31/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 469/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5470/2003 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7/11/2003 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated31/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β΄ και γ΄ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ΄ άρθρο 575 εδ. β΄ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Full text
Απόφαση 31 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 31/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ.Πρύτανη αυτού, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Φραγκούλη. Των αναιρεσίβλητων:...... (αναφέροναται 24 αναιρεσίβλητοι), οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Χαραλάμπους, πλην των 2ης, 6ης, 7ης, 8ου, 10ου, 13ης, 14ης, 16ου, 22ης και 23ης που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/12/2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 469/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5470/2003 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7/11/2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεμέλης, ανέγνωσε την από 25/10/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ αν, κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους ο ΄Αρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο ΄Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση, αν δε στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β΄ και γ΄ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ΄ άρθρο 575 εδ. β΄ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις 5118γ΄/5-9-2005, 5117γ΄/5-9-2005, 4793γ΄21-6-2005, 5097γ΄/5-9-2005, 5088γ΄/2-9-2005, 5096γ΄/5-9-2005, 5098γ΄/5-9-2005, 5136γ΄/7-9-2005, 5122γ΄/5-9-2005 και 5121γ΄/5-9-2005 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ....
προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δεύτερη, έκτη, έβδομη, όγδοο, δέκατο, δεκάτη τρίτη, δεκάτη τετάρτη, δέκατο έκτο, εικοστή δεύτερη και εικοστή τρίτη από τους αναιρεσιβλήτους για να παραστούν κατά την αρχική δικάσιμο της 8-11-2005, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, για την οποία δεν χρειάζεται κλήτευση των αναιρεσιβλήτων.
Κατά την (τελευταία) αυτή δικάσιμο, δεν εμφανίστηκαν οι ανωτέρω αναιρεσίβλητοι όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση για συζήτηση, κατά τη σειρά της, από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν δήλωση παραστάσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και συνεπώς πρέπει, κατά τα προαναφερθέντα να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν οι διάδικοι παρόντες.
Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β΄ του Συντάγματος, η δεύτερη των οποίων αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της θεσπιζομένης με την πρώτη αρχής της ισότητας και εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 3/1997, ΑΠ 13/2003 Ελλην. Δ/νη 44.697), επιβάλλεται στο νομοθέτη η θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διακρίσεως εφόσον όμως παρέχουν την ίδια ποιοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα ίδια προσόντα.
Περαιτέρω, η 2048842/6017/0022/6-5-1989 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 455), η οποία εκδόθηκε με βάση το άρθρο 7 παρ. 2 της κυρωθείσας με το άρθρο 32 του ν. 1836/1989 (ΦΕΚ Α΄ 79) με αριθμό 88555/3293/4-10-1988 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εσωτερικών, Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 721) και επικαλείται την ανάγκη θεσπίσεως κινήτρου για την προσέλκυση και παραμονή προσωπικού ορισμένων ειδικοτήτων στα Κέντρα Πληροφορικής του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ λόγω της απαιτουμένης εξειδικεύσεως στο αντικείμενο απασχολήσεως και των συνθηκών εργασίας, ορίζει τα εξής: "Στο προσωπικό των παρακάτω αναφερομένων ειδικοτήτων των Υπηρεσιών-Διευθύνσεων Τμημάτων και Κέντρων Πληροφορικής του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ, χορηγείται ειδικό επίδομα, ως κίνητρο προσέλευσης και παραμονής, σε ποσοστό επί του βασικού μισθού του ΜΚ 28 του Ν. 1505/1984 ως ακολούθως: 1, 2, 3, 4....".
Στη συνέχεια με βάση την ίδια εξουσιοδοτική διάταξη και κατ΄ επίκληση της ανάγκης αυξήσεως του ως άνω ειδικού επιδόματος εκδόθηκε η 200642/481/0022/30-11-1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Εργασίας (ΦΕΚ Β΄ 62), με την οποία το επίδομα αυτό προσδιορίσθηκε πλέον σε συγκεκριμένο χρηματικό ποσό ανάλογα με την ειδικότητα του προσωπικού και καταργήθηκε η ανωτέρω 2048842/6017/0022/6-5-1989 απόφαση.
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, που αποβλέπουν στην παροχή οικονομικών κινήτρων για την λειτουργία υπηρεσιών μηχανογράφησης στο Δημόσιο και τα Ν.Π.Δ.Δ και τη δημιουργία εξειδικευμένου προσωπικού στο αντικείμενο αυτό απασχόλησης, το ειδικό επίδομα δικαιούνται όχι μόνον όσοι υπηρετούν σε οργανικές θέσεις που προβλέπονται για τις ειδικότητες στις οποίες αυτό αναφέρεται, αλλά και εκείνοι από τους υπαλλήλους στους οποίους έχουν ανατεθεί σχετικά με το αντικείμενο των ειδικοτήτων αυτών καθήκοντα κατ΄ αποκλειστική ή τουλάχιστον κατά κύρια απασχόληση εφόσον, όμως, στις υπηρεσίες που υπηρετούν δεν έχουν προβλεφθεί σχετικές οργανικές θέσεις.
Στη συνέχεια ο ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (ΦΕΚ Α΄ 40), στις διατάξεις του οποίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι υπάλληλοι του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ (άρθρ. 1 παρ. 1 εδ. α΄ και γ΄ αυτού), ορίζει στο άρθρο 8 αυτού, μεταξύ άλλων τα εξής: "Πέρα από το βασικό μισθό του κάθε μισθολογικού κλιμακίου, όπως αυτό ορίζεται στο προηγούμενο άρθρο, χορηγούνται και τα εξής τακτικά επιδόματα, κατά μήνα: 1....2....11.
Επίδομα Πληροφορικής για τους εξειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988 (ΦΕΚ 84 Α΄),καθώς και στους Ηλεκτρονικούς Μηχανικούς Ασφαλείας εναερίου κυκλοφορίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, οριζόμενο κατά ειδικότητα ως εξής:
α. Αναλυτές Προγραμματιστές, Ηλεκτρονικοί Μηχανικοί σε τριάντα χιλιάδες (30.000) δραχμές. β. Χειριστές-χειρίστριες Η/Υ, διατρητικών μηχανών και εισαγωγής στοιχείων σε είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) δραχμές....Το επίδομα αυτό καταβάλλεται μόνον εφόσον και για όσο διάστημα οι δικαιούχοι εργάζονται στις προαναφερόμενες ειδικότητες, με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση στις υπηρεσίες που έχει προβλεφθεί θέση.
Για τη συνδρομή όλων των ανωτέρω προϋποθέσεων εκδίδεται, κάθε μήνα, βεβαίωση του οικείου προϊσταμένου, η οποία συνοδεύει τη μισθοδοτική κατάσταση. γ. Ειδικά στους κωδικογράφους και στους χειριστές κοπτικών μηχανημάτων, που απασχολούνται κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε οργανωμένα κέντρα πληροφορικής χορηγείται επίδομα οριζόμενο σε δέκα πέντε χιλιάδες (15.000) δραχμές.
Πλην των ανωτέρω περιοριστικά αναφερομένων περιπτώσεων, το επίδομα πληροφορικής δεν καταβάλλεται σε άλλες ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ ή προσωπικών Υπολογιστών, ούτε σε εκπαιδευτικούς κλάδων πληροφορικής....". Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, η οποία, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σ΄ αυτήν, άρχισε να ισχύει από 1-1-1997 (άρθρο 33 του ίδιου νόμου), με την κατάργηση των προπαρατεθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων (άρθρο 31 εδ.
η΄ του νόμου), το επίδομα πληροφορικής δικαιούνται μόνον οι ειδικευμένοι στο αντικείμενο των ανωτέρω ειδικοτήτων υπάλληλοι, οι οποίοι κατέχουν οργανικές θέσεις κλάδων πληροφορικής, υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, εργαζόμενοι με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση και κατέχουν τα ειδικά τυπικά προσόντα που ορίζονται στο π.δ. 194/1988.
Επομένως, υπό την ισχύ της ανωτέρω διάταξης, η οποία μετέβαλε τις προϋποθέσεις καταβολής του επιδόματος πληροφορικής όπως αυτές προβλέπονταν από τις 2048842/601/0022/6-5-1989 και 200642/481/0022/30-1-1995 κοινές αποφάσεις των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Εργασίας, δεν αρκεί πλέον για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής η απλή ανάθεση καθηκόντων σχετικά με το αντικείμενο των ειδικοτήτων στις οποίες αυτό αναφέρεται κατ΄ αποκλειστική ή τουλάχιστον κατά κύρια απασχόληση, αλλ΄ απαιτείται να συντρέχουν οι ανωτέρω τεθείσες με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 προϋποθέσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο δέχθηκε, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν προσληφθεί από το αναιρεσείον Πανεπιστήμιο Αθηνών με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από ετών, από τότε που ειδικώς για τον καθένα προσδιορίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση, και από τότε προσφέρουν σ΄ αυτό τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό και ειδικότερα ως γραμματείς τμημάτων, πλην των 1ης, 3ου και 19ης που εργάζονται ως βιβλιοθηκονόμοι και της 7ης και 20ης , που εργάζονται ως λογίστριες.
Όλοι οι αναιρεσίβλητοι διέπονται μισθολογικά από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, με συνέπεια τη μισθολογική τους εξομοίωση με τους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους. Κατά το επίδικο διάστημα (από 1-1-1999 έως 30-12-2000) χειρίζονται, κατ΄ αποκλειστική τους απασχόληση και καθ΄ όλη τη διάρκεια του ωραρίου τους, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, λόγω υπηρεσιακών αναγκών, διεκπεραιώνοντας την εργασία εισαγωγής και επεξεργασίας στοιχείων και εγγράφων στον Η/Υ μπροστά σε οθόνες οπτικής καταγραφής, αφού στα τμήματα αντίστοιχα που υπηρετούν δεν προβλέπονται σχετικές οργανικές θέσεις χειριστών Η/Υ.
Ακολούθως δε έκρινε ότι κατ΄ εφαρμογή της αρχής της ισότητας δικαιούνται οι αναιρεσίβλητοι να λάβουν το επίδομα πληροφορικής που χορηγείται στους χειριστές Η/Υ των κλάδων της πληροφορικής του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ και το επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Συντάγματος και του άρθρου 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 και υπέπεσε στην από το άρθρο 560 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, η οποία προβάλλεται με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αφού εσφαλμένα έκρινε ότι οι αναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 είναι αντισυνταγματικές κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, καθόσον δεν αρκεί πλέον για τη χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής, η απλή ανάθεση καθηκόντων σχετικά με το αντικείμενο των ειδικοτήτων στις οποίες αυτό αναφέρεται, κατ΄ αποκλειστική ή τουλάχιστον κατά κύρια απασχόληση, αλλά απαιτείται να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έθεσε η παρ. 11 του άρθρου 8, μεταξύ των οποίων η κατοχή πτυχίου ή διπλώματος σπουδών στα αντικείμενα των ειδικοτήτων στις οποίες αναφέρεται το επίδομα πληροφορικής, όπως και η κατοχή οργανικής θέσης κλάδου πληροφορικής, ενώ δεν περιλαμβάνεται στις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν δίπλωμα ή πτυχίο σπουδών στο αντικείμενο των ειδικοτήτων που αναφέρεται στο επίδομα πληροφορικής, και επομένως δεν είχαν τα ίδια προσόντα και δεν τελούσαν σε όμοια κατάσταση και με όμοιες συνθήκες εργασίας με εκείνους τους υπαλλήλους, στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 8 παρ. 11 ν. 2470/1997 και δεν ανήκουν στην ίδια με αυτούς κατηγορία.
Εξάλλου η ένσταση των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων περί απαραδέκτου του μοναδικού λόγου της αναίρεσης λόγω δεδικασμένου που απορρέει από τις 1457/1999 και 1026/1999 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι οποίες κατέστησαν τελεσίδικες με τις 1233/2001 και 9892/2000, αντίστοιχα, αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά των οποίων δεν ασκήθηκε άλλο ένδικο μέσον και συνεπώς κατέστησαν αμετάκλητες, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη διότι το δεδικασμένο λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, πλην όμως δεν αφορά στη δημόσια τάξη και ως εκ τούτου δεν μπορεί να προταθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, αν δεν είχε προταθεί ρητώς ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας όπως στην ερευνωμένη περίπτωση (Ολ.
Α.Π. 1339/1985, Α.Π 1857/2006). Κατόπιν των ανωτέρω εκτιθεμένων, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ΄ ουσίαν ο μοναδικός από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5470/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ