγματοποίησης κερδών και δεν θα είχε τεθεί το ελάχιστο του ποσού εισαγωγής δραχμοποιημένου συναλλάγματος.
Το ερμηνευτικό αυτό πόρισμα εναρμονίζεται προς το γενικότερο σκοπό της συνομολόγησης της ποινικής αυτής ρήτρας, που είναι αφενός μεν ο εξαναγκασμός της τήρησης της υποχρέωσης εισαγωγής δραχμοποιουμένου συναλλάγματος, αφετέρου δε η παροχή ενός αξιόλογου αντισταθμίσματος, ως αντικατάλλαγμα για την παρασχεθείσα άδεια εξαγωγής συναλλάγματος, που έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τη μείωση των συναλλαγματικών αποθεμάτων της χώρας, κατά τα προαναφερόμενα σημαντικά ποσά.
Τούτο ενισχύεται και από την εκτίμηση της θέσεως των μερών, καθόσον εξ ορισμού ο επιχειρηματίας είναι εκείνος, ο οποίος προσδοκά από την εξαγωγή του συναλλάγματος κέρδη και παρέχει τις εγγυήσεις και αναλαμβάνει και όλους τους σχετικούς κινδύνους, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει κανένα λόγο να υποστεί τη διακινδύνευση της σημαντικής μείωσης των αποθεμάτων του και για το λόγο αυτό τέθηκε ο δραστικός αυτός όρος της ποινικής ρήτρας με το προαναφερόμενο περιεχόμενο.
Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, η συμβατική συνομολόγηση της ποινικής ρήτρας αφορά το χρόνο μέχρι την εκκαθάριση των εταιριών για τις οποίες δόθηκε η άδεια εξαγωγής του συναλλάγματος και δανειοδότησης σε συνάλλαγμα, πράγμα που υποδηλώνει ότι ως μοναδική έξοδος από την εκπλήρωση της ανωτέρω συμβατικής υποχρέωσης καταλείπεται από τα μέρη μόνο η εκκαθάριση των θυγατρικών αυτών εταιριών της εκκαλούσας.
Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο καταλήγει στο ερμηνευτικό πόρισμα ότι κατά την αληθινή βούληση των μερών η εν λόγω ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε και για την περίπτωση κατά την οποία οι προαναφερόμενες θυγατρικές εταιρίες της εκκαλούσας δεν θα πραγματοποιούσαν κέρδη από τη δραστηριότητά τους στο εξωτερικό και μάλιστα ανεξάρτητα από υπαιτιότητα αυτών ή της εκκαλούσας.
Κατά συνέπεια, ορθά αποφασίστηκε με την πράξη ...30-12-1991 της Επιτροπής Συναλλαγματικών Παραβάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας σε βάρος της εκκαλούσας για το λόγο ότι οι προαναφερόμενες θυγατρικές εταιρίες της δεν εισήγαγαν κατά τα έτη 1980 και 1981 τα πιο πάνω αναφερόμενα κατώτατα όρια συναλλάγματος λόγω της μη πραγματοποίησης κερδών κατά τα έτη αυτά και, επομένως, ο πρώτος λόγος της ανακοπής, επί της οποίας εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η πράξη αυτή της Επιτροπής Συναλλαγματικών Παραβάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος και οι στηριζόμενες σ' αυτή ...-1-1994 βεβαίωση οφειλής της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών και ...2-1994 ατομική ειδοποίηση της ίδιας ΔΟΥ είναι άκυρες, διότι προϋπόθεση για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας ήταν η πραγματοποίηση κερδών κατά τα έτη αυτά από τις ως άνω θυγατρικές εταιρίες, γεγονός που δεν έλαβε χώρα, είναι ουσιαστικά αβάσιμος.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με ανάλογες σκέψεις δέχθηκε το ίδιο, ορθά έκρινε και, συνεπώς, ο πέμπτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της ανακοπής, επί της οποίας εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, η εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι η συνομολόγηση και η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, ποσοστού 50% επί του αντιτίμου του ποσού συναλλάγματος, που δεν εισήχθη στην Ελλάδα, αντιβαίνει στο άρθρο 2 παρ. 5 του ΝΔ 588/1948, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 979/1971 και τις κανονιστικές αποφάσεις της Νομισματικής Επιτροπής 1509/1968 και 157/1977, που εκδόθηκαν με εξουσιοδότηση του νόμου αυτού και δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διότι:
α) με τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις προβλέπεται ότι σε κάθε περίπτωση χρηματοδότησης θα συνομολογούνται ποινικές ρήτρες, το ποσοστό των οποίων ορίζεται κατά περίπτωση και δεν υπερβαίνει το ποσοστό 10% και ειδικότερα σε ποσοστό 10% για τη χρησιμοποίηση της πίστωσης για διάφορο σκοπό από αυτόν για τον οποίο χορηγήθηκε, 8% για την παροχή από την επιχείρηση, που χρηματοδοτήθηκε, πιστώσεων πέρα από αυτές που επιτρέπονται, για υποβολή ανακριβών δικαιολογητικών, για μη εκπλήρωση υποχρεώσεων με εξαίρεση την μη εμπρόθεσμη εξόφληση της υποχρέωσης, σε 6% για μη τήρηση των προβλεπόμενων βιβλίων και 2% για μη έγκαιρη υποβολή των προβλεπόμενων πληροφοριακών στοιχείων και β) αν και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις αυτές, η μη έγκαιρη εξόφληση της υποχρέωσης δεν επιφέρει κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής Συναλλαγματικών Παραβάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος επέβαλε εσφαλμένα ποινική ρήτρα για καθυστέρηση εκπλήρωσης υποχρέωσης, ενώ περαιτέρω αυτές δεν περιέχουν την απαιτούμενη αιτιολογία, εφόσον δεν αναφέρουν αν η μη εισαγωγή συναλλάγματος αποτελεί καθυστέρηση ή μη εκπλήρωση υποχρέωσης.
Ο λόγος αυτός της ανακοπής, καθόσον μεν αφορά το ύψος του ποσοστού της συνομολογηθείσας και καταπεσούσας ποινικής ρήτρας είναι μη νόμιμος, εφόσον τα επικαλούμενα από την εκκαλούσα ποσοστά 10%, 8%, 6% και 2%, καθώς και η εξαίρεση από την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, αναφέρονται σε αποφάσεις της Νομισματικής Επιτροπής που ρυθμίζουν συγκεκριμένες περιπτώσεις παραβάσεων συμβάσεων, χρηματοδοτήσεων σε εγχώριο νόμισμα και δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση συμβάσεων χορήγησης συναλλάγματος, για τις οποίες εκδόθηκαν οι αποφάσεις .../11-9-1980 και .../11-9-1980 της Υποεπιτροπής Δανείων και Συναλλάγματος της Νομισματικής Επιτροπής, που καθόρισαν το ποσοστό της ποινικής ρήτρας σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 2 του ΝΔ 588/1948, με την οποία ορίζεται ότι η ποινική ρήτρα θα συμφωνείται "ως δι' αποφάσεως της Νομισματικής Επιτροπής εκάστοτε ειδικώς καθορίζεται", καθόσον δε αφορά την έλλειψη της απαιτούμενης αιτιολογίας για το λόγο που προαναφέρθηκε, είναι αβάσιμος, εφόσον, όπως προκύπτει από το αντίγραφο της απόφασης ...30-12-1991 της Επιτροπής Συναλλαγματικών Παραβάσεων της Τράπεζας Ελλάδος, η Επιτροπή αυτή αποφάσισε την κατάπτωση ποινικών ρητρών υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για μη εκπλήρωση των συναλλαγματικών υποχρεώσεων των θυγατρικών εταιριών της εκκαλούσας με τις επωνυμίες "...", που απορρέουν από τις αποφάσεις .../1 1-9-1980 και .../11-9-1980 της Υποεπιτροπής Δανείων και Συναλλάγματος της Νομισματικής Επιτροπής και συγκεκριμένα λόγω του ότι η μεν πρώτη από αυτές δεν εισήγαγε κατά τα έτη 1981 και 1982 το κατώτατο όριο συναλλάγματος 2.000.000 δολλαρίων "...
S.A." ΗΠΑ (1.000.000 δολλάρια ΗΠΑ για κάθε έτος), η δε δεύτερη δεν εισήγαγε κατά τα έτη 1981 και 1982 το κατώτατο όριο συναλλάγματος 600.000 δολλαρίων ΗΠΑ (300.000 δολλάρια ΗΠΑ για κάθε έτος) και, επομένως, η προαναφερόμενη απόφαση της Επιτροπής Συναλλαγματικών Παραβάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος περιέχει την απαιτούμενη αιτιολογία.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που δέχθηκε τα ίδια, ορθά έκρινε και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι ουσιαστικά αβάσιμος.....Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της ανακοπής, επί της οποίας εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, η εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι η συνομολόγηση από αυτή των αναφερόμενων στις αποφάσεις .../1 1-9-1980 και .../1 1-9-1980 της Υποεπιτροπής Δανείων και Συναλλάγματος της Νομισματικής Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδος όρων περί εισαγωγής των καθαρών κερδών σε συνάλλαγμα κατ' έτος και ποινικής ρήτρας σε δραχμές, ίσης με το 50% του αντιτίμου του συναλλάγματος από καθαρά κέρδη που δεν θα εισάγονταν στη χώρα, αντίκειται στα άρθρα 178 και 179 του ΑΚ και, συνεπώς, είναι άκυροι οι όροι αυτοί, εφόσον η εκκαλούσα έστερξε στην αποδοχή των όρων αυτών πιεζόμενη από την αδήριτη ανάγκη της επιχείρησής της να δημιουργήσει πλωτούς σταθμούς στην ...
και στο ... αντιμετωπίζοντας, αλλιώς, πρόβλημα επιβίωσης και άκρως δυσμενείς συνέπειες σε βάρος της, λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεών της έναντι του Αιγυπτιακού Δημοσίου και των λοιπών Αράβων αγοραστών για την προμήθειά τους με μεγάλες ποσότητες τσιμέντου. Ο λόγος αυτός της εν λόγω ανακοπής είναι νομικά αβάσιμος, εφόσον, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα σ' αυτόν, από τη συνομολόγηση των όρων αυτών δεν απέρρεαν για το Ελληνικό Δημόσιο ωφελήματα τελούντα σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή της εκκαλούσας.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που δέχθηκε ότι ο λόγος αυτός ανακοπής είναι αόριστος έσφαλε. Εφόσον, όμως, η απόρριψη του λόγου αυτού ανακοπής οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα, το Δικαστήριο τούτο δεν μπορεί να προβεί σε αντικατάσταση της αιτιολογίας της πρώτης προσβαλλόμενης απόφασης, παρά μόνο σε μερική εξαφάνιση αυτής, ως προς το σημείο τούτο, κατά παραδοχή της έφεσης ως κατ' ουσίαν βάσιμης, στη συνέχεια δε πρέπει να κρατήσει και δικάσει κατά τούτο την υπόθεση και να απορρίψει τον τρίτο λόγο ανακοπής ως προς το πρώτο σκέλος του ως μη νόμιμο.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου ανακοπής, η εκκαλούσα ζήτησε, για την περίπτωση της απόρριψης του ισχυρισμού της περί ακυρότητας των ως άνω όρων, να μειωθεί η καταπεσούσα σε βάρος της ποινική ρήτρα στο προσήκον μέτρο. Το αίτημα, όμως, αυτό είναι αόριστο, αφού δεν διαλαμβάνονται σ' αυτό τα αναφερόμενα στην αρχή σκέψης αυτής στοιχεία, τα οποία λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο για τη μόρφωση της κρίσης, ως προς το χαρακτήρα της ποινής, ως δυσανάλογα μεγάλης, εκτός από το μέγεθος της ποινής και την επέλευση ζημίας σ' αυτή (εκκαλούσα).
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που απέρριψε το αίτημα αυτό, ως μη νόμιμο, έσφαλε. Ενόψει, όμως, του ότι δεν είναι δυνατή η αντικατάσταση της αιτιολογίας, αφού η προκειμένη απόφαση είναι ευνοϊκότερη για την εκκαλούσα, ....πρέπει, αφού γίνει δεκτή, ως προς το σημείο τούτο, η έφεση, να εξαφανιστεί η πρώτη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις ως προς την αντίστοιχη διάταξη, να κρατηθεί και δικαστεί κατά τούτο η υπόθεση και να απορριφθεί ο τρίτος λόγος ανακοπής ως προς το δεύτερο σκέλος του ως αόριστος....Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της εν λόγω ανακοπής, η εκκαλούσα, επικαλούμενη την απόφαση 20199/21/23-3-1992 του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 216/31-3-1992 τεύχ.
Β'), με την οποία ο τελευταίος παρέσχε εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για τις υποχρεώσεις του Οργανισμού Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (Ο.Α.Ε), ως πωλητή των μετοχών αυτής (εκκαλούσας) για τυχόν επιβολή προστίμων εκ μέρους της Τράπεζας της Ελλάδος για συναλλαγματικές παραβάσεις από τον όμιλο "..." κατά το διάστημα μέχρι την υπογραφή της σύμβασης, ισχυρίστηκε ότι, ενόψει της προαναφερόμενης εγγύησης, η ίδια και οι ανήκουσες στον επιχειρηματικό όμιλο αυτής θυγατρικές της εταιρίες "..." απαλλάσσονται από την καταβολή προστίμων που επιβλήθηκαν ή που θα επιβάλλονταν από την Τράπεζα της Ελλάδος για συναλλαγματικές παραβάσεις μέχρι τις 17-3-1992, οπότε υπογράφηκε, μεταξύ του κατόχου ποσοστού 69,8% των μετοχών της ίδιας Οργανισμού Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων αφενός, και της Ιταλικής εταιρίας ...
και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος αφετέρου, σύμβαση πώλησης από τον πρώτο (Ο.Α.Ε) στις δεύτερες του προαναφερόμενου ποσοστού μετοχών και ότι οι οφειλές για τις οποίες εκδόθηκε η απόφαση ...-12-1991 της Επιτροπής Συναλλαγματικών Παραβάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος εμπίπτουν στις υποχρεώσεις του Ο.Α.Ε, τις οποίες έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο.
Ο λόγος, όμως, αυτός ανακοπής, είναι μη νόμιμος, εφόσον ναι μεν με την απόφαση 20199/21/23-3-1992 του Υπουργού των Οικονομικών, η οποία εκδόθηκε με βάση τις διατάξεις των ΑΝ 747/1945 και 9/1967, του άρθρου 8 του Ν. 1266/1982 και του άρθρου 24 του Ν. 1921/1991, το Ελληνικό Δημόσιο παρέσχε εγγύηση για "...β) τις υποχρεώσεις του Ο.Α.Ε, ως πωλητού, για τυχόν επιβολή προστίμων εκ μέρους της Τράπεζας τής Ελλάδος για συναλλαγματικές παραβάσεις εκ μέρους του Ομίλου ...
κατά το μέχρι της υπογραφής της σύμβασης διάστημα...", πλην, όμως, πέραν του ότι είναι αμφίβολο, αν ο όρος "επιβολή προστίμων", για τα οποία παρασχέθηκε η εγγύηση, αφορά και τις ποινικές ρήτρες, είναι προφανές ότι η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου αφορά τις υποχρεώσεις του Ο.Α.Ε από την πώληση του προαναφερόμενου ποσοστού των μετοχών της εκκαλούσας έναντι των αγοραστών των μετοχών αυτών, οι οποίοι κατέβαλαν ορισμένο αντάλλαγμα και απέβλεψαν στη διασφάλιση εγγυήσεων ότι δεν θα εμφανίζονταν επιβαρύνσεις, οι οποίες θα αλλοίωναν τα οικονομικά δεδομένα επί των οποίων στήριξαν τις προσδοκίες τους κατά την αγορά της παραγωγικής αυτής εταιρίας.
Η εγγύηση αυτή του Ελληνικού Δημοσίου δεν καλύπτει το ίδιο το νομικό πρόσωπο της εκκαλούσας, ως προς το οποίο δεν παράγεται κανένα δικαίωμα επίκλησης των υποχρεώσεων από την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου. Ενόψει τούτων, από την ως άνω ρύθμιση παράγεται σχέση του ουσιαστικού δικαίου, από την οποία τα δικαιώματα μπορούν να ασκηθούν μόνο υπέρ των αγοραστών των μετοχών, τις οποίες κατείχε ο Ο.Α.Ε., και όχι υπέρ της εκκαλούσας και, συνεπώς, με την προβολή του ισχυρισμού αυτού, προτείνεται γνήσια ένσταση από δικαίωμα τρίτου.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με διαφορετική αιτιολογία, η οποία πρέπει να αντικατασταθεί από την προαναφερόμενη (άρθρ. 534 του ΚΠολΔ), απέρριψε, ως μη νόμιμο, το λόγο αυτό ανακοπής, ορθά έκρινε και, συνεπώς, ο τρίτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Επίσης, απορριπτέος, ως ουσιαστικά αβάσιμος, είναι και ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την ανακοπή ως προς την Τράπεζα της Ελλάδος, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, διότι η εν λόγω ανακοπή, που έχει το χαρακτήρα της προβλεπόμενης από το άρθρο 73 παρ. 1 του ΝΔ 356/1974 ανακοπής (ΕφΑΘ 6436/1987 ΝοΒ 36.567, ΕφΑΘ 9326/1986 Αρμ 41.59), απευθύνεται μόνο κατά του Δημοσίου, υπέρ του οποίου στην προκειμένη περίπτωση κατέπεσε η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα...".
Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε τους πρώτο, δεύτερο και πέμπτο λόγους της ανακοπής ενώ την εξαφάνισε κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσείουσας εταιρείας ..., ως προς τον τρίτο λόγο της ανακοπής, τον οποίο απέρριψε, καθόσον δεν μπορούσε να αντικαταστήσει τις αιτιολογίες της, αφού η απόφασή του ήταν στο σημείο τούτο ευνοϊκότερη για την εκκαλούσα, καθώς ως προς το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου αυτής και ακύρωσε, όπως ήδη αναφέρθηκε στην αρχή της παρούσας α) την ατομική ειδοποίηση .../7-2-1994 της ΔΟΥ ΦΑΒΕ Αθηνών, β) τη βεβαίωση ...-1-1994 οφειλής της ίδιας ΔΟΥ και γ) την απόφαση ...30-12-1991 της Επιτροπής Συναλλαγματικών Παραβάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, ως προς το ποσό των εκατόν σαράντα τεσσάρων εκατομμυρίων τριακοσίων εβδομήντα και μίας χιλιάδων πεντακοσίων (144.371.500) δραχμών (423.687,45 ευρώ).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ., κατ' εκτίμηση μόνο 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι παρά την εφαρμογή των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ενόψει του κενού που διαπίστωσε το δικαστήριο της ουσίας, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές του, ως προς τη δήλωση της βούλησης των συμβληθέντων σχετικά με το αν συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα και για την περίπτωση της μη πραγματοποίησης κερδών, το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις.
Ανάλογες αιτιάσεις περιέχει και ο δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, από το άρθρο 559 αριθ., κατ' εκτίμηση μόνο 19 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τον οποίο η αναιρεσιβαλλομένη δεν διέλαβε όλα εκείνα τα στοιχεία, που απαιτούνται, προκειμένου να ελεγχθεί αν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο είναι σύμφωνο με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών.
Με τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, προέβη, με τη χρησιμοποίηση των αναφερθέντων επιχειρημάτων του και ειδικότερα ότι α) ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε για την περίπτωση κατά την οποία η εκκαλούσα δεν θα προέβαινε στην εισαγωγή των καθαρών κερδών, τα οποία θα πραγματοποιούνταν από τη δραστηριότητα των θυγατρικών αυτών εταιριών της στο εξωτερικό, β) η εγγυημένη εισαγωγή του ελάχιστου αυτού ποσού, δεν μπορεί να έχει άλλη έννοια από το ότι η υποχρέωση αυτή της αναιρεσείουσας αναλήφθηκε για την περίπτωση της μη πραγματοποίησης, καθόλου κερδών ή πραγματοποίησης κερδών σε μικρότερα ποσά, γ) η συνομολόγηση του συγκεκριμένου όρου δεν θα είχε κανένα νόημα, αλλά οι συμβαλλόμενοι θα περιορίζονταν στη συνομολόγηση του πρώτου σκέλους της ποινικής ρήτρας, που αφορά την περίπτωση της πραγματοποίησης κερδών και δεν θα είχε τεθεί το ελάχιστο του ποσού εισαγωγής δραχμοποιημένου συναλλάγματος, δ) το ερμηνευτικό αυτό πόρισμα εναρμονίζεται προς το γενικότερο σκοπό της συνομολόγησης της ποινικής αυτής ρήτρας, που είναι αφενός μεν ο εξαναγκασμός της τήρησης της υποχρέωσης εισαγωγής δραχμοποιουμένου συναλλάγματος, αφετέρου δε η παροχή ενός αξιόλογου αντισταθμίσματος, ως αντάλλαγμα για την παρασχεθείσα άδεια εξαγωγής συναλλάγματος, που έχει ως άμεσο αποτέλεσμα τη μείωση των συναλλαγματικών αποθεμάτων της χώρας, κατά τα προαναφερόμενα σημαντικά ποσά και ε) τούτο ενισχύεται και από την εκτίμηση της θέσης των μερών, καθόσον εξ ορισμού ο επιχειρηματίας είναι εκείνος, ο οποίος προσδοκά από την εξαγωγή του συναλλάγματος κέρδη και παρέχει τις εγγυήσεις και αναλαμβάνει και όλους τους σχετικούς κινδύνους, ενώ το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει κανένα λόγο να υποστεί τη διακινδύνευση της σημαντικής μείωσης των συναλλαγματικών αποθεμάτων του και για το λόγο αυτό τέθηκε ο δραστικός αυτός όρος της ποινικής ρήτρας με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, στη συγκεκριμένη ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βούλησης των μερών και κατέληξε στο ερμηνευτικό πόρισμα ότι κατά την αληθινή βούληση των μερών η εν λόγω ποινική ρήτρα συμφωνήθηκε και για την περίπτωση κατά την οποία οι προαναφερόμενες θυγατρικές εταιρίες της εκκαλούσας δεν θα πραγματοποιούσαν κέρδη από τη δραστηριότητά τους στο εξωτερικό και μάλιστα ανεξάρτητα από υπαιτιότητα αυτών ή της εκκαλούσας.
Η ερμηνεία δε αυτή εκφράζει στην προκείμενη περίπτωση την αντίληψη κάθε συνετού και έντιμου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, δεν προσκρούει στα συναλλακτικά ήθη και είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και συνεπώς το Εφετείο έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως και τους όρους των εν λόγω διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου και συνεπώς, οι παραπάνω αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά των.
Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ωσαύτως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 2166/2009).
Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η συμφωνία για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας ήταν ανεξάρτητη από υπαιτιότητα, χωρίς κάτι τέτοιο να έχει προταθεί από το Ελληνικό Δημόσιο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και τούτο διότι η αναφορά περί υπαιτιότητας αποτελεί επιχείρημα του δικαστηρίου από τις αποδείξεις και δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια που προαναφέρθηκε. Άλλωστε η ίδια η αναιρεσείουσα υποστήριξε με την ανακοπή της ότι η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας συμφωνήθηκε μόνο για την περίπτωση της πραγματοποίησης κερδών και δεν έκανε λόγο για κατάπτωση οφειλόμενη ή μη σε υπαιτιότητα.
Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η αιτίαση κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από το άρθρο 559 αριθμ. 1, ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 2 § 5 του Ν.Δ. 588/1948 απέρριψε τον δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής, δεχόμενο ότι ορθώς επιβλήθηκε ποινική ρήτρα ποσοστού 50% και όχι μειωμένη ποσοστού 10%, ή 8% ή 6% ή 2%, που προβλεπόταν από τις 1509/1968 και 157/1977 κανονιστικές αποφάσεις της Νομισματικής Επιτροπής.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, κατ' ορθή εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, δέχθηκε ότι τα ανωτέρω ποσοστά, που αναφέρονται στις αποφάσεις της Νομισματικής Επιτροπής έχουν εφαρμογή σε περιπτώσεις παραβάσεων συμβάσεων χρηματοδοτήσεων σε εγχώριο νόμισμα και όχι σε περίπτωση συμβάσεων χορήγησης συναλλάγματος όπως στην ένδικη περίπτωση.
Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η από 30-3-2016 αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) να καταδικαστεί λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), που θα επιβληθούν όμως μειωμένα (άρθρο 5 Ν. 3210/1955 και 22 § 1 του Ν.3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την υπ' αριθμ. 134423/8-12-1992 απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του Ν.1738/1987), κατά οριζόμενα στα διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 27-4-2015 αίτηση, καθώς και την από 17-6-2016 αίτηση για αναίρεση της 3728/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (Τριμελούς).
Απορρίπτει την από 27-4-2015 αίτηση αναίρεσης.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Απορρίπτει την από 17-6-2016 αίτηση αναίρεσης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ