31/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 31 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated31/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 31 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 31 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 31/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Διονυσία Μπιτζούνη και Πέτρο Σαλίχο Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσίβλητων-καθών η κλήση :1.Ζ. Χ. του Γ. κατοίκου ..., 2.Δ. Δ. του Ι., 3.Γ. Δ. του Ι., 4.Α. Δ. του Ι., κατοίκων ..., 5.Α. Δ. του Ι. κατοίκου ..., οι οποίοι, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο
Των καλούντων:1.Ε. Χ. χας Χ., το γένος Θ. Μ., και 2.Γ. Χ. του Χ. κατοίκων ..., 3. Α. Χ. του Χ. κατοίκου ..., απάντων ως εγγυτέρων συγγενών και εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Χ. Χ. Χ. του Γ. και Α., ο οποίος απεβίωσε στις 16-7-2012 στην Χαλκίδα και όσο ζούσε ήταν κάτοικος ....
Οι ανωτέρω υπ αριθμόν 1ος και 2ος καλούντες παραστάθηκαν δια και η 3η μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελπίδας-Μαρίας Μπουρανάκου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2008 αγωγή των αρχικών διαδίκων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 134/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 81/2011 του Εφετείου Αθηνών (μεταβατικής έδρας Χαλκίδας).
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 2-3-2012 αίτησή του, την συζήτηση της οποίας επανέφεραν οι καλούντες με την από 2-2-2015 κλήση - αίτηση επανάληψης διακοπείσας δίκης, μετά τη βίαιη διακοπή της δίκης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου, ανέγνωσε την από 14-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης μόνο ως προς τον περί δικαστικής δαπάνης λόγο αυτής. Η πληρεξούσια των καλούντων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκου μερών στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1β 577, 309 εδ1, 321, 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε επειδή παρήλθε η κατ’ άρθρο 503 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην αποφάσεως προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος που δικάσθηκε ερήμην παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσον ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β Κ.Πολ.Δ. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλομένης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσον. Εξάλλου όπως προκύπτει από το συνδυασμό της παραπάνω διάταξης του άρθρου 553 Κ.Πολ.Δ., προς εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1, 2 και 76 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους. Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας ως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (Ολ ΑΠ 15/2001). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι πρώτος και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων άσκησαν κατά των λοιπών τούτων και του αναιρεσείοντος αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της αποζημίωσης που καθορίσθηκε οριστικά για το επίδικο ακίνητό τους, την κυριότητα του οποίου απέκτησαν πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία, που απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ενόψει του ότι το δικαίωμά τους αυτό αμφισβήτησαν οι εναγόμενοι στην προηγηθείσα δίκη ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου διεξαχθείσα κατά την ειδική διαδικασία περί απαλλοτριώσεων για την αναγνώρισή τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν ακίνητό τους, το οποίο απέσχε από την εκδίκαση της σχετικής αίτησης και την παρέπεμψε στην τακτική διαδικασία. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η δε έφεση, που άσκησε το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον κατ’ αυτής απορρίφθηκε με την προσβαλλομένη με την αίτηση αναίρεσης απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατ’ ουσίαν, η οποία εκδόθηκε ερήμην του πέμπτου και έκτου των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς η απόφαση αυτή ως εκ του περιεχομένου της υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, από τους παραπάνω εφεσιβλήτους που δικάσθηκαν ερήμην. Πλην όμως δεν αποδεικνύεται επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης στους ίδιους διαδίκους ώστε να αρχίσει γι’ αυτούς η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, αφού δεν προσκομίζεται σχετική έκθεση επίδοσης ούτε προκύπτει από επισημείωση του δικαστικού επιμελητή σε επιδοθέν αντίγραφο της απόφασης αυτής, ούτε αποδεικνύεται η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας και η απόρριψη αυτής με άλλη απόφαση. Δεν αποδεικνύεται δηλαδή ότι οι ερήμην δικασθέντες διάδικοι, απλοί ομόδικοι των λοιπών αναιρεσιβλήτων απώλεσαν το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, την ύπαρξη ή έλλειψη εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της οποίας δεν μπορεί ούτε παρεμπιπτόντως να ερευνήσει ο Άρειος Πάγος. Επομένως η αναίρεση ως προς τον πέμπτο και έκτο των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους δεν προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ.περ.α, 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωσή των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων Χ. Χ. απεβίωσε την 16-7-2012 δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου, σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, από τη σύζυγό του Ε. και τα τέκνα του Γ. και Α. Χ.. Οι κληρονόμοι του αυτοί με την από 2-2-2015 κλήση προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης γνωστοποίησαν στο αναιρεσείον και τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους το θάνατο του τελευταίου και δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνον τη διακοπείσα δίκη. Ο θάνατος του παραπάνω αναιρεσιβλήτου και η συγγενική σχέση που στηρίζει την κληρονομική του διαδοχή αποδεικνύονται από την προσκομιζομένη ληξιαρχική πράξη θανάτου, το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, καθώς και το πιστοποιητικό του αρμόδιου γραμματέα περί μη δημοσίευσης διαθήκης αυτού σε σχέση με το επίδικο ακίνητο.
Συνεπώς νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης. Περαιτέρω όπως προκύπτει από την .../28-5-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Α. Τ. και τις ... /28-5-2015 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Σ. Χ.-Κ., τις οποίες επικαλούνται και προσκομίζουν οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, που επισπεύδουν τη συζήτηση της αίτησης αναίρεση αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή δικασίμου και κλήση για να παραστούν στη συζήτηση αυτής επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στο αναιρεσείον και τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς αφού οι διάδικοι αυτοί δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, από το οικείο πινάκιο κατά τη σειρά εγγραφής σ’ αυτό, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους, ως εάν και αυτοί ήταν παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή από τις ρυθμίσεις που περιέχονται στο Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 21-1/3-2-1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και στα ερμηνευτικά αυτού πρωτόκολλα της 4/16-6-1830 και της 1906/1-7-1830, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις της από 27-6/9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως" περί οριστικού διακανονισμού των ορίων της Ελλάδος" και του άρθρου 16 του Νόμου της 21-6/10-7-1830 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" προκύπτει ότι στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου περιήλθαν εκείνα τα ακίνητα που βρίσκονταν εντός της ζώνης που μέχρι την 3-2-1830 είχε καταλάβει με τις στρατιωτικές του δυνάμεις και ανήκαν είτε στο Οθωμανικό Δημόσιο είτε σε Οθωμανούς ιδιώτες, καθώς και όσα εγκαταλείφθησαν από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους και κατέστησαν αδέσποτα. Η κτήση των ακινήτων αυτών έγινε δια δημεύσεως "πολεμικώ δικαιώματι". Εξάλλου όσον αφορά τα Οθωμανικά κτήματα τα ευρισκόμενα κατά το χρόνο διακηρύξεως της ανεξαρτησίας του νέου Ελληνικού Κράτους (3-2-1830) εντός εδαφών τελούντων υπό τουρκική στρατιωτική κατοχή, αλλά εν συνεχεία παραχωρηθέντων με βάση τη συνθήκη της Κωνσταντινούπολης στην Ελληνική κυριαρχία, όπως ειδικότερα η Αττική και τμήματα της Βοιωτίας και της Φθιώτιδας, όσα μεν εξ αυτών ανήκουν στο Οθωμανικό Δημόσιο περιήλθαν με βάση τα ην ίδια συνθήκη στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ όσα ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες παρέμειναν στην ιδιοκτησία τους με δικαίωμα πωλήσεώς τους εντός προθεσμίας. Περαιτέρω όσον αφορά όσα ακίνητα βρίσκονταν είτε στην Ελληνική είτε στην τουρκική ζώνη κατοχής κατά την 3-2-1830 εκείνων των εδαφών που τελικά αποτέλεσαν το πρώτο Ελληνικό κράτος και κατέχονταν από Έλληνες ιδιώτες με διάνοια κυρίου έστω και με άκυρο κατά το Οθωμανικό δίκαιο τίτλο, αυτά αναγνωρίσθηκαν ως ανήκοντα στους τελευταίους. Ειδικώς όσον αφορά την Εύβοια αυτή δεν περιήλθε στο Ελληνικό Κράτος, ως διάδοχο του Τουρκικού Δημοσίου με δικαίωμα πολέμου, όπως οι υπόλοιπες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, αφού ειδικά η Εύβοια δεν καταλήφθηκε από τον Ελληνικό απελευθερωτικό στρατό, αλλά παραδόθηκε από τις τουρκικές αρχές του νησιού στην Ελληνική Κυβέρνηση με την υποχρέωση, όμως, που περιλήφθηκε στο από 3-2-1830 πρωτόκολλο του Λονδίνου ως όρος να αγορασθούν τα Τουρκικά κτήματα από το Ελληνικό Κράτος, δυνατότητα ωστόσο, την οποία δεν είχε το τελευταίο, με αποτέλεσμα να τα αγοράσουν ύστερα από υπόδειξη της Κυβέρνησης Έλληνες και ξένοι κεφαλαιούχοι, ώστε να περιληφθεί η Εύβοια στα σύνορα του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ’ αριθ. 1014416/657/0010121-12-1998 Κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας, συνολικής επιφάνειας 149.119 τ.μ., που βρίσκεται στο Νομό Ευβοίας, στην κτηματική Περιφέρεια Δήμου Λουτρών Αιδηψού........ Με την υπ’ αριθ. 94/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας καθορίστηκε προσωρινά η τιμή μονάδας αποζημίωσης για την ιδιοκτησία με τον αριθμό … του κτηματολογικού πίνακα και διαγράμματος σε 60.000 δρχ. ανά τ.μ., ενώ με την υπ’ 4805/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών καθορίστηκε οριστικά η τιμή μονάδας αποζημίωσης σε 45.000 δρχ ανά τ.μ. για την ίδια ως άνω ιδιοκτησία. Με την υπ’ αριθ. 130/2002 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού το Δικαστήριο απείχε να αναγνωρίσει τους ενάγοντες δικαιούχους της αποζημίωσης, που αντιστοιχεί στην υπ’ αριθ. … ιδιοκτησία του κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα, εμβαδού 730 τ.μ., διότι υπήρξε αμφισβήτηση της κυριότητας της ανωτέρω ιδιοκτησίας μεταξύ περισσότερων δικαιούχων. Ειδικότερα με την ασκηθείσα παρέμβαση της Θ. Δ., και των τεσσάρων πρώτων εναγομένων, αυτοί ισχυρίσθηκαν ότι είναι συγκύριοι της ανωτέρω ιδιοκτησίας με εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή από τον πατέρα των τελευταίων και σύζυγο της Θ. Δ. την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκαν με την υπ’ αριθ. .../2001 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Λουτρών Αιδηψού Αναστασίας Σιδηροπούλου, που μεταγράφτηκε νόμιμα. Ωστόσο οι δύο πρώτοι εναγόμενοι αναγνώρισαν ότι ουδέν εμπράγματο δικαίωμα έχουν επί της επίδικης έκτασης, αποδεχόμενοι πρωτοδίκως την αγωγή, ενώ σι τρίτος και τέταρτος εξ αυτών, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της αγωγής πρωτοδίκως, δεν αποδείχθηκε ότι είχαν αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας στην ανωτέρω έκταση......... Υπόχρεο για την αποζημίωση του τμήματος αυτού είναι το Ελληνικό Δημόσιο. Το παραπάνω ακίνητο περιήλθε στη συγκυριότητα των εναγόντων, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, με έκτακτη χρησικτησία, αφού το έτος 1976 απέκτησαν τη νομή αυτού με άτυπη αγορά από τον Ι. Δ. έναντι τιμήματος 2.000 δρχ., και έκτοτε μέχρι τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, δηλ. για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, νέμονται το ακίνητο με διάνοια συγκυρίων, ασκώντας σε αυτό όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής. Συγκεκριμένα, το περιφράξανε με σίτα και σιδερένιους πασσάλους, ανήγειραν μέσα σ’ αυτό σταύλο από τσιμεντόλιθους, όπου είχαν σταυλισμένα τα ζώα τους και έφτιαξαν κοτέτσι μέσα σ’ αυτό. Το παραπάνω ακίνητο δεν αποτελεί δημόσια έκταση, διότι, όπως προκύπτει από το υπ αριθ. .../4-4-2002 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Νομού Ευβοίας, η ιδιοκτησία με τον αριθμό … του κτηματολογικού πίνακα και διαγράμματος δεν είναι δασική έκταση ούτε καταγεγραμμένο δημόσιο κτήμα, αλλά το Ελληνικό Δημόσιο προβάλει δικαιώματα για το λόγο ότι δεν προσκομίστηκαν από τους ενδιαφερόμενους τίτλοι ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο κυριότητας, ώστε να καταστεί δυνατή η έρευνα ως προς τη θέση και τον εντοπισμό αυτής. Ωστόσο, η δήλωση αυτή του Ελληνικού Δημοσίου είναι αόριστη μη ενισχυόμενη από έγγραφα στοιχεία των υπηρεσιών του Δημοσίου, από τα οποία να αποδεικνύονται δικαιώματα αυτού στην απαλλοτριωθείσα έκταση και συνεπώς το Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι στην επίδικη έκταση δεν υπάρχουν εμπράγματα δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου, όπως έκρινε το ίδιο Δικαστήριο και με την υπ’ αριθ. 130/2002 απόφαση του (Διαδικασία Απαλλοτριώσεων). Εξάλλου, τα ακίνητα της Εύβοιας, τα οποία δεν ανήκουν στην κατηγορία των δημόσιων Οθωμανικών γαιών και δεν εξουσιάζονταν πριν την επανάσταση από το Σουλτάνο, αλλά κατέχονταν από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδας Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, αλλά εξακολούθησαν και μετά το χρονικό αυτό σημείο να ανήκουν στους μέχρι τότε Τούρκους ιδιοκτήτες τους ενώ σύμφωνα με το από 3-2-1830 Πρωτόκολλο του Λονδίνου, ορίσθηκε ότι οι Τούρκοι της Εύβοιας Θα αποζημιώνονταν για τα κτήματα που είχαν στην άμεση κυριότητα τους. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση ήταν αδέσποτη ή εγκαταλελειμμένη και ότι την κατέλαβε ως τέτοια το Ελληνικό Δημόσιο, αλλά ούτε και ότι ήταν δάσος, λιβάδι ή βοσκότοπος. Ακόμη δεν αποδείχθηκε ότι σε αυτήν το Ελληνικό Δημόσιο ασκούσε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, ώστε να καταστεί κύριος με χρησικτησία. Εξάλλου, η κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης αποτελεί έμμεση αναγνώριση της πολιτείας ότι η επίδικη έκταση δεν είναι δημόσιο κτήμα, αλλά ανήκει σε ιδιώτες, τα δικαιώματα των οποίων θα αποζημιωθούν πλήρως σύμφωνα με το άρθρο 17 του Συντάγματος. Με βάση όλα τα παραπάνω η επίδικη έκταση ενόψει του ότι δεν αποδείχθηκε ότι ήταν δημόσιο κτήμα ή δασική έκταση, επιδέχεται χρησικτησίας και μετά το έτος 1915". Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων Ν8 κωδ (7.39), 9 παρ. 1Β6 (50.14), 2 παρ. 20 πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ.(23.3.), ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10,17 και 48 Πανδ. 941.3), 3 Πανδ. 941.100 και 109 Πανδ. (50.16), ν. 11 Πανδ. (44.3), ν. 3 κωδ. 7,30, ν.11.Κωδ. 7, 32 παρ. 12 , άρθρου 3 Οθωμανικού Νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) "περί Γαιών", άρθρων 5 και 6 του Πρωτοκόλλου της 3.2.1830 "περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και τα μεταγενέστερα 4/16.6.1830 και 1/19.7.1830, της από 9.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως περί οριστικού διακανονισμού των ορίων του πρώτου Ελληνικού Κράτους, την από 28.3.1835 Ελληνοτουρκική Σύμβαση, άρθρου 1 ν. 3/15.12.1833 (περί βοσκοτόπων), του Β.Δ 17/29.1 1.1836 (περί ιδιωτικών δασών), των Β.Δ. 26/4/8.5.1838, από 26-6/8/1836 και 2/14.10.1836, του Ν. της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων του Ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του Ν.Δ. της 22.4/15.6.1926 "Περί Διοικητικής αποβολής από κτημάτων της αεροπορικής αμύνης" στην οποία υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας που δέχθηκε κατ’ ουσίαν την αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, αφού κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων η προσβαλλομένη απόφαση αγνόησε την αναγκαία διαδικασία ενώπιον των Μικτών Επιτροπών με σκοπό την αναγνώριση των δικαιωμάτων των Οθωμανών ιδιοκτητών που παρέμειναν στην Εύβοια, με συνέπεια λόγω μη τήρησης αυτής της διαδικασίας για την απόκτηση τίτλου να μην έχει αποκτήσει ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων την κυριότητα του επιδίκου. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αόριστος καθ’ όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας με λόγο έφεσης, ενόψει του ότι δε συντρέχει κάποια από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Παρεκτός του ότι είναι αβάσιμος καθ’ όσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, ισχυρισμός ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου λόγω μη τήρησης της διαδικασίας ενώπιον των Μικτών Επιτροπών για την απόκτηση τίτλου, δεν προτάθηκε ούτε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο στα πλαίσια άμυνας του αναιρεσείοντος ως εναγομένου, ούτε στο Εφετείο με λόγο έφεσης, ως νέος ισχυρισμός.
Επειδή κατά το άρθρο 193 Κ.Πολ.Δ. δεν επιτρέπεται προσβολή της αποφάσεως με ένδικο μέσον ως προς τα έξοδα αν δεν περιλαμβάνει και την ουσία της υποθέσεως. Κατά την ορθή έννοια της διατάξεως αυτής ως ουσία της υποθέσεως νοείται κάθε άλλο κεφάλαιο της αποφάσεως εκτός του περί δικαστικών εξόδων. Εξάλλου κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν.3693/1957 το οποίο περιελήφθη ως άρθρο 31 στο Β.Δ. της 7/20-6-1957 "περί κωδικοποιήσεως της περί του ΝΣΚ νομοθεσίας" προβλέπεται ανώτατο όριο της επιδικαζόμενης σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου δικαστικής δαπάνης, το οποίο αναπροσαρμόζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987, τέτοια δε ισχύουσα είναι η υπ’ αριθμ. 13442 Οικ./8-12-1992-20-1-1993 (ΦΕΚ Β,11) κοινή απόφαση των ως άνω Υπουργών με την οποία το όριο αυτό καθορίζεται σε 100.00 δρχ. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Το Εφετείο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε σχετικά με το ζήτημα της δικαστικής δαπάνης και το ύψος αυτής που καθορίσθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κρίνοντας επί λόγου έφεσής του, ότι ορθώς επιδικάσθηκαν τα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 4 του ΝΔ/τος 797/1971, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ/τος 446/1974 και 9 παρ. 5 του Ν.1093/1980 και δεν εφαρμόσθηκε το άρθρο 22 του Ν.3693/1957, αφού η αποζημίωση του δικαιούχου πρέπει να είναι πλήρης συνταγματικώς προστατευόμενη που επηρεάζεται από το ύψος του καθορισμού της δικαστικής δαπάνης και απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της έφεσης, με τον οποίο το Ελληνικό Δημόσιο διατύπωσε παράπονα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα το καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα των εναγόντων ποσού 2.860 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις καθώς και τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4εδγ του Ν.2882/2001, που ορίζει ότι στις απαλλοτριώσεις δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 22 του Ν.3693/1957 και εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 22 του Ν.3693/1957, γιατί η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 εδγ του Ν.2882/2001 αναφέρεται μόνο στις δίκες για τον προσωρινό και τον οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης και όχι στις δίκες που διεξάγονται κατά την τακτική διαδικασία έστω και αν έχουν αντικείμενο την αναγνώριση δικαιούχων απαλλοτριωθέντος ακινήτου.
Συνεπώς όσα ισχυρίζεται το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 1του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμα. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά ένα μέρος δηλαδή ως προς το ζήτημα της δικαστική δαπάνης, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 2-3-2012 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 81/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τον πέμπτο και έκτο των αναιρεσιβλήτων.
Αναιρεί κατά ένα μέρος, όπως στο σκεπτικό αναφέρεται, την 81/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της απόφασης για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ