Legislator Case Law & Legislation
31/2015 AI generated

31/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 31/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

31/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσείοντες ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσίβλητοι.

Keywords

AI generated
abandonment of expropriation property ownership right of habitation power of eminent domain rights of landlord rural land rights
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 31 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 31/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Γ. χήρας Δ. Μ., το γένος Μ. Α., κατοίκου ..., 2)Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ... και 3)Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ά. συζ. Μ. Π., το γένος Ι. Τ., 2)Ι. Φ. του Π., 3)Γ. Φ. του Π., κατοίκου ..., 4)Μ. συζ. Ι. Γ., το γένος Π. και Α. Φ., 5)Μ. Φ. του Π., κατοίκων ..., 6)Δ. συζ. Δ. Τ., το γένος Ι. Τ., 7)Δ. Τ., του Ν., 8)Κ. Τ. του Χ., και 9)Ν. Τ., κατοίκων .... Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Νάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., οι 2ος, 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Παπανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και οι 5ος, 6η, 7ος, 8ος και 9ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ζέρβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-1993 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ν. Α., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 367/1995 μη οριστική, 17/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 80/2012 του Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-4-2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 13-2-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Αν όμως κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ.β', γ' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ.β' Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του.

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο, δεν εμφανίσθηκαν οι αναιρεσείοντες ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσίβλητοι.

Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικώς η 19-2-2014, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (7-5-2014) με σχετική επισημείωση στο πινάκιο. Από τις 5274, 5275/8-10-2013 και 5267/7-10-2013 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ.

Ζ., με τις προσαρτημένες σ' αυτές αποδείξεις παράδοσης αντιγράφου της αίτησης αναίρεσης στο αστυνομικό τμήμα και βεβαιώσεις ταχυδρόμησης ειδοποίησης, τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (19-2-2014) επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, που επισπεύδουν τη συζήτηση στους αναιρεσείοντες.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους, ως εάν και αυτοί ήταν παρόντες. Από τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα, συνδυαζόμενη προς τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του ίδιου άρθρου και των άρθρων 26, 74, 130 και 230 του ίδιου ως άνω Κώδικα, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Α.Ν. 431/1968, κατά την οποία από την έναρξη της ισχύος αυτού, ήτοι από 23.05.1968 επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική νομοθεσία γενικά κληρούχους, η, με δικαιοπραξία εν ζωή, εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση των κάθε φύσεως κλήρων τους, υπό τον περιορισμό μόνον της μη κατατμήσεως των τεμαχίων της οριστικής διανομής, προκύπτει, ότι ο κληρούχος που αποκαθίσταται κατά τον αγροτικό νόμο, από την παραχώρηση σε αυτόν συγκεκριμένου κλήρου και μέχρι την έναρξη της ισχύος του Α.Ν. 431/1968 και αν ακόμη δεν είχε επιληφθεί της κατοχής αυτού, θεωρείται μοναδικός καλής πίστεως νομέας αυτού και, άρα, ο κλήρος, που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον.

Μόνο μετά την έναρξη της ισχύος του προαναφερθέντος νόμου, ο κληρούχος και οι κληρονόμοι του, οι οποίοι είχαν κατ' επέκταση την ίδια πιο πάνω πλασματική νομή στον κλήρο, διότι ο νομοθέτης θέλησε να υπάρχει προστασία και των κληρονόμων για το κληρονομικό μερίδιο, που λαμβάνει ο καθένας από αυτούς στον κλήρο δεν θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου νομέας του κλήρου, αν δεν κατέχει πραγματικά αυτόν και είναι συνεπώς κατά νόμο δυνατή η χωρίς τη θέλησή του κτήση από τρίτον της νομής ολοκλήρου του κλήρου, η οποία μπορεί, αν συντρέχουν και οι λοιπές κατά νόμο προϋποθέσεις, να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος για κάθε μία από αυτές χρόνος από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω αναγκαστικού νόμου.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1, 2 και 5 του άρθρου 15 του Ν.Δ/τος 3958/1959, που διατηρήθηκαν διαδοχικά έκτοτε σε ισχύ με τα άρθρα 3 του Α.Ν. 431/1968, 2 του Ν.666/1977, 11 του Ν.944/1979 και 18 παρ. 1 του Ν. 1664/1986, την 131875/21-11-1988 Απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (ΦΕΚ 882/Β78-12-1988), τον Ν.3174/2003, προκύπτει ότι οι μεταβιβάσεις γεωργικών κλήρων, που πραγματοποιήθηκαν με πράξεις εν ζωή κατά παράβαση διατάξεων της αγροτικής νομοθεσίας για τους περιορισμούς μεταβιβάσεως των κλήρων αυτών, επικυρώνονται αφενός από τη δημοσίευση του προαναφερόμενου νομοθετικού διατάγματός, (3458/1959) εφόσον έγιναν με δημόσιο έγγραφο και αφετέρου από τη δημοσίευση της επικυρωτικής απόφασης του κατά τόπον αρμοδίου Ειρηνοδίκη, η οποία μετά την τελεσιδικία της, αποτελεί τίτλο κυριότητας υποκείμενο σε μεταγραφή, εφόσον έγιναν με ιδιωτικό έγγραφο, που φέρει βέβαιη χρονολογία.

Η επικύρωση ανατρέχει στο χρόνο καταρτίσεως των αναφερομένων (ανώμαλων) δικαιοπραξιών, η νομή του κλήρου ανήκει έκτοτε στον αποκτώντα, ο δε κληρούχος δεν μπορεί να επικαλεσθεί υπέρ αυτού την από το άρθρο 79 παράγραφο 2 του Αγροτικού Κώδικα αναγνωριζόμενη καλόπιστη νομή επί του κλήρου και θεραπεύει μόνο τις απαγορεύσεις των μεταβιβάσεων αυτών, και όχι τις από τον Αστικό Κώδικα ακυρότητες ή άλλες.

Συνεπώς, προκειμένου περί μεταβιβάσεως της κυριότητας αγροτικού κλήρου, η οποία έγινε κατά παράβαση το μεν των ανωτέρω διατάξεων του Αγροτικού Κώδικα, το δε των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 369 και 1192 επ. Α.Κ., δηλαδή με ιδιωτικό έγγραφο και όχι με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού, η απόφαση του Ειρηνοδίκη, με την οποία επικυρώνεται η εν λόγω μεταβίβαση, θεραπεύει μόνο τις θεσπιζόμενες από τον Αγροτικό Κώδικα όχι, όμως και τις πέραν τούτων λοιπές ακυρότητες, όπως την ακυρότητα από την έλλειψη της κυριότητας του πωλητή επί του μεταβιβασθέντος ακινήτου ή από την έλλειψη αφενός μεν του νομίμου τίτλου (συμβολαιογραφικού εγγράφου), αφετέρου δε της μεταγραφής του και ως εκ τούτου η επικύρωση δεν συνεπάγεται τη μεταβίβαση έκτοτε κατά τρόπο παράγωγο της κυριότητας του γεωργικού κλήρου και δεν καθιστά το ιδιωτικό αυτό έγγραφο νόμιμο τίτλο για την αφετηρίαση της χρησικτησίας, αλλά προσδίδει όμως στην άσκηση νομής με βάση αυτό στον κλήρο από τον αγοραστή το χαρακτήρα της καλόπιστα ασκούμενης νομής.

Μεταξύ των ακυροτήτων που επικυρώνονται ή μπορούν να επικυρωθούν περιλαμβάνονται και εκείνες που προέρχονται από τον περιορισμό της μη κατατμήσεως ακεραίων τεμαχίων της οριστικής διανομής, σε τέτοια δε κατάτμηση δεν άγει αναγκαίως η μεταβίβαση του κληροτεμαχίου κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου και επομένως σε περίπτωση επικύρωσης ανώμαλης δικαιοπραξίας, το διαιρετό τμήμα του κληροτεμαχίου, που μεταβιβάσθηκε κατά παράβαση των περιορισμών αυτών αποκτά αυτοτέλεια και μπορεί να μεταβιβασθεί περαιτέρω ελεύθερα και να είναι δεκτικό χρησικτησίας (Ολ ΑΠ 1520/1982, ΑΠ 426/2001, ΑΠ 1372/2004, ΑΠ 478/2005, ΑΠ956/2008, ΑΠ 1834/1999, ΑΠ 1192/1987).

Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 3194/55 "η κληρονομία επί κλήρου κληρούχου αποβιώσαντος μετά την κατά τα άρθρα 74 και 180 του Αγροτικού Κώδικα, οριστική κατάταξή του, διέπεται απεριορίστως υπό των διατάξεων του Αστικού Κώδικα, τηρουμένων των περιορισμών του άρθρου 228 του ιδίου Κώδικα" σύμφωνα με τον οποίο "οι ως προς τη διάθεση εν γένει του κλήρου δια πράξεων εν ζωή περιορισμοί των άρθρων 208-216 του παρόντος Κώδικα ισχύουν και επί των εις τους κληρονόμους περιερχομένων μεριδίων επί του κλήρου".

Μετά την κατάργηση με το άρθρο 1 και 5 του α.ν. 431/1968 των άρθρων 208-212 του Αγροτικού Κώδικα, με βάση τα οποία απαγορευόταν, επί ποινή απόλυτης ακυρότητας, κάθε δικαιοπραξία συνεπαγομένη την κατάτμηση κληροτεμαχίου, ισχύει και ως προς τα μερίδια του κλήρου που περιέρχονται στους κληρονόμους κατά το άρθρο 1 παρ 1 του α.

ν. νόμου αυτού περιορισμός της μη κατατμήσεως των τεμαχίων της οριστικής διανομής (Ολ ΑΠ 15/2004, 568/1986, 1820/1982). Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου ο λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οπότε ο σχετικός λόγος θα απορριφθεί ως απαράδεκτος αφού πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά:

Κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος "Π.Ο. Ροβιές Ευβοίας" που έλαβε χώρα το έτος 1930 περιήλθε στον Δ. Σ. του Ν. με παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο, δυνάμει του υπ' αρ.22908/22-5-1952 τίτλου κυριότητας του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που μεταγράφηκε νόμιμα, την 11η Σεπτεμβρίου του έτους 1954, στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λίμνης, γεωργικός κλήρος, συνολικής έκτασης ογδόντα χιλιάδων επτακοσίων δεκατεσσάρων (80.714) μέτρων, αποτελούμενος από έξι κληροτεμάχια, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το επίδικο με αριθμό δέκα τρία (13) κληροτεμάχιο της Δ' κατηγορίας, επιφανείας τεσσάρων χιλιάδων (4.000) μέτρων κτηματικής περιφέρειας του χωρίου Ροβιές...

Ο ανωτέρω κλήρος είναι ατομικός. Ακολούθως, δυνάμει του με ημερομηνία 20 Νοεμβρίου του έτους 1940 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ του ανωτέρω κληρούχου Δ. Σ. και του Δ. Α., ο οποίος ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό του ενάγοντος Ν. Α. τ, στο οποίο συμβλήθηκαν ως τρίτοι οι Ο. σύζυγος Μ. Γ., Κ. χήρα Κ. Μ., Α. σύζυγος Α.

Μ. και Ε. θυγατέρα Δ. Σ., ο κληρούχος πώλησε και μεταβίβασε στον αντισυμβαλλόμενο του, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος, το ανωτέρω με αριθμό δέκα τρία (13) κληροτεμάχιο. Το έτος 1989 ο αγοραστής του κληροτεμαχίου Ν. Α., με την από 25-02-1988 αίτησή του προς το Ειρηνοδικείο Λίμνης ζήτησε την επικύρωση της ανωτέρω ανώμαλης δικαιοπραξίας μεταβίβασης σε εκείνον του επιδίκου κληροτεμαχίου.

Επί της ανωτέρω αιτήσεως του εκδόθηκε, ερήμην των καθ' ων, η με αριθμό 1/1990 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λίμνης, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση και επικύρωσε την από 20-11-1940, με ιδιωτικό έγγραφο, καταρτιθείσα σύμβαση πώλησης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση η οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσία αβάσιμη με την μ' αριθ. 277/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας.

Ακολούθως, αυτή (απόφαση περί επικύρωσης) μεταγράφηκε στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λίμνης της 18.3.1993. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι με την επικύρωση της δικαιοπραξίας μεταβίβασης του κληροτεμαχίου ο αρχικώς ενάγων Ν. Α. απέκτησε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας, αναδρομικά, δηλαδή από το έτος 1940, οπότε καταρτίσθηκε το ιδιωτικό συμφωνητικό, μόνο τη νομή του ανωτέρω ακινήτου, αφού η επικύρωση δεν συνεπάγεται την αναδρομική μεταβίβαση της κυριότητας του γεωργικού κλήρου, κατά τρόπο παράγωγο και δεν καθιστά το ιδιωτικό αυτό έγγραφο νόμιμο τίτλο κυριότητας ...

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι δυνάμει του με αριθμό .../25-07-1963 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Σπυρίδωνος Αρθούρου Ζαβιτσιάνου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα ... περιήλθε στην πρώτη εναγόμενη, Ά. σύζυγο Μ. Π., με αγορά από την Β. σύζυγο Κ. Β., τμήμα, επιφανείας χιλίων τετραγωνικών (1.000) μέτρων του ανωτέρω με αριθμό 13 κληροτεμαχίου, κείμενο εντός του χωρίου Ροβιών Ευβοίας και κατά τη θέση Αύλαγος.

Στην δικαιοπάροχο της τρίτης των καθ' ων - πρώτης εναγομένης το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει με αγορά από τον Ι. Σ. δυνάμει του με αριθμό .../10-8-1962 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ευαγγέλου Πολυμενέα, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λίμνης. Ο προσκομισθείς όμως τίτλος κτήσης του ανωτέρω δικαιοπαρόχου Ι.

Σ. δεν μεταβίβαζε σε αυτόν (Ι. Σ.) την κυριότητα επί του προμνημονευομένου ακινήτου αλλά στον πατέρα του. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο μεταβίβασης ακινήτου στην πρώτη εναγομένη, αυτό ήταν περιφραγμένο με συρματόπλεγμα, ότι η δικαιοπάροχος της Β. σύζυγος Κ. Β. εκτός από την περίφραξη του ακινήτου, είχε φυτέψει σε αυτό, δένδρα και συγκεκριμένα μια πορτοκαλιά, μια λεμονιά, δύο συκιές και μια μουριά και είχε ανοίξει θεμέλια για την ανέγερση οικοδομής.

από την περιέλευση του ανωτέρω ακινήτου στη νομή της πρώτης εναγομένης, ήτοι από του έτους 1963, εκείνη έλαβε, κατόπιν της από 20-07-1964 αιτήσεως του συζύγου της Μ. Π., οικοδομική άδεια και ανήγειρε εντός αυτού, το έτος 1965, μονώροφη οικοδομή, εμβαδού εκατό (100) τετραγωνικών μέτρων περίπου, στην οποία διαμένει έκτοτε με την οικογένεια της, δηλαδή τον σύζυγο και τα τέκνα τους, ότι φύτεψε στον περιβάλλοντα χώρο του ακινήτου εσπεριδοειδή και ότι το έτος 1966 άνοιξε μέσα στο οικόπεδο πηγάδι για την άντληση ύδατος, το οποίο εξακολουθεί να χρησιμοποιεί για το πότισμα των δένδρων και των κηπευτικών που καλλιεργεί.

Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι σε όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1964 και μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, το έτος 1993, η εν λόγω εναγομένη ασκούσε στο ανωτέρω ακίνητο είτε αυτοπρόσωπα είτε μέσω του συζύγου της τις προαναφερόμενες πράξεις νομής διαρκώς, αδιαλείπτως, έχοντας την πεποίθηση ότι είναι κυρία αυτού και χωρίς ουδέποτε να οχληθεί ή να αμφισβητηθεί το επ' αυτού δικαίωμα της από τον αποβιώσαντα - αρχικό ενάγοντα, ο οποίος παρά το γεγονός ότι επισκεπτόταν την περιοχή των Ροβιών Ευβοίας που βρίσκεται το κληροτεμάχιο ουδέποτε προέβη σε διεκδίκηση του επιδίκου με δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες.

Μετά την προαναφερόμενη επικύρωση εκ μέρους του ενάγοντος της δικαιοπραξίας, μεταβίβασης σ' αυτόν (ενάγοντα) του ως άνω κληροτεμαχίου, το τελευταίο αποβάλλει την ιδιότητά του αυτή δηλ. του κληροτεμαχίου, δεν ρυθμίζεται πλέον από τις ρυθμίσεις του Αγροτικού Κώδικα και δεν ισχύουν πλέον οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί που προβλέπονται απ' αυτόν (Αγροτικό Κώδικα).

Ο ενάγων δε, όπως προεκτέθηκε, απέκτησε τη νομή του ως άνω ακινήτου αναδρομικά, από τον χρόνο κατάρτισης της επικυρωμένης δικαιοπραξίας, με την ιδιότητα όμως του ειδικού διαδόχου μ' αποτέλεσμα να μην θεωρείται πλασματικός νομέας αλλά να μπορεί το κληροτεμάχιο να αποτελέσει αντικείμενο νομής άλλου. Εντεύθεν, ήταν δυνατή η εκ μέρους τρίτου χρησικτησία και επί τμήματος του κληροτεμαχίου, αφού δεν ισχύουν οι εκ Αγροτικού Κωδικός δεσμεύσεις.

Επομένως, η πρώτη εναγομένη Άννα σύζυγος Μ. Π. που σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές από την περιέλευση σε αυτήν του προαναφερόμενου ακινήτου ασκούσε διαρκώς, αδιάλειπτα, με καλή πίστη έχοντας την πεποίθηση ότι είναι κυρία του ανωτέρω τμήματος τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του υλικές πράξεις νομής χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν και χωρίς ποτέ να τεθεί με δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες σε βάρος της ζήτημα αμφισβήτησης των δικαιωμάτων της επ' αυτού, κατέστη κυρία με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, αφού συμπληρώνονται στο πρόσωπο της από την έναρξη φυσικής εξουσίασης του ακινήτου ή ακόμη και από 23-05-1968, όπως η ίδια αναφέρει στις προτάσεις μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής δεκαετής και εικοσαετής νομή αντίστοιχα.

Πρέπει να λεχθεί ότι η χρησικτησία της ως άνω εναγομένης διακόπτεται με την έγερση της ενδίκου αγωγής (αρ. 1049 ΑΚ) και όχι με την επίδοση της αίτησης του ενάγοντος για την επικύρωση της προαναφερόμενης ανωμάλου δικαιοπραξίας. Σε κάθε περίπτωση όμως η αίτηση αυτή δεν απευθύνθηκε σε βάρος της ως άνω εναγομένης και η άσκηση της (αιτήσεως) ουδεμία επίδραση μπορεί να έχει αναφορικό με την συμπλήρωση ή μη του χρόνου τακτικής και έκτακτου χρησικτησίας της ως άνω εναγομένης.

Κατ' ακολουθία οι εκκαλούντες αβάσιμα ισχυρίζονται ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της τακτικής και έκτακτου χρησικτησίας στο πρόσωπο της προαναφερομένης εναγομένης. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι δυνάμει του με αριθμό 895/02-08-1987 συμβολαίου περιουσιακής (γονικής) παροχής αστικού ακινήτου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, την 3η Αυγούστου του έτους 1987, στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λίμνης περιήλθε στην δευτέρα των εναγομένων, Μ.

σύζυγο Ι. Γ., με γονική παροχή από τον πατέρα της Π. Φ. το 1/6 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω κληροτεμαχίου (Αυλαγά) και ήδη οικοπέδου εκτάσεως τεσσάρων χιλιάδων (4.000) τετραγωνικών μέτρων, μετά των επ' αυτού πέντε ανεξαρτήτων ισογείων κτισμάτων ... το δε τμήμα αυτού που περιήλθε στην ως άνω εναγομένη έχει επιφάνεια εξακόσια τριάντα τρία (633) τετραγωνικά μέτρα, και συνορεύει ...

Το προαναφερόμενο εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί του ανωτέρω αναλυτικά περιγραφόμενου ακινήτου περιήλθε στην δικαιοπάροχο της δευτέρας των εναγομένων με αγορά από τη Μ. χήρα Δ. Μ. το γένος Δ. Σ., δυνάμει του με το αριθμό .../12-12-1963 συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Λίμνης Ευσταθίου Ι. Μήτρου, που μεταγράφηκε νόμιμα την 12η Δεκεμβρίου του έτους 1963 στα βιβλία μεταγραφών του πρώην Δήμου Αιγαίων και αφού η εκποίηση επιτράπηκε με την με αριθμό .../09-12-1963 άδεια που εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Γεωργίας του νομού Ευβοίας, στη δε απώτερη δικαιοπάροχο της είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος την 15η Αυγούστου του έτους 1941, πατρός της Δ.

Σ. ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του δεν κατέλειπε διαθήκη στην κληρονομιά του οποίου υπεισήλθε η Μ. χήρα Δ. Μ., σε αυτόν δε (κληρονομούμενο) είχε περιέλθει με αγροτική αποκατάσταση δυνάμει του με αριθμό 22908/1952 τίτλου κυριότητας της Αγροτικής Τραπέζης της Ελλάδος, που μεταγράφηκε νόμιμα. Επίσης, αποδείχθηκε ότι με την περιέλευση της νομής του ποσοστού του 1/6 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου στην άνω εναγομένη εκείνη έλαβε από το Πολεοδομικό Γραφείο Ιστιαίας το έτος 1992, κατόπιν της από 21-07-1992 αιτήσεως της, άδεια οικοδομής και στη συνέχεια ανήγειρε εντός του ακινήτου διώροφη οικοδομή με υπόγειο, στην οποία διαμένει με την οικογένειά της και ασκεί διαρκώς, ανεπίληπτα, με διάνοια κυρίου και χωρίς να έχει μέχρι σήμερα αμφισβητηθεί το επ' αυτού δικαίωμα της, τις προσιδιάζουσες στην φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις νομής και συγκεκριμένα επίβλεψη, οριοθέτηση, περιποίηση και διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, συνεχίζοντας τις πράξεις νομής του δικαιοπαρόχου της, ο οποίος, εκτός των ανωτέρω, είχε ανοίξει εντός αυτού πηγάδι και είχε χτίσει μια μικρή γεωργική αποθήκη.

Από τα ως άνω προκύπτει ότι η εναγομένη Μ. σύζυγος Ι. Γ. κατέστη κυρία με παράγωγο τρόπο δυνάμει του μ' αριθ. του …/02-08-1987 συμβολαίου γονικής παροχής το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λίμνης όπως προεκτέθηκε. Ο δικαιοπάροχος πατέρας της Π. Φ. είχε αποκτήσει το μεταβιβασθέν ακίνητο ήτοι το 1/6 εξ αδιαιρέτου του προαναφερομένου κληροτεμαχίου από την κληρονόμο του κληρούχου Μ.

χήρα Δ. Μ., η οποία υπεισήλθε στην κληρονομιά, του αποβιώσαντος άνευ διαθήκης την 15-08-1941 πατρός της Δ. Σ., κληρούχου, προέβη δε η τελευταία στη μεταβίβαση του ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστού στον Π. Φ. δυνάμει του προαναφερομένου .../12-12-1963 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λίμνης Ευσταθίου Μήτρου που έχει μεταγραφεί νόμιμα και αφού η εκποίηση επιτράπηκε με την με αριθ. .../09-12-1963 άδεια που εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Γεωργίας του νομού Ευβοίας.

Έτσι ο δικαιοπάροχος της εναγομένης απόκτησε νόμιμα το ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του προεκτιθέμενου κλήρου καθότι πέραν του ότι δεν συντρέχει περίπτωση κατάτμησης του κλήρου με την μεταβίβαση εξ αδιαιρέτου ποσοστού αυτού (κλήρου), στη συγκεκριμένη περίπτωση από την προαναφερομένη διοικητική άρση των απαγορεύσεων και περιορισμών διαθέσεως του κλήρου και εφεξής δεν συντρέχει περίπτωση κλήρου όπως τον εννοεί ο αγροτικός νόμος ούτε αποκατάσταση από ακτήμονα καλλιεργητή και δεν επιβάλλεται η τήρηση των προβλεπόμενων από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν απαγορεύσεων και περιορισμών περί μη κατάτμησης του κλήρου.

Κατ' ακολουθία, ο σχετικός ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι απαγορεύεται η κατάτμηση τυγχάνει αβάσιμος. Ακόμη, σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, από την περιέλευση στην εν λόγω εναγομένη του τμήματος των 633 μέτρων, αυτή ασκεί διαρκώς, αδιάλειπτα με καλή πίστη και έχοντας την πεποίθηση ότι είναι κυρία του ανωτέρω τμήματος τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του υλικές πράξεις νομής χωρίς να ενοχληθεί από κανέναν και χωρίς ποτέ να τεθεί με δικαστικές ή εξώδικες πράξεις σε βάρος της, ζήτημα αμφισβήτησης των δικαιωμάτων της επ' αυτού, τελούσα έτσι σε καλή πίστη προσμετρώντας δε στο χρόνο νομής της και το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της κατέστη κυρία με τακτική αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, αφού συμπληρώνεται στο πρόσωπο της από την έναρξη φυσικής εξουσίασης του ακινήτου από τους απώτερους δικαιοπάροχους ή ακόμα και από την 23-05-1968, όπως η ίδια αναφέρει στις προτάσεις της, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής δεκαετής και εικοσαετής νομή αντίστοιχα.

Πρέπει να σημειωθεί ότι στην εν λόγω εναγομένη δεν απευθύνθηκε η αίτηση του ενάγοντος περί επικύρωσης της προεκτιθέμενης ανωμάλου δικαιοπραξίας και τους εκτιθέμενους ως άνω λόγους είναι αβάσιμοι οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων τακτικής και έκτακτου χρησικτησίας στο πρόσωπο της, ιδίως λόγω του ότι δεν συμπληρώθηκε το προβλεπόμενο χρονικό διάστημα για την θεμελίωση δικαιώματος χρησικτησίας.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι δυνάμει του με αριθμό .../17-02-1978 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λίμνης Ευσταθίου Ιωάννου Μήτρου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα την 17η Φεβρουαρίου του έτους 1978 στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λίμνης περιήλθε στην Α. σύζυγο Π.

Φ., με δωρεά από τους: α) Χ. Γ. του Μ. και Ο., β) Γ. σύζυγο Π. Π., το γένος Μ. και Ο. Γ., γ) Ε. σύζυγο Ν. Σ., το γένος Μ. και Ο. Γ. και δ) Μ. σύζυγο Ι. Π., το γένος Μ. και Ο. Γ., η οποία συμβλήθηκε αφενός για τον εαυτό της ατομικά και αφετέρου ως πληρεξούσια της Α. συζύγου Χ. Μ., το γένος Μ. και Ο. Γ., ποσοστό .../11520 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω με αριθμό δεκατρία (13) κληροτεμαχίου, το οποίο περιήλθε στους δωρητές ως ακολούθως:

α) τα 990/11520 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της αποβιωσάσης το έτος 1951, χωρίς να αφήσει διαθήκη, μητέρας τους Ο. συζύγου Μ. Γ., την οποία αποδέχθηκαν με την με αριθμό .../1972 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα... και με την αριθμό δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Κ.

Λιανού, που μεταγράφηκε νόμιμα ... β) τα 330/11520 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1975, χωρίς να αφήσει διαθήκη, πατρός τους Μ. Γ., την οποία αποδέχθηκαν με την με αριθμό 9480/1978 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Λίμνης Ευσταθίου Ιωάννου Μήτρου, που μετεγράφηκε νόμιμα και γ) τα 165/11520 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1967, χωρίς να αφήσει διαθήκη, Ι.

Δ.. Σ., την οποία αποδέχθηκαν την με αριθμό .../1972 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Λίμνης Ευσταθίου Ιωάννου Μήτρου, που μεταγράφηκε νόμιμα ... Η ανωτέρω δωρεοδόχος Α. σύζυγος Π. Φ., απεβίωσε την 20η Φεβρουαρίου του έτους 2000, ... η αποβιώσασα κατέλειπε, κατά το χρόνο του θανάτου της, την από 22-08-1990 και με αριθμό ...

δημόσια διαθήκη που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αγίας Άννας Νικόλαος Βασιλείου Παπατριανταφύλλου, η οποία δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Από το περιεχόμενο της ανωτέρω διαθήκης προκύπτει ότι η κληρονομούμενη εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο τον υιό της Μ., βούληση που δεν αμφισβήτησαν οι υπόλοιποι κληρονόμοι της.

Έτσι μετά τον θάνατο της δευτέρας των εναγομένων το επίδικο ακίνητο, που αποτελεί τμήμα του ανωτέρω κληροτεμαχίου, περιήλθε στον υιό της Μ. Φ. του Π., ο οποίος δεν αποποιήθηκε την επαχθείσα κληρονομιά της αποβιωσάσης μητρός του και σε βάρος του οποίου δεν υπάρχει εκκρεμής δική για την αμφισβήτηση του κληρονομικού δικαιώματος.

Εντεύθεν, στην Α. συζ. Π. Φ. νομίμως είχε περιέλθει δυνάμει του μ' αριθ. .../17-02-1978 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Λίμνης Ευσταθίου Μήτρου που έχει μεταγραφεί νόμιμα ποσοστό .../11520 εξ αδιαιρέτου του προαναφερομένου με αριθμό 13 κληροτεμαχίου συνολικής έκτασης 4 στρεμμάτων λόγω δωρεάς από τους κληρονόμους του κληρούχου Δ.

Σ., καθότι όπως ήδη προεκτέθηκε με την μεταβίβαση εξ αδιαιρέτου ποσοστού δεν συντρέχει περίπτωση κατατμήσεως του κλήρου. Ακολούθως, η δωρεοδόχος Α. συζ. Π. Φ. με την από 22-08-1990 και με αριθμό ... δημόσια διαθήκη που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Αγίας Άννας Νικόλαος Παπατριανταφύλλου εγκατέστησε κληρονόμο στο ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό που αντιστοιχούσε σε 267 μ2 τον υιό της Μ.

Φ.. Ο τελευταίος μετά το θάνατο της μητρός του τη 20-02-2000 νέμεται το ανωτέρω ακίνητο είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω τρίτων με αποτέλεσμα να καταστεί κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρούμενου στο χρόνο νομής του, του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του, αφού συμπληρώνει από την έναρξη φυσικής εξουσίασης αυτού (ακινήτου) από τους απώτερους δικαιοπαρόχους του μέχρι την άσκηση της αγωγής 20ετή νομή.

Εξάλλου οποιαδήποτε πράξη ασκείτο στο ακίνητο μέχρι την κοινοποίηση της αίτησης περί επικυρώσεως της ανωμάλου δικαιοπραξίας ήταν έγκυρη. Έτσι, πέρα του ότι καθοριστικό σημείο για τη συμπλήρωση ή μη του χρονικού διαστήματος περί συνδρομής εκτάκτου χρησικτησίας είναι σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν ο χρόνος επίδοσης της κρινόμενης αγωγής, σε κάθε περίπτωση όμως ο χρόνος για τον υπολογισμό της συμπλήρωσης ή μη του διαστήματος εκτάκτου χρησικτησίας λαμβάνεται αυτός της κοινοποίησης αίτησης περί επικύρωσης της ανωμάλου δικαιοπραξίας και όχι της κατάθεσης αυτής.

Εντεύθεν ο ισχυρισμός των εκκαλούντων περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων έκτακτης χρησικτησίας στο πρόσωπο του ως άνω εναγομένου τυγχάνει αβάσιμος. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω στοιχεία αποδείχθηκε ότι δυνάμει της μ' αριθ. 22/1963 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λίμνης, η οποία εκδόθηκε επί της από 25-10-1963 αίτησης των εναγομένων Δ.

συζ. Δ. Τ. και Δ. Τ. επικυρώθηκε η μεταξύ εκείνων και της Ε. Ρ. Σ. του Δ., θυγατέρας και νόμιμου κληρονόμου του αρχικού κληρούχου Δ. Σ., η δικαιοπραξία με την οποία η τελευταία πώλησε σε εκείνους, με το από 8 Νοεμβρίου 1954 ιδιωτικό συμφωνητικό, το 1/5 εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω με αριθμό δεκατρία (13) κληροτεμαχίου, εκτάσεως του πωληθέντος οκτακοσίων (800) τετραγωνικών μέτρων...

Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και μεταγράφηκε νόμιμα, την 25η Ιουλίου του έτους 1964, στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λίμνης ... Ακολούθως, δυνάμει της με αριθμό 16/1964 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λίμνης, η οποία εκδόθηκε επί της από 01/08/1964 αίτησης του Χ. Τ. του Ν., πατρός των εναγομένων Κ.

Τ. και Ν. Τ. επικυρώθηκε η μεταξύ εκείνου και της Α. χήρας Κ. Μ., θυγατέρας και νόμιμου κληρονόμου του αρχικού κληρούχου Δ. Σ., η δικαιοπραξία με την οποία η τελευταία πώλησε σε εκείνον, με το από 1η Αυγούστου του έτους 1953, ιδιωτικό συμφωνητικό το 1/5 εξ αδιαιρέτου του με αριθμό δεκατρία (13) τεμαχίου, εκτάσεως του πωληθέντος οκτακοσίων (800) τετραγωνικών μέτρων, ...

Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και μεταγράφηκε νόμιμα, την 24η Νοεμβρίου του έτους 1964, στα οικεία βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λίμνης. Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι ως άνω εναγόμενοι Δ. Τ. και Δ. Τ. από το έτος 1954 που περιήλθε στη νομή τους το επίδικο, με το προαναφερόμενο ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο επικυρώθηκε, οριοθέτησαν την ιδιοκτησία τους, περιέφραξαν αυτή γύρωθεν με πασσάλους και συρματόπλεγμα, εκτός από μια πλευρά στην οποία έχουν χτίσει για την οριοθέτηση του ακινήτου τους τσιμεντένιο τοιχίο, ανήγειραν οικοδομή, η οποία ηλεκτροδοτείται από το έτος 1960, και στην οποία διαμένουν με την οικογένεια τους μέχρι σήμερα καθώς επίσης και ένα κτίσμα, το οποίο ο δεύτερος από αυτούς χρησιμοποιούσε για τις ανάγκες της επαγγελματικής του δραστηριότητας και δη ως ξυλουργείο μέχρι τις αρχές του έτους 2001, οπότε συνταξιοδοτήθηκε, περιποιούνται και επιμελούνται της διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου της ιδιοκτησίας τους και συγκεκριμένα φύτεψαν δένδρα, καλλιεργούν κηπευτικά και λουλούδια, άνοιξαν γεώτρηση, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται και να χρησιμοποιείται, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθούν από τον αρχικό ενάγοντα ο δε πρώτος εξ αυτών ενέγραψε το ανωτέρω ακίνητο υποθήκη υπέρ της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος για την εξασφάλιση απαίτησης της τελευταίας σε βάρος του από σύμβαση δανείου που του χορήγησε για την αγορά εργαλείων για τις ανάγκες του επαγγέλματος του.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Κ. και Ν. Τ. από το έτος 1953 που αγόρασε το οικόπεδο, περιέφραξε αυτό με συρματόπλεγμα στην ανατολική και νότια πλευρά και με τσιμεντένιο τοιχίο και πασσάλους στη βόρεια και δυτική πλευρά, ανήγειρε εντός αυτού οικία, η οποία ηλεκτροδοτείται από το έτος 1965 στην οποία διέμενε μέχρι του θανάτου του με την οικογένεια του, φύτευε κηπευτικά οι δε κληρονόμοι του, τρίτος και τέταρτος και καλούντων, επισκέπτονται την πατρική οικία τους θερινούς μήνες, το λοιπό δε χρονικό διάστημα φροντίζει και μεριμνά για την ακίνητη περιουσία τους, φυτεύει κηπευτικά και επιβλέπει το οικόπεδο για λογαριασμό τους ο θείος τους Δ.

Τ., ο οποίος είναι ιδιοκτήτης όμορης ιδιοκτησίας. Κατ' ακολουθία με την επικύρωση των προαναφερομένων δικαιοπραξιών σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη οι εναγόμενοι Δ. Ν. Τ., Δ. συζ. Δ. Τ. και ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Κ. Τ. και Ν. Τ. Χ. Τ. απέκτησαν αναδρομικά, τη νομή των ανωτέρω μεταβιβασθέντων εξ αδιαιρέτου ποσοστών που αντιστοιχούσαν σε 800μ2 του ως άνω κληροτεμαχίου, ενώ με την μεταγραφή των ως άνω μ' αριθ. 22/1963 και 16/1964 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Λίμνης στο Υποθηκοφυλακείο Λίμνης στις 25-07-1964 και 24-11-1964 αντίστοιχα κατέστησαν κύριοι με παράγωγο τρόπο των ως άνω τεμαχίων, καθότι, αφενός δεν υπάρχει κατάτμηση με την μεταβίβαση εξ αδιαιρέτου ποσοστών στη συγκεκριμένη περίπτωση όπως ήδη προεκτέθηκε, αφετέρου η επακολουθήσασα επικύρωση περιλαμβάνει την άρση των περιορισμών της Αγροτικής Νομοθεσίας σε σχέση με τη μεταβίβαση εν ζωή των αγροτικών κλήρων μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η άρση του περιορισμού της μη κατάτμησης των ακεραίων τεμαχίων της οριστικής διανομής και ως εκ τούτου τα ως άνω τεμάχια απέκτησαν αυτοτέλεια, δυναμένων έκτοτε και να χρησιδεσπόζονται σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη.

Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι απαγορεύεται η κατάτμηση τυγχάνει απορριπτέος. Ακόμη σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές οι εκ των εναγομένων Δ. Τ. και Δ. συζ. Δ. Τ. από της περιελεύσεως σ' αυτούς του εν λόγω εξ αδιαιρέτου τμήματος ασκούν διαρκώς, αδιάλειπτα και με καλή πίστη έχοντας την πεποίθηση ότι είναι κύριοι του ανωτέρω αναφερομένου τμήματος τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής χωρίς να ενοχληθούν από κανέναν και χωρίς ποτέ να τεθεί με δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες σε βάρος τους ζήτημα αμφισβήτησης των δικαιωμάτων των επί του προαναφερομένου τμήματος, τελούντες έτσι σε καλή πίστη προσμετρώντας δε στο χρόνο νομής των και τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων τους κατέστησαν κύριοι με τακτική αλλά και με έκτακτη χρησικτησία αφού συμπληρώνεται στο πρόσωπο τους από την έναρξη φυσικής εξουσίας από τους απώτερους δικαιοπαρόχους ή ακόμη και από τη 23-05-1968, όπως αναφέρουν στις προτάσεις τους, μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, δεκαετής και εικοσαετής νομή.

Αντίστοιχα, πρέπει να σημειωθεί ότι στους ως άνω εναγόμενους δεν επιδόθηκε η από 25-02-1988 αίτηση του ενάγοντος Ν. Α. ούτως ώστε να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος επίδοσης της ως άνω αίτησης προκειμένου να υπολογισθεί αντίστοιχα η συμπλήρωση ή μη του χρόνου χρησικτησίας. Επίσης, σύμφωνα με τα ως άνω οι Ν. και Κ. Τ.

από της περιέλευσης σε αυτούς της νομής του προεκτιθέμενου τμήματος μετά τον θάνατο του πατρός των το 1965 ασκούντες τις προσιδιάζουσες σε αυτό (τμήμα) πράξεις νομής χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από κανέναν κατέστησαν συγκύριοι με έκτακτη χρησικτησία, αφού σύμφωνα με τα αμέσως πιο εκτιθεμένα, νέμονται το ακίνητο αυτό με καλή πίστη περισσότερο από είκοσι χρόνια.

Κατ' ακολουθία, ο σχετικός ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας τυγχάνει αβάσιμος. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων Ν. Α. προέβη σε οποιαδήποτε πράξη νομής επί του προαναφερομένου κληροτεμαχίου μετά την κατάρτιση του προαναφερομένου συμφωνητικού από 20-11-1940 και μόλις το 1988 υπέβαλε αίτηση στο Ειρηνοδικείο περί επικύρωσης της προαναφερομένης δικαιοπραξίας χωρίς όμως και έκτοτε να προβεί στη διενέργεια οποιασδήποτε πράξεως νομής επί του ως άνω ακινήτου, επί του οποίου οι εναγόμενοι σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν ασκούσαν πράξεις νομής, Στην κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο...

Εξάλλου, ως προς τις προαναφερόμενες ενέργειες του ενάγοντα Ν. Α. και τις εν γένει συναλλαγές αυτού με τις δημόσιες υπηρεσίες για την συγκέντρωση των απαιτούμενων δικαιολογητικών (υποβολή αιτήσεων, λήψη τοπογραφικού από τη διανομή του κλήρου, λήψη βεβαιώσεως περί μη υποχρεώσεως καταβολής τιμήματος προς το Δημόσιο και πιστοποιητικού περί καταβολής του φόρου μεταβίβασης), δεν αποτελούν εμφανείς πράξεις νομής με τις οποίες εκδηλώνεται η σαφής βούληση του ενεργούντος αυτές για εξουσίαση του πράγματος".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή του ενάγοντος, ο οποίος κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης απεβίωσε και στη δικονομική του θέση υπεισήλθαν οι νόμιμοι κληρονόμοι του, που συνεχίζουν τη δίκη, ήδη αναιρεσείοντες, διεκδικητική κυριότητας, στηριζόμενη στον παράγωγο τρόπο και ειδικότερα σε τελεσίδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου, που μεταγράφηκε νομοτύπως, με την οποία επικυρώθηκε ανώμαλη δικαιοπραξία μεταβίβασης με ιδιωτικό έγγραφο και αιτία την πώληση της κυριότητας του επιδίκου γεωργικού κλήρου από τον κληρούχο, πωλητή στον ενάγοντα αγοραστή, κατά παραδοχή ένστασης των εναγομένων ιδίας κυριότητας, θεμελιούμενη στον πρωτότυπο τρόπο, τακτική και έκτακτη χρησικτησία, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί διακοπής του χρόνου χρησικτησίας.

Ακολούθως δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των εκκαλούντων (κληρονόμων του ενάγοντος) κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης κατά ένα μέρος και ειδικότερα ως προς την παραδοχή της σε σχέση με την πρώτη εναγομένη-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη Ά. Π. ότι αυτή κατέστη κυρία διαιρετού τμήματος του επιδίκου και με παράγωγο τρόπο, την οποία εξαφάνισε κατά τούτο και περαιτέρω απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά τα λοιπά, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, που έκρινε ομοίως, απορρίπτοντας την αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 15 του Ν.Δ/τος 3958/1959, 1, 3 του ΑΝ 431/1968 ΑΚ, 1049 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, δεχόμενο ειδικότερα ότι οι ανώμαλες δικαιοπραξίες, που καταρτίσθηκαν κατά παράβαση της αρχής της αγροτικής νομοθεσίας της μη κατάτμησης ακεραίου γεωργικού κλήρου και αφορούν τη μεταβίβαση διαιρετού τμήματος αυτού, επικυρώνονται και θεραπεύεται έτσι το σχετικό ελάττωμα, κατόπιν της άρσης και της απαγόρευσης αυτής, έκτοτε δε το διαιρετό τμήμα αποκτά αυτοτέλεια έναντι του κλήρου, δεν έχει την ιδιότητα του κλήρου, όπως εννοεί αυτήν ο Αγροτικός Νόμος, και μπορεί να μεταβιβασθεί νομίμως, αλλά και να καταστεί αντικείμενο χρησικτησίας, τακτικής και έκτακτης, ο χρόνος της οποίας είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής, στο πρόσωπο ενός εκάστου των εναγομένων και με την προσμέτρηση στη νομή τους, προς συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου της χρησικτησίας, της νομής των δικαιοπαρόχων τους.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο, τρίτο και το πρώτο μέρος του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμος. Ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο κατά ένα μέρος αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

της ευθείας παραβίασης της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 974 ΑΚ, σε σχέση με την παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης για τη μη διενέργεια πράξεων νομής στο επίδικο από τον αρχικώς ενάγοντα, ο τέταρτος λόγος κατά το υπόλοιπο μέρος από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1041, 1042 και 1043 ΑΚ και ο πέμπτος λόγος από τον αρ. 11 του άρθρου 559 είναι απαράδεκτοι, καθ' όσον υπό την επίκληση των αναιρετικών αυτών λόγων πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας επί πραγματικών γεγονότων, η οποία σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, παρεκτός του ότι ως προς την προβαλλόμενη πλημμέλεια για τη διενέργεια διακατοχικών πράξεων από τον ενάγοντα οι αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και αφορούν παραδοχές που δε στηρίζουν το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, εφόσον η κυριότητα του τελευταίου στο επίδικο ακίνητο θεμελιώνεται μόνο στον παράγωγο τρόπο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής.

Περαιτέρω ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το υπόλοιπο μέρος από τους αρ. 10 και 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφού εκτός από τους αριθμούς των αναιρετικών πλημμελειών δεν αναφέρονται ποια πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης δέχθηκε ως αληθινά το Εφετείο χωρίς απόδειξη, ούτε αν κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσον ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη.

Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν.4055/2012 παραβόλου και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 178, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-4-2013 αίτηση της Γ., Μ. και Α. Μ. κατά της 80/2012 απόφασης του Εφετείου Ευβοίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ