31/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated31/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά της αποφάσεως αυτής η εκκαλούσα-εναγομένη άσκησε αναίρεση, η οποία έγινε δεκτή με την υπ’ 1528/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου πλην όμως αναιρέθηκε η ανωτέρω απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιό της που αφορούσε στην ένσταση της εναγομένης περί συμψηφισμού στην ένδικη οφειλή ανταπαίτησης αυτής ποσού 190.947,9 ευρώ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 31 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 31/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας - καθής η κλήση: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", κατόπιν αλλαγής της επωνυμίας της από "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κουτσουλέλο.
Της εφεσίβλητης - καλούσας: Π. συζύγου Ε. Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο Δημήτριο Καλαμίδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2006 αγωγή της ήδη εφεσίβλητης - καλούσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3538/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1699/2010 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η τότε αναιρεσείουσα και ήδη εκκαλούσα - καθής η κλήση με την από 28-5-2010 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1528/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε εν μέρει την 1699/2010 απόφαση του Εφετείου και παρέπεμψε την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Εκδόθηκε η 2956/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η τότε αναιρεσείουσα και ήδη εφεσίβλητη - καλούσα με την από 10-10-2014 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1055/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 2956/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και διακράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του. Η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με την από 16-10-2015 κλήση της εφεσίβλητης - καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, ορίστηκε δε εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Αποστολάκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η διαδικαστική πορεία της υποθέσεως έχει ως ακολούθως :
Η ενάγουσα και ήδη καλούσα Π. Ζ. με την από 23.1.2006 αγωγή της, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγομένης και ήδη καθής η κλήση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ", ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλλει 277.479,53 ευρώ ως υπόλοιπο τιμήματος, λόγω της προς αυτήν πωλήσεως και μεταβιβάσεως μετοχών της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της ορισθείσας δήλης ημέρας (10.2.2005) καταβολής.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ’ αριθ. 3538/2008 οριστική απόφασή του, αφού απέρριψε ως αβάσιμες τις ενστάσεις της εναγομένης περί αποσβέσεως της ένδικης οφειλής: α) δια καταβολής ποσού 90.832,4 ευρώ και β) δια συμψηφισμού με ανταπαίτηση αυτής κατά της ενάγουσας ποσού 190.947,50 ευρώ, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να πληρώσει στην ενάγουσα το υπόλοιπο του τιμήματος ύψους 261.338 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 10.2.2005.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η εναγομένη, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ 1699/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού η έφεση έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή και εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, το Εφετείο κράτησε και δίκασε την υπόθεση στην ουσία της. Δεχόμενο δε ως εν μέρει βάσιμη την ένσταση της εναγομένης περί καταβολής και απορρίπτοντας την ένσταση συμψηφισμού, έκανε δεκτή την αγωγή για το υπόλοιπο τίμημα και υποχρέωσε την εναγομένη να πληρώσει στην ενάγουσα 243.638,64 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 10.2.2005.
Κατά της αποφάσεως αυτής η εκκαλούσα-εναγομένη άσκησε αναίρεση, η οποία έγινε δεκτή με την υπ’ 1528/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου πλην όμως αναιρέθηκε η ανωτέρω απόφαση μόνο ως προς το κεφάλαιό της που αφορούσε στην ένσταση της εναγομένης περί συμψηφισμού στην ένδικη οφειλή ανταπαίτησης αυτής ποσού 190.947,9 ευρώ.
Το Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας εκ νέου τη υπόθεση κατά το αναιρεθέν κεφάλαιο, δέχθηκε την ανωτέρω ένσταση της εναγομένης κατά ένα μέρος και συγκεκριμένα για ποσό 155.155,04 ευρώ και την υποχρέωσε να πληρώσει στην ενάγουσα το υπόλοιπο του τιμήματος ύψους 88.483,6 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 10.2.2005. Κατά της αποφάσεως αυτής η εφεσίβλητη-ενάγουσα άσκησε αναίρεση, η οποία έγινε δεκτή με την υπ’ 1055/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου και έτσι αναιρέθηκε εκ νέου η τελευταία απόφαση του Εφετείου (ως δικαστηρίου της παραπομπής) ως προς το ίδιο κεφάλαιο, δηλαδή της ενστάσεως συμψηφισμού.
Περαιτέρω, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζοντας το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ διακράτησε την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιόν του σε άλλη δικάσιμο που θα οριστεί με κλήση του επιμελέστερου διαδίκου.
Συνεπώς, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη νόμιμα με την από 16.10.2015 κλήση της επισπεύδει την περαιτέρω συζήτηση της ανωτέρω υποθέσεως.
Επειδή με τις διατάξεις των άρθρων 440 επ. ΑΚ ρυθμίζεται ο συμψηφισμός αμοιβαίων απαιτήσεων, εφόσον αυτές είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες, που επέρχεται με τη μονομερή δήλωση του ενός από τα δύο μέρη. Από το γεγονός όμως ότι ο νόμος ρυθμίζει τον μεταξύ δύο προσώπων μονομερή ή αναγκαστικό συμψηφισμό, που επέρχεται κατά τους όρους των άρθρων 440 έως 452 ΑΚ κατόπιν μονομερούς δηλώσεως του ενός από αυτά, δεν αποκλείεται η δυνατότητα αποσβέσεως αμοιβαίων απαιτήσεων με συμψηφισμό κατόπιν συμφωνίας των ενδιαφερομένων μερών.
Πρόκειται για το λεγόμενο συμβατικό ή εκούσιο συμψηφισμό που συνάπτεται με βάση την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ). Το περιεχόμενο μιας τέτοιας συμβάσεως, που είναι έγκυρη εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178 ΑΚ), καθορίζουν ελεύθερα τα μέρη, τα οποία μπορούν να συμφωνήσουν τον συμψηφισμό των μεταξύ τους υφιστάμενων απαιτήσεων και χωρίς να συντρέχουν οι όροι του νόμου, δηλαδή χωρίς οι αμοιβαίες απαιτήσεις να είναι ληξιπρόθεσμες και ομοειδείς και χωρίς να απαιτείται πρόταση συμψηφισμού με δήλωση του ενός συμβαλλομένου προς τον άλλον.
Η σύμβαση περί συμψηφισμού είναι δυνατόν να αφορά και απαιτήσεις μέλλουσες, με αποτέλεσμα να επέρχεται αυτοδικαίως η λόγω συμψηφισμού απόσβεση μόλις γεννηθούν και συνυπάρξουν αντιμέτωπες απαιτήσεις μεταξύ των μερών. Στην περίπτωση αυτή, η επίκληση του συμβατικού συμψηφισμού αποτελεί και θεμελιώνει ένσταση αποσβέσεως της οφειλής (ΑΠ 411/2014, ΑΠ 782/2014).
Περαιτέρω, η αναδοχή ξένου χρέους είτε ως στερητική (άρθρο 471 ΑΚ) είτε ως σωρευτική (άρθρο 477 ΑΚ) προϋποθέτει σύμβαση μεταξύ του τρίτου (αναδοχέα) με το δανειστή, ενώ η υπόσχεση ελευθερώσεως (άρθρο 478 ΑΚ) είναι η υπόσχεση που δίνει ένας τρίτος προς τον οφειλέτη ότι θα καταβάλλει αυτός το χρέος. Επομένως, η υπόσχεση, με την οποία τρίτος αναλαμβάνει την υποχρέωση να πληρώσει το χρέος άλλου, αν δίνεται προς πρόσωπο διαφορετικό από εκείνα του δανειστή ή του οφειλέτη, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αναδοχή χρέους ή υπόσχεση ελευθερώσεως αντίστοιχα κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, αφού δεν πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 471, 477 και 478 ΑΚ ως προς τα συμβαλλόμενα πρόσωπα.
Συνιστά όμως σύμβαση υπέρ τρίτου κατά την έννοια του άρθρου 410 ΑΚ διότι ο υποσχόμενος (έστω και αν η υπόσχεση δεν δίνεται προς το δανειστή ή τον οφειλέτη) αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει την υποσχεθείσα παροχή προς το δανειστή ελευθερώνοντας τον οφειλέτη, μπορεί δε να συμφωνηθεί είτε ως γνήσια υπέρ τρίτου σύμβαση όταν ο τρίτος αποκτά ευθεία και αυτοτελή απαίτηση κατά του υποσχεθέντος είτε ως μη γνήσια όταν μόνον ο δέκτης της υποσχέσεως δικαιούται να απαιτήσει από τον υποσχεθέντα την εκπλήρωση της παροχής προς τον τρίτο.
Οι ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ υποσχεθέντος και δέκτη της υποσχέσεως καθορίζουν όχι μόνο την αιτία της υποσχέσεως (εγγύηση, πώληση, δωρεά, παρακαταθήκη κ.α.), αλλά και την έκταση και το περιεχόμενο των δικαιωμάτων του δέκτη της υποσχέσεως για την περίπτωση που ο υποσχεθείς δεν εκπληρώσει την υπόσχεσή του.
Εν προκειμένω, από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (βλ. πρακτικά συνεδριάσεως αυτού), την υπ’ αριθ. ...2007 ένορκη βεβαίωση του Δ. Φ. που δόθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νόμιμα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Την 25η Ιανουαρίου 2001 οι διάδικοι ήλθαν σε γραπτή συμφωνία, δυνάμει της οποίας συνήψαν σύμβαση πωλήσεως μετοχών. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα Π. συζ. Ε. Ζ., μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στην εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία " ... Α.Ε" κατά κυριότητα, νομή και κατοχή 1.530 ανώνυμες μετοχές, εκδόσεως της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." η οποία ήδη μετονομάσθηκε σε "Α.Ε. ...", επί συνόλου 1.610 μετοχών, ονομαστικής αξίας 12.500 δραχμών η κάθε μία, των οποίων είχε την αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή, αντί του συνολικού τιμήματος των 453.000.000 δραχμών (ήδη ισάξιου των 1.329.420,39 ευρώ).
Μετά από τις επί μέρους καταβολές των συμφωνημένων δόσεων από την εναγόμενη, απέμεινε προς εξόφληση υπόλοιπο τιμήματος 243.838,64 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 10η Φεβρουαρίου 2005, όπως έκρινε με δύναμη δεδικασμένου το Εφετείο Αθηνών με την υπ’ 1699/2010 απόφασή του, η οποία δεν αναιρέθηκε ως προς τις παραδοχές αυτές με την υπ’ 1528/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, δεδομένου ότι με την τελευταία αναιρέθηκε η ανωτέρω απόφαση του Εφετείου μόνον ως προς το κεφάλαιο της ενστάσεως συμψηφισμού που είχε προτείνει η εναγομένη προς απόσβεση της εκ του τιμήματος οφειλής της.
Αναφορικά δε με την ένσταση αυτή αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Στην από 25η Ιανουαρίου 2001 γραπτή σύμβαση πωλήσεως των ένδικων μετοχών, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του εγγράφου της, συμβλήθηκαν όχι μόνο οι διάδικοι (πωλήτρια και αγοράστρια εταιρία), αλλά εκ τρίτου και η εκδότρια των μετοχών ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." η οποία ήδη μετονομάσθηκε σε "Α.Ε. ...".
Και τούτο έγινε γιατί η συμφωνία πωλητή και αγοραστή ήταν κατά την μεταβίβαση να τελεί η εκδότρια εταιρία από απόψεως οφειλών προς τρίτους σε "μηδενική βάση", με την έννοια ότι όλα τα γνωστά μέχρι τότε χρέη της να είναι εξοφλημένα. Για το λόγο αυτό ήταν αναγκαία η εκ τρίτου σύμπραξη της εκδότριας εταιρίας ώστε να διαβεβαιώσει το γεγονός αυτό, το οποίο με ρητή δήλωση των μερών ανήχθη σε ουσιώδη όρο της συμβάσεως.
Για τυχόν δε οφειλές που θα προέκυπταν μετά το χρόνο της πώλησης (25.1.2001) αλλά ο χρόνος δημιουργίας τους θα ανέτρεχε προ αυτού και συνεπώς θα έπρεπε και αυτές να είναι εξοφλημένες, έγινε ειδική συμβατική πρόβλεψη ως εξής: Στον όρο 4.2 του συμφωνητικού αναφέρεται ότι "Η αγοράστρια ... δηλώνει ότι οι οικονομικοί της σύμβουλοι έχουν ελέγξει τα βιβλία και στοιχεία της εταιρείας και τις υπάρχουσες σ’ αυτά μέχρι σήμερα εγγραφές.
Η εκ τρίτου συμβαλλόμενη δηλώνει ρητά στην αγοράστρια ότι όλες οι εγγραφές στα βιβλία και στοιχεία της εταιρείας αφορούν τις μέχρι σήμερα συναλλαγές της και απεικονίζουν την πραγματική οικονομική κατάστασή της και ότι δεν υφίστανται άλλες υποχρεώσεις και απαιτήσεις, εκτός των όσων έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία.
Τις δηλώσεις αυτές της εκ τρίτου συμβαλλόμενης εγγυάται ως αληθείς και η πωλήτρια. Η αγοράστρια ... θεωρεί τις ρητές και ανεπιφύλακτες αυτές δηλώσεις και δεσμεύσεις της εκ τρίτου συμβαλλόμενης και της πωλήτριας ως ουσιώδη προϋπόθεση και θεμέλιο για τη σύναψη της παρούσης σύμβασης μεταβίβασης και παράδοσης των πιο πάνω μετοχών και για τον προσδιορισμό του τιμήματος." Επίσης, στον όρο 4.5 του ίδιου συμφωνητικού αναφέρεται ότι "Η εκ τρίτου συμβαλλόμενη δηλώνει ότι πέραν των εγγραφών στα βιβλία της εταιρείας ουδεμία άλλη οφειλή αυτής υφίσταται προς οιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, οργανισμό, ασφαλιστικούς οργανισμούς (π.χ.
ΙΚΑ, Ταμείο Εμπόρων, ΤΑΞΥ, κλπ.) ή το Δημόσιο από οιονδήποτε λόγο και αιτία και ότι όλες οι υποχρεώσεις της εταιρείας προς τρίτους είναι γραμμένες στα κατά το νόμο τηρούμενα απ’ αυτήν λογιστικά βιβλία και ότι ουδεμία άλλη υποχρέωση έχει αναληφθεί έναντι οιουδήποτε τρίτου είτε από το Δ.Σ. της εταιρείας, είτε από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από αυτό σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας, είτε υποχρεώσεις που απορρέουν από το καταστατικό της εταιρείας.
Η εκ τρίτου συμβαλλόμενη δηλώνει ακόμα ότι δεν υπάρχουν εκκρεμείς αγωγές, ένδικα μέσα ή άλλες διαδικασίες διοικητικής ή φορολογικής φύσεως εκκρεμείς κατά της εταιρείας. Δηλώνει ακόμα η εκ τρίτου συμβαλλόμενη ότι μέχρι σήμερα δεν υφίσταται οποιαδήποτε υποχρέωση της εταιρείας από μισθούς, υπερωρίες, δώρα εορτών, επιδόματα αδείας, ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία με βάση τις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις ή υπουργικές αποφάσεις, η οποία δεν αναγράφεται στα βιβλία της." Για τις γνωστές, τη στιγμή εκείνη, υποχρεώσεις της εκδότριας εταιρίας στο άρθρο 5.2 του ίδιου συμφωνητικού ορίσθηκε το εξής: "Όλες οι άλλες όμως υποχρεώσεις της εταιρείας οι οποίες εμφανίζονται σήμερα στα βιβλία και στοιχεία της όπως και ο φόρος εισοδήματος του έτους 2000 θα εξοφληθούν από το Ταμείο της.
Στην περίπτωση που το ποσό των χρημάτων το οποίο βρίσκεται σήμερα στο ταμείο της εταιρείας, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των ........(κενό) δραχμών, κατά δήλωση της εκ τρίτου συμβαλλόμενης (σε μετρητά, καταθέσεις και απαιτήσεις, εφόσον εισπραχθούν), θα χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση των υποχρεώσεων της εταιρείας, οι οποίες έχουν δημιουργηθεί μέχρι την 25 Ιανουαρίου 2001.
Αν το ποσό αυτό δεν επαρκεί για την εξόφληση όλων των παραπάνω υποχρεώσεων αυτών, η πωλήτρια δηλώνει ότι θα καταβάλλει το ισόποσο στο ταμείο της εταιρείας στο όνομα της αγοράστριας, άλλως η αγοράστρια θα το συμψηφίζει με ίσο ποσό του πιστουμένου τιμήματος." Περαιτέρω, για τυχόν οφειλές της εκδότριας εταιρίας που θα προέκυπταν μετά το χρόνο της πώλησης (25.1.2001) αλλά ο χρόνος δημιουργίας τους θα ανέτρεχε προ αυτού, στον όρο 5.3 του παραπάνω συμφωνητικού αναφέρεται: "Ό,τι, μετά την υπογραφή του παρόντος και τη μεταβίβαση και παράδοση των πωλούμενων μετοχών από την πωλήτρια στην αγοράστρια, εμφανιστεί ως υποχρέωση της εταιρείας, προερχόμενη από τις δηλώσεις και διαβεβαιώσεις της εκ τρίτου συμβαλλόμενης και της πωλήτριας του παραπάνω όρου 4, 4.1, 4.2, 4.3, 4,4 και 5.2, ...
όπως και για την υφιστάμενη για όλα τα έτη μέχρι σήμερα υπέρ του Δήμου …, φορολογίας ΤΑΠ, συμπεριλαμβανομένων και των τυχόν προστίμων και προσαυξήσεων, ανεξαρτήτως ύψους και χρόνου επιβολής, την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών και την καταβολή και εξόφληση των οφειλόμενων χρηματικών ποσών αναλαμβάνει η πωλήτρια.
Η αγοράστρια υποχρεούται να γνωστοποιεί έγκαιρα με την επίδοση των παραστατικών τα παραπάνω στην πωλήτρια και στην περίπτωση που η πωλήτρια αρνηθεί την εκπλήρωση των παραπάνω υποχρεώσεων της, η αγοράστρια θα προβαίνει στην εξόφληση αυτών και τα συγκεκριμένα χρηματικά ποσά θα τα συμψηφίζει με ανάλογα χρηματικά ποσά των δόσεων του πιστούμενου τιμήματος".
Αυτοί είναι ο κρίσιμοι όροι που ενδιαφέρουν εν προκειμένω και επ’ αυτών η εναγομένη θεμελιώνει την ερευνώμενη ένσταση συμψηφισμού, υποστηρίζοντας ότι εξόφλησε χρέη της εκδότριας εταιρίας συνολικού ποσού 190.047,90 ευρώ, τα οποία είχαν γεννηθεί προ της 25.1.2001 αλλά ανέκυψαν μεταγενέστερα. Από τη διατύπωση των όρων αυτών προκύπτει ότι, ενόψει του επιζητούμενου από τα μέρη αποτελέσματος να τελεί η εκδότρια των μετοχών εταιρία κατά το χρόνο της μεταβίβασης των μετοχών σε μηδενική κατάσταση χρεών, η πωλήτρια (ενάγουσα) με δήλωσή της προς την αγοράστρια εταιρία (εναγομένη) αναλαμβάνει την υποχρέωση, αν ανακύψουν τέτοια χρέη μετά το χρόνο της πώλησης (25.1.2001) που όμως ο χρόνος δημιουργίας τους ανατρέχει προ αυτού, να τα πληρώσει αυτή στους δανειστές υπό τις εξής όμως διακρίσεις και προϋποθέσεις: 1) Όσα χρέη ήταν ήδη γνωστά και καταχωρισμένα στα βιβλία της εταιρίας, θα εξοφλούνταν από τα ταμειακά διαθέσιμα αυτής, το ύψος των οποίων ωστόσο παραλείπεται να προσδιορισθεί.
Αν τα ταμειακά διαθέσιμα δεν επαρκούν, η ενάγουσα αναλαμβάνει την υποχρέωση να εισφέρει στο ταμείο της εταιρίας το αντίστοιχο ποσό και, αν δεν το πράξει, η αγοράστρια αποκτά το συμβατικό δικαίωμα να συμψηφίσει ισόποσα στην οφειλή της από το τίμημα των μετοχών αντίστοιχο με το εταιρικό χρέος ποσό, υπό την εννοούμενη βέβαια προϋπόθεση ότι θα το εξοφλήσει εκείνη (όρος 5.2). 2) Αν όμως σε μεταγενέστερο της πωλήσεως χρόνο εμφανισθούν χρέη της εταιρίας της κατηγορίας εκείνης για τις οποίες έγιναν "οι δηλώσεις και διαβεβαιώσεις της εκ τρίτου συμβαλλόμενης και της πωλήτριας του παραπάνω όρου 4, 4.1, 4.2, 4.3, 4,4 και 5.2...
κλ.π." εφόσον και πάλι ο χρόνος δημιουργίας τους ανατρέχει προ της 25.1.2001, η ενάγουσα πωλήτρια υπόσχεται προς την εναγομένη αγοράστρια ότι θα τα πληρώσει αυτή, υπό τον όρο ότι προηγουμένως θα ειδοποιηθεί προς τούτο από την αγοράστρια με την κοινοποίηση των σχετικών παραστατικών. Αν δεν το πράξει, η εναγομένη αγοράστρια αποκτά το συμβατικό δικαίωμα να συμψηφίσει ισόποσα στην οφειλή της από το τίμημα των μετοχών ποσό αντίστοιχο με το εταιρικό χρέος, υπό την εννοούμενη βέβαια προϋπόθεση ότι θα το εξοφλήσει εκείνη (όρος 5.3).
Η υποχρέωση αυτή της ενάγουσας τελούσε και υπό την -διατυπωμένη στον προηγούμενο όρο- προϋπόθεση ότι δεν θα υπήρχαν ικανά ταμειακά διαθέσιμα στην εκδότρια εταιρία από εκείνα που υπήρχαν την 25.1.2001, αφού, αν υπήρχαν τέτοια, θα έπρεπε, σύμφωνα και με τον επιδιωκόμενο από τα μέρη ως άνω σκοπό, να κληθεί πρώτη να πληρώσει η εκδότρια εταιρία και μόνον αν δεν υπήρχαν διαθέσιμα, θα είχε η ενάγουσα την υποχρέωση εξοφλήσεως.
Πρέπει λοιπόν κατ’ αρχήν να τυποποιηθεί ο χαρακτήρας αυτής της υπόσχεσης καταβολής του ξένου χρέους (της εκδότριας εταιρίας) που έκανε η ενάγουσα προς την εναγομένη. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν πρόκειται για αναδοχή ξένου χρέους με οποιαδήποτε μορφή, δηλαδή είτε ως στερητική κατά το άρθρο 471 ΑΚ είτε ως σωρευτική κατά το άρθρο 477 ΑΚ, αφού και οι δύο προϋποθέτουν σύμβαση μεταξύ του τρίτου (αναδοχέα) με το δανειστή.
Ούτε και ως υπόσχεση ελευθερώσεως κατά το άρθρο 478 ΑΚ μπορεί να νοηθεί, διότι και αυτή προϋποθέτει υπόσχεση του τρίτου προς τον οφειλέτη, προϋποθέσεις που εν προκειμένω δεν συντρέχουν αφού η σχετική ως άνω συμφωνία έγινε μεταξύ τρίτων προς τα πρόσωπα του δανειστή και του οφειλέτη. Με βάση τα εννοιολογικά χαρακτηριστικά της συμφωνίας αυτής προκύπτει ότι πρόκειται για μη γνήσια σύμβαση υπέρ τρίτου κατά την έννοια του άρθρου 410 ΑΚ διότι η υποσχόμενη, εν προκειμένω η ενάγουσα, η οποία όπως σημειώθηκε δεν δίνει την υπόσχεση προς το δανειστή ή τον οφειλέτη, αλλά σε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο (τον αγοραστή των μετοχών της οφειλέτιδας εταιρίας) αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκπληρώσει την υποσχεθείσα παροχή (δηλαδή την πληρωμή του εταιρικού χρέους) προς το δανειστή, ελευθερώνοντας την οφειλέτιδα, ενώ δεν προκύπτει ότι ο δανειστής υπέρ του οποίου δίνεται η υπόσχεση αποκτά από τη συμφωνία αυτή ευθεία και αυτοτελή απαίτηση κατά του υποσχεθέντος.
Όπως δε προαναφέρθηκε, οι ιδιαίτερες σχέσεις και συμφωνίες μεταξύ υποσχεθέντος (ενάγουσας) και δέκτη της υποσχέσεως (εναγομένης) θα καθορίσουν όχι μόνο την αιτία της υποσχέσεως (εν προκειμένω έγινε στα πλαίσια πώλησης), αλλά και την έκταση και το περιεχόμενο των δικαιωμάτων του δέκτη της υποσχέσεως για την περίπτωση που ο υποσχεθείς δεν εκπληρώσει την υπόσχεσή του.
Έτσι εδώ τα μέρη ρητά όρισαν ότι, αν η ενάγουσα δεν εκπληρώσει την αναληφθείσα υποχρέωσή της και η εναγομένη πληρώσει αυτή το εταιρικό χρέος, τότε θα έχει το δικαίωμα να προβεί σε (συμβατικό) συμψηφισμό της αναγωγικής ανταπαιτήσεώς της, ισόποσης με το καταβληθέν απ’ αυτήν ποσό, προς την οφειλή της από το τίμημα των μετοχών.
Επομένως, από το συνδυασμό των ανωτέρω, συνάγεται ότι το δικαίωμα της εναγομένης να προχωρήσει στο συμφωνημένο συμψηφισμό προς την ένδικη οφειλή της από το τίμημα των μετοχών εξαρτήθηκε συμπλεκτικά από την πλήρωση των εξής όρων που συνιστούν μέλλοντα και αβέβαια γεγονότα και γι’ αυτό αποτελούν αναβλητική αίρεση (άρθρο 201 ΑΚ): 1) Ότι το εταιρικό χρέος ανέκυψε μεν μετά το χρόνο της πώλησης (25.1.2001) πλην όμως ο χρόνος δημιουργίας του ανατρέχει προ αυτού. 2) Ότι δεν υπάρχουν ικανά ταμειακά διαθέσιμα στην εκδότρια εταιρία από εκείνα που υπήρχαν την 25.1.2001 και γι’ αυτό δεν είναι σε θέση να το πληρώσει. 3) Ότι η ενάγουσα έχει προηγουμένως ειδοποιηθεί προς τούτο από την εναγομένη με την κοινοποίηση των σχετικών παραστατικών. 4) Ότι παρά ταύτα η ενάγουσα δεν εκπληρώνει την αναληφθείσα υποχρέωσή της να πληρώσει το χρέος.
Και 4) ότι μετά από αυτά το χρέος καταβάλλεται προς το δανειστή από την εναγομένη. Στην προκείμενη όμως περίπτωση δεν πληρώθηκαν οι ανωτέρω όροι και γι’ αυτό δεν συνέτρεξαν οι προϋποθέσεις του συμφωνημένου συμψηφισμού. Είναι αλήθεια ότι με την υπ’ αριθ. 952/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σε συνδυασμό με την υπ’ αριθ. 8861/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η εκδότρια εταιρία υποχρεώθηκε να πληρώσει στην εργαζόμενη Β.-Κ.
Γ. νομιμότοκα το ποσό των 19.647,66 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές αυτής αναγόμενες στο έτος 2000. Πρόκειται για δηλαδή για εταιρικό χρέος που ανέκυψε μεν μετά την 25.1.2001 αλλά είχε γεννηθεί προ αυτού. Σε εκτέλεση των αποφάσεων αυτών πράγματι καταβλήθηκε στην εργαζόμενη συνολικά το ποσό των 29.450 ευρώ, πλην όμως η καταβολή αυτή δεν έγινε από την εναγομένη, αλλά από την εκδότρια των μετοχών εταιρεία τμηματικά από 27.5.2003 έως 14.6.2005, προφανώς από ταμειακά διαθέσιμα αυτής, χωρίς να διευκρινίζεται αν πρόκειται για διαθέσιμα που προϋπήρχαν της 25.1.2001 ή από διαθέσιμα που προέκυψαν εκ των υστέρων.
Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ειδοποιήθηκε από την εναγομένη να πληρώσει το χρέος αυτό όπως συμφωνήθηκε και το κυριότερο αποδείχθηκε ότι η πληρωμή του δεν έγινε από την εναγομένη αλλά από την εκδότρια των μετοχών εταιρία που ωστόσο είναι αυτοτελές και διαφορετικό νομικό πρόσωπο. Επομένως, η ένσταση συμψηφισμού που η εναγομένη προτείνει για το ανωτέρω ποσό είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί αφού δεν πληρώθηκαν δύο τουλάχιστον από τους όρους, από τους οποίους εξαρτήθηκε η άσκηση του συμβατικού δικαιώματος του συμψηφισμού.
Επίσης, κατόπιν της από 2-8-2002 αίτησης της εκδότριας των μετοχών εταιρίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. ... απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, με την οποία έγινε συμπλήρωση και διόρθωση της υπ’ .../1988 Πράξης Εφαρμογής του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου επέκτασης ... και διατάχθηκε η εγγραφή στο διορθωμένο κτηματολογικό πίνακα της ΠΕ της ιδιοκτησίας της εκδότριας εταιρείας με στοιχεία ...
αριθ. οικοπέδου … εμβαδού 4.568,55 τ.μ. Έτσι, λόγω της διορθωτικής αυτής απόφασης, προέκυψε και βεβαιώθηκε -λόγω εισφοράς σε χρήμα- σε βάρος της εταιρίας χρέος ισόποσο της αξίας εκτάσεως 835,71 τ.μ.. Αποδείχθηκε επίσης ότι προς εξόφληση αυτού καταβλήθηκε, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. πρωτ. .../5.10.2007 βεβαίωση της Διεύθυνσης Οικονομικής Διαχείρισης του ..., το ποσό των 107.377,65 ευρώ, η δε καταβολή έγινε και πάλι όχι από την εναγομένη αλλά από την ίδια την οφειλέτιδα εταιρία.
Ειδικότερα, η ανωτέρω οφειλή ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 143.170,17 ευρώ, καταβλητέα σε 12 ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις ποσού 11.930,85 ευρώ η κάθε μία. Έναντι αυτής έχει πληρωθεί ποσό 107.377,65 ευρώ που αντιστοιχεί σε 9 δόσεις, από το οποίο 21.834,19 ευρώ έχουν συμψηφιστεί με το ΧΕΠ .../15.5.2006, ενώ το υπόλοιπο της οφειλής ανέρχεται στο ποσό 35.792,55 ευρώ που αντιστοιχεί σε 3 δόσεις και από τις οποίες η μια είναι ληξιπρόθεσμη από τις 29.8.2007 πλέον των ανάλογων προσαυξήσεων.
Το χρέος αυτό, αν και ανέκυψε το 2002, δηλαδή μετά την 25.1.2001, εν τούτοις η γενεσιουργός του αιτία, που ήταν η υπ’ .../1988 Πράξη Εφαρμογής του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου επέκτασης ..., όπως διορθώθηκε με την υπ’ αριθ. ... απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, ανάγεται προ του χρόνου αυτού. Ωστόσο, και αυτό το χρέος, όπως προαναφέρθηκε, πληρώθηκε από την οφειλέτιδα εταιρεία και όχι από την εναγομένη, προφανώς από ταμειακά διαθέσιμα αυτής, χωρίς να διευκρινίζεται αν πρόκειται για διαθέσιμα που προϋπήρχαν της 25.1.200 ή από διαθέσιμα που προέκυψαν εκ των υστέρων.
Τέλος, πλέον των ανωτέρω, σε βάρος της ίδιας εταιρίας είχε βεβαιωθεί και μία οφειλή ποσού 36.654,78 ευρώ προς τον ..., η οποία τελικά μειώθηκε στο ποσό των 18.327,39 ευρώ. Η οφειλή αφορούσε τέλη και πρόστιμα επιβληθέντα σε βάρος της εταιρίας και υπέρ του ... αναφερόμενα στα έτη 1997, 1998 και 2000. Πρόκειται επομένως για χρέος που είχε γεννηθεί προ της 25.1.2001 και ανέκυψε μετά την ημερομηνία αυτή.
Ωστόσο, και αυτό το χρέος πληρώθηκε από την οφειλέτιδα εταιρεία και όχι από την εναγομένη προφανώς από ταμειακά διαθέσιμα αυτής χωρίς να διευκρινίζεται αν πρόκειται για διαθέσιμα που προϋπήρχαν της 25.1.200 ή από διαθέσιμα που προέκυψαν εκ των υστέρων. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ειδοποιήθηκε από την εναγομένη να πληρώσει τα χρέη αυτά όπως συμφωνήθηκε.
Το κυριότερο όμως είναι ότι η πληρωμή τους, όπως προαναφέρθηκε, δεν έγινε από την εναγομένη αλλά από την ίδια την εκδότρια των μετοχών εταιρία που ωστόσο είναι αυτοτελές και διαφορετικό νομικό πρόσωπο. Επομένως, η ένσταση συμψηφισμού που η εναγομένη προτείνει για τα ανωτέρω ποσά είναι αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί αφού δεν πληρώθηκαν δύο τουλάχιστον από τους όρους, από τους οποίους εξαρτήθηκε η άσκηση του συμβατικού δικαιώματος του συμψηφισμού.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγομένη δεν διευκρινίζει και δεν επικαλείται κάποιο άλλο γενεσιουργό λόγο ή περιστατικό, το οποίο να δικαιολογεί και να θεμελιώνει, κατά το νόμο ή τη σύμβαση, δικαίωμα αυτής να προβεί στο συμφωνηθέντα συμψηφισμό των ποσών που καταβλήθηκαν προς εξόφληση των ως άνω χρεών της εκδότριας εταιρίας προς την ένδικη οφειλή της για το τίμημα των μετοχών, μολονότι τα χρέη εν τέλει εξοφλήθηκαν όχι από αυτήν (εναγομένη) αλλά από την ίδια την οφειλέτιδα.
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η ένσταση της εναγομένης περί αποσβέσεως της οφειλής της η οποία ανέρχεται σε 243.838,64 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 10η Φεβρουαρίου 2005, όπως έκρινε με δύναμη δεδικασμένου το Εφετείο Αθηνών με την υπ’ 1699/2010 απόφασή του, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη. Επομένως, η εκκαλούμενη υπ’ αριθ. 3538/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επίσης απέρριψε την ανωτέρω ένσταση με διαφορετικές αιτιολογίες, δεν έσφαλε κατ’ αποτέλεσμα.
Πρέπει μόνο να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της (άρθρο 534 ΚΠολΔ). Γι’ αυτό ο σχετικός δεύτερος λόγος εφέσεως της εναγομένης, με τον οποίο υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σημειώνεται ότι ως προς τα λοιπά κεφάλαια η υπ’ 1699/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών παραμένει σε ισχύ διότι με την υπ’ 1528/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε κατά ένα μόνο μέρος και συγκεκριμένα ως προς το κεφάλαιο της απόρριψης της ανωτέρω ενστάσεως συμψηφισμού.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης-ενάγουσας τόσο για την προηγηθείσα ακυρωτική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η υπ’ 1055/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, όσο και για την μετ’ αυτήν διαδικασία εκδίκασης της ουσίας της υπόθεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, βαρύνουν την εφεσίβλητη εναγομένη, επειδή ηττάται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ από ουσιαστική άποψη τον αναφερόμενο στο σκεπτικό δεύτερο λόγο της ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών υπ’ αριθ. κατ. .../2008 εφέσεως της καθής η κλήση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" κατά της υπ’ αριθ. 3538/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθής η κλήση-εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα της καλούσας-εφεσίβλητης, τα οποία ορίζει συνολικά σε επτά χιλιάδες (7.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ