Legislator Case Law & Legislation
31/2006 AI generated

31/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 31/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

31/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η προθεσμία της αναίρεσης κατ'αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του κατηγορουμένου, ο οποίος είναι γνωστής διαμονής στην ημεδαπή, είναι δέκα ημερών και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης καταχωρημένης στο ειδικό βιβλίο της γραμματείας του ποινικού δικαστηρίου (έτσι Α.Π. 159/98, Π.Χ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 31 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 31/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Φώτιο Καϋμενάκη-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2005, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ε. Α. του Α., κατοίκου ..., που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 53580/2000 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Ιανουαρίου 2005 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 345/2005.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλειος Μαρκής, εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Καίσαρη με αριθμό 362/6-9-2005, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω την υπ'αρ. 22/21-1-2005 αίτηση αναίρεσης του Ε. Α. του Α., κατοίκου ..., δυνάμει της από 20-1-2005 εξουσιοδότησής του προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αλετρά, και εκθέτω τα εξής:

Α) Ο αναιρεσείων ζητεί την αναίρεση της υπ'αρ. 53580/12-6-2000 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως ανυποστήρικτη η υπ'αρ. 3199/5-2-1999 έφεσή του κατά της υπ'αρ. 71014/23-6-1998 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 5 ετών για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο (ά. 25 Ν. 1882/90).

Β) Η προσβαλλόμενη απόφαση επεδόθη στον αναιρεσείοντα την 8-6-2002, στον δε αντίκλητό του την 16-5-2002, όπως προκύπτει από τα συνημμένα στη δικογραφία αποδεικτικά επίδοσης, καταχωρήθηκε δε στο ειδικό βιβλίο την 29-5-2000. Σύμφωνα με τη διάταξη του ά. 501 παρ. 1 Κ.Π.Δ., αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια του συνηγόρου του, αν συντρέχει η περίπτωση της παρ. 2 του ά. 340 ή της παρ. 3 αυτού του άρθρου, η έφεση απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη.

Η απόφαση που απορρίπτει την έφεση μπορεί να προσβληθεί μόνο με αναίρεση. Γ) Ως λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει: α) ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παράνομα απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, καθόσον μετά προηγηθείσα αναβολή, κατά την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση, έπρεπε να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης και να δικασθεί ο εκκαλών ωσεί παρών και όχι ν'απορριφθεί η έφεση ως ανυποστήρικτη. 'Ετσι λοιπόν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας, η οποία καθιστά αναιρετέα την απόφαση κατ'ά. 510 παρ. 1 στοιχ.

Θ' ΚΠΔ, β) ότι υπάρχει επίσης έλλειψη αιτιολογίας, διότι δεν προκύπτει αν ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της ρητής αναβολής. Δ) Για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της υπό κρίση αίτησης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν ήταν νομότυπη η επιδοθείσα στη σύνοικο μητέρα του κλήση προς εμφάνισή του στο ακροατήριο κατά την ορισθείσα δικάσιμο, καθόσον αυτή έπασχε από γεροντική άνοια και λησμόνησε να την παραδώσει στο γιο της, με συνέπεια αυτός να λάβει γνώση της έκδοσης και επίδοσης στον ίδιο της προσβαλλόμενης απόφασης την 12-1-2005, όταν δηλ.

συνελήφθη από τις διωκτικές αρχές. Ε) Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται τα εξής: "Από την με αρ. 32153/2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία η συζήτηση της προκειμένης υποθέσεως αναβλήθηκε για σήμερα, σε ρητή δικάσιμο, της οποίας έλαβε γνώση ο εκκαλών κατηγορούμενος, δεδομένου ότι δεν παρουσιάσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 320, 321, 326, 340 και 501 ΚΠΔ, ν'απορριφθεί η έφεσή του ως ανυποστήρικτη".

ΣΤ) Κατ'ά. 473 παρ. 1 Κ.Π.Δ., Όπου ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά, η προθεσμία για την άσκηση ένδικων μέσων είναι δέκα ημέρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Αν ο δικαιούμενος δεν είναι παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η πιο πάνω προθεσμία είναι επίσης δεκαήμερη, εκτός αν αυτός διαμένει στην αλλοδαπή ή είναι άγνωστη η διαμονή του, οπότε η προθεσμία είναι τριάντα ημερών και αρχίζει σε κάθε περίπτωση από την επίδοση της απόφασης, ενώ κατά την παρ. 3 του ίδιου ως άνω άρθρου, Η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου.

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η προθεσμία της αναίρεσης κατ'αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του κατηγορουμένου, ο οποίος είναι γνωστής διαμονής στην ημεδαπή, είναι δέκα ημερών και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης καταχωρημένης στο ειδικό βιβλίο της γραμματείας του ποινικού δικαστηρίου (έτσι Α.Π. 159/98, Π.Χ.

ΜΘ/639). Ζ) Όπως έχει πάγια κριθεί από τη νομολογία, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση ενδίκου μέσου λόγω ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπέρβλητου κωλύματος, εφόσον αναφέρεται στη δήλωση ασκήσεως αυτού ο λόγος που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση και τ'αποδεικτικά μέσα που τον θεμελιώνουν (Α.Π. 412/98, Π.Χ. ΜΗ/1061), αλλιώς το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο (Α.Π. 583, 1123 και 1556/93, 971/95, Π.Χ.

ΜΓ/504 και 980, ΜΔ/23 και ΜΣΤ/484), εάν δε εκτίθεται ότι εχώρησε επίδοση άκυρη, πρέπει να γίνεται επίκληση και των προς απόδειξη μέσων (ΑΠ 753 και 1397/83, Π.Χ. ΛΓ/946 και ΛΔ/363). Η) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη εξετέθη ανωτέρω υπό στοιχ. Β', η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο την 29-5-2001, ενώ επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 8-6-2002 και στον αντίκλητό του την 16-5-2002, η δε υπό κρίση αναίρεση ασκήθηκε την 21-1-2005, δηλ.

τελείως εκπρόθεσμα (μετά 2 1/2 και πλέον χρόνια), χωρίς να δικαιολογείται εκ λόγων ανωτέρας βίας ή άλλου ανυπέρβλητων αιτίων. Ο επικαλούμενος λόγος για μη νομότυπη επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης την 8-6-2002 στη σύνοικο (ενήλικο) μητέρα του αναιρεσείοντος, διότι ήταν διανοητικά ασθενής, είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του ά. 155 παρ. 1 εδ.

τελ. ΚΠΔ, ανήκει στην ανεξέλεγκτη κρίση του επιδίδοντος η εκτίμηση της ψυχικής ασθένειας (ή ανηλικότητας ή προφανούς μέθης) του παραλαμβάνοντος το έγγραφο, προκειμένου να τον εξαιρέσει ή μη από την επίδοση. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη εν προκειμένω και επομένως δεν υπάρχει ακυρότητα της επίδοσης. Κατ'ακολουθία, έλαβε εγκαίρως γνώση της προσβαλλόμενης απόφασης και όφειλε εντός της κατά. 473 παρ. 1 ΚΠΔ προθεσμίας των 10 ημερών να ασκήσει την αναίρεσή του.

Κατά συνέπεια των ανωτέρω και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 485 παρ. 1, 476 παρ. 1 και 513 ΚΠΔ πρέπει ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.

Ε Π Ι Κ Ο Υ Ρ Ι Κ Α Θ) Αν όμως γίνει τυπικά δεκτή ως εμπρόθεσμη η εν λόγω αίτηση, πρέπει ν'αναφερθούν τα εξής ως προς τους επικαλούμενους 2 λόγους αναίρεσης. Ι) Με την υπ'αρ. 32153/27-3-2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών επετράπη η δια πληρεξουσίου δικηγόρου παράσταση (εκπροσώπηση) του απόντος τότε εκκαλούντος και τώρα αναιρεσείοντος, ενώ έγινε και τυπικά δεκτή η έφεσή του κατά της υπ'αρ. 71014/1998 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αλλά αναβλήθηκε για "κρείσσονες" αποδείξεις για τη ρητή δικάσιμο της 16-6-2000.

Κατά. 501 παρ. 4 εδ. τελ. ΚΠΔ, όπως η παρ. αυτή προστέθηκε με το ά. 48 παρ. 3 του Ν. 3160/2003, "Αν μετά την έναρξη της συζήτησης της έφεσης λάβει χώρα διακοπή ή αναβολή αυτής και κατά τη νέα συζήτηση ο εκκαλών κατηγορούμενος, αν και κλητεύθηκε νομίμως, δεν εμφανιστεί όπως ορίζεται στην παρ. 1, δικάζεται σαν να ήταν παρών".

Επομένως, όφειλε το ως άνω δικαστήριο να προβεί στην εκδίκαση της υπόθεσης και να μην απορρίψει την έφεση ως ανυποστήρικτη. Τα αντίθετα πράξαν, υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αναίρεσης κατ'ά. 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ. ΙΙ) Αντιθέτως, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας, με την αιτίαση ότι είναι αόριστη η αιτιολογία στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ότι "από την με αρ. 32153/2000 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία η συζήτηση της προκειμένης υποθέσεως αναβλήθηκε για σήμερα, σε ρητή δικάσιμο, της οποίας έλαβε γνώση ο εκκαλών κατηγορούμενος", είναι αβάσιμος, διότι, ενόψει του ότι η αναβλητική απόφαση επέχει θέση κλητεύσεως (Α.Π. 1330/1999), κατά την απόλυτα επικρατούσα στη νομολογία άποψη, αρκεί να παρατίθεται στην προσβαλλόμενη:

α) ο αριθμός της αναβλητικής απόφασης, β) η ημερομηνία κατά την οποία ορίσθηκε η μετ'αναβολή (ρητή) δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης, καθώς και γ) ότι ο εκκαλών ή ο συνήγορός του ή άλλο πρόσωπο που ενεργούσε για λογαριασμό του εκκαλούντος ήταν παρών κατά τη δημοσίευση της αναβλητικής απόφασης που είχε προηγηθεί (έτσι οι ΑΠ 744, 830, 1083 έως και 1090, 1121, 1122, 1226, 1330, 1380, 1683, 1689, 1730/1999 CONTRA:

Α.Π. 603/99 και 1705/2000, Π.Χ. Ν/223 και ΝΑ/723). Κατά συνέπεια, πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης κατ'ά. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, διότι στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παρατίθενται τα ανωτέρω (υπό στοιχ. Θ' ΙΙ) στοιχεία. ΓΙ' ΑΥΤΟ Π ρ ο τ ε ί ν ω: 1) ν'απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω του εκπροθέσμου της η υπ'αρ. 22/21-1-2005 αίτηση αναίρεσης του Ε.

Α. του Α., κατοίκου Κηφισιάς, κατά της υπ'αρ. 53580/12-6-2000 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και 2) να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα, αλλιώς 3) επικουρικά, αν γίνει τυπικά δεκτή, να γίνει δεκτός ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας και ν'απορριφθεί για έλλειψη αιτιολογίας.

Αθήνα, 21 Μαρτίου 2005 Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Καίσαρης.

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 168, 473 παρ. 1, 3 και 474 παρ. 1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι, αν η αναίρεση ασκηθεί από τον κατηγορούμενο με δήλωση στο γραμματέα του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση (είτε αυτοπροσώπως είτε μέσω αντιπροσώπου κατά το άρθρο 465 ΚΠΔ) και ο αναιρεσείων δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης, η προθεσμία άσκησής της είναι δεκαήμερη και αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της απόφασης, αν αυτή έχει καθαρογραφεί και καταχωρηθεί στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου, διαφορετικά αρχίζει από την επομένη της μεταγενέστερης καταχώρησης.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, όταν το ένδικο μέσο ασκηθεί εκπρόθεσμα απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Στη προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 53580/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που απαγγέλθηκε απόντος του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο καθαρογραμμένη στις 29-5-2001, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα, και επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα με θυροκόλληση στις 8-6-2002, όπως προκύπτει από το από 8-6-2002 αποδεικτικό επίδοσης του αρχιφύλακα Β.

Μ. του ΑΤ Ν. Ιωνίας, και στον αντίκλητό του δικηγόρο Αθηνών Νικόλαο Κελαϊδή, όπως προκύπτει από το από 16-5-2002 αποδεικτικό επίδοσης του αστυφύλακα Χ. Ζ. του ΑΤ Κυψέλης. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της αποφάσεως αυτής, με την οποία είχε απορριφθεί έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 71014/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ασκήθηκε από τον δικηγόρο Αθηνών Ιωάννη Αλετρά, που είχε ειδική για το σκοπό αυτό εξουσιοδότηση από τον κατηγορούμενο, στις 21-1-2005, δηλαδή μετά την πάροδο της προθεσμίας των δέκα ημερών από την επίδοση, χωρίς ο αναιρεσείων να επικαλείται και να αναφέρει στην συνταχθείσα, σύμφωνα με τα άρθρα 474 παρ. 2 και 509 ΚΠΔ, έκθεση αναίρεσης λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση.

Το αναφερόμενο στην αίτηση αναίρεσης ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην μητέρα του, η οποία πάσχει από γεροντική άνοια και έτσι δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί τη σπουδαιότητα του επιδοθέντος εγγράφου, στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η απόφαση επιδόθηκε στην μητέρα του αναιρεσείοντος, ενώ, όπως εκτέθηκε, η επίδοση έγινε με θυροκόλληση και όχι στην ίδια.

Σε κάθε περίπτωση όμως από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η μητέρα του αναιρεσείοντος έκρυψε την απόφαση και δεν τον ενημέρωσε σχετικώς, όπως αυτός ισχυρίζεται. Επομένως η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα (άρθρο 476 παρ. 1 και 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-1-2005 αίτηση του Ε. Α. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 53580/2000 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στον αναιρεσείοντα που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2005. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ