Legislator Case Law & Legislation
31/2011 AI generated

31/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 31/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 31 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 31/2011

Legislator headnote

AI generated

31/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 31 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 31/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 31 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 31/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο του Ειρήνη Σπεντζοπούλου.

Της αναιρεσιβλήτου: Ά. Μ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γιώτσα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Απριλίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42383/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 143/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24 Απριλίου 2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 8 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 159/24.4.2008 αιτήσεως για αναίρεση της 143/16.1.2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 159/24-4-2008 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 143/16-1-2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ειδικότερα, με την 12827/8.4.2003 αγωγή εφέρετο προς διάγνωση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, αξίωση της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, απορρέουσα από την αποδιδόμενη στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα παράνομη και υπαίτια, από δόλο, προσβολή της προσωπικότητάς της. Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 42383/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις (α) 2682/30.6.2006 και (β) 2728/4.7.2006 εφέσεις των διαδίκων, με κατ' ουσίαν απόρριψη της με στοιχ. (β) εφέσεως του εναγομένου και παραδοχή της με στοιχ. (α) εφέσεως της ενάγουσας, εξαφάνιση της προσβαλλομένης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 143/2008 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, κρίση την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της. Ειδικότερα ανελέγκτως δέχθηκε "0ι διάδικοι από τον Φεβρουάριο του έτους 1997 έως και τον Απρίλιο του έτους 1999 διατηρούσαν ερωτικό δεσμό. Διαρκούντος του χρονικού διαστήματος από Φεβρουάριο έως και Μάρτιο του έτους 1997, ο εναγόμενος στο διαμέρισμά του στην οδό ... και ..., στη ... βιντεοσκοπούσε τις ερωτικές τους συνευρέσεις, όπως έκανε και με τις άλλες ερωτικές του συντρόφους. Την 3.2.2003, περιήλθαν στην κατοχή της ενάγουσας από άγνωστο άτομο, το οποίο δεν αποκάλυψε την ταυτότητα του, επτά [7] βιντεοκασέτες, οι οποίες περιείχαν βιντεοταινίες με σκηνές από ερωτικές συνευρέσεις του εναγομένου με 6-7 γυναίκες, στις δύο [2] δε εξ αυτών αποτυπώνονταν σκηνές διάρκειας ενός και τριών λεπτών από ερωτικές συνευρέσεις με την ενάγουσα. Ο εναγόμενος, αμφισβητώντας ότι στις βιντεοκασέτες αυτές αποτυπώνεται η εικόνα της ενάγουσας, ζήτησε, με αίτηση που υπέβαλε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης τη διενέργεια συντηρητικής αποδείξεως. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η με αριθ. 26222/2003 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου που διέταξε τη διενέργεια συντηρητικής πραγματογνωμοσύνης, εκτός των άλλων και προς διαπίστωση της γνησιότητας των βιντεοταινιών που περιέχονται στις άνω επίμαχες δύο βιντεοκασέτες και, επίσης, αν το πρόσωπο που εικονίζεται στις παραπάνω ερωτικές σκηνές με τον εναγόμενο ταυτίζεται με την ενάγουσα. Κατόπιν της ως άνω αποφάσεως συνετάγη από το διορισθέντα πραγματογνώμονα, Σ. Χ., ηλεκτρονικό-monteur της ΕΡΤ-3, η από 11.3.2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ενώ κατόπιν αιτήσεως των διαδίκων συνετάγησαν η από 15.1.2004 έκθεση του εικονολήπτη της ΕΡΤ-3 Ι. Ν., και η από 20.12.2004 έκθεση του τεχνικού τηλεόρασης, οπερατέρ και μοντέρ, Ν. Σ., ο οποίος εξετάσθηκε και ως μάρτυρας αποδείξεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Από όλες τις εκθέσεις, μετά από εξέταση από τους ανωτέρω ειδικούς και των επτά [7] βιντεοκασετών που περιήλθαν στην κατοχή της ενάγουσας, προκύπτει ότι για τη βιντεοσκόπηση χρησιμοποιήθηκε κάμερα χαμηλής ανάλυσης στον ίδιο χώρο, [υπνοδωμάτιο], για όλες τις ερωτικές σκηνές μεταξύ του εναγομένου και των ερωτικών του συντρόφων που αποτυπώνονται στις σχετικές βιντεοταινίες, ότι έγινε ερασιτεχνική λήψη, με κακό φωτισμό, χωρίς μοντάζ, δεδομένου ότι η εικόνα είναι συνεχόμενη, χωρίς διακοπή στη ροή της, και ότι οι βιντεοκασέτες είναι αντίγραφα πρωτοτύπων βιντεοκασετών. Σε σχέση δε με τις δύο επίμαχες βιντεοκασέτες, όπου εντοπίσθηκε από όλους τους ειδικούς η παρουσία μεταξύ των ερωτικών συντρόφων του εναγομένου που αποτυπώνονται σ' αυτές, και γυναίκας που έμοιαζε με την ενάγουσα, λόγω ομοιότητας στο σωματότυπο, την κίνηση και βασικά χαρακτηριστικά του προσώπου, όπως μύτη, στόμα, μαλλιά κλπ, η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Χ. Σ. και η έκθεση του Ι. Ν., καταλήγουν με πιθανότητα ότι πρόκειται για την ενάγουσα, ενώ η έκθεση του Ν. Σ. καταλήγει με βεβαιότητα στο εν λόγω συμπέρασμα. Σημειωτέον δε ότι ο τελευταίος, προκειμένου να αποφανθεί περί αυτού, ζήτησε από την ενάγουσα, παρά τις αναστολές της, να φωτογραφηθεί γυμνή και την εν λόγω φωτογραφία μαζί με τις επίμαχες ερωτικές σκηνές των ανωτέρω βιντεοταινιών επεξεργάστηκε σε ηλεκτρονικό υπολογιστή, για να επιτύχει μεγαλύτερη ανάλυση με μεγέθυνση των χαρακτηριστικών της ενάγουσας και της γυναίκας που εικονίζεται στις βιντεοταινίες αυτές (Βλ. την έκθεση τούτου και την κατάθεση τούτου στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά). Κατόπιν τούτων, σε συνδυασμό και με την κατάθεση της μητέρας της ενάγουσας, Α. Μ. ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είδε όλες τις βιντεοκασέτες και αναγνώρισε αβίαστα τη θυγατέρα της στις επίμαχες δυο εξ αυτών, δεν καταλίπεται καμία αμφιβολία ότι στις εν λόγω βιντεοκασέτες απεικονίζεται η ενάγουσα κατά τη διάρκεια ερωτικής συνεύρεσης με τον εναγόμενο.

Συνεπώς, δεν συντρέχει λόγος να διαταχθεί η διενέργεια νέας πραγματογνωμοσύνης από το Δικαστήριο τούτο, για το σκοπό αυτό, και ως εκ τούτου το σχετικό αίτημα του εκκαλούντος-εναγομένου πρέπει να απορριφθεί. Οι βιντεοσκοπήσεις εκ μέρους του εναγομένου εγένοντο, χωρίς τη συναίνεση της ενάγουσας, με μικροκάμερα κατάλληλα καλυμμένη ώστε να μη μπορεί να γίνει αντιληπτή από αυτή [βλ την άνω από 20.12.2004 έκθεση του Ν. Σ.]. Έτσι, η ενάγουσα προτού περιέλθουν στην κατοχή της οι βιντεοκασέτες αγνοούσε την ύπαρξή τους. Περί το τέλος, όμως του έτους 2002, άρχισε να δέχεται τηλεφωνήματα από άγνωστους ο' αυτήν άνδρες, μερικά των οποίων περιήλθαν και σε γνώση της μητέρας της, Α. Μ., που απήντησε αντί της ενάγουσας στο τηλέφωνο, τα οποία είχαν άσεμνο περιεχόμενο, με σεξουαλικές προτάσεις και υπονοούμενα, άκρως προσβλητικά για την ενάγουσα, η οποία ουδέποτε είχε δώσει δικαίωμα για τέτοια συμπεριφορά από τον κοινωνικό της περίγυρο. Πιο συγκεκριμένα, αυτή, η οποία έχει σπουδάσει λογιστική, διατηρεί βιοτεχνία στη ..., όπου διαμένει με τους γονείς της και διάγει βίο κοινωνικά αξιοπρεπή. Έτσι, τα τηλεφωνήματα αυτά την θορύβησαν και την ενέβαλαν σε ανησυχία, διότι δε μπορούσε να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο ελάμβαναν χώρα τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Η εξήγηση, όμως, δεν άργησε να δοθεί, διότι μετά από μικρό χρονικό διάστημα, και δη την 3.2.2003, εμφανίσθηκε, όπως προεκτέθηκε, στην οικία της το ανωτέρω άγνωστο άτομο, το οποίο παρέδωσε στη μητέρα της δέμα με τις παραπάνω επτά βιντεοκασέτες, και επομένως καθίσταται φανερό ότι οι άγνωστοι άνδρες που της τηλεφωνούσαν είχαν λάβει γνώση το περιεχομένου τούτων από τον εναγόμενο, ο οποίος προφανώς κατείχε τα πρωτότυπα των βιντεοκασετών. Άλλωστε, το γεγονός ότι αυτός κατείχε τα πρωτότυπα συνάγεται και από την κατάθεση της μητέρας της ενάγουσας, σύμφωνα με την οποία, όταν αυτή μετέβη με την ενάγουσα στο κατάστημα του εναγομένου, επί της οδού ..., στη ..., για να ζητήσουν εξηγήσεις δέχθηκαν από αυτόν την απάντηση "εγώ ότι γουστάρω κάνω" [βλ την κατάθεση της εν λόγω μάρτυρος στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά]. 0 εναγόμενος αρνείται ότι κατείχε τα πρωτότυπα των βιντεοκασετών και επαναφέρει με το σχετικό λόγο της έφεσης του την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας, ισχυριζόμενος ότι αυτή εισήλθε λάθρα στο διαμέρισμά του, την 8.10.1996, και του τις έκλεψε, προκειμένου να τον εκβιάσει και να του αποσπάσει χρήματα. Ωστόσο, ο ίδιος στην από 4.11.1996 μήνυση που υπέβαλε ενώπιον του Ανθ/μου ..., του Α' Τ.Α. Θεσσαλονίκης, ουδεμία υπόνοια εξέφρασε κατά της ενάγουσας, αλλά στράφηκε κατ' άγνωστων, ο δε αστυνομικός, Κ. Α., στην από 16.11.1996 έκθεση εξέτασης μάρτυρα ενώπιον του ίδιου ως άνω Ανθ/μου, κατέθεσε ότι παρά τις καταβληθείσες προσπάθειες δεν κατέστη δυνατόν να ανακαλυφθεί ο άγνωστος δράστης της κλοπής. Άλλωστε, ενώ στη μήνυση του ο εναγόμενος ανέφερε ότι εκλάπησαν από την οικία του τρεις με τέσσερις βιντεοκασέτες, στην κατοχή της ενάγουσας περιήλθαν επτά βιντεοκασέτες, και ως εκ τούτου δεν προέκυψε ότι υπάρχει ταύτιση μεταξύ τους, ενόψει και του γεγονότος ότι το περιεχόμενο των κλαπεισών βιντεοκασετών είναι άγνωστο.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε σιγή την ανωτέρω ένσταση του εναγομένου, δεν έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων, και ως εκ τούτου ο περί του αντιθέτου λόγος της έφεσης του εκκαλούντος-ενάγοντος• πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος με τη δόλια βιντεοσκόπηση, χωρίς τη συναίνεση της ενάγουσας, των ερωτικών τους συνευρέσεων και την αποτύπωση της εικόνας της με τον εν λόγω μειωτικό της τιμής και της υπόληψης της τρόπο σε βιντεοταινίες, τις οποίες παρουσίασε σε τρίτους, προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά της. Σημειωτέον ότι για την πράξη του αυτή κηρύχθηκε ένοχος χρήσης μαγνητοσκοπήσεων που αποκτήθηκαν με παράνομο τρόπο κατ' εξακολούθηση και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο [2] ετών με την 8292/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Θεσσαλονίκης. Κατά της αποφάσεως αυτής ισχυρίζεται ότι έχει ασκήσει έφεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [Πλημμελημάτων] Θεσσαλονίκης και ζητεί να αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία, κατ' άρθρο 250 του ΚΠολΔ. Όμως, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα, το Δικαστήριο έχει σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση ότι ο εναγόμενος διέπραξε τις ανωτέρω πράξεις που συνιστούν παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, και ως εκ τούτου δεν κρίνεται αναγκαία η αναβολή, η οποία σε κάθε περίπτωση απόκειται στη διακριτική του ευχέρεια. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί το ανωτέρω αίτημα του εκκαλούντος-εναγομένου. Συνεπεία της προσβολής της προσωπικότητας της η ενάγουσα υπέστη σημαντική ηθική βλάβη, διότι η προσβολή είχε δυσμενείς επιπτώσεις στην κοινωνική της ζωή, την προσωπική και οικογενειακή της ισορροπία και γαλήνη, και την ψυχική της υγεία. Πιο συγκεκριμένα, ενώ επρόκειτο για δραστήριο και κοινωνικό άτομο, στη συνέχεια συνεπεία της ηθικής μείωσης και του εξευτελισμού που υπέστη από τη συμπεριφορά του εναγομένου, αισθάνεται ότι το κοινωνικό της περιβάλλον τη μέμφεται και την χλευάζει και αποφεύγει τις κοινωνικές συναναστροφές, διότι ντρέπεται να αντιμετωπίσει τους φίλους και τους οικείους της, οι οποίοι πλέον ζουν υπό το κράτος βαθειάς θλίψης κα έντονης ανησυχίας για την τύχη της, διότι παράλληλα, παρουσιάζει και σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Έτσι, όπως προκύπτει από την από 20.4.2005 ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου, Χ. Κ., ιατρού του Γενικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης "Γ. Παπανικολάου", που μετ' επικλήσεως προσκομίζει, λόγω της ανωτέρω τραυματικής εμπειρίας που βίωσε, εμφανίζει αντιδραστική καταθλιπτική διαταραχή, με συμπτώματα κατάθλιψης μη ανεκτά, και ως εκ τούτου υποβάλλεται σε ανάλογη φαρμακευτική αγωγή και ψυχοθεραπεία. Κατόπιν τούτων, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της προσβολής, τη βαρύτητα αυτής, τον τρόπο που προκλήθηκε, τον τόπο, το χρόνο και τη διάρκεια της, την υπαιτιότητα του εναγομένου και το βαθμό αυτής, την προκληθείσα στην ενάγουσα βλάβη και την έκταση αυτής, τη δημοσιότητα της προσβολής, το επάγγελμα των διαδίκων την οικονομική και κοινωνική τους κατάσταση-δεδομένου ότι η ενάγουσα, η οποία είναι άγαμος και διαμένει με τους γονείς της, διατηρεί βιοτεχνία στη ... και είναι μετρίας οικονομικής καταστάσεως, ο δε εναγόμενος, ο οποίος είναι έγγαμος και πατέρας τριών ανηλίκων τέκνων, διατηρεί επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας γυναικείων ενδυμάτων με έξι καταστήματα στη ... και είναι πολύ ευκατάστατος, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ενάγουσα δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη που υπέστη, η οποία πρέπει να καθορισθεί στο ποσόν των 30.00 ευρώ". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών - εφεσίβλητος - εναγόμενος με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι. Η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (ΚΠολΔ 216 §1, 262 §1), που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεως του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 57 §1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει σε κάθε περίπτωση μειωτικής επεμβάσεως από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής. Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το νόμο. Εκδήλωση της προσωπικότητας αποτελεί και η εικόνα του ανθρώπου, η οποία ανήκει όχι στο κοινό αλλά μόνον σε εκείνον που παριστάνει, και γι' αυτό η από άλλον, χωρίς τη συναίνεση του προσώπου, λήψη και αποτύπωση με φωτογράφηση ή κατ' άλλον τρόπο της εικόνας του ή η παρουσίαση της εικόνας σε τρίτους, ή η αναπαραγωγή ή η διάδοση προς το κοινό είτε με έκθεση στη κοινή θέα είτε δια του Τύπου, αποτελεί καθεαυτή, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας, η οποία μάλιστα μπορεί να προσβληθεί και με μόνη τη χωρίς τη συναίνεση του προσώπου, λήψη της εικόνας του από τρίτο, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω και η παρουσίαση, αναπαραγωγή ή διάθεσή της στο κοινό. Παράλληλα δεν αποκλείεται, πέραν της ως άνω παράνομης προσβολής, η εν λόγω αποτύπωση ή έκθεση της εικόνας με συνδρομή και άλλων στοιχείων, όπως του στοιχείου της εμφανίσεως κατά μειωτικό τρόπο, να θίγει την τιμή ή υπόληψη εκείνου και εξ αυτού του λόγου να προσβάλλεται παράνομα η προσωπικότητά του. Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμέλειας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται όμως για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 του ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών (ΑΚ 914). Η επιδίκασε της χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο προσδιορίζει το ποσό αυτής μετ' εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ως προς τον βαθμό πταίσματος του δράστη, το είδος της προσβολής, την έκταση του άλγους του παθόντος, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του, την ηλικία και το φύλο αυτού, την κοινωνική και οικονομική των μερών κατάσταση. Κατά τον προσδιορισμό της αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως από το δικαστήριο της ουσίας αρκεί σε σχέση με την τελευταία περίσταση η μνεία της εν γένει κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών, ως κατ' αρχήν εμφανίζεται στον εξωτερικό κόσμο, εφόσον ο εναγόμενος δεν προτείνει, κατ' ανεπτυγμένη άρνηση και άλλα περιστατικά, ως προς το στοιχείο αυτό, χρήσιμα για τον προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως. Κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική και ανταποκρινόμενη στα πράγματα εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής η φερόμενη δι' αυτής προς διάγνωση αξίωση της αναιρεσίβλητης θεμελιώνεται στις αποδιδόμενες στον εναγόμενο πράξεις (α) της δόλιας βιντεοσκοπήσεως, χωρίς τη συναίνεση της αναιρεσίβλητης, των ερωτικών τους συνευρέσεων και την αποτύπωση της εικόνας της με το εν λόγω μειωτικό της τιμής και υπολήψεώς της τρόπο σε βιντεοταινίες και (β) ότι ενεργώντας από πρόθεση παρουσίασε τις εν λόγω βιντεοταινίες σε τρίτους, πραγματικά περιστατικά τα οποία δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειουμένων διατάξεων αξιολόγηση της αγωγής ως νομικώς κατά τούτο ορισμένης. Επομένως, οι προβαλλόμενες με τους πρώτο και δεύτερο κατά σειρά λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (i) έλαβε υπόψη τον μη προβληθέντα με στοιχ. (β) αγωγικό ισχυρισμό και (ii) παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει ως αόριστη και άρα απαράδεκτη την αγωγή, ελέγχονται ως αβάσιμες.

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή αν πρόκειται για ισχυρισμό μη νόμιμο ο οποίος με την έννοια αυτή δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με το πρώτο σκέλος του τέταρτου, του πέμπτου, έκτου, εβδόμου και το δεύτερο σκέλος του ένατου και δέκατου λόγου διατυπώνεται αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8β' ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη αντίστοιχα τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος (α) ότι λόγω του κακού φωτισμού και της κακής εικόνας των επίμαχων βιντεοκασετών, δεν ήταν δυνατόν με την (τυχόν) προβολή αυτών οποιοσδήποτε (μέσος) "θεατής" (τρίτο άτομο) να αντιληφθεί ότι η εικονιζόμενη γυναίκα είναι η ενάγουσα, (β) ότι η αισθηματική τους σχέση διακόπηκε οριστικά στις αρχές του έτους 1996 και επιπρόσθετα ότι τέλη Μαρτίου του έτους 1997 επώλησε το επί της οδού ... διαμέρισμά του και έκτοτε εγκαταστάθηκε σε διαμέρισμα της οδού ... στη ..., (γ) ότι όλες "οι ερωτικές βιντεοκασέτες" με τις κατά καιρούς συντρόφους του είχαν κλαπεί από το επί της οδού ..., στη ..., διαμέρισμά του στις 8.10.1996 και κατά την διάρκεια της απουσίας στην εργασία του από άγνωστη γυναίκα, λόγο για τον οποίο και υπέβαλε έγκληση "κατ' αγνώστων", (δ) το ειδικό αίτημά του για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, (ε) ότι πριν από την αποστολή και παράδοση στις 3.2.2003 των επίμαχων βιντεοκασσετών στην οικία της αναιρεσίβλητης είχε υποβάλει μήνυση στις 8.10.1996 για κλοπή αυτών, χωρίς να δικαιολογείται τούτο και η προβολή τους σε τρίτους στα τέλη του έτους 2002, έξι ολόκληρα έτη μετά τη λήψη τους και τη λήξη του αισθηματικού τους δεσμού, ενώ στο μεταξύ είχε έλθει σε γάμο και ήταν πατέρας τριών ανήλικων τέκνων και (στ) ότι δε προκύπτει οποιαδήποτε σχέση του με το "άγνωστο άτομο", που παρέδωσε τις επίμαχες κασέτες στην μητέρα της αναιρεσίβλητης και ότι αυτές δεν προβλήθηκαν από εκείνον σε τρίτα πρόσωπα, και εντεύθεν δεν επήλθε προσβολή της προσωπικότητάς της. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος αποτελούν άρνηση των θεμελιωτικών της αγωγής πραγματικών ισχυρισμών, συνοδευόμενη από σχετική επιχειρηματολογία, εκτός από το με στοιχ. (δ) αίτημα, για το οποίο γίνεται λόγος στη συνέχεια, και επομένως δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια, με άμεση δικονομική συνέπεια η εν λόγω αναιρετική αιτίαση να ελέγχεται ως αβάσιμη.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9γ' ΚΠολΔ αναίρεση δικαιολογείται και όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αίτηση αδίκαστη. Περιλαμβάνονται και οι διαδικαστικές αιτήσεις, όταν η αιτούμενη διαδικαστική πράξη είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο σε αντιδιαστολή με την περίπτωση που αυτή υπόκειται στην κυριαρχική του εξουσία. Στα πλαίσια της δικονομικής υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας εντάσσεται και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αν ζητήθηκε από διάδικο και δέχεται το δικαστήριο ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΚΠολΔ 368 §2). Αντίθετα στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου του άρθρου 368 ΚΠολΔ η διάταξη της πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Με το δεύτερο σκέλος του έβδομου κατά σειρά λόγου αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ότι με την παραδοχή της ότι, από την διενεργηθείσα συντηρητική πραγματογνωμοσύνη από τον Χ. Σ. και τις από 15.1.2004 και 20.12.2004 ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις των Ι. Ν. και Ν. Σ., αντίστοιχα, αξιολογούμενες σε συνδυασμό με την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεση της μητέρας της αναιρεσίβλητης Α. Μ., η οποία αναγνώρισε την θυγατέρα της στις επίμαχες δύο εξ αυτών βιντεοκασσέτες, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, ότι απεικονίζεται εις αυτές η αναιρεσίβλητη, κατά την διάρκεια ερωτικής συνευρέσεως με τον αναιρεσείοντα, με ανεπαρκείς και αντιφατικές κατά τούτο αιτιολογίες απέρριψε το με στοιχ. δ' αίτημα του τελευταίου για την διάταξη νέας συμπληρωματικής πραγματογνωμοσύνης. Με την προβαλλόμενη αναιρετική αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που προϋποθέτει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, σε αντιδιαστολή με τις δικονομικού χαρακτήρα διατάξεις του άρθρου 368 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι με βάση το υπάρχον στη διάθεσή της αποδεικτικό υλικό, δεν παρίσταται ανάγκη ιδιαζουσών γνώσεων, με άμεση δικονομική συνέπεια η προσήκουσα αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 9γ' ΚΠολΔ να ελέγχεται ως αβάσιμη.

IV. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ (Βλ. Ολ.ΑΠ 2/2008). Μη λήψη πάντως δεν σημαίνει από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Με το τρίτο σκέλος του πέμπτου και έκτου λόγου και τον όγδοο λόγο διατυπώνεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε (α) το .../28.3.1997 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Κοφομάνου, το οποίο συντάχθηκε για την πώληση του επί της οδού ... στη ..., διαμερίσματός του, (β) την από 4.11.1996 ένορκη κατάθεση του αναιρεσείοντος και την υποβολή δι' αυτής μηνύσεως στο Α' Τμήμα Ασφαλείας Θεσσαλονίκης, την από 16.11.1996 έκθεση εξετάσεώς του ως μάρτυρα και το 1052/3/615/16.11.1976 έγγραφο του Α' Τμ. Ασφαλείας Θεσσαλονίκης προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, που αναφέρονται στην κλοπή των βιντεοκασσετών από το διαμέρισμά του και (γ) την ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατάθεση της μητέρας της αναιρεσίβλητης Α. Μ., που δόθηκε σε προηγούμενη μεταξύ των διαδίκων δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η 4349/2004 απόφαση αυτού. Από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι στην περί πραγμάτων κρίση της κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην άλλων, και όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αξιολογούμενη σε συνδυασμό προς τις αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία αναφέρεται η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, η οποία εντεύθεν ελέγχεται ως αβάσιμη.

V. Kατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διάφορα από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτός. Ως "έγγραφα" νοούνται τα κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 ΚΠολΔ αποδεικτικά έγγραφα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη. Αντίθετα δεν αποτελούν έγγραφα κατά την έννοια του προκειμένου λόγου αναιρέσεως, εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και η κατά την έννοια του άρθρου 390 ΚΠολΔ ιδιωτική γνωμοδότηση, που συντάσσεται ύστερα από αίτηση διαδίκου και προσάγεται από εκείνον. Με το τρίτο σκέλος του έβδομου λόγου και τον ενδέκατο και τελευταίο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο αρ. 20 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο (α) της από 11.3.2004 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος πραγματογνώμονος Χ. Σ. και της από 15.1.2004 γνωμοδοτήσεως του Ι. Ν., που συντάχθηκε κατόπιν αιτήσεως του αναιρεσείοντος, ο οποίος και την προσήγαγε και β) της από 20-4-2005 γνωμοδοτήσεως του ψυχιάτρου Χ. Κ., που συντάχθηκε κατόπιν ασκήσεως της αναιρεσίβλητης προς βεβαίωση της ψυχικής καταστάσεως λόγω της τραυματικής εμπειρίας από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία εντεύθεν ελέγχεται ως αβάσιμη.

VI. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ’ όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικές ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται ότι "ο εναγόμενος με τη δόλια βιντεοσκόπηση, χωρίς τη συναίνεση της ενάγουσας, των ερωτικών τους συνευρέσεων και την αποτύπωση της εικόνας της με τον εν λόγω μειωτικό της τιμής και της υπόληψής της τρόπο σε βιντεοταινίες, τις οποίες παρουσίασε σε τρίτους, προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά της". Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των παραπάνω σημειούμενων διατάξεων βασιμότητα της προς διάγνωση αξιώσεως της αναιρεσίβλητης χρηματικής ικανοποιήσεως για τον προσδιορισμό της οποίας συνεκτίμησε, κατά τις πλήρεις και σαφείς περί τούτου αιτιολογίες της, (α) ότι η προσβολή είχε δυσμενείς επιπτώσεις στην κοινωνική της ζωή, την προσωπική και οικογενειακή της ισορροπία και γαλήνη και την ψυχική της υγεία, (β) το είδος της προσβολής, την βαρύτητα αυτής, τον τρόπο που προκλήθηκε, τον τόπο, χρόνο και την διάρκειά της, (γ) την υπαιτιότητα του εναγομένου και τον βαθμό αυτής και (δ) την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, διαλαμβάνοντας ειδικότερα ότι η ενάγουσα, η οποία είναι άγαμος και διαμένει με τους γονείς της, διατηρεί βιοτεχνία στη ... και είναι μετρίας οικονομικής καταστάσεως, ο δε εναγόμενος, ο οποίος είναι έγγαμος και πατέρας τριών ανηλίκων τέκνων, διατηρεί επιχείρηση παραγωγής εμπορίας ενδυμάτων με έξι καταστήματα στη ... και είναι πολύ ευκατάστατος. Επομένως υποστηρίζουσες τα αντίθετα οι απομένουσες προς έρευνα αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 (γ' σκέλος 4ου λόγου) και 19 Κ.Πολ.Δ. (3ος λόγος, β' σκέλος 4ου-6ου, πρώτο σκέλος 9ου και 10ου λόγου), με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, αρνητικά αξιολογούνται, ως αβάσιμες. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ. 183).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 159/24-4-2008 αίτηση για αναίρεση της 143/16-1-2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ