Legislator Case Law & Legislation
31/2014 AI generated

31/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 31/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Κοινοποιούμενη: Στο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε.

Legislator headnote

AI generated

31/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την εφαρμογή του άρθρου 537 Κ,Πολ.Δ., το οποίο λειτουργεί όταν ένας από τους περισσότερους ομοδίκους άσκησε έφεση και στη συνέχεια εκδόθηκε απόφαση από το Εφετείο που την έκανε δεκτή, απαιτείται να υπάρχει ταυτότητα αιτιολογικού και διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης ως προς όλους τους ομοδίκους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 31 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 31/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου και Γρηγόριο Λαπατά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Θ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικόλαο Διακογιάννη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Π. Ζ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Κοινοποιούμενη: Στο νομικό πρόσωπο με την επωνυμία ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2884/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2111/2010 μη οριστική και 2487/2012 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-9-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Λαπατάς, ανέγνωσε την από 8-3-2013 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση του Δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη Βασίλειο Λαμπρόπουλο, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του τρίτου λόγου και την απόρριψη των λοιπών λόγων της από 23-9-2012 αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ'αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσείοντα υπ'αριθμόν .../29.7.2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών …, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 23.9.2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 821/27.9.2012 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία είχε αναβληθεί εκ του πινακίου η συζήτηση της υπόθεσης, ως και η από 22.7.2013 βεβαίωση της Γραμματείας του Αρείου Πάγου για την αμέσως προηγούμενη αναβολή, επιδόθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη Π. Ζ.. Επομένως, εφόσον αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 του ΚΠολΔ.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 537 Κ.Πολ.Δ., αν περισσότεροι νικήθηκαν με την ίδια απόφαση και για τους ίδιους λόγους και ένας μόνο άσκησε έφεση, η απόφαση που δέχεται την έφεση ισχύει και υπέρ των ομοδίκων που δεν άσκησαν έφεση εφόσον δεν αποδέχθηκαν την πρωτόδικη απόφαση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι τα ευνοϊκά αποτελέσματα της απόφασης του Εφετείου καταλαμβάνουν κατ1 αρχήν εκείνους από τους απλούς ομοδίκους που δεν προσέβαλαν αυτοτελώς με έφεση την πρωτόδικη απόφαση.

Η παραπάνω διάταξη, κατ' απόκλιση από την αρχή ότι η ενέργεια της εφετειακής απόφασης ωφελεί και βλάπτει κατ' αρχήν μόνο τους διαδίκους της έκκλητης δίκης καθώς και όσους τρίτους υπόκεινται στο δεδικασμένο (άρθρα 325 - 329 Κ.Πολ.Δ) ή την εκτελεστότητα (άρθρα 919 - 920 Κ,Πολ.Δ), εισάγει μια διεύρυνση της υποκειμενικής ενέργειας από την εφετειακή απόφαση, που δέχεται την έφεση ενός ή και περισσοτέρων από τους ομοδίκους, που ηττήθηκαν με την ίδια απόφαση και για τους ίδιους λόγους.

Για την εφαρμογή του άρθρου 537 Κ,Πολ.Δ., το οποίο λειτουργεί όταν ένας από τους περισσότερους ομοδίκους άσκησε έφεση και στη συνέχεια εκδόθηκε απόφαση από το Εφετείο που την έκανε δεκτή, απαιτείται να υπάρχει ταυτότητα αιτιολογικού και διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης ως προς όλους τους ομοδίκους.

Στην Κ.Πολ.Δ 537 πρόκειται περί επεκτάσεως των ορίων του δεδικασμένου και όχι περί πλασματικής αναγνώρισης της ιδιότητας διαδίκου στους μη εκκαλέσαντες. Αρνητική προϋπόθεση για την εφαρμογή της παραπάνω διάταξης τίθεται η μη αποδοχή της πρωτόδικης απόφασης από τους μη εκκαλέσαντες ωφελούμενους ομοδίκους.

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 297, 298 και 299 του Κ.Πολ.Δ., η αποδοχή απόφασης, πριν ασκηθεί κάποιο ένδικο μέσο εναντίον της, η οποία υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα της άσκησης του, για την οποία παραίτηση δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου, μπορεί να γίνει είτε ρητώς, με τη τήρηση των διατυπώσεων που διαγράφονται στη διάταξη του άρθρου 297 του ίδιου Κώδικα και συγκεκριμένα με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο αυτού που παραιτείται, είτε σιωπηρώς με πράξεις από τις οποίες σαφώς συνάγεται η πρόθεση αυτή.

Αποδοχή της απόφασης, κατά την κρατούσα άποψη, δεν συνάγεται από την παραμέληση άσκησης έφεσης μέσα στη νόμιμη προθεσμία. Η λειτουργία της Κ.Πολ.Δ 537 συνίσταται στην καθ' υποκείμενα επέκταση από την εφετειακή απόφαση του ουσιαστικού δεδικασμένου και σε πρόσωπα που δεν ήσαν διάδικοι στην κατ' έφεση δίκη.

Η επέκταση αυτή επέρχεται ευθέως εκ του νόμου με τη συνδρομή των οριζόμενων διατυπώσεων. Δεν προκύπτει από το άρθρο 537 Κ.Πολ.Δ. ότι στην απόφαση του Εφετείου πρέπει να διαλαμβάνεται σχετική διάταξη υπέρ του μη εκκαλέσαντος αλλά ωφελούμενου ομοδίκου. Ούτε από τη διάταξη προκύπτει ανάγκη ενεργού συμμετοχής στην κατ' έφεση δίκη του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου.

Η καθ' οιονδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο συμμετοχή στην εφετειακή δίκη του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου δεν αποτελεί αποκλειστικό τρόπο εισόδου στη δίκη αυτή για τη διαπίστωση του αυτοδικαίως και υπέρ αυτού επεκτεινόμενου ευνοϊκού δεδικασμένου. Τούτο δύναται να επέλθει και επ' ευκαιρία άλλης δίκης όπως είναι π.χ.

η αναγνωριστική αγωγή που ανοίγεται απ' αυτόν προς διαπίστωση της επέκτασης αυτής, η ανακοπή (αρθρ. 933 Κ.Πολ.Δ.) κατά της επισπευδόμενης σε βάρος του εκτέλεσης από τον πρωτοδίκως νικήσαντα διάδικο βάσει της πρωτόδικης απόφασης που εν τω μεταξύ κατέστη τελεσίδικη λόγων άπρακτης παρόδου της προθεσμίας άσκησης έφεσης, στα πλαίσια της οποίας αξιώνεται από τον μη εκκαλέσαντα ομόδικο το υψηλότερο ποσό που επιδικάστηκε στον ενάγοντα σε βάρος του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου με την πρωτόδικη απόφαση.

Κατά της εκτέλεσης αυτής ο μη εκκαλέσας ομόδικος δύναται να προβάλει το υπέρ αυτού προκύψαν ευνοϊκό δεδικασμένο από την εφετειακή απόφαση που δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση άλλου ομοδίκου. Στην ανοιγόμενη αυτή δίκη επί της ανακοπής θα ερευνηθούν από το δικαστήριο οι προϋποθέσεις επέκτασης ή μη του ευνοϊκού δεδικασμένου.

Αν η θέση του δικαστηρίου αυτού είναι θετική, θα πρέπει να κηρυχθεί απλώς ανενεργός ο τίτλος δηλαδή η πρωτόδικη απόφαση έναντι του μη εκκαλέσαντος ομοδίκου με συνέπεια να μη δύναται να γίνει εκτελεστή. Η πρωτόδικη απόφαση, τυπικά διατηρείται και δεν εξαφανίζεται αφού δεν ασκήθηκε έφεση κατ' αυτής από τον μη εκκαλέσαντα ομόδικο.

Παρόλο ότι δεν εξαφανίζεται ως προς τον μη εκκαλέσαντα ομόδικο παρακωλύεται η επέλευση ως προς αυτόν του εξ αυτής δεδικασμένου. Αντί αυτής επέρχεται το ευνοϊκό δεδικασμένο από την εφετειακή απόφαση που δέχθηκε την έφεση άλλου ομοδίκου. Πάντως πρέπει να επισημανθεί ότι ο μη εκκαλέσας ομόδικος, εφόσον δεν υπήρξε διάδικος στην εφετειακή δίκη, δεν νομιμοποιείται να ασκήσει αναίρεση κατά της δυσμενούς γι' αυτόν πρωτόδικης απόφασης που κατέστη τελεσίδικη με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης έφεσης.

Τέτοια νομιμοποιητική εξουσία για άσκηση αναίρεσης δεν μπορεί κατά νόμο να προσδώσει στον μη εκκαλέσαντα ομόδικο η σκέψη της εφετειακής απόφασης ως προς τον τελευταίο που παρέστη στο Εφετείο μόνο με την ιδιότητα του εφεσίβλητου ότι η ευνοϊκή απόφαση του Εφετείου που δέχεται την έφεση του εκκαλέσαντος ομοδίκου ωφελεί μόνο αυτόν και όχι άλλο ομόδικο και τούτο γιατί τέτοια σκέψη του εφετείου είναι αντίθετη προς το περιεχόμενο του άρθρου 537 Κ.Πολ.Δ, όπως αυτό αναλύθηκε παραπάνω(ΑΠ 187/2007-ΝΟΜΟΣ).

ΙΙΙ. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (2487/2012), συνεκδίκασε εφέσεις κατά της υπ'αριθμ. 2884/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε δικάσει κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α' ΚΠολΔ (Διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση της ασφάλισης του) επί αγωγής της Π.

Ζ. και ήδη αναιρεσίβλητης κατά του Γ. Θ. και ήδη αναιρεσείοντος και της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ". Ειδικότερα, το Εφετείο συνεκδίκασε α)έφεση της ως άνω ενάγουσας (Π.Ζ.) κατά του ανωτέρω αναιρεσείοντος (Γ.Θ.) και της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας, και β) έφεση της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας, στη θέση της οποίας υπεισήλθε το Επικουρικό Κεφάλαιο (ΕΚ), μόνο κατά της προαναφερόμενης ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης.

Ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δεν άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, ενώ ο ίδιος δεν ήταν διάδικος στην εφετειακή δίκη, όσον αφορά τη συνεκδικαζόμενη παραπάνω και με στοιχείο β'αυτοτελή έφεση της προαναφερόμενης απλής ομοδίκου του ασφαλιστικής εταιρίας ("ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΡΟΝΟΙΑ"), στη θέση της οποίας υπεισήλθε το "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ".

Το Εφετείο Αθηνών με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του και όσον αφορά την αμέσως προηγούμενη (με στοιχείο β') συνεκδικαζόμενη έφεση, αφού δέχθηκε κατ'ουσίαν τους 4ο - 5ο και 6ο λόγους αυτής, κατέληξε στην κρίση ότι η ενάγουσα (εφεσίβλητη της β'έφεσης και ήδη αναιρεσίβλητη) δικαιούται αποζημιώσεως, εξαιτίας του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος, εκτός των άλλων, και τα εξής ποσά, δηλαδή: 1)το ποσό των 6.640 ευρώ για πλασματική δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμου - βοηθού, 2)το ποσό των 900 ευρώ για βελτιωμένη διατροφή και 3)το ποσό των 180 ευρώ για την καταστροφή των προσωπικών ειδών της.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), με την ως άνω (2884/2008) οριστική απόφασή του είχε δεχθεί ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εδικαιούτο για τις ίδιες παραπάνω αιτίες τα ποσά των 21.600, 5.400 και 728 ευρώ, αντίστοιχα, δηλαδή επί πλέον ποσό [(21.600 μείον 6.640 ίσον) 14.960 ευρώ συν (5.400 μείον 900 ίσον) =4.500 ευρώ συν (728 μείον 180 ίσον) 548 =ευρώ ίσον] 20.008 ευρώ.

Περαιτέρω, το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη (2487/2012) απόφασή του, αφού εξαφάνισε την προαναφερόμενη πρωτόδικη οριστική απόφαση, αναγνώρισε εκτός των άλλων ότι ο πρώτος εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) οφείλει στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη) το ως άνω επί πλέον ποσό (20.008 ευρώ), πέραν της αναφερομένης σ'αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) αποζημιώσεως που οφείλει στην ίδια (αναιρεσίβλητη) εις ολόκληρον με τη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, στη θέση της οποίας υπεισήλθε το Επικουρικό Κεφάλαιο δεχόμενη ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 537 ΚΠολΔ για τον αναιρεσείοντα.

Με βάση τα όσα πιο πάνω προεκτέθηκαν, σε συνδυασμό με αυτά που αναφέρονται στη νομική σκέψη της πρώτης (με στοιχ.Ι) παραγράφου της παρούσας, εφόσον ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δεν υπήρξε διάδικος στην εφετειακή δίκη που συνεκδίκασε την πιο πάνω αυτοτελή β'έφεση της δεύτερης εναγομένης και απλής ομοδίκου του, (η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), δεν νομιμοποιείται εκείνος να ασκήσει την κρινόμενη αναίρεση κατά της προσβαλλόμενης απόφασης (2487/2012) του Εφετείου Αθηνών, ως προς τη δυσμενή γι'αυτόν πρωτόδικη απόφαση, που κατέστη τελεσίδικη με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας άσκησης έφεσης από τον ίδιο και η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αφορά την αναγνώριση της επί πλέον οφειλής του (πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος) στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ποσού 20.008 ευρώ.

IV. Έπειτα, λοιπόν, από όλα τα παραπάνω πρέπει α)να απορριφθεί, ως απαράδεκτη η ένδικη αναίρεση, και β)να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, για το οποίο κατατέθηκε το υπ'αριθμόν ΣΕΙΡΑ VI-8868908 διπλότυπο της ΚΑ'ΔΟΥ Αθηνών, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 23.9.2012 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 821/27-9-2012, αίτηση αναίρεσης της υπ'αριθμόν 2487/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και Διατάσσει την εισαγωγή του αναφερομένου στο σκεπτικό παραβόλου (Σειρά VI-8868908 διπλότυπο της ΚΑ'ΔΟΥ Αθηνών) στο Δημόσιο Ταμείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ