31/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated31/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως, η μομφή αυτή, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., πλήττει την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας και συμπεράσματα αυτού από την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.), γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Full text
Απόφαση 31 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 31/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο- Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Νοεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Μπούρα Του αναιρεσίβλητου: Του ΝΠΔΔ-Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΜΥΚΗΣ", που εδρεύει στη Σμύνθη Περιφερειακής Ενότητας Ξάνθης νομίμως εκπροσωπουμένου και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Γούναρη
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 476/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-2-2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου να απορριφθεί, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο οδηγήθηκε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του δεν άσκησαν φυσική εξουσία διανοία κυρίου επί της επίδικης έκτασης των 1.948,95 τ.μ., ότι δεν υφίστανται τυχόν εμπράγματα δικαιώματα επ' αυτής και ότι ουδεμία μεταβολή επήλθε στην κυριότητά της, γεγονότα που συναρτώνται με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αυτοί (ενάγων και δικαιοπάροχοί του) δεν κατέστησαν κύριοι αυτής με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, χωρίς αυτό να έχει αποδειχθεί από κάποιο αποδεικτικό μέσο και ότι με βάση αυτήν την παραδοχή απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή.
Όμως, η μομφή αυτή, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ., πλήττει την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το Δικαστήριο της ουσίας και συμπεράσματα αυτού από την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.), γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Σε κάθε όμως περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο στην παραδοχή του για την ουσιαστική αβασιμότητα του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί κτήσης της κυριότητας αυτού και των δικαιοπαρόχων του με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, όλων των αποδεικτικών μέσων, δηλαδή των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, Ν.
Χ. και Φ. και Σ. Ι. Ο., που εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριό του, της υπ' αριθμ. ….7/23-2-2017 ένορκης βεβαίωσης των μαρτύρων Ι. Ο. Σ. και Ν. Π. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Ξάνθης και όλων των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.- Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ.Α.Π.2/2008, Ολ.Α.Π.42/2002).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ., στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π.1784/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο του αναιρετηρίου, από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., προβάλλει αιτιάσεις ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο απέρριψε κατ' ουσίαν την υπ' αριθμ. κατ. 48/14-3-2012 αγωγή του, δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις από 24-2-2017 προτάσεις του στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής του, σε σχέση με τη διενέργεια διακατοχικών πράξεων στο επίδικο ακίνητο από τον ίδιο και τους δικαιοπαρόχους του για χρονικό διάστημα πλέον των εκατόν είκοσι ετών, ήτοι:
αποδείξεις καταβολής ΕΝΦΙΑ, αεροφωτογραφίες του επιδίκου, το υπ' αριθμ. πρωτ. 2…..7/573/9-5-2007 έγγραφο της Διεύθυνσης Εγγύων Βελτιώσεων και το ΦΕΚ 330/Α/9-12-1955 βασιλικό διάταγμα δια του οποίου η Κοινότητα Θέρμης αποκτά μόνο εκμετάλλευση των ιαματικών πηγών και όχι τη νομή. Ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπου ρητά αναφέρει (στην 16η σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα, τα οποία προσάγουν με επίκληση οι διάδικοι, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, έστω κι αν κάποια από αυτά δεν μνημονεύονται ειδικά", σε συνδυασμό με το σύνολο των αιτιολογιών της, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο, παρά τη μη ειδική αναφορά των ως άνω φερόμενων ως αγνοηθέντων εγγράφων, έλαβε υπόψη αυτά και τα συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος, χωρίς να υποχρεούται να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (Ολ.Α.Π.32/1996). Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναίρεσης δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ., που προβλέπει το σχετικό λόγο, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης, χωρίς να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που, σύμφωνα με αυτήν, απαιτούνται για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης.
Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν αυτός είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (Α.Π.302/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ., ισχυριζόμενος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι "η Κοινότητα Θέρμης με την υπ' αριθμ. 7/1979 απόφαση του Κοινοτικού Συμβουλίου της αποδέχθηκε οικονομική ενίσχυση...για την εκτέλεση του έργου ''Κατασκευή τοίχου αντιστήριξης Λουτρών''..." χωρίς να λάβει υπόψη της τα προταθέντα απ' αυτόν πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα ότι α) το Βυζαντινό Λουτρό είναι κτισμένο στο όριο του επιδίκου, το οποίο τηρήθηκε και όταν ανηγέρθη όπισθεν αυτού το Κοινοτικό Ιατρείο, ενώ κάλλιστα θα μπορούσε να ανεγερθεί στον ακάλυπτο επίδικο χώρο, β) η Κοινότητα Θερμών για πρώτη φορά κατασκεύασε περίφραξη το έτος 2005, ενώ δεν υπήρχε αυτή το έτος 2003, γ) η έκταση που περιέφραξε η Κοινότητα είναι μόνο 900 τ.μ.
εκ των συνολικών 1.948,95 τ.μ. και δ) ο αναιρεσίβλητος δεν προσκόμισε και δεν επικαλέστηκε δήλωση στοιχείων ακινήτων Ε9, ως είχε υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 23 ν. 3427/2005. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα ''πράγματα'' που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα και τα οποία δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα προέκυπτε ότι, αν γίνονταν δεκτά, θα επηρέαζαν ευνοϊκά γι' αυτόν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα δεν εκθέτει ποιος είναι ο ισχυρισμός, ώστε να εκτιμηθεί αν πρόκειται περί πράγματος, γεγονός που συναρτάται με την ουσιαστική ή μη βασιμότητα του λόγου.- Ο από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).
Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή της αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ.), πρέπει να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκειά τους λείπει και σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει.
Τέλος, η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.ΑΠ 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ως ουσιαστικά αβάσιμη, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι ''δεν έχει περιλάβει πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, με τις οποίες να προσδιορίζει και να εδραιώνει επακριβώς σε τι συνίστατο η εκ μέρους αυτού (αναιρεσείοντος) παράλειψη ενεργειών κυρίου και νομέα, σε αντίθεση με τις μαρτυρικές καταθέσεις που προσκόμισε και επικαλέστηκε''.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι προεχόντως, αόριστος και, συνεπώς, απορριπτέος ως απαράδεκτος, επειδή δεν προσδιορίζονται σ' αυτόν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου με την αποδιδόμενη πλημμέλεια και οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτε και τα στοιχεία που λείπουν από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης και είναι αναγκαία για την επάρκειά του.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚπολΔ, όπως ισχύει, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), τα οποία όμως θα είναι μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 281 του ν. 3463/2006 ''Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων'', όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-2-2018 αίτηση του Κ. Κ.ή για αναίρεση της υπ' αριθμ. 476/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.-
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.-
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Δήμου, την οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 19 Δεκεμβρίου 2018.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ