Legislator Case Law & Legislation
319/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for contradictory and non-diagnostic appeal arguments.

Case Number 319/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Chamber of the Aegean Court of Appeal, ruling that the appeal arguments were inadmissible. The appellants challenged the lower court's finding that they had not acquired ownership of the disputed property, arguing instead that the court made a diagnostic error regarding the evidence. The court rejected these claims because the arguments were contradictory to the primary inadmissibility ground and addressed the unreviewable exercise of judicial discretion rather than a factual error in document interpretation. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Articles 559 para. 20 and 491 of the Code of Civil Procedure: Appeal arguments are inadmissible if they are contradictory to the primary inadmissibility ground or if they concern the unreviewable exercise of judicial discretion rather than a diagnostic error in document interpretation.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal arguments contradictory appeal grounds judicial discretion review diagnostic error standard Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 para. 20 of the Code of Civil Procedure
Article 491 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 319 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 319/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου - Εισηγήτρια, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 2α Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Ε. του Π. και της Μ., ως κληρονόμου, εκ διαθήκης, της αρχικώς εναγομένης μητέρας του, Μ. χήρας Π. Κ., το γένος Γ. και Ε. Δ., 2) K. Π. - Σ. του Ι. και της Μ, ως κληρονόμου, εκ διαθήκης, της αρχικώς εναγομένης, μάμμης του, Μ. χήρας Π. Κ., το γένος Γ. και Ε. Δ., αμφοτέρων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Τσολάκο και κατέθεσαν προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Δ. του Γ. και της Ε., κατοίκου ..., αδελφού της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων Μ. χήρας Π. Κ., το γένος Γ. και Ε. Δ., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Παναγιώτη Τσονάκα και Καλλιόπης Περιστεράκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 264/2010 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αποβιώσασα αρχικώς εκκαλούσα-εναγομένη Μ. χήρα Π. Κ., με την από 21-3-2011 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 718/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 47/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-4-2021 αίτηση και τους από 19-1-2022 προσθέτους λόγους αυτών.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, Γ. Δ., άσκησε την από 3.4.2004 αγωγή κατά της αρχικώς εναγομένης, Μ. συζ. Π.

Κ., με την οποία εξέθετε ότι κατέστη κύριος με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία)του αναφερομένου σε αυτήν ακινήτου, που βρίσκεται στον οικισμό ….. του ομώνυμου Δημοτικού Διαμερίσματος του Δήμου.., και ότι η εναγομένη, περί τα τέλη του έτους 1988 κατασκεύασε επί της νοτιοδυτικής πλευράς της αυλής της οικίας του, που είναι όμορη με το ακίνητο ιδιοκτησίας της, ένα δωμάτιο επιφανείας 10,60 τ.μ.

καταλαμβάνοντας αντίστοιχο τμήμα του ακινήτου του, επί πλέον δε τον Ιανουάριο του έτους 2002 διάνοιξε οπή επί του σκεπάστρου από μπετόν του σκεπασμένου χώρου της αυλής της οικίας του εμβαδού 3,10 τμ και τοποθέτησε επί της οπής αυτής καμινάδα εξαερισμού του ως άνω αυθαίρετου δωματίου που κατασκεύασε. Επικαλούμενος δε ότι με τις πράξεις της αυτές η εναγομένη προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητάς του, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί των επίδικων εδαφικών τμημάτων του ακινήτου του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του αποδώσει το καταληφθέν τμήμα αυτού, και να παύσει τη διατάραξη της κυριότητας του στο έτερο επίδικο τμήμα με την αφαίρεση της καμινάδας και οποιουδήποτε άλλου τυχόν κατασκευάσματος επί αυτού και την αποκατάσταση των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου, με την 64/2005 οριστική απόφασή του, αφού κρίθηκε ότι με την ως άνω αγωγή παραδεκτά σωρεύονται διεκδικητική και αρνητική αγωγή κυριότητας καθόσον κάθε μία αφορά συγκεκριμένο και διαφορετικό τμήμα του ίδιου ακινήτου, την έκανε καθολοκληρία δεκτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν, απορρίπτοντας συγχρόνως ως ουσιαστικά αβάσιμες τις προβληθείσες από την εναγομένη ενστάσεις περί παραγραφής και ιδίας κυριότητας.

Κατά της αποφάσεως αυτής η εναγομένη άσκησε έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η 264/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, που δέχθηκε τυπικά αυτήν και την απέρριψε κατ'ουσίαν. Κατόπιν ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως εκ μέρους της εκκαλούσας - εναγομένης κατά της ως άνω αποφάσεως, εκδόθηκε η 718/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης και χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι, την αναίρεσε για παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ (στέρηση νόμιμης βάσης εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα) και την παρέπεμψε προς εκδίκαση με άλλη σύνθεση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε (Τριμελές Εφετείο Αιγαίου).

Μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως του Αρείου Πάγου αποβίωσε η εκκαλούσα - εναγομένη και κατά την επαναφορά της υποθέσεως προς νέα συζήτηση στο ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, τη δίκη συνέχισαν ως εκκαλούντες οι εκ δημοσίας διαθήκης κληρονόμοι αυτής, ήτοι ο υιός της Ε. Κ. και ο εγγονός της Π. Κ., ήδη αναιρεσείοντες.

Επί της ως άνω εφέσεως εκδόθηκε από το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, ως δικαστήριο της παραπομπής, προσβαλλόμενη 47/2020 απόφαση, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου στρέφεται η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ." Επομένως, αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.) και να συνεκδικασθεί με τους από 19.1.2022 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 εδ.

α' ΚΠολΔ), καθώς το δικόγραφο τους κατατέθηκε στην γραμματεία του Αρείου Πάγου με αριθμό κατάθεσης ../20.1.2022 και σύμφωνα με την …/21.1.2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Μ.-Π. Τ., επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο ήτοι εντός προθεσμίας τριάντα τουλάχιστον ημερών πριν από την ορισθείσα παρούσα δικάσιμο της 2ας .3.2022, για τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1000, 1001, 1008 ΑΚ, συνάγεται ότι εκείνος που έχει την κυριότητα επί ακινήτου, μπορεί, εφόσον δεν προσκρούει στο νόμο ή σε δικαιώματα τρίτων, να το διαθέτει κατ'αρέσκεια και να αποκλείει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σ'αυτό και αν η κυριότητά του προσβάλλεται με άλλο τρόπο, εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος (οπότε προστατεύεται με την άσκηση διεκδικητικής αγωγής με αίτημα την απόδοση του αφαιρεθέντος ή καταληφθέντος πράγματος κατ'άρθρο 1094 ΑΚ), δικαιούται να ασκήσει την εκ του άρθρου 1108 ΑΚ αρνητική αγωγή, σωρεύοντας ως αιτήματα τόσο να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του επιδίκου, όσο και να υποχρεωθεί εκείνος που την προσβάλλει, να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον.

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 1033, 1045 ΑΚ και 262 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο κατά της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου προβαλλόμενος από τον εναγόμενο ισχυρισμός ότι απέκτησε αυτός την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο ή πρωτότυπο τρόπο αποτελεί ένσταση αν η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας ή και σε πρωτότυπο τρόπο, εφόσον όμως τα περιστατικά που προτείνονται, αληθινά υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον προτείνοντα την κυριότητα και είναι μεταγενέστερα αυτών της αγωγής, ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ'αυτό είναι επαρκής για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, άρνηση δε της αγωγής αν τα περιστατικά αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων που περιέχονται στην αγωγή. (ΑΠ 20/2017, ΑΠ 242/2017, ΑΠ 54/2014, ΑΠ 1516/2012).

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 999, 1000, 1041, 1042, 1043, 1045 και 1051 του ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας, με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής, με καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο, για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία, άσκηση νομής, επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, όσον αφορά δε την κτήση κυριότητας με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, η δυνατότητα της προσμέτρησης εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του προϋποθέτει ότι έχει και ο αρχικός νομέας τα ίδια προσόντα της χρησικτησίας, είναι δηλαδή καλόπιστος (ΑΠ 710/2015, ΑΠ 917/2015, ΑΠ 1114/2014).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 334/2021, ΑΠ 65/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2013).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. (ΑΠ 1450/2021, ΑΠ 148/2020). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 175/2020, ΑΠ 4979/2020, ΑΠ 1103/2011).

Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναιρέσεως αυτοί θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. (Α.Π. 1183/2021, Α.Π. 15/2021).

Επίσης αναιρετικοί λόγοι ιδρύονται: I) Από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν (περ. α') ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν (περ. β ) και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ ΑΠ 14/2004, Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 892/2019).

Δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔικ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων είναι και η πραγματογνωμοσύνη, οι ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια, η λήψη ή μη λήψη των οποίων δεν ιδρύει τον ερευνώμενο εκ της διατάξεως του αριθμό 8 εδ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1165/2019, ΑΠ 10/2008.

II) Από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα.

Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει στην απόφασή του χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογεί το καθένα ξεχωριστά. (ΑΠ 1091/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 333/2017, ΑΠ 217/2016).

Ill) Από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (περ. γ'). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ /2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων. (ΑΠ 104/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1784/2017).

IV) Από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για την παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρο 340) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).

Για τα αποδεικτικά μέσα που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ'άρθρο 340 ΚΠολΔ, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του. (ΑΠ 103/2021,ΑΠ 336/2020).

V) Από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., όταν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις που εντοπίζονται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης χωρίς να αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της, (Ολ. ΑΠ 13/1995, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 860/2017). Και VI) Από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, για ζήτημα το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1257/2022, ΑΠ 1090/2019, ΑΠ 758/2018, ΑΠ 511/2018).

Νομικό όμως ζήτημα δεν επιλύεται αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν δεν καθιστούν δυνατή λόγω της ανεπάρκειας ή της αντιφατικότητας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να εκτιμήσει αυτά διαφορετικά. (ΑΠ 501/2018, ΑΠ 923/2017, ΑΠ 251/2016, ΑΠ 11/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της 47/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, με αυτήν, μετά από εκτίμηση των προσκομιζομένων και επικαλουμένων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων, έγιναν δεκτά ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Με το υπ'αριθμ. …συμβόλαιο αγοραπωλησίας οικίας του συμβολαιογράφου Αθηνών…. , που μεταγράφηκε νόμιμα...

περιήλθε στην κοινή δικαιοπάροχο των διαδίκων (ενάγοντος και αρχικώς εναγομένης)... το περιγραφόμενο ως ακολούθως ακίνητο: "μία οικία κειμένη εντός του χωρίου … τέως Δήμου…., εις θέσιν…., συγκειμένη εκ τεσσάρων δωματίων μετά του μαγειρείου και της αυλής εν η υπάρχει έτερο δωμάτιο, δύο μάνδραι (δηλ. υπόσκαφτα), μικρό περιβόλιο και δεξαμενή, ως περικλείεται δι'εξωθύρας, πλησιάζουσα με τοποθεσία Ν.

Χ. και κοινάς οδούς". Ακολούθως η ανωτέρω (εκπροσωπούμενη από τον Π. Ι. Κ., δυνάμει του υπ'αριθμ. 8624/1970 πληρεξουσίου) με το υπ'αριθμ. ….πωλητήριο συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου Θήρας … που μεταγράφηκε νόμιμα, ... εκ του ανωτέρω ακινήτου πούλησε και μεταβίβασε στην αρχικώς εκκαλούσα-εναγομένη κόρη της ... "έν δωμάτιο ερειπωμένο μετά μικρού προαυλίου έμπροσθεν και όπισθεν τούτου, πλάτους δύο μέτρων και μήκους μέχρι της εξωθύρας, κείμενο εις το χωρίο .... ..

εις θέσιν.., ... περιελθόν σε αυτήν με το υπ'αριθμ. … πωλητήριο συμβόλαιο...". Επί πλέον η ίδια (εκπροσωπούμενη από τη ... ... δυνάμει του υπ' αριθμ. …πληρεξουσίου, με το υπ'αριθμ. …πωλητήριο συμβόλαιο οικίας, του συμβολαιογράφου Θήρας…, που μεταγράφηκε νόμιμα, ... πούλησε και μεταβίβασε στον εφεσίβλητο-ενάγοντα γιό της Γ.

Δ. του Γ., "μία παλαιά οικία, κειμένη εντός του χωρίου ..Θήρας... εις θέσιν "...", συγκειμένη εκ τεσσάρων δωματίων, μετά του μαγειρείου και της αυλής εν η υπάρχει έτερο δωμάτιο, δύο μάντραι (υπόσκαφτα), μικρό περιβόλιο και δεξαμενή, ως περικλείεται δι'εξωθύρας, πλησιάζουσα με τοποθεσία Ν. Χ. και κοινάς οδούς, κατά τον τίτλο της (υπ'αριθμ. ...

πωλητήριο συμβόλαιο), ... Λόγω, όμως του ότι, στον άνω τίτλο του εφεσίβλητου-ενάγοντος, το ακίνητο που μεταβιβάστηκε από τη μητέρα του εκ παραδρομής περιγράφηκε με τα όρια και την έκταση που είχε το αρχικό ενιαίο ακίνητο, η δικαιοπάροχος μητέρα των διαδίκων ... και η εκκαλούσα - εναγομένη... προέβησαν στη σύνταξη της υπ'αριθμ. ...

Δήλωσης Διευκρινήσεως, ενώπιον του συμβολαιογράφου Θήρας Ε. Μ., που μεταγράφηκε στις .. στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θήρας... με την οποία επιβεβαίωσαν, την κατά τα ανωτέρω διαίρεση του ενιαίου αυτού ακινήτου, γεγονός που, άλλωστε, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους. Ειδικότερα, στη συμβολαιογραφική αυτή διευκρινιστική δήλωση αναφέρονται τα ακόλουθα: "Η πρώτη των συμβαλλομένων, Ε.

Γ. Δ. δήλωσε ότι, δυνάμει του υπ'αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου, η εντολέας και πληρεξούσιά της, Μ. Π. Κ., πώλησε και μεταβίβασε στον Γ. Γ. Δ., Μηχανικό Ε.Ν. μία οικία παλαιά... Εν τω ανωτέρω μνημονευόμενο συμβόλαιο εδηλώθη παρά της ανωτέρω εντολίδος της και ανεγράφη εκ παραδρομής και εσφαλμένως ότι μεταβιβάζει και εν μικρό περιβόλιο, το οποίο δεν υπάρχει, αλλά υπήρχε πρότερον εν μικρό προαύλιο έμπροσθεν και όπισθεν της οικίας, το οποίο επωλήθη παρ'αυτής της Ε.

Γ. Δ. προς την Μ. Π. Κ., δυνάμει του ... πωλητηρίου συμβολαίου μου. Ήδη δηλοί και πάλι η ανωτέρω Ε. Γ. Δ. και διευκρινίζει ότι εσφαλμένως ανεγράφη στο υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο ότι μεταβιβάζει και εν μικρό περιβόλιο, το οποίο δεν υπάρχει, αλλά αντ'αυτού υπήρχε πρότερον εν μικρό προαύλιο έμπροσθεν και όπισθεν της οικίας, το οποίο επωλήθη παρ'αυτής...

Η δε Μ. Π. Κ. δήλωσε ότι αποδέχεται πάντα τα ανωτέρω εκτεθέντα". Από τους παραπάνω τίτλους αντίστοιχα των διαδίκων και της δικαιοπαρόχου - μητέρας τους, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Το αρχικά ενιαίο ακίνητο που ανήκε στην κοινή δικαιοπάροχο και μητέρα των διαδίκων ... ήταν "μία οικία κειμένη εντός του χωρίου ...

στη θέση ..., συγκείμενη εκ τεσσάρων δωματίων μετά του μαγειρείου και της αυλής εν ή υπάρχει έτερο δωμάτιο, δύο μάνδραι (υπόσκαφτα), μικρό περιβόλιο και δεξαμενή, ως περικλείεται δι'εξωθύρας, πλησιάζουσα με τοποθεσία Ν. Χ. και κοινάς οδούς", σύμφωνα με τον κτητικό τίτλο αυτής , ήτοι το υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας οικίας.

Με εντολή του ενάγοντος - εφεσίβλητου, συντάχθηκε από τον αγρονόμο, τοπογράφο μηχανικό, Δ. Π. η από Δεκεμβρίου 2003 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης (φωτοερμηνείας), του στερεοζεύγους ασπρόμαυρων αεροφωτογραφιών ... της προς εξέταση περιόχής του άνω ακινήτου, με έτος λήψεως ..., που του χορηγήθηκαν από τη Διεύθυνση Αεροφωτογραφήσεων του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ, προς το σκοπό "εντοπισμού επί των αεροφωτογραφιών της θέσης υπαρχόντων τοπογραφικών χαρακτηριστικών και συγκεκριμένα των κτισμάτων, των δρόμων και των ορίων της ιδιοκτησίας και των όμορων ιδιοκτησιών, κατά την περίοδο λήψης αυτών, τη μεταφορά της θέσης τους επί της ψηφιοποιημένης (σαρωμένης) υπ'αριθμ. ...

αεροφωτογραφίας έτους λήψης ..., που περιέχει το υπό εξέταση τμήμα και τη δημιουργία σκαριφημάτων με τη θέση των τοπογραφικών χαρακτηριστικών πάνω στην αντίστοιχη αεροφωτογραφία". Σύμφωνα με την άνω Έκθεση: "Το ακίνητο βρίσκεται εντός οικισμού περιοχή του Δημοτικού Διαμερίσματος ... και σημειώνεται στο σκαρίφημα της φωτοερμηνείας με την ένδειξη Α.

Από την εξέταση της εικόνας της περί το ακίνητο περιοχής, όπως εμφαίνεται στις αεροφωτογραφίες, συμπεραίνουμε ότι αφορά ακίνητο που βρίσκεται, στη χρονική περίοδο λήψεως των αεροφωτογραφιών (...) σε αδόμητη περιοχή... Στις αεροφωτογραφίες έτους λήψης ..., παρατηρείται ότι: 1. Στο ακίνητο, που στο σκαρίφημα της φωτοερμηνείας σημειώνεται σαν Α , αναγνωρίζεται η ύπαρξη δύο (2) κτισμάτων, που σημειώνονται στο σκαρίφημα με τις ενδείξεις Κ1 και Κ2. 2 .

Νότια του κτίσματος Κ2 του ακινήτου Α, αναγνωρίζεται η ύπαρξη αυλής, που σημειώνεται ...με την ένδειξη αυλή 2. 3) Αναγνωρίζεται η ύπαρξη αυλής που σημειώνεται ... με την ένδειξη αυλή 1. Η αυλή 1 εκτείνεται από τη βόρεια πλευρά του κτίσματος Κ2 έως τη νότια πλευρά του κτίσματος Κ1. 4. Αναγνωρίζεται η πόρτα εισόδου στο ακίνητο Α και σημειώνεται, στο σκαρίφημα της φωτοερμηνείας με την ένδειξη πόρτα εισόδου. 5.

Δεν αναγνωρίζεται έτερο κτίσμα εντός του ακινήτου Α ανάμεσα στα κτίσματα Κ1 και Κ2, 6. Δεν αναγνωρίζεται κτίσμα εντός του ακινήτου Α βόρεια και ανατολικά κοντά στην πόρτα εισόδου. 7. Η βόρεια πλευρά του κτίσματος Κ1 απέχει όση απόσταση από την πόρτα εισόδου, όσο περίπου το μήκος της δυτικής πλευράς του ίδιου κτίσματος". ...

Με τις αναφορές και διαπιστώσεις της έκθεσης αυτής φωτοερμηνείας ταυτοποιείται απόλυτα το περιγραφόμενο στον τίτλο κτήσεως (υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας οικίας) της αμέσου κοινής δικαιοπαρόχου των διαδίκων ακίνητο με των επ'αυτού υφισταμένων κτισμάτων, αυλών και λοιπών χαρακτηριστικών του και ειδικότερα:

Το υπό ένδειξη Κ1 κτίσμα αποτελεί την οικία, έμπροσθεν αυτού, με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, υφίσταται η αυλή 1, εντός αυτής το κτίσμα 2, που αποτελεί το "έτερο δωμάτιο" και έμπροσθεν αυτού η αυλή 2 και επίσης απεικονίζεται η εξώθυρα εισόδου στο όλο ενιαίο τότε ακίνητο. β) Κατά τον κτητικό τίτλο της εκκαλούσας-εναγομένης (υπ'αριθμ. ...

πωλητήριο συμβόλαιο δωματίου), περιήλθε σε αυτήν, κατά τη γενόμενη στον τίτλο αυτό περιγραφή "έν δωμάτιο ερειπωμένο μετά μικρού προαυλίου έμπροσθεν και όπισθεν τούτου, πλάτους δύο μέτρων και μήκους μέχρι της εξωθύρας, κείμενο εις το χωρίο ...... εις θέσιν ..., συνορευόμενο γύρωθεν με ακίνητο Γ. Γ. Δ. (εφεσίβλητου -ενάγοντα) και με δημοσίας οδούς".

Σε συσχετισμό δε με την άνω έκθεση φωτοερμηνείας περιήλθε σε αυτήν, εκ του ενιαίου ακινήτου, το κτίσμα Κ2, με την έμπροσθεν αυτού (προς νότο) αυλή 2 και τμήμα της όπισθεν αυτού (προς βορρά) αυλής 1, μήκους μέχρι την πόρτα εισόδου στο ακίνητο (εξώθυρας), γ) Κατά δε τον κτητικό τίτλο του εφεσίβλητου-ενάγοντα (το υπ'αριθμ. ...

πωλητήριο συμβόλαιο οικίας σε συνδυασμό με την υπ'αριθμ. ... Έκθεση Διευκρινίσεως) περιήλθε σε αυτόν το υπόλοιπο ακίνητο, μετά των κτισμάτων του, όπως απεικονίζεται στο συνημμένο στην ένδικη αγωγή από Δεκέμβριο του 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού ..., με τα στοιχεία 2, εκτάσεως 153,70 τμ, η προς βορρά ισόγεια οικία...

επιφανείας 80,70 τμ και τα εντός του ακινήτου δύο συνεχόμενα υπόσκαφτα...ενώ νοτιοδυτικά υπό τα στοιχεία Η-Δ-Ε-Ζ εμφαίνεται η εξώθυρα (Η-Θ) μετά των σκαλοπατιών (Ε-Ζ) εισόδου στο ακίνητο του.. Ειδικότερα, κατά το ως άνω τοπογραφικό το ακίνητο του αυτό αποτελείται , με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, από την ισόγεια οικία...

επιφανείας 80,70 τμ , την έμπροσθεν αυτής αυλή, επιφανείας 73 τμ, στην οποία υπάρχει δεξαμενή και σκεπασμένος με πλάκα από μπετόν χώρος... επιφανείας 3.10 τμ στο νοτιοανατολικό άκρο, ο οποίος επικοινωνεί με τα άνω υπόσκαφτα δωμάτια, επιφανείας 20,70 τμ... Σε συνδυασμό δε με το σκαρίφημα της άνω έκθεσης φωτοερμηνείας, με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, περιλαμβάνει το κτίσμα Κ1 (οικία) μετά της έμπροσθεν αυτού αυλής 1, που εκτείνεται μέχρι την πόρτα εισόδου (εξώθυρας) στο ακίνητο ...

Δηλαδή, το περιελθόν στην εκκαλούσα - εναγομένη ακίνητο... εκτεινόταν, σε μήκος μέχρι της εξώθυρας του ακινήτου του εφεσιβλήτου-ενάγοντος, η οποία αποτελούσε το όριο μεταξύ των δύο ακινήτων... η εν λόγω εξώθυρα εμφαίνεται στο ... από Δεκέμβριο του 1988 τοπογραφικό διάγραμμα, στο νοτιοδυτικό άκρο του ακινήτου του ενάγοντος ... ... (Δ-Η η εξώθυρα και Ε-Ζ οι σκάλες προς την εξώθυρα), από της θέσεως δε αυτής και σε ευθεία γραμμή εκτείνεται η αυλή του ακινήτου του ενάγοντος, στην ανατολική πλευρά της οποίας υπάρχουν και τα υπόσκαφτα δωμάτια, στην ίδια ακριβώς ευθεία με την αρχή της εξώθυρας και στην απέναντι από αυτήν πλευρά του ακινήτου.

Η θέση δε αυτή της εξώθυρας ουδέποτε μεταβλήθηκε και παραμένει διαχρονικά το σταθερό σημείο διαχωρισμού των όμορων άνω ακινήτων των διαδίκων. Πλην όμως αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο σύνταξης του ... πωλητηρίου συμβολαίου δωματίου, με το οποίο περιήλθε στην εκκαλούσα- εναγομένη το προαναφερόμενο τμήμα του αρχικά ενιαίου ακινήτου,...

η πραγματική κατάσταση αυτού δεν ανταποκρίνονταν στη γενόμενη σε αυτό περιγραφή του, διότι ήδη, από τα τέλη της δεκαετίας του 1950, οι γονείς των διαδίκων είχαν ανακατασκευάσει και επεκτείνει το δωμάτιο αυτό, στο οποίο λειτουργούσαν κατάστημα-μπακάλικο, που έτσι εκτείνονταν πλέον μέχρι την εξώθυρα, καλύπτοντας με το κτίσμα, τον όπισθεν αυτού υπάρχοντα αρχικά μικρό προαύλιο χώρο.

Πλην όμως, και το κτίσμα αυτό επεκτάθηκε μέχρι την εξώθυρα του ακινήτου, που αποτελούσε το διαχωριστικό όριο των όμορων ακινήτων των διαδίκων. Κατά τους ισχυρισμούς δε του ενάγοντα, που δεν αμφισβητήθηκαν από την εναγομένη, στον άνω κτητικό της τίτλο περιγράφηκε αυτό ανωτέρω, σε αναφορά και με τον αρχικό τίτλο της δικαιοπαρόχου της (συμβόλαιο…) και για λόγους φορολογικούς (ερειπωμένο δωμάτιο).

Αυτά κατατέθηκαν με σαφήνεια και από την εξετασθείσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυρα του ενάγοντος - σύζυγο του... η οποία ανέφερε σχετικά "...Αρχικά το ακίνητο ήταν της πεθεράς μου. Ήταν το σπίτι , μια αυλή. Παλιά υπήρχε ένα προαύλιο και ένα μαγαζί. Πριν γίνει το μαγαζί υπήρχε ένα παλιό δωμάτιο. Αυτό το μαγαζί το είχαν από πολύ παλιά...

Της έγραψε το 1970, ένα παλιό δωμάτιο με αυλή μπροστά και πίσω. Υπάρχει και σήμερα η εξώθυρα. Το 1965 πήγα πρώτη φορά στη Σαντορίνη. Υπήρχε τότε η εξώθυρα... Όταν της το έγραψε, ο πεθερός ήδη το είχε προεκτείνει. Το 1965 το είχε επεκτείνει ο πεθερός μου. Το συμβόλαιο είχε γίνει αντιγραφή του παλαιού συμβολαίου. Το είχαν κάνει για λόγους εφοριακούς... ".

Αλλά και ο εξετασθείς στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυρας της εναγομένης-γιός της, Ε. Κ. του Π... ο οποίος πλέον ως εκ διαθήκης κληρονόμος της συνεχίζει την παρούσα δίκη, ανέφερε σχετικά ότι: "Ήταν μπροστά ένα μαγαζί παλιό. Εμείς έχουμε αφήσει χώρο μέχρι την εξώθυρα... Η μητέρα μου το χώρισε το μαγαζί. Σε αυτό το σπίτι κατοίκησα και εγώ.

Μέχρι σήμερα κατοικείται από εμάς... Το σπίτι εκτείνεται μέχρι πίσω... Το μαγαζί δεν θυμάμαι να είχε μέσα πράγματα. Το έδωσε για να το κάνει σπίτι. Δεν ξέρω γιατί δεν γράφτηκε στο συμβόλαιο μαγαζί, αλλά "ερειπωμένο δωμάτιο". Δεν ξέρω για ποιο λόγο γράφτηκε έτσι. Η εξώθυρα είναι με σκαλάκια. Δεν ξέρω που είναι η εξώθυρα στο τοπογραφικό που μου δείχνετε, ούτε στην αεροφωτογραφία που μου δείχνεται"...

Τα ανωτέρω, άλλωστε, επιβεβαιώνονται και από το περιεχόμενο της προαναφερόμενης υπ'άριθμ. ... συμβολαιογραφικής Δήλωσης Διευκρινίσεως ... που συντάχθηκε με συμβαλλόμενες τη δικαιοπάροχο -μητέρα των διαδίκων... και την εκκαλoύσα -εναγομένη ...στην οποία αναφέρεται και ότι: "...Ήδη δηλοί και πάλι η ανωτέρω Ε.

Γ. Δ. και διευκρινίζει ότι εκ παραδρομής και εσφαλμένως ανεγράφη στο υπ'αριθμ. ... συμβόλαιο, το περιβόλιο, το οποίο δεν υπάρχει, αλλ' αντ'αυτού υπήρχε πρότερον εν μικρό προαύλιο έμπροσθεν και όπισθεν της οικίας, το οποίο επωλήθη παρ'αυτής... προς την Μ. Π. Κ., δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαίου μου. Η δε Μ. Π. Κ.

δήλωσε ότι αποδέχεται πάντα τα ανωτέρω εκτεθέντα". ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η κοινή δικαιοπάροχος-μητέρα των διαδίκων, ... που απέκτησε το ενιαίο αυτό ακίνητο, μετά των επ' αυτού κτισμάτων, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας, το κατείχε και το νεμόταν συνεχώς, χρησιμοποιώντας το ως κατοικία κλπ, μέχρι των αντιστοίχων (κατά τα έτη 1970 και 1972) μεταβιβάσεων των άνω διαιρετών τμημάτων του στους διαδίκους- τέκνα της και τούτο δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους.

Έκτοτε, καθένας από αυτούς κατείχε και νεμόταν το αντίστοιχο διαιρετό τμήμα αυτού και ειδικότερα: Ο μεν ενάγων...., που κατοικεί μόνιμα στην Αθήνα, κατείχε και νεμόταν το περιελθόν σε αυτόν ακίνητο, μετά των επ'αυτού κτισμάτων, όπως προσδιορίζεται κατ'όρια και θέση, στον κτητικό του τίτλο... και συγκεκριμένα χρησιμοποιώντας, κατ'έτος αυτό σε όλη του την έκταση, ως παραθεριστική κατοικία αυτού και της οικογενείας του και μάλιστα περί το έτος 1989 κατασκεύασε επί του χώρου της αυλής και έμπροσθεν των υπόσκαφτων δωματίων, σκέπαστρο από μπετόν, εκ του οποίου τμήματος έχει μοναδική πρόσβαση προς τα υπόσκαφτα δωμάτια......

Η δε εναγομένη... κατείχε και νεμόταν το περιελθόν σε αυτήν ακίνητο , μετά του επ'αυτού κτίσματος (δωματίου), όπως προσδιορίζεται κατ' όρια και θέση στον κτητικό της τίτλο ...., στην κατάσταση που υφίσταται, κατά το χρόνο κτήσεως και ειδικότερα, το ακίνητο της αποτελούνταν από ένα ενιαίο δωμάτιο, το οποίο...

είχε ήδη επεκταθεί από τους χρησιμοποιούντες αυτό ως κατάστημα, γονείς της, καλύπτοντας όλο το αναφερόμενο στον κτητικό της τίτλο "οπίσθιο μικρό προαύλιο", φθάνοντας κατά μήκος ο εξωτερικός του τοίχος μέχρι την "εξώθυρα" εισόδου στο ακίνητο του ενάγοντος, που αποτελούσε και το όριο των όμορων ιδιοκτησιών των διαδίκων, μετά του έμπροσθεν αυτού μικρού προαυλίου.

Ακολούθως, σταδιακά μετέτρεψε, δια αντίστοιχων εσωτερικών διαρρυθμίσεων και εξωτερικών επισκευών, το ενιαίο αυτό δωμάτιο σε κατοικία της, έχουσα την είσοδο της εκ του εμπροσθίου μικρού προαύλιου χώρου, τον οποίο περιτοίχισε και βρίσκεται σε επαφή με τον υπάρχοντα δημοτικό δρόμο, όπως τούτα εμφαίνονται και στις προσκομιζόμενες σχετικές φωτογραφίες.

Ειδικότερα, η κατοικία της αυτή συνορεύει, βόρεια (όπου και οπίσθιος εξωτερικός τοίχος της κατοικίας της) με το ακίνητο του ενάγοντος, όπου και τα επίδικα τμήματα, νότια σε πρόσωπο (όπου και η είσοδος της κατοικίας της μετά του περιτοιχισμένου προαύλιου χώρου), με δημοτική οδό, ανατολικά με δημοτική οδό και δυτικά με δημοτική οδό, στην οποία βοριοδυτική πλευρά και σε επαφή με την απόληξη του εξωτερικού δυτικού τοίχου της οικίας, βρίσκεται η εξώθυρα εισόδου, μετά των σκαλοπατιών της, του περιτοιχισμένου και σαφώς διαχωρισμένου από αυτό, ακινήτου του ενάγοντος...

Όμως η εναγομένη, θέλοντας να επεκτείνει την κατοικία της αυτή, περί το θέρος του 1985, εκμεταλλευόμενη και την απουσία του ενάγοντος, που κατοικεί μόνιμα στην Αθήνα, κατασκεύασε αυθαίρετα ένα δωμάτιο, σε επαφή με το βόρειο εξωτερικό τοίχο της κατοικίας της και εντός της αυλής του ενάγοντος, καταλαμβάνοντας αντίστοιχο χώρο του ακινήτου του.

Με το που αντιλήφθηκε ο ενάγων την παράνομη αυτή ενέργειά της υπέβαλε προς το Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας , την από 22-8-1985 ... αίτηση καταγγελία, αναφέροντας τα ακόλουθα: "Δια της παρούσης καταγγέλλω την κ. Μ. Κ., διότι αυθαιρέτως και χωρίς να με ειδοποιήσει οικοδόμησε μέσα στην αυλή της οικίας μου, κειμένης εις ...

Θήρας, ... Παρακαλώ ελέγξατε και ενεργήσατε ανάλογα". Κατόπιν αυτού διενεργήθηκε αυτοψία, στις 14- 8-1986, από υπάλληλο του Πολεοδομικού Γραφείου Θήρας και συντάχθηκε η με α/α ... Έκθεση Αυτοψίας, με τις ακόλουθες διαπιστώσεις: "Ανέγερση νέου ισογείου κτίσματος, σε επαφή με παλαιά κτίσματα, από φέρουσα τοιχοποιία και πλάκα σκυροδέματος, διαστάσεων 2,20χ2,20χ2,70 εμβαδόν 4,84 τμ και όγκος 13,07 m3) κατά παράβαση του Ν. 1337/83.

Οι εργασίες βρίσκονται στο στάδιο των επιχρισμάτων. Ύστερα από τα παραπάνω η οικοδομή αυτή πρέπει να κατεδαφιστεί μέσα σε 10 ημέρες, εκτός αν ο ιδιοκτήτης της ή κάθε ενδιαφερόμενος υποβάλει σχετική ένσταση....... Κατόπιν αυτού η εναγομένη, εντός διετίας περίπου προέβη στην κατεδάφιση του εν λόγω αυθαιρέτου και παρανόμου κτίσματος, αποκαθιστώντας τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση.

Επανερχόμενη δε η εναγομένη, περί τα τέλη του έτους 1988, προέβη στην αυθαίρετη και πάλι κατασκευή του επίδικου πλέον δωματίου, στην ίδια θέση και σε επαφή με το βόρειο εξωτερικό τοίχο της κατοικίας της, το οποίο συνένωσε εσωτερικά με το υπάρχον κτίσμα της κατοικίας της και σε αυτό διαμόρφωσε την κουζίνα και το μπάνιο της προϋπάρχουσας κατοικίας της, καταλαμβάνοντας έτσι αντίστοιχο εδαφικό τμήμα του όμορου ακινήτου του ενάγοντος, έσωθεν της εξώθυρας, που αποτελούσε το διαχωριστικό όριο των δύο ιδιοκτησιών τους, όπως το επίδικο τούτο τμήμα εμφαίνεται και στο συνημμένο στην ένδικη αγωγή από Δεκεμβρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού, ..., με τα στοιχεία ...

εμβαδού 10,60 τμ και συνορεύει, κατά τον αναγραφόμενο στο τοπογραφικό αυτό ορθό προσανατολισμό, βόρεια επί πλευράς Ι-Κ μήκους 4,80μ με την αυλή του ακινήτου του ενάγοντος, νότια επί πλευράς ... μήκους 4,50μ με τον εξωτερικό τοίχο της προϋπάρχουσας οικίας της εναγομένης, ανατολικά επί πλευράς Λ-Κ μήκους 2,20μ με τμήμα της αυλής του ενάγοντα, επί του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων, μετά την ως άνω αυθαίρετη κατασκευή της εναγομένης, κατασκεύασε αρχές του 1989, σε επαφή με αυτό και έμπροσθεν των υπόσκαφτων δωματίων, σκέπαστρο από μπετόν, εκ του οποίου τμήματος έχει μοναδική πρόσβαση προς τα υπόσκαφτα δωμάτια και δυτικά επί πλευράς Θ-Ι μήκους 2,20μ, με τμήμα της αυλής του ενάγοντα, όπου και η εξώθυρα εισόδου στο ακίνητο του...

Επί πλέον, η θέση και η κατασκευή του εν λόγω αυθαίρετου, κατά προσθήκη, κτίσματος, εντός του όμορου ακινήτου του ενάγοντος, έσωθεν της, επίσης εμφαινόμενης, "εξώθυρας" εισόδου του ακινήτου του και σε επαφή με αυτήν, εμφαίνεται σαφώς και στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, όπως και η έτερη θύρα εισόδου που άνοιξε η εναγομένη, μετά την κατασκευή του επίδικου δωματίου, στην απόληξη του εξωτερικού δυτικού τοίχου της υφιστάμενης κατοικίας της, έξωθεν βέβαια της εξώθυρας του ακινήτου του ενάγοντος και πλησίον των υφισταμένων σκαλοπατιών, προκειμένου να έχει ευχερή πρόσβαση σε αυτό...

Και πάλι ο ενάγων κατήγγειλε, άμεσα, το γεγονός αυτό στη Διεύθυνση Πολεοδομίας Θήρας, από την οποία συντάχθηκε η από 15-3-1989 Έκθεση Αυτοψίας, με τις ακόλουθες διαπιστώσεις: "Ανέγερση νέου ισογείου κτίσματος, σε επαφή με παλαιά κτίσματα, από φέρουσα τοιχοποιία και πλάκα σκυροδέματος, διαστάσεων 2,65χ2,20χ3,00 κατά παράβαση του Ν. 1337/83.

Οι εργασίες έχουν αποπερατωθεί. Ύστερα από τα παραπάνω η οικοδομή αυτή πρέπει να κατεδαφιστεί....... Από τη σύγκριση δε των δύο προαναφερόμενων εκθέσεων αυτοψίας... και των επ'αυτών αντίστοιχων σκαριφημάτων, προκύπτει ότι πρόκειται για κατασκευή δύο διαφορετικών δωματίων (με διαφορετικές διαστάσεις), στο ίδιο ακριβώς επίδικο τμήμα του ακινήτου του ενάγοντος, που έγιναν σε διαφορετικούς χρόνους και το δεύτερο (επίδικο), που βρέθηκε σε στάδιο αποπερατωμένο, έπεται του πρώτου, το οποίο (διαστάσεων 2,20χ2,20χ2,70 - εμβαδόν 4,84 τμ και όγκο 13,07 m3), έχοντας βρεθεί στάδιο εργασιών των επιχρισμάτων, αυταπόδεικτα κατεδαφίστηκε.

Εκ των ανωτέρω, αφενός επιβεβαιώνεται και η αλήθεια των όσων σχετικά κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η εξετασθείσα μάρτυρας του ενάγοντα - σύζυγος του, η οποία ανέφερε σχετικά και ότι : "... Μας ειδοποιούσαν ότι όλο και κάτι έφτιαχνε... Έχουν κάνει μια τουαλέτα και την κουζίνα τους. Έχουν κάνει ένα ενιαίο κομμάτι.

Το 1988 έκαναν το τελευταίο. Το έκρινε η Πολέοδομία κατεδαφιστέο... Η εξώθυρα ήταν το οριακό σημείο. Μετά από τρία χρόνια το έριξε... Όμως επανήλθε. Πήγαμε ξανά στην Πολεοδομία και κάναμε καταγγελία. Το 1988 είναι το κατασκεύασμα αυτό... Η εξώθυρα είναι η κεντρική είσοδος η δική μας. Έκτοτε άνοιξε και άλλη θύρα δίπλα στη δική μας ..." .

Αφ'ετέρου, αναιρούνται τα όσα αντίθετα κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ο εξετασθείς μάρτυρας της εναγομένης-γιός της (και νυν κληρονόμος της) ο οποίος ανέφερε σχετικά και ότι : "... Το 1970 το έχτισε .Ήταν μπροστά ένα μαγαζί παλιό. Εμείς έχουμε αφήσει χώρο μέχρι την εξώθυρα. Τα δύο μέτρα τα έχουμε χτίσει.

Δεν το έκλεισε όλο το μακρόστενο κομμάτι μέχρι πίσω. Έκανε μια κουζίνα και ένα μπανάκι. Δεν επηρεάζεται η εξώθυρα. Το 1970 χτίστηκε. Δεν εξεδόθη άδεια... Η μητέρα μου το κατοικεί σήμερα το σπίτι αυτό. Το σπίτι επεκτείνεται μέχρι πίσω ... Δεν είχε προβλέψει η γιαγιά πως θα έμπαινε στα υπόσκαφτα...". Τέλος, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη παρά τις διαμαρτυρίες του ενάγοντα και τη σύνταξη, κατόπιν καταγγελίας του , της άνω από 15-3-1989 Έκθεση Αυτοψίας , δεν κατεδάφισε το εν λόγω επίδικο δωμάτιο, αλλά εξακολουθεί να το διατηρεί και να το χρησιμοποιεί, αποβάλλοντας με τον τρόπο αυτό τον ενάγοντα από το άνω επίδικο τμήμα της ιδιοκτησίας του.

Επί πλέον, περί τον Ιανουάριο του 2002, η εναγομένη επί του σκεπάστρου από μπετόν, που... κατασκεύασε ο ενάγων, αρχές του έτους 1989 επί του νοτιοανατολικού τμήματος της αυλής του, έμπροσθεν των υπόσκαφτων δωματίων και σε επαφή με το άνω αυθαίρετο δωμάτιο, εκ του οποίου τμήματος έχει μοναδική πρόσβαση προς τα υπόσκαφτα δωμάτια, διάνοιξε οπή επί της οποίας τοποθέτησε καμινάδα εξαερισμού της τουαλέτας που διαμόρφωσε στο αυθαίρετο δωμάτιο που κατασκεύασε, διαταράσσοντας έτσι την κυριότητα του ενάγοντος, επί του τμήματος αυτού, όπως τούτο εμφαίνεται και στο συνημμένο στην ένδικη αγωγή από Δεκέμβριο του 1988 τοπογραφικό διάγραμμα, με τα στοιχεία ..., επιφανείας 3,10 τμ...

Επισημαίνεται δε ότι η διατάραξη της κυριότητας του ενάγοντος στο τμήμα αυτό της ιδιοκτησίας του είναι αυταπόδεικτη, δεδομένου ότι η εναγομένη προέβη στην, άνευ αδείας του, κατασκευή της καμινάδας εξαερισμού και στη διατήρηση αυτής, παρά τις διαμαρτυρίες του, επί του σκεπάστρου από μπετόν, που... κατασκεύασε ο ενάγων, αρχές του έτους 1989 επί του νοτιοανατολικού τμήματος της αυλής του, έμπροσθεν των υπόσκαφτων δωματίων και σε επαφή με το άνω αυθαίρετο δωμάτιο, εκ του οποίου τμήματος έχει μοναδική πρόσβαση προς τα υπόσκαφτα δωμάτια.

Υπό διαφορετική παραδοχή, δεν θα εμποδιζόταν ο εκάστοτε όμορος ιδιοκτήτης, προκειμένου να εξυπηρετήσει τα όποια συμφέροντά του να κτίσει εφαπτόμενος στην ιδιοκτησία του γείτονα, παρακάμπτοντας έτσι, τη νόμιμη οδό προσφυγής στα δικαστήρια, η οποία επιβάλλεται σε περίπτωση που υφίσταται ιδιοκτησιακή διαφορά μεταξύ ιδιωτών.

Συνακόλουθα, με βάση τις άνω αποδεικτικές παραδοχές, όπως προέκυψαν από την συνεκτίμηση όλων των άνω αποδεικτικών μέσων προκύπτει, κατ'αρχήν, ότι τα επίδικα άνω συνεχόμενα εδαφικά τμήματα... με τον αναφερόμενο ορθό προσανατολισμό και τα στοιχεία..., εμβαδού 10,60 τμ, επί του οποίου η εναγομένη ανήγειρε το προαναφερόμενο αυθαίρετο κτίσμα και το με τα στοιχεία ...

επιφανείας 3,10 τμ περιλαμβάνονται αναμφισβήτητα στο ακίνητο του ενάγοντος, όπως τούτο περιγράφεται και προσδιορίζεται, κατ'όρια και θέση στον κτητικό του τίτλο ..., σε συνδυασμό και με τον τίτλο της δικαιοπαρόχου του... Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, το εδαφικό αυτό τμήμα της αυλής του ενάγοντος, που χρησιμεύει για την επικοινωνία του και με τους υπόσκαφτους χώρους, κείται πέραν του ορίου της όμορης ιδιοκτησίας της εναγομένης, ήτοι βρίσκεται έσωθεν της "εξώθυρας" εισόδου, μετά των σκαλοπατιών της, του περιτοιχισμένου και σαφώς διαχωρισμένου από αυτό ακινήτου του ενάγοντος.

Η θέση δε αυτή της εξώθυρας, που ουδέποτε μεταβλήθηκε και παραμένει διαχρονικά το σταθερό σημείο διαχωρισμού των όμορων άνω ακινήτων των διαδίκων, αναφέρεται και στον κτητικό τίτλο της εναγομένης (υπ'αριθμ. ... πωλητηρίου συμβολαίου δωματίου) ως το όριο έκτασης του ακινήτου της, με τη σαφή αναφορά ότι το ακίνητο που απέκτησε είναι "έν δωμάτιο ερειπωμένο μετά μικρού προαυλίου έμπροσθεν και όπισθεν τούτου, πλάτους δύο μέτρων και μήκους μέχρι της εξωθύρας".

Άλλωστε το σταθερό αυτό σημείο (εξώθυρα) διαχωρισμού του ακινήτου της από το όμορο ακίνητο του ενάγοντος, το αποδέχεται και το επικαλείται η εναγομένη. Όπως δε προαναφέρθηκε και προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, το υπάρχον αρχικά και αναφερόμενο στον τίτλο της εναγομένης "μικρό οπίσθιο προαύλιο μήκους μέχρι της εξώθυρας", κατά το χρόνο σύνταξης του άνω κτητικού τίτλου της εναγομένης, δεν υφίστατο διότι ήδη, από τα τέλη της δεκαετίας του 1950, οι γονείς των διαδίκων είχαν ανακατασκευάσει και επεκτείνει το δωμάτιο αυτό, στο οποίο λειτουργούσαν κατάστημα-μπακάλικο, και έτσι εκτείνονταν πλέον μέχρι την εξώθυρα, καλύπτοντας, με το κτίσμα, τον όπισθεν αυτού υπάρχοντα αρχικά μικρό προαύλιο χώρο.

Πλην, όμως, και το κτίσμα αυτό έφθανε μέχρι την εξώθυρα του ακινήτου, που αποτελούσε το διαχωριστικό όριο των όμορων ακινήτων των διαδίκων. Επομένως ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι κατέστη κυρία με παράγωγο τρόπο των επιδίκων τμημάτων, διότι αυτά περιλαμβάνονται στο ακίνητο που απέκτησε με το, νόμιμα μεταγραμμένο, υπ'αριθμ. ...

πωλητήριο συμβόλαιο δωματίου, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος. Για τη συναγωγή δε του άνω συμπεράσματος δεν απαιτείται η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, διότι το παρόν Δικαστήριο κατέληξε στην άνω πλήρη και ασφαλή δικανική πεποίθηση κατόπιν συνεκτίμησης όλων των προαναφερθέντων νομίμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να υφίστανται ζητήματα, ακόμη και κατά την εφαρμογή των άνω τίτλων των διαδίκων, που να απαιτούν ιδιαίτερες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, για να γίνουν αντιληπτά και ως εκ τούτο το υποβληθέν από τους, συνεχίζοντες τη δίκη κληρονόμους της ήδη αποβιωσάσης εκκαλούσας,...

αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης πρέπει να απορριφθεί...". Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, διέλαβε στις παραδοχές του ότι ως προς την επαναφερόμενη ενώπιον του με λόγο εφέσεως ένσταση ιδίας κυριότητας των επιδίκων τμημάτων με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, την οποία η εναγομένη είχε προβάλλει πρωτοδίκως, "...αποδείχθηκαν τα ακόλουθα :

Κατά τις παραπάνω παραδοχές τα επίδικα τμήματα δεν περιλαμβάνονται στο ακίνητο που απέκτησε η εναγομένη, από τη δικαιοπάροχο μητέρα της, με το προαναφερόμενο υπ'αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο δωματίου... που μεταγράφηκε νόμιμα ... Αντίθετα, όπως αποδείχθηκε, αυτά αποτελούν τμήματα του όμορου ακινήτου που μεταβιβάσθηκε από την ίδια δικαιοπάροχο μητέρα τους στον εφεσίβλητο ενάγοντα, με το υπ' αριθμ. ...

πωλητήριο συμβόλαιο οικίας... που μεταγράφηκε νόμιμα... Μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, κατά τη σύνταξη του άνω συμβολαίου η πωλήτρια μητέρα τους, εκπροσωπήθηκε από την εκκαλούσα- εναγομένη... Επί πλέον, όταν διαπιστώθηκε η γενομένη στο συμβόλαιο αυτό εσφαλμένη περιγραφή του μεταβιβασθέντος στον ενάγοντα ακινήτου, η ίδια εκκαλούσα - εναγομένη, με τη δικαιοπάροχο - μητέρα τους προέβησαν στη σύναξη της υπ'αριθμ. ...

Δήλωσης Διευκρινίσεως ενώπιον του συμβολαιογράφου... που μεταγράφηκε στις 21-8-1978, με την οποία επιβεβαίωσαν την, κατά τα ανωτέρω διαίρεση του ενιαίου αρχικά ακινήτου. Ως εκ τούτου η εναγομένη γνώριζε επακριβώς το μεταβιβασθέν, από την κοινή δικαιοπάροχο μητέρα τους, στον καθένα τους διαιρετό τμήμα του ενιαίου αρχικά ακινήτου, όπως και ότι το περιελθόν σε αυτήν ακίνητο εκτείνονταν μέχρι της υπάρχουσας "εξώθυρας" εισόδου, μετά των σκαλοπατιών της, του περιτοιχισμένου και σαφώς διαχωρισμένου από αυτό ακινήτου του ενάγοντος, η θέση δε αυτή της εξώθυρας, ουδέποτε μεταβλήθηκε και παραμένει διαχρονικά το σταθερό σημείο διαχωρισμού των όμορων άνω ακινήτων των διαδίκων.

Περαιτέρω ... η εναγομένη, μετά την απόκτηση του εν λόγω διαιρετού τμήματος του ενιαίου αρχικά ακινήτου... προέβη σταδιακά στη μετατροπή σε κατοικία του υφισταμένου στο ακίνητο της δωματίου, το οποίο είχε ήδη επεκταθεί από τους χρησιμοποιούντες αυτό ως κατάστημα, γονείς της, καλύπτοντας όλο το αναφερόμενο στο κτητικό της τίτλο "οπίσθιο μικρό προαύλιο", φθάνοντας κατά μήκος ο εξωτερικός του τοίχος μέχρι την "εξώθυρα εισόδου" στο ακίνητο του ενάγοντος..., μετά του έμπροσθεν αυτού μικρού προαυλίου, τον οποίο περιτοίχισε και βρίσκεται σε επαφή με τον υπάρχοντα δημοτικό δρόμο...

Όπως δε ομολογείται και από την ίδια οι εργασίες αυτές διήρκεσαν αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και ολοκληρώθηκαν "με πολλές οικονομικές θυσίες της" περί το έτος 1978, οπότε και, αφού ηλεκτροδοτήθηκε το κτίσμα αυτό, αποτέλεσε την κατοικία της. Προς τούτο προσκομίζεται η με αριθμ. πρωτ. ... Βεβαίωση του Προϊσταμένου του Πρακτορείου της ΔΕΗ στη Θήρα, ...

στην οποία αναφέρεται ότι "το ακίνητο της κ. Κ. Μ. του Π., που βρίσκεται στην περιοχή ... Θήρας, όπως προκύπτει από έρευνα του αρχείου των καταναλωτών μας, το παλαιότερο συμβόλαιο παροχής ρεύματος είχε υπογραφεί για τον αριθμό παροχής ... στις 21-8-1978" (βλ.σχ. βεβαίωση, στην οποία σημειωτέον δεν αναφέρεται ειδικότερη θέση του ακινήτου που αφορά και δύο εκκαθαριστικούς λογαριασμούς της ΔΕΗ ...

αντιστοίχων περιόδων 1-7-2010 - 27-10-2010 και 27-10-2010 - 25-2-2011). Όλα, όμως, τα ανωτέρω αφορούν το υφιστάμενο δωμάτιο, επί του περιελθόντος στην εναγομένη ακινήτου, και όχι το επίδικο, κατασκευασθέν πολύ μεταγενέστερα από αυτήν, κτίσμα. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εκκαλούσας-εναγομένης, ήτοι ότι "στο επίδικο αυτό τμήμα ανήγειρα το εν λόγω κτίσμα, όπου είναι η κουζίνα και η τουαλέτα του ακινήτου της, ευθύς ως απέκτησε το ακίνητο από τη μητέρα της, όταν έκανε και την εσωτερική μετατροπή του δωματίου που περιγράφεται στον τίτλο της, χωρίζοντάς το σε σαλόνι και δύο μικρές κρεβατοκάμαρες και είναι κτισμένο αυτό προ του 1978", πέραν του ότι δεν επιβεβαιώνονται από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, πλην των άνω αναφορών του εξετασθέντος πρωτοδίκως μάρτυρά της ότι "χτίστηκε το 1970 χωρίς άδεια", καταρρίπτονται από τις προαναφερόμενες εκθέσεις αυτοψίας, που συντάχθηκαν από το αρμόδιο Πολεοδομικό Γραφείο Θήρας....

Συγκεκριμένα, η μεν πρώτη εξ αυτών με α/α ... αναφέρεται σε αυθαίρετη "ανέγερση νέου ισογείου κτίσματος, σε επαφή με παλαιά κτίσματα, από φέρουσα τοιχοποιία και πλάκα σκυροδέματος, διαστάσεων 2,20χ2,20χ2,70 (εμβαδόν 4,84 τμ και όγκος 13,07 m3), η δε δεύτερη από 15-3-1989 αναφέρεται σε αυθαίρετη "ανέγερση νέου ισογείου κτίσματος, σε επαφή με παλαιά κτίσματα, από φέρουσα τοιχοποιία και πλάκα σκυροδέματος, διαστάσεων 2,65χ2,20χ3,00, κατά παράβαση του Ν. 1337/83, με τις εργασίες να έχουν αποπερατωθεί" και οι δύο όμως, όπως προκύπτει και από τα αντίστοιχα επ'αυτών σκαριφήματα, αφορούν το επίδικο τμήμα του όμορου ακινήτου του ενάγοντος, έσωθεν της εξώθυρας, που αποτελούσε το διαχωριστικό όριο των ιδιοκτησιών τους το οποίο κατέλαβε παράνομα η εναγομένη δια του άνω κτίσματος...

Τα ανωτέρω περιστατικά δεν αναιρούνται ούτε από την προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα-εναγομένη από 21-8-1978 Υπεύθυνη Δήλωση του αδειούχου ηλεκτρολόγου..., που απευθύνεται προς το πρακτορείο της ΔΕΗ στη Θήρα, μετά το επ'αυτής ΣΧΕΔΙΟ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΣ, στο οποίο αποκλειστικά και μόνο προσπαθεί να στηρίξει τους άνω ισχυρισμούς της περί του ότι το επίδικο αυτό κτίσμα είχε κατασκευαστεί προ του έτους 1978.

Και τούτο διότι, ανεξάρτητα του ότι δεν φέρει τα απαιτούμενα στοιχεία ώστε να αποτελέσει έγγραφο βεβαίας χρονολογίας (αριθμό πρωτ. κλπ) αναγράφει μεν ως ιδιοκτήτρια την "Μ. Κ." πλην, όμως, στα στοιχεία του ακινήτου αναφέρεται σε "ισόγειο, στη θέση "«Κ. Η.", όπως δε αναφέρεται στο με αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Θήρας, ...

οι περιοχές ..., του Δημοτικού Διαμερίσματος.., βρίσκονται σε απόσταση τουλάχιστον 700 μέτρων και πρόκειται για δύο διαφορετικές τοποθεσίες". Επί πλέον ,στην υπεύθυνη αυτή δήλωση αναφέρεται "ΕΠΑΝΑΣΥΝΔΕΣΗ" και ως εκ τούτου δεν μπορεί να συσχετιστεί με το προαναφερόμενο με αριθμ.πρωτ. ... έγγραφο του Πρακτορείου της ΔΕΗ Θήρας που αναφέρει ότι " το ακίνητο της κ.

Κ. Μ. του Π., που βρίσκεται στην περιοχή ... Θήρας, όπως προκύπτει από έρευνα του αρχείου των καταναλωτών μας, το παλαιότερο συμβόλαιο παροχής ρεύματος είχε υπογραφεί για τον αριθμό παροχής ... στις 21-8-1978", ήτοι αναφέρεται σε αρχική ηλεκτροδότηση ακινήτου. Πέραν αυτών, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από τον εφεσίβλητο αντίγραφο της με αριθμό ..μερίδας της εναγομένης στο Υποθηκοφυλακείο Θήρας, η τελευταία είχε αι άλλη οικία στο ...

Θήρας, την οποία απέκτησε με το υπ'αριθμ. ... (τόμος .. και με α/α 9299), από τον πατέρα της, Γεώργιο Γ. Δρόσο και περιγράφεται σε αυτό ως :" μία οικία κειμένη εις ... Θήρας, αποτελούμενη εκ δύο δωματίων, εσωκάμαρας, μαγειρίου, αυλής, δεξαμενής και μικρού κηπαρίου, ως περικλείεται δι'εξωθύρας, συνορευομένης με ακίνητα Ζ.

Β., Ν. Β. και δημοσία οδό, οικοδομηθείσης παρ'αυτού εκ της αρωγής των σεισμών επί ιδίου οικοπέδου διακατέχων τούτο πλέον των τεσσαράκοντα ετών...", περιγραφή που προσιδιάζει με το ΣΧΕΔΙΟ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ που φέρει η ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση του αδειούχου ηλεκτρολόγου. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η εν λόγω υπεύθυνη δήλωση δεν μπορεί να αφορά το επίδικο κτίσμα, καθόσον αναφέρεται σε ακίνητο στη θέση "...", ήτοι σε διαφορετική θέση από το επίδικο.

Επί πλέον,... όλοι οι άνω ισχυρισμοί της εναγομένης καταρρίπτονται από τις άνω Εκθέσεις Αυτοψίας, που αναμφίβολα αφορούν το επίδικο κτίσμα......εκ των οποίων προκύπτει το μεν πρώτη προσπάθεια της εναγομένης προς ανέγερση του επιδίκου κτίσματος, που κατά την γενόμενη αυτοψία στις 14-8-1986 βρέθηκε στο κατασκευαστικό στάδιο των επιχρισμάτων, το δε η εκ νέου ανέγερση του αυθαίρετου αυτού κτίσματος, που κατά τη γενόμενη αυτοψία στις 15-3-1989, είχε κατασκευαστικά ολοκληρωθεί και έκτοτε η εναγομένη το νέμεται και το κατέχει, παρά τις διαμαρτυρίες του ενάγοντα...

Υπό τις άνω παραδοχές δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της εναγομένης οι νόμιμες προϋποθέσεις της επικαλούμενης από αυτήν κτήσεως των επιδίκων τμημάτων με πρωτότυπο τρόπο (τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία) καθώς: α) για μεν την τακτική χρησικτησία ελλείπουν τα απαιτούμενα στοιχεία τόσο της δεκαετούς νομής και δη καλόπιστης, καθόσον σαφώς γνώριζε και σε κάθε περίπτωση από βαρεία αμέλεια αγνοούσε, την ύπαρξη του εμπραγμάτου δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος επ'αυτών, όταν απέκτησε τη νομή και συγκεκριμένα του καταληφθέντος επιδίκου πρώτου τμήματος με τα στοιχεία Θ-Ι-Κ-..., εμβαδού 10,60 τμ, δια της ανεγέρσεως επ'αυτού, περί τα τέλη του έτους 1988 (ενόψει του ότι στην από 15-3-1989 έκθεση αυτοψίας αναφέρονται περαιωθείσες οι εργασίες κατασκευής αυτού), του υφισταμένου μέχρι και του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής (κατάθεση 3-5- 2004 και επίδοση 3-6-2004), κτίσματος, ενώ επί του δευτέρου επιδίκου τμήματος, με τα στοιχεία ... , επιφανείας 3,10 τμ, ουδέποτε απέκτησε τη νομή κατοχή του, καθόσον επ'αυτού ο ενάγων, κύριος, νομέας και κάτοχος αυτού, μετά την ως άνω αυθαίρετη κατασκευή της εναγομένης, κατασκεύασε αρχές του 1989 σε επαφή με αυτό και έμπροσθεν των υπόσκαφτων δωματίων της ιδιοκτησίας του, σκέπαστρο από μπετόν, εκ του οποίου τμήματος έχει μοναδική πρόσβαση προς τα υπόσκαφτα αυτά δωμάτια, ενώ η εναγομένη, περί τον Ιανουάριο του 2002, επί του σκεπάστρου αυτού από μπετόν, διάνοιξε οπή επί της οποίας τοποθέτησε καμινάδα εξαερισμού της τουαλέτας που διαμόρφωσε στο αυθαίρετο δωμάτιο που κατασκεύασε, διαταράσσοντας έτσι την κυριότητα του ενάγοντος, επί του τμήματος αυτού, όσο και του νομίμου τίτλου, καθώς, όπως αποδείχθηκε, τα επίδικα αυτά τμήματα δεν περιλαμβάνοντα στα όρια του ακινήτου της ούτε δε μπορεί να γίνει λόγος για νομιζόμενο τίτλο, καθώς,...

η εναγομένη γνώριζε ότι τούτα δεν περιλαμβάνονται στον εν λόγω τίτλο της και άλλωστε ούτε η ίδια επικαλείται την ύπαρξη τέτοιου τίτλου, β) Για δε την έκτακτη χρησικτησία, υπό τις άνω παραδοχές δεν συντρέχει στο πρόσωπο της η αδιάλειπτη νομή με διάνοια κυρίου επί είκοσι έτη μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής και πραγματικά η μόνη αποδειχθείσα σχέση της με τα επίδικα είναι οι προαναφερόμενες αντίστοιχα σε αυτά παράνομες πράξεις στις οποίες προέβη, ήτοι η παράνομη κατάληψη του πρώτου τμήματος των 10,60 τμ, περί τα τέλη του έτους 1988, δια της ανεγέρσεως του προαναφερόμενου επιδίκου κτίσματος επ'αυτού και η παράνομη διατάραξη της κυριότητας του ενάγοντος επί του δευτέρου επιδίκου τμήματος των 3,10 τμ, δια της κατασκευής επ'αυτού, περί τον Ιανουάριο του 2002, και διατήρησης του άνω διαταρακτικού κατασκευάσματος (εξαερισμού), που αποτέλεσαν και το έναυσμα της αντιδικίας των διαδίκων.

Τέλος,... η εναγομένη, που επικαλείται ότι απέκτησε τη νομή των επιδίκων τμημάτων με ειδική διαδοχή, δια παραδόσεως με οικεία βούληση της τότε νομέως δικαιοπαρόχου μητέρας της, οπότε και αυτή απέκτησε την ίδια νομή που είχε και η μεταβιβάζουσα μητέρα της, δεν μπορεί να επικαλεσθεί το συνυπολογισμό του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου της, κατά το άρθρο 1051 του ΑΚ, προκειμένου να αντιτάξει κυριότητα επί των επιδίκων τμημάτων με χρησικτησία, χωρίς να έχει συμπληρώσει ίδια νομή επί τον απαιτούμενο (για τη χρησικτησία) χρόνο, αλλά με προσμέτρηση και του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου της εναντίον του ενάγοντος, στον οποίο μεταβίβασε την κυριότητα αυτών, η ίδια η δικαιοπάροχος της και μάλιστα με μεταγενέστερη σύμβαση που μεταγράφηκε νόμιμα, ήτοι με το υπ'αριθμ. ...

πωλητήριο συμβόλαιο οικίας, διότι τούτο έρχεται σε αντίθεση με τους θεσμούς της χρησικτησίας και της δημοσιότητας του επί τω ακινήτων μεταβιβαστικών πράξεων. Επομένως η... ένσταση της εκκαλούσας -εναγομένης περί ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων τμημάτων με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία δια προσμετρήσεως στο δικό της χρόνο νομής και του απαιτούμενου προς τούτο χρόνου της ίδιας νομής της δικαιοπαρόχου της, κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Τέλος, η επαναφερόμενη με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης εφέσεως ... ένσταση της εναγομένης περί παραγραφής των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος, με την επίκληση ότι η ένδικη αγωγή του ασκήθηκε μετά πάροδο τριάντα και πλέον ετών, τόσο από της κατασκευής της κουζίνας και του μπάνιου της οικίας της, επί του επιδίκου πρώτου τμήματος των 10,60 τμ, που έλαβε χώρα από τότε που απέκτησε το ακίνητο της με το υπ'αριθμ. ...

συμβόλαιο πώλησης και ηλεκτροδοτήθηκε το έτος 1978, όσο και η επί του δευτέρου τμήματος καμινάδα, που επίσης κατασκευάστηκε από τότε που απέκτησε το ακίνητο της και εξυπηρετεί τον εξαερισμό του μπάνιου της οικίας της, με βάση τα γενόμενα δεκτά άνω αποδειχθέντα περιστατικά, κρίνεται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον ...., σύμφωνα με το άρθρο 251 ΑΚ η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη και στην προκειμένη περίπτωση αυτή αρχίζει από την εκ μέρους της εναγομένης προσβολή του δικαιώματος της κυριότητας του ενάγοντος επί των επιδίκων τμημάτων, που έλαβε χώρα αντίστοιχα περί τα τέλη του έτους 1988 και Ιανουάριο του 2002, οπότε μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής (κατάθεση 3-5-2004 και επίδοση 3-6-2004) δεν παρήλθε χρονικό διάστημα 20 ετών, ώστε να έχουν παραγραφεί οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος.".

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1000, 1001, 1045 και 249 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον στις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται : α) ότι τα επίδικα ως άνω συνεχόμενα εδαφικά τμήματα, το πρώτο εμβαδού 10,60 τμ, επί του οποίου η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων ανήγειρε το προαναφερόμενο αυθαίρετο κτίσμα και το δεύτερο επιφανείας 3,10 τμ περιλαμβάνονται αναμφισβήτητα στο ακίνητο του αναιρεσίβλητου, όπως τούτο περιγράφεται και προσδιορίζεται, κατ'όρια και θέση στον κτητικό του τίτλο, ήτοι το νόμιμα μεταγραμμένο ...

πωλητήριο συμβόλαιο οικίας, σε συνδυασμό και με τον τίτλο της κοινής δικαιοπαρόχου μητέρας των διαδίκων, ήτοι το ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας, με το οποίο η ίδια απέκτησε το ενιαίο ακίνητο που διαίρεσε και μεταβίβασε μεταγενέστερα στους διαδίκους - τέκνα της, αντιθέτως δε, δεν περιλαμβάνονται στο ακίνητο που απέκτησε η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων , από τη μητέρα της, με το ...

πωλητήριο συμβόλαιο δωματίου που μεταγράφηκε νόμιμα 3 β) ότι το εδαφικό τμήμα της αυλής του ενάγοντος, που χρησιμεύει για την επικοινωνία του και με τους υπόσκαφτους χώρους, κείται πέραν του ορίου της όμορης ιδιοκτησίας της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, ήτοι βρίσκεται έσωθεν της "εξώθυρας" εισόδου, μετά των σκαλοπατιών της, του περιτοιχισμένου και σαφώς διαχωρισμένου από αυτό ακινήτου του αναιρεσίβλητου, η θέση δε αυτή της εξώθυρας, που ουδέποτε μεταβλήθηκε και παραμένει διαχρονικά το σταθερό σημείο διαχωρισμού των όμορων άνω ακινήτων των διαδίκων, αναφέρεται σαφώς και στον κτητικό τίτλο της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, γ) ότι κοινή δικαιοπάροχος των διαδίκων, από τότε που απέκτησε το ενιαίο αυτό ακίνητο, μετά των επ'αυτού κτισμάτων, με το ...

συμβόλαιο αγοραπωλησίας, το κατείχε και το νεμόταν συνεχώς, χρησιμοποιώντας το ως κατοικία κλπ, μέχρι των αντιστοίχων (κατά τα έτη 1970 και 1972) μεταβιβάσεων των άνω διαιρετών τμημάτων του στα τέκνα της (δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων και αναιρεσίβλητο) και έκτοτε καθένας από αυτούς κατείχε και νεμόταν το αντίστοιχο διαιρετό τμήμα αυτού δ) ότι περί τα τέλη του έτους 1988, η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων προέβη στην αυθαίρετη κατασκευή του επίδικου δωματίου, το οποίο συνένωσε εσωτερικά με το υπάρχον κτίσμα της κατοικίας της και σε αυτό διαμόρφωσε την κουζίνα και το μπάνιο της προϋπάρχουσας κατοικίας της, καταλαμβάνοντας έτσι αντίστοιχο εδαφικό τμήμα του όμορου ακινήτου του αναιρεσίβλητου, έσωθεν ως άνω, αποτελούσας το διαχωριστικό όριο των δύο ιδιοκτησιών, εξώθυρας και περί τον Ιανουάριο του 2002, η ίδια, επί του σκεπάστρου από μπετόν, που είχε κατασκευάσει ο αναιρεσίβλητος αρχές του έτους 1989 επί του νοτιοανατολικού τμήματος της αυλής του, έμπροσθεν των υπόσκαφτων δωματίων και σε επαφή με το άνω αυθαίρετο δωμάτιο, εκ του οποίου τμήματος έχει μοναδική πρόσβαση προς τα υπόσκαφτα δωμάτια, διάνοιξε οπή επί της οποίας τοποθέτησε καμινάδα εξαερισμού της τουαλέτας που διαμόρφωσε στο αυθαίρετο δωμάτιο που κατασκεύασε, καταλαμβάνοντας με την ως άνω κατασκευή επιφάνεια 3,10 τμ.

διαταράσσοντας με τον τρόπο αυτό, ήτοι με την κατασκευή της καμινάδας εξαερισμού και στη διατήρηση αυτής, παρά τις διαμαρτυρίες του αναιρεσίβλητου την κυριότητά του, ε) ότι, εφόσον τα επίδικα τμήματα δεν περιλαμβάνονται στο ακίνητο που απέκτησε η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, από τη μητέρα της, με το νόμιμα μεταγραμμένο ...

πωλητήριο συμβόλαιο δωματίου, η ίδια δεν κατέστη κυρία αυτών με παράγωγο τρόπο. Επί πλέον, ορθά δέχθηκε το Εφετείο ότι δεν συνέτρεξαν στο πρόσωπο της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων οι νόμιμες προϋποθέσεις της επικαλούμενης από αυτήν κτήσεως των επιδίκων τμημάτων με πρωτότυπο τρόπο (τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία), καθώς και ότι οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου δεν υπέπεσαν σε εικοσαετή παραγραφή, εφόσον ί) για μεν την τακτική χρησικτησία ελλείπουν τα απαιτούμενα στοιχεία τόσο του τίτλου, όσο και της δεκαετούς καλόπιστης νομής, αφού αυτή σαφώς γνώριζε και σε κάθε περίπτωση από βαρεία αμέλεια αγνοούσε, την ύπαρξη του εμπραγμάτου δικαιώματος κυριότητας του αναιρεσίβλητου επί των επιδίκων τμημάτων, όταν προέβαινε στις ως άνω ενέργειες της παράνομης κατάληψης του πρώτου τμήματος των 10,60 τμ, περί τα τέλη του έτους 1988, δια της ανεγέρσεως του προαναφερόμενου κτίσματος επί αυτού, και της παράνομης διατάραξης της κυριότητας του ίδιου επί του .δευτέρου επιδίκου τμήματος των 3,10 τμ, δια της κατασκευής επί αυτού, περί τον Ιανουάριο του 2002, και διατήρησης του άνω κατασκευάσματος (εξαερισμού), ii) για δε την έκτακτη χρησικτησία, ελλείπουν τα απαιτούμενα στοιχεία της αδιάλειπτης νομής της με διάνοια κυρίου επί είκοσι έτη μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής, και δεν υφίσταται περίπτωση προσμετρήσεως στη δική της νομή του χρόνου νομής της δικαιοπαρόχου - μητέρας της, iii) η παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσίβλητου άρχισε από την εκ μέρους της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων προσβολή και διατάραξη του δικαιώματος της κυριότητας αυτού επί των επιδίκων τμημάτων, η οποία έλαβε χώρα αντίστοιχα περί τα τέλη του έτους 1988 και τον Ιανουάριο του 2002, οπότε μέχρι και 3.6.2004 οπότε ασκήθηκε η ένδικη αγωγή δεν παρήλθε χρονικό διάστημα 20 ετών.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ειδικότερα με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν και συγκεκριμένα σχετικά με το ότι ο αναιρεσίβλητος είναι κύριος των επιδίκων τμημάτων του προαναφερόμενου σαφώς οριοθετημένου ακινήτου, που περιήλθε σ'αυτόν δια της μεταβιβάσεώς του από τη δικαιοπάροχο μητέρα του με το νόμιμα μεταγραμμένο ...

πωλητήριο συμβόλαιο οικίας, και τα οποία ουδέποτε περιήλθαν στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων με τους επικαλούμενους από τους ίδιους παράγωγο και πρωτότυπο τρόπους κτήσεως κυριότητας. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, οι πρώτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης, κατά την αρίθμηση του Δικαστηρίου, υπό τα στοιχεία ...

του αναιρετηρίου, κατά το μέρος τους με το οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι, ομοίως δε αβάσιμος είναι και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του ως άνω αριθμού 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα.

Τα παραπάνω δε ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι οι ως άνω λόγοι, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, προβαίνοντας σε αναλυτική αναφορά των ισχυρισμών τους, καταλογίζουν στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης, συμβολαιογραφικών τίτλων, αεροφωτογραφιών, προσκομιζομένων από τους ίδιους εγγράφων ιδιαιτέρως περί ηλεκτροδοτήσεως του επίδικου ακινήτου από το έτος 1978 κλπ.), το περιεχόμενο των οποίων περιλαμβάνουν τόσο στο αναιρετήριο, όσο και στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με κριτικές παρατηρήσεις, αξιολογήσεις και σχόλια, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ, κατά την άποψή τους, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων προκύπτει, ότι τα επίδικα εδαφικά τμήματα ανήκουν στην κυριότητα της δικαιοπαρόχου τους, της οποίας είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, είναι απαράδεκτοι.

Τούτο δε διότι, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ως άνω διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του Εφετείου (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ακόμη, ο περιεχόμενος στους λόγους αυτούς επαναλαμβανόμενος ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, κατά τον οποίο το Εφετείο όφειλε να δεχθεί το αίτημά τους και να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, είναι απαράδεκτος, καθόσον από τις διατάξεις των άρθρων 368, 386 και 388 προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν υποχρεούται να διατάξει πραγματογνωμοσύνη επί συγκεκριμένου θέματος, αλλά το ζήτημα αυτό ανήκει στη διακριτική του ευχέρεια, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1013/2010).

Με τους ίδιους λόγους αναίρεσης καθώς και με τους, κατά την αρίθμηση του Δικαστηρίου, λοιπούς δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους, υπό τα στοιχεία του αναιρετηρίου (ΣΤ2, ΣΤ3, ΣΤ4,) κατά την εκτίμησή τους, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση συλλήβδην και για παραβίαση των αριθμών 8, 10, 11, 12, 17 , 18 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Πλημμέλειες από τους αριθμούς 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και με τον πρώτο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ενώ με τον δεύτερο των λόγων αυτών πλήττεται αυτή για παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα και με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, εκτός από την προαναφερόμενη πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται συλλήβδην την προσβαλλόμενη απόφαση και για παραβίαση των αριθμών 12,13 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Εξ αυτών οι δεύτερος, πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης (...), κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση παραβίαση του αριθμού 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την ως άνω 718/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, είναι αβάσιμοι, καθόσον με την ως άνω αναιρετική απόφαση αναιρέθηκε η 264/2010 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ), οπότε, σύμφωνα με τα ως άνω εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, δεν υπήρχε δέσμευση του δικαστηρίου της παραπομπής, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη 47/2020 απόφαση από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είχε τη δυνατότητα να εκτιμήσει διαφορετικά.

Επίσης, αβάσιμοι είναι οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης (υπό τα στοιχεία ...), καθώς και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που ο καθένας από αυτούς πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., καθόσον, όπως σαφώς αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και προκύπτει από τις αιτιολογίες της, το Εφετείο σχημάτισε το αποδεικτικό του πόρισμα επί των ανωτέρω επίδικων ζητημάτων από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει αναλυτικά στην απόφασή του, όπως επίσης και οι πρώτος και πέμπτος λόγοι αναίρεσης (υπό τα στοιχεία ..και …) και τρίτος των προσθέτων λόγων αναίρεσης, κατά το μέρος που ο καθένας από αυτούς αποδίδει πλημμέλειες στην προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι αυτή παραβίασε σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων τους ορισμούς των άρθρων 432 και 438 ΚΠολΔ, καθόσον, το Εφετείο, κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα εκτιμώντας ελεύθερα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, όλα τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει σε κάποιο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, την οποία δεν είχε από το νόμο.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων ότι το Εφετείο απέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη στην αναφερόμενη στις παραδοχές του από Δεκεμβρίου 2003 ιδιωτική έκθεση πραγματογνωμοσύνης (φωτοερμηνείας) του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Δ. Π., που εκπονήθηκε με την επιμέλεια του αναιρεσίβλητου, στις εκθέσεις αυτοψίας, καθώς και στο ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής από Δεκεμβρίου 1988 σκαρίφημα-διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού - τοπογράφου ..., και δεν απέδωσε αξιοπιστία στα έγγραφα των ιδίων, τα σχετικά με την επικαλούμενη από αυτούς ηλεκτροδότηση του επιδίκου ακινήτου, δεν στοιχειοθετούν λόγο αναίρεσης από τον ίδιο ως άνω αριθμό 12 του άρθρου 559, αφού αυτά δεν έχουν από τον νόμο ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων. (ΑΠ 1020/2014, ΑΠ 179/2013), αλλά εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας, με την πρόσθετη επισήμανση ότι παραλείψεις σχετικά με την εφαρμογή των περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ως άνω άρθρων 386 επ.

ΚΠολΔ, δεν δημιουργούν λόγους αναίρεσης από οποιαδήποτε διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 537/2012, ΑΠ 579/2007). Επιπροσθέτως, ο δεύτερος των προσθέτων λόγων αναιρέσεώς καθώς και οι ως άνω πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος τους που αφορούν στην παραβίαση του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι φερόμενοι με αυτούς ως ληφθέντες υπόψη καίτοι μη προταθέντες ισχυρισμοί από την προσβαλλόμενη απόφαση, σχετιζόμενοι με αιτιάσεις των αναιρεσειόντων αναφερόμενες στις εκτιμήσεις και συμπεράσματα των ιδίων, από τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι την άνω ιδιωτική έκθεση φωτοερμηνείας, τις αεροφωτογραφίες, τις εκθέσεις αυτοψίας, τους συμβολαιογραφικούς τίτλους της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, την κατ'αυτούς προκύπτουσα από τα έγγραφα αυτά βούληση της μητέρας των αρχικών διαδίκων, σχετικά με τη διαίρεση του αρχικά ενιαίου ακινήτου, την αντίθεσή τους με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί κατασκευής αρχικά από τη δικαιοπάροχο τους άλλου αυθαιρέτου κτίσματος στην ίδια θέση με το επίδικο, το οποίο στη συνέχεια κατεδαφίσθηκε, και τα λεπτομερή επιχειρήματά τους περί διαμορφώσεως της καταστάσεως του επιδίκου κτίσματος σε προγενέστερο χρόνο, από εκείνον που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι από το έτος 1975, δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, αλλά με τον λόγο αυτό πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων.

Απαράδεκτοι επίσης λόγω αοριστίας τους είναι και : Α) ο πρώτος λόγος αναίρεσης (υπό στοιχείο..), κατά το μέρος του με το οποίο καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και η πλημμέλεια, (πλην των προαναφερομένων) από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι στον λόγο αυτό αναίρεσης δεν καθορίζονται οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ούτε και σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα των διατάξεων αυτών, ως έδει, για να είναι ορισμένος, αλλά γίνεται λόγος για αντιφατικότητα των αιτιολογιών της, η οποία δεν ιδρύει τον λόγο αυτόν.

Β)ο τρίτος των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, κατά το μέρος του, που, μεταξύ άλλων, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 13 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, καθόσον οι αναιρεσείοντες ουδόλως εξειδικεύουν ποιος από τους διαδίκους είχε το υποκειμενικό βάρος συγκεκριμένων ισχυρισμών, οι οποίοι επίσης δεν προσδιορίζονται, και με ποιο τρόπο παραβιάσθηκαν οι ορισμοί του νόμου σχετικά με το βάρος αποδείξεως.

Σημειωτέον, ότι για το ορισμένο των ως άνω λόγων αναιρέσεως, όπως και όλων άλλωστε των αναιρετικών λόγων, δεν αρκεί η μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τους προβλέπει, συλλήβδην με άλλους αριθμούς του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση της κάθε μίας αντίστοιχα πλημμέλειας (ΑΠ 724/2020, ΑΠ 402/2019), όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση.

Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από: α) τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που διαδίκων, που εξετάσθηκαν στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, με τη μνεία ότι αυτές εκτιμώνται χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους και προς τις λοιπές αποδείξεις, ανάλογα με τον τρόπο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας καθενός από αυτούς, β) την από Δεκεμβρίου 2003 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης (φωτοερμηνείας) του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Δ.

Π., με τη μνεία ότι αυτή εκτιμάται ελεύθερα κατ'άρθρο 390 ΚΠολΔ, γ) όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι παραδεκτά και νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και οι προσκομιζόμενες μη αμφισβητούμενης γνησιότητας φωτογραφίες, με τη μνεία ότι σε ορισμένα από αυτά (έγγραφα) γίνεται ειδική αναφορά στις παραδοχές της απόφασης, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο από την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς, δ) τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας και τα όσα συνομολογούνται εκ μέρους των διαδίκων.

Επί πλέον, εκτός από την εκτεθείσα διαβεβαίωση, από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφιβόλως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις τους.

Ειδικότερα, το Τριμελές Εφετείο Αιγαίου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, μνημονεύει ειδικά και αξιολογεί εκτενώς το περιεχόμενο των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων σε συσχετισμό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όλων των συμβολαίων, μεταξύ των οποίων και της συμβολαιογραφικής ως άνω Διευκρινιστικής Δήλωσης, της ιδιωτικής έκθεσης πραγματογνωμοσύνης (φωτοερμηνείας) με συγκεκριμένες αναφορές και σε άλλα έγγραφα, με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, εξαίροντας μερικά από αυτά, όπως έχει δικαίωμα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους (ΑΠ 155/2020).

Επομένως, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία για τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο δεύτερος (ΣΤ2) λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 11 περ γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το ως άνω μέρος του είναι απαράδεκτος, εφόσον οι αιτιάσεις, με τις οποίες οι αναιρεσείοντες εκφράζουν την άποψη ότι η διαφορετική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με τα δικά τους συμπεράσματα από την αξιολόγησή τους, θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγούν σε ανεπίτρεπτο έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων.

Επί πλέον, την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο πλήττει και ο πρώτος των προσθέτων λόγων αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο οι αναιρεσείοντες αιτιώνται ότι το Εφετείο κατά παραβίαση του αριθμού 11β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, έλαβε υπόψη του μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, και συγκεκριμένα το ενσωματωμένο στην αγωγή τοπογραφικό σκαρίφημα-τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού - τοπογράφου, ..., που οι ίδιοι χαρακτηρίζουν ως ασήμαντο, πρόχειρο, στερούμενο αξιοπιστίας, υποστηρίζοντας ότι σε αυτό, το οποίο δεν φέρει αριθμό πρωτοκόλλου, αιτία συντάξεως και τον παραγγέλοντα τη σύνταξή του, ελλείπουν παντελώς τα σημεία του ορίζοντος, και το ίδιο έχει ελλιπή στοιχεία των επί μέρους εικονιζόμενων στοιχείων, και συνεπώς, κατά το ως άνω μέρος του, ο λόγος αυτός (πρώτος πρόσθετος) αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.

Ο από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά, από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 955/2021 ΑΠ 189/2019).

Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού, δηλαδή φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα. Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ.

εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 2/2008). Επιπροσθέτως, οι λόγοι αναιρέσεως που είναι αντιφατικοί μεταξύ τους απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. (ΑΠ 112/2020, ΑΠ 37/2020, ΑΠ306/2018).

Τέτοια αντίφαση υπάρχει και όταν προβάλλεται ότι το δικαστήριο της ουσίας αφενός δεν έλαβε υπόψη με την προσβαλλόμενη απόφασή του κάποιο ή κάποια συγκεκριμένα έγγραφα, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ και αφετέρου παραμόρφωση του ίδιου ή των ίδιων εγγράφων με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο ή στα έγγραφα αυτά, δηλαδή προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση με μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, καθώς και με μέρος του τρίτου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες καταλογίζουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλην των προαναφερομένων πλημμελειών, και την παραβίαση της διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚπολΔικ. Ειδικότερα, με το μέρος αυτό του δεύτερου λόγου αναίρεσης, και του τρίτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης, κατά την εκτίμησή τους, καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε σε σοβαρότατες πλημμέλειες εσφαλμένης ερμηνείας των προαναφερομένων συμβολαιογραφικών τίτλων, ήτοι των ..., συμβολαίων, της ...

συμβολαιογραφικής "Διευκρινιστικής Δήλωσης" της αεροφωτογραφίας του έτους ... και της φωτοερμηνείας της, των εκθέσεων αυτοψίας, καθώς και των εγγράφων των σχετικών με την ηλεκτροδότηση του επίδικου ακινήτου, από τα οποία, κατά την άποψή τους, προέκυπτε, ότι το επίδικο ακίνητο (δωμάτιο) κατασκευάσθηκε μεταξύ των ετών 1970 - 1975 και ουδέποτε κατεδαφίστηκε, αλλά παρέμεινε στην ίδια θέση και κατάσταση, διαφοροποιούμενοι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί κατασκευής του επιδίκου το έτος 1988.

Οι ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης και τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος τους με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, απαράδεκτοι, πρωτίστως διότι αυτοί, προβαλλόμενοι σωρευτικά, χωρίς διατύπωση επικουρικότητας, με τον ως άνω δεύτερο (υπό στοιχείο ΣΤ 2) λόγο αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο αποδόθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα προαναφερόμενα, πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.

γ', για μη λήψη υπόψη των ίδιων αποδεικτικών εγγράφων, είναι αντιφατικοί έναντι του λόγου αυτού αναιρέσεως. Επιπλέον, οι ίδιοι ως άνω λόγοι κατά το μέρος τους αυτό είναι απαράδεκτοι και διότι γιατί δεν αφορούν σε "διαγνωστικό λάθος" εγγράφων, αλλά στην πραγματικότητα αναφέρονται σε, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, λανθασμένη εκτίμηση του περιεχομένου των επικαλούμενων αποδεικτικών μέσων, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι ίδιοι θεωρούν ορθό.

Δηλαδή οι επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν σε παράπονα αναγόμενα στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου των εγγράφων. Τα παραπάνω δε ισχύουν, ανεξαρτήτως του ότι οι λόγοι αυτοί, όσον αφορά την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι και αβάσιμοι, γιατί το αποδεικτικό πόρισμα της αποφάσεως ότι κύριος των επιδίκων ακινήτων είναι ο αναιρεσίβλητος ενώ η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων και κατ'επέκταση και οι ίδιοι ως καθολικοί διάδοχοι της, ουδέποτε κατέστησαν κύριοι αυτών με παράγωγο ή με πρωτότυπο τρόπο και ότι με τις προαναφερόμενες ενέργειες της δικαιοπαρόχου τους, ήτοι της καταλήψεως του πρώτου εδαφικού τμήματος και της αυθαίρετης κατασκευής επί του δεύτερου, προσβλήθηκε και διαταράχθηκε αντίστοιχα η επί αυτών κυριότητα του ίδιου, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά η κατά κύριο λόγο στα έγγραφα που αυτοί προσβάλλουν με την αιτίαση, ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενό τους.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος ετέρου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 15.4.2021 αίτηση και οι από 19.1.2022 πρόσθετοι λόγοι για αναίρεση της 47/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου που παρέστη στο Δικαστήριο και κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά του, (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αυτά ορίζονται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδάφ.6 ΚΠολΔ) .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.4.2021 αίτηση και τους από 19.1.2022 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 47/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ