31/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΕγγραφή προσημειώσεως υποθήκης. Εάν αναληφθεί νέα υποχρέωση του οφειλέτη, δεν ασφαλίζεται και η από τη νέα υποχρέωση προκύπτουσα απαίτηση εκτός αν προκύπτει ταυτότητα των δύο υποχρεώσεων. Απορρίπτονται οι από τους αρ. 8 και 19. του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως.
Legislator headnote
AI generated31/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 31 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Ερημοδικία αναιρεσίβλητης λόγω μη πληρεξουσιότητας δικηγόρου της.
Αναγγελία σε πλειστηριασμό και Ανακοπή κατά πίνακα κατατάξεως.
Περιεχόμενο αναγγελτηρίου και ανακοπής κατά πίνακα κατατάξεως.
Εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης. Εάν αναληφθεί νέα υποχρέωση του οφειλέτη, δεν ασφαλίζεται και η από τη νέα υποχρέωση προκύπτουσα απαίτηση εκτός αν προκύπτει ταυτότητα των δύο υποχρεώσεων. Απορρίπτονται οι από τους αρ. 8 και 19. του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως.
Απορρίπτεται, ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου (άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ) αν δεν προσκομίζεται τούτο ή επικυρωμένο αντίγραφό του.
Αριθμός 31/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταματογιάννη.
Του αναιρεσιβλήτου-καλούντος: Αστικού Συνεταιρισμού Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Συνεταιριστική Τράπεζα Λαμίας ΣΥΝ.ΠΕ", που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσούλα Πετρουλέα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17 Απριλίου 2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 65/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 324/2005 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 31 Μαΐου 2007 αίτησή του. Η υπόθεση συζητήθηκε κατά την δικάσιμο της 5ης Μαΐου 2008 ενώπιον του Α1 Πολιτικού Τμήματος όπου και ματαιώθηκε. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο παραστάς καλών με την από 16 Σεπτεμβρίου 2008 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας, ανέγνωσε την από 18 Οκτωβρίου 2009 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 περιπτ. β' του Κ.Πολ.Δικ, που ορίζει ότι η αναγγελία πρέπει να περιέχει, πλην άλλων και περιγραφή της απαίτησης του δανειστή που αναγγέλλεται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 159 αρ. 3 Κ.Πολ.Δικ, που ορίζει ότι η παράβαση της διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία και ιδίως τον τύπο κάποιας διαδικαστικής πράξης συνεπάγεται ακυρότητα, αν η παράβαση προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη, η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, προκύπτει ότι η αναγγελία, ως πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, πρέπει να περιέχει περιγραφή της απαίτησης που αναγγέλλεται και του προνομίου της.
Ενόψει όμως του ότι η αναγγελία αποτελεί την πρώτη επιθετική, εξώδικη διαδικαστική πράξη και το αρχικό δικόγραφο, με το οποίο εισάγεται στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, και ειδικότερα της κατάταξης, η απαίτηση του αναγγελλόμενου δανειστή, στο περιεχόμενο δε του αναγγελτηρίου, οφείλουν να απαντήσουν, με τις παρατηρήσεις τους (άρθρου 974 Κ.Πολ.Δικ.) και την ανακοπή (άρθρο 979 Κ.Πολ.Δικ.), ο οφειλέτης, ο επισπεύδων και οι άλλοι δανειστές που έχουν αναγγελθεί και με βάση το περιεχόμενο αυτό ο υπάλληλος του πλειστηριασμού και το δικαστήριο της ανακοπής να προβούν στην κατάταξη ή στην απόρριψη της αναγγελθείσας απαίτησης, το αναγγελτήριο πρέπει να παρέχει στον μεν οφειλέτη και τους άλλους δανειστές τα απαραίτητα για την άμυνά τους στοιχεία, στο δε υπάλληλο του πλειστηριασμού τις προϋποθέσεις για να μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα και βασιμότητα της απαίτησης.
Ανάμεσα στις προϋποθέσεις αυτές είναι και η ύπαρξη του προνομίου, τα πραγματικά περιστατικά του οποίου πρέπει να περιέχει το αναγγελτήριο, όταν μάλιστα αυτά δεν συμπίπτουν με εκείνα στα οποία στηρίζεται η απαίτηση. Το δικόγραφο της αναγγελίας είναι άκυρο λόγω αοριστίας της αναφερόμενης σ' αυτό απαίτησης μόνον όταν η περιγραφή αυτής, καθώς και του τυχόν υφισταμένου προνομίου της είναι τόσον ελλιπή, ώστε να μην μπορούν ο οφειλέτης και οι λοιποί δανειστές να αντικρούσουν την αναγγελία, κατά την άσκηση του δικαιώματος της υπεράσπισής τους, κατά τα άρθρα 974 και 979 Κ.Πολ.Δικ.
και να υφίστανται έτσι βλάβη. Δεν είναι όμως αναγκαία η εξειδίκευση, στο βαθμό που απαιτείται επί ανακοπής (άρθρα 216 παρ. 1 και 585 Κ.Πολ.Δικ), για τον αναγγελθέντα δικαιούχο της απαίτησης, ανεξαρτήτως της δικονομικής θέσης του στη δίκη της ανακοπής, γιατί το αναγγελτήριο δεν αποτελεί προδικασία κύριας ή παρεμπίπτουσας αίτησης για δικαστική προστασία, κατά την έννοια του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δικ.
Για την πληρότητα της περιγραφής της αναγγελλόμενης αξίωσης αρκεί η μορφολογική εξατομίκευσή της ως προς το είδος και το προνόμιο κατάταξής της, μπορεί δε να συμπληρώνεται με παραπομπή σε άλλο, συνυποβαλλόμενο δημόσιο έγγραφο. Εάν ο αναγγελλόμενος δανειστής δεν ανταποκρίνεται στην επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 972 παρ. 1 εδ.
γ' και δ' του Κ.Πολ.Δικ υποχρέωσή του να καταθέσει μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 15 ημερών από την ημέρα του πλειστηριασμού στον υπάλληλο του πλειστηριασμού τα έγγραφα που αποδεικνύουν την απαίτηση και το τυχόν προνόμιο που την ασφαλίζει, αποκλείεται να τα καταθέσει μεταγενέστερα (βλ. άρθρο 151 Κ.Πολ.Δικ) και μπορεί να καταταγεί τυχαία από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.
Δεν επιφέρει όμως η πάροδος άπρακτης της 15ήμερης προθεσμίας του άρθρου 972 παρ. 1 εδ. γ' Κ.Πολ.Δικ έκπτωση από το δικαίωμα προσαγωγής των εγγράφων ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, το οποίο είναι υποχρεωμένο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δικ., να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν ενώπιόν του οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων άρθρων 1274, 1276 και 1277 ΑΚ προκύπτει ότι η προσημείωση υποθήκης εγγράφεται όπως και η υποθήκη, με τη μνεία ότι προσημειώνεται, μόνον ύστερα από δικαστική απόφαση και χορηγεί δικαίωμα προτίμησης για την απόκτηση υποθήκης. Όταν η απαίτηση επιδικασθεί τελεσίδικα, η προσημείωση τρέπεται σε υποθήκη, η οποία θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι έχει εγγραφεί από την ημέρα της προσημείωσης και ασφαλίζει τη συγκεκριμένη απαίτηση, για την οποία έχει χορηγηθεί με τη δικαστική απόφαση η άδεια εγγραφής της προσημείωσης.
Εάν μετά την εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης, με νέα σύμβαση μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, έχει αναληφθεί νέα υποχρέωση του οφειλέτη, είτε με σκοπό ανανέωσης, είτε ως δόση αντί καταβολής, είτε ως υπόσχεση αντί καταβολής έχει αναληφθεί αυτή (άρθρα 419, 421 και 436 Α.Κ.), η προσημείωση της υποθήκης δεν ασφαλίζει και την εκ της νέας υποχρεώσεως προκύπτουσα απαίτηση άνευ άλλου τινός και συνεπώς η τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη, με βάση τελεσίδικη απόφαση που αφορά τη νέα υποχρέωση, είναι άκυρη και δεν ισχύει για την αρχική ενοχή, για την οποία εκδόθηκε τελεσίδικη απόφαση.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περιπτ. α' του Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων και συνεπώς και τα περιστατικά με τα οποία περιγράφεται η απαίτηση και το προνόμιό της στην αναγγελία προς κατάταξη απαιτήσεως σε πλειστηριασμό.
Η από το δικαστήριο της ουσίας λήψη υπόψη απαίτησης άλλης από εκείνης που αναγγέλθηκε ιδρύει τον από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναίρεσης, έστω και αν αυτή την επικαλέσθηκε προς απόκρουση της ανακοπής ο καθ' ού ανακοπή, αφού η επίκληση αυτή δεν είναι παραδεκτή και συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη και να ερευνηθεί από το δικαστήριο που δίκασε την ανακοπή.
Όταν όμως, το δικαστήριο της ουσίας, εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως το νόμο, δίδει, με βάση την περιγραφή της αναγγελίας, στα ίδια παραγωγικά γεγονότα, διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό στην απαίτηση από εκείνον που της έδωσε ο καθ' ου η ανακοπή, στηρίζοντας την προνομιακή κατάταξή της σε άλλη νομική αιτιολόγηση, δε λαμβάνει υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, ώστε να δημιουργείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.
Ο εσφαλμένος νομικός χαρακτηρισμός και η εσφαλμένη υπαγωγή της περιγραφόμενης στην αναγγελία απαίτησης στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που ρυθμίζουν την προνομιακή κατάταξη των δανειστών, όπως είναι και οι διατάξεις του άρθρου 975 του Κ.Πολ.Δ, στοιχειοθετούν τον προβλεπόμενο στο άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.
λόγο αναίρεσης για εσφαλμένη εφαρμογή κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τον οποίο ερευνά ο Αρειος Πάγος, όταν προβάλλεται σχετική αιτίαση με το αναιρετήριο, έστω και αν από τον αναιρεσείοντα γίνεται εσφαλμένως επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ, αφού ο Αρειος Πάγος υπάγει αυτεπαγγέλτως τα περιστατικά που περιέχονται στο αναιρετήριο στον προσήκοντα λόγο αναίρεσης.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο πρώτος των καθ' ων (ήδη αναιρεσίβλητος), πιστωτικός συνεταιρισμός με την επωνυμία "Συνεταιριστική Τράπεζα Λαμίας ΣΥΝ.ΠΕ", επέδωσε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού και στην τότε επισπεύδουσα αυτόν ΑΜΒΥΞ ΑΕ την από 28-5-1999 αναγγελία του, η οποία ενεγράφη την 1-6-1999 στο περιθώριο του Βιβλίου Κατασχέσεων του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας, στον τόμο (...) και με αριθμό (...), με την οποία αναγγέλθηκε στον πλειστηριασμό ως δανείστρια του καθ' ου η εκτέλεση Ε1, για απαίτησή του από σύμβαση δανείου, για την οποία είχε εκδοθεί η υπ' αριθμόν 455/1997 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, προς εξασφάλιση της οποίας και με συναίνεση του οφειλέτη - καθ' ου η εκτέλεση, δυνάμει της υπ' αριθμ. 537/1993 απόφασης του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, είχε εγγραφεί δεύτερη (Β' τάξης) προσημείωση υποθήκης στα βιβλία Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας στον τόμο ...και με αριθμό ..., μέχρι του ποσού των 40.000.000 δραχμών, στα εκπλειστηριαζόμενα ακίνητα της κυριότητας του οφειλέτη Ε1.
Η παραπάνω αναγγελθείσα απαίτηση του πρώτου των καθ' ων προέρχεται από σύμβαση δανείου, που καταρτίστηκε μεταξυ αυτού και του Ε1 στις 13-8-1993, ποσού 20.000.000 δραχμών, προς εξασφάλιση της οποίας ο ως άνω οφειλέτης εξέδωσε ένα γραμμάτιο σε διαταγή του δανειστή πιστωτικού συνεταιρισμού ισόποσης αξίας, πληρωτέο στη Λαμία στις 13-2-1994.
Επειδή δε κατά την παραπάνω ημερομηνία ο οφειλέτης αδυνατούσε να εξοφλήσει όλο το οφειλόμενο ποσό, κατέβαλε τους μέχρι τότε γεννηθέντες τόκους και έναντι του οφειλόμενου κεφαλαίου ποσό 2.000.000 δραχμών, ενώ ορίστηκε νέα ημερομηνία πληρωμής του ως άνω γραμματίου η 17-8-1994. Στην οπίσθια δε όψη του ως άνω γραμματίου εις διαταγή καταχωρήθηκε σημείωση υπογεγραμμένη από τον οφειλέτη Ε1, στην οποία αναγράφεται ότι αυτό εκδόθηκε προς εξασφάλιση συμβάσεως δανείου, για την εξασφάλιση της οποίας έχει εγγραφεί, δυνάμει δικαστικής αποφάσεως, προσημείωση υποθήκης.
Λόγω μη εξόφλησης, όμως, του ως άνω γραμματίου στις 17-8-1994, εκδόθηκε, μετά από αίτηση του καθ' ου η ανακοπή, η αναφερόμενη παραπάνω, με αριθμό 455/1997 Διαταγή Πληρωμής. Όπως δε προκύπτει από τις υπ' αριθμούς ... και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λαμίας ..., ο πρώτος των καθ' ων η ανακοπή επέδωσε στον καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη δύο φορές αντίγραφο από απόγραφο της ως άνω με αριθμό 455/1997 Διαταγής Πληρωμής με τις από ...' και ..., αντίστοιχα, επιταγές προς πληρωμή, χωρίς ο καθ' ου η εκτέλεση να ασκήσει ανακοπή (άρθρα 632, 633, 933 ΚΠολΔ) και έτσι η προαναφερόμενη Διαταγή Πληρωμής κατέστη τελεσίδικη.
Κατόπιν τούτου ο πρώτος των καθ' ων με την από 14-4-1999 αίτησή του προς την Υποθηκοφύλακα Λαμίας ζήτησε την τροπή της προαναφερθείσας προσημείωσης σε τακτική υποθήκη, αναφέροντας στη σχετική αίτησή του κατά λέξη τα παρακάτω: "Με βάση την υπ' αριθμ. 537/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ενεγράφη δεύτερη (Β' τάξης) προσημείωση υποθήκης υπέρ εμού στα βιβλία Υποθηκών του οικείου Υποθηκοφυλακείου στον τόμο ...και αριθμό ...και μέχρι του ποσού των δραχμών 40.000.000 επί των ακινήτων, που αναφέρονται στη παραπάνω απόφαση κυριότητας του οφειλέτη μου Ε1, προς εξασφάλιση απαίτησής μου, που προέρχεται από σύμβαση δανείου, ύψους 20.000.000 δραχμών, για το οποίο ο ως άνω οφειλέτης μου εξέδωσε στη Λαμία ένα γραμμάτιο πληρωτέο σε διαταγή μου.
Για το παραπάνω γραμμάτιο, το οποίο ήταν λήξης 17- 8-1994 και δεν πληρώθηκε, εκδόθηκε, μετά από σχετική αίτησή μου, η υπ' αριθμ. 455/1997 διαταγή πληρωμής του κ. Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας αντίγραφο από απόγραφο της οποίας επέδωσα στον οφειλέτη μου δύο φορές χωρίς αυτός ν' ασκήσει ανακοπή και έτσι η απαίτησή μου κατέστη τελεσίδικη, η δε διαταγή πληρωμής απέκτησε ισχύ δεδικασμένου.
Ως εκ τούτου δικαιούμαι να ζητήσω την τροπή της προαναφερόμενης προσημείωσης σε τακτική υποθήκη (Β' τάξης) και ειδικότερα για όλο το ποσό των δραχμών (40.000.000) σαράντα εκατομμυρίων, που αναλύεται σε κεφάλαιο από 18.000.000 και μέρος των τόκων υπερημερίας αυτού από 18-8-94 από δραχμές 22.000.000. Για τον σκοπό, αυτόν υποβάλλω συνημμένα, εκδοθέντος του υπ' αριθμ.
πρωτ. ... πιστοποιητικού της Υποθ/κα Λαμίας, περί τροπής της στον τόμο 286 και αριθμό ...των βιβλίων υποθηκών του Υποθ/κείου Λαμίας εγγεγραμμένης την 30-7-1993 προσημείωσης υποθήκης για δραχμές 40.000.000 κατά του Ε1 υπέρ της Συν/κής Τράπεζας Λαμίας Συν.ΠΕ. δυνάμει της υπ' αριθμ. 537/93 απόφασης του Μον. Πρωτ. Λαμίας σε τακτική υποθήκη δυνάμει της υπ' αριθμ. 455/97 οριστικής και τελεσίδικης διαταγής πληρωμής".
Στη συνέχεια δε ο πρώτος των καθ' ων με την από 27-9-2001 αναγγελία του, που επέδωσε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, αναγγέλθηκε και πάλι στον επισπευδόμενο από τον ίδιο πλέον πλειστηριασμό για την παραπάνω απαίτησή του, η οποία, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα είχε καταστεί προνομιούχος μετά τη νομότυπη τροπή της εγγραφείσας στις 30-7-1993 προσημείωσης σε τακτική υποθήκη, πριν από τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης (άρθρα 1279 ΑΚ και 978,-1007 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από το υπ' αριθμόν πρωτ. ...
πιστοποιητικό της Υποθηκοφύλακα Λαμίας, που θεωρείται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1277 παρ. 2 ΑΚ,. ότι είχε εγγραφεί από την ημέρα εγγραφής της προσημείωσης, δηλαδή από 30-7-1993, προηγείτο στην κατάταξη στον προσβαλλόμενο πίνακα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ, της απαίτησης του ανακόπτοντος συνολικού ποσού 83.971,81 ευρώ, η οποία ήταν επίσης προνομιούχος ως εξασφαλισμένη με τρεις προσημειώσεις υποθήκης, εγγραφείσες την 1-5-1994, για ποσό 8.804,11 ευρώ, την 23-2-1994 για ποσό 19.075,57 ευρώ και την 9-6-1994 για ποσό 10.271,46 ευρώ στους τόμους ...και ...και με αριθμούς ..., ...και ...των βιβλίων Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας και οι οποίες επίσης είχαν τραπεί σε τακτικές υποθήκες".
Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε το σχετικό λόγο της ανακοπής του αναιρεσείοντος, με την οποία προσέβαλε την αναφερόμενη στον υπ' αρ. ...πίνακα κατάταξης της συμβολαιογράφου Λαμίας Δ. Μητράνζτα, προνομιακή κατάταξη του αναιρεσιβλήτου ως ενυπόθηκου δανειστή του οφειλέτη - καθ' ου η εκτέλεση (κυρίου πλειστηριασθέντος ακινήτου) Ε1, για ποσό 40.000.000 δραχμών από δάνειο εξασφαλισμένο με προσημείωση υποθήκης που μετατράπηκε σε υποθήκη πριν από τις ενυπόθηκες απαιτήσεις του αναιρεσείοντος, επίσης αναγγελθέντος στον πλειστηριασμό του ακινήτου αυτού.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 975, 976 αρ. 2, 977 και 1007 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. που εφήρμοσε, ούτε εκείνες των άρθρων 421, 1274, 1276 και 1277 ΑΚ καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και ειδικότερα: 1) Όσον αφορά την αμφισβητούμενη ταυτότητα της κρίσιμης, ασφαλιζόμενης με υποθήκη και αναγγελθείσας στη διαδικασία κατατάξεως, απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου κατά του οφειλέτη - καθ' ου η εκτέλεση, γίνεται ειδική αναφορά ότι δεν αποτελούσε αυτή μόνον αντικείμενο της με συναίνεση του οφειλέτη εγγραφείσας, με την 537/1993 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, υπέρ του αναιρεσιβλήτου, προσημειώσεως υποθήκης στο πλειστηριασθέν ακίνητο, αλλά αποτελούσε και ουσιαστικό αντικείμενο (υποκείμενη σχέση) του κατά την 13-8-1983 εκδοθέντος αναιτιώδους πιστωτικού τίτλου (γραμματίου εις διαταγήν) αποτελέσαντος κατ' ουσίαν αιτιώδους, εκ συμβάσεως δανείου, χρεωστικού ομολόγου, με βάση τον οποίο εκδόθηκε μεταγενεστέρως η 455/1997 διαταγή πληρωμής του ίδιου Δικαστηρίου και μετά την τελεσιδικία της η προσημείωση ετράπη σε υποθήκη, αναγνωρίσθηκε δε τούτο και από τον οφειλέτη με σχετική επισημείωσή του στον πιστωτικό τίτλο μετά την αδυναμία του να τον εξοφλήσει και τη χορήγηση προς αυτόν νέας ημερομηνίας πληρωμής του της 17-8-1994. 2) Η παράλειψη του αναιρεσιβλήτου να καταθέσει στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, μέσα στην 15ήμερη προθεσμία του άρθρου 972 παρ. 1γ Κ.Πολ.Δικ., όλα τα έγγραφα που αφορούσαν το προνόμιο της ασφαλιζόμενης με υποθήκη απαιτήσεώς του, δεν επεφέρε έκπτωση από το δικαίωμά του να προσκομίσει τα έγγραφα αυτά στο δικαστήριο προς απόκρουση της ανακοπής του αναιρεσείοντος κατά της προνομιακής κατατάξεως εκείνου, εφόσον το ίδιο δικαίωμα παρέχεται και στον αναγγελθέντα δανειστή που προσβάλλει την κατάταξη άλλου δανειστή, ενώ ο ελλιπής προσδιορισμός της ταυτότητας της απαιτήσεως στην αναγγελία σε σχέση με στην εγγραφή προσημειώσεως και στην μετατροπή της σε υποθήκη δεν καθιστούσε αυτή αόριστη, ενόψει του ότι η αναγγελία δεν έχει το χαρακτήρα κύριας ή παρεμπίπτουσας αιτήσεως για δικαστική προστασία, ώστε να απαιτείται η εξειδίκευση της απαιτήσεως του δανειστή στο βαθμό που απαιτείται επί ανακοπής.
Επομένως οι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ. δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων σχετικά με το προνόμιο κατατάξεως της αναιρεσίβλητης, λόγω διαστάσεως του περιεχομένου της αποφάσεως για την εγγραφή της προσημειώσεως με εκείνο της διαταγής πληρωμής, με βάση την οποία έγινε τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, εφόσον, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η ταύτιση της απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου τόσο στην απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου για την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης στο πλειστηριασθέν ακίνητό του οφειλέτη, όσο και στη διαταγή πληρωμής για την τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη, προέκυπτε από την επί του συστατικού για την έκδοση της διαταγής πληρωμής εγγράφου (γραμματίου εις διαταγήν) βεβαίωση του οφειλέτη, ότι το έγγραφο αυτό εκδόθηκε για την εξασφάλιση της συμβάσεως δανείου μεταξύ αυτού και του αναιρεσιβλήτου, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του κρίνοντας ότι στο αίτημα έκδοσης διαταγής πληρωμής και στην με βάση αυτή τροπή της προσημείωσης σε υποθήκη περιλαμβανόταν και η από την υποκείμενη δανειακή σχέση αξίωση του αναιρεσιβλήτου κατά του οφειλέτη - καθ' ου η εκτέλεση, δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επομένως όσα αντιθέτως προβάλλει ο αναιρεσείων με τον πρώτο, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δικ, λόγο αναιρέσεως, ότι η αναγγελία του αναιρεσιβλήτου αφορούσε απαίτησή του κατά του οφειλέτη - καθ' ου η εκτέλεση μόνο από γραμμάτιο εις διαταγήν και όχι από δάνειο, επειδή δεν αναφερόταν το τελευταίο στην αναγγελία, ενώ προέκυπτε τούτο από το αποδεικτικό της οφειλής έγγραφο, είναι αβάσιμα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ.20 και 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη τούτων λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432-465 Κ,Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, ακολούθως δε καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο μόνον ή κυρίως σε αυτό, σε περίπτωση συνεκτιμήσεως του με άλλα αποδεικτικά μέσα, σε επιζήμιο για τον διάδικο - αναιρεσείοντα πόρισμα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του επίμαχου γραμματίου εις διαταγήν και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ, με το να δεχθεί ότι "στην οπίσθια όψη του γραμματίου καταχωρήθηκε σημείωση υπογεγραμμένη από τον οφειλέτη Ε1, στην οποία αναφέρεται ότι αυτό εκδόθηκε προς εξασφάλιση συμβάσεως δανείου, για την εξασφάλιση της οποίας είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης", ενώ τέτοια σημείωση δεν υπάρχει στο γραμμάτιο.
Επομένως, εφόσον το επίμαχο γραμμάτιο εις διαταγήν, το οποίο με επίκληση προσκόμισε η αναιρεσίβλητη στο Εφετείο και σύμφωνα με τις παραδοχές τούτου περιείχε ενυπόγραφη επισημείωση του οφειλέτη Ε1 για την ταυτότητα της αναγγελθείσας στον πλειστηριασμό απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης, ως προερχόμενης από σύμβαση δανείου, με εκείνη για την οποία είχε εγγραφεί προσημείωση υποθήκης στο πλειστηριασθέν ακίνητο, δεν προσκομίζεται και πάλι αυτούσιο ή σε επικυρωμένο αντίγραφό του από τον αναιρεσείοντα, για να διαγνωσθεί αν περιέχεται η αμφισβητούμενη από τον τελευταίο επισημείωση για την υποκείμενη δανειακή αιτία εκδόσεώς του ή όχι, αλλ' απλώς ένα ανεπικύρωτο φωτοαντίγραφο, ο ως άνω εκ του άρθρου 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ.
αντίθετο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31-5-2007 αίτηση του ... για αναίρεση της 324/2005 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου από χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ