Legislator Case Law & Legislation
319/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against non-existent parties but partially allows appeal regarding moral damages claim.

Case Number 319/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding two defendants representing non-existent legal entities while partially allowing the appeal against the first defendant. The court found the first defendant liable for moral damages but rejected the claim for the full amount requested by the plaintiffs. Consequently, the judgment was modified to award only the recognized portion of the damages.

Legislator headnote

AI generated

Articles 62(a) and 61 of the Civil Code; Article 72 and 73 of the Code of Civil Procedure: An appeal filed on behalf of a non-existent legal person is inadmissible, whereas an appeal against a judgment awarding moral damages is admissible if the claim is substantiated on specific grounds.

Keywords

AI generated
non-existent legal person admissibility of appeal moral damages claim partial annulment legal standing capacity civil procedure code judgment modification

Cited Legislation

AI generated
Article 62(a) of the Code of Civil Procedure
Article 61 of the Civil Code
Article 72 of the Civil Code
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 313(1)(d) of the Code of Civil Procedure
Article 556(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Articles 179 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 319 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 319/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2)ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "....", η οποία εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 3)K. Z. του K., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σπηλιόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., και 2)Β. Θ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αρετή Καπετανάτου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/10/2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2268/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3144/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/6/2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 62 εδαφ. α του ΚΠολΔ "όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος". Κατά δε το άρθρο 61 ΑΚ το νομικό πρόσωπο αποκτά προσωπικότητα αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, ενώ η διάλυση του νομικού προσώπου δεν θίγει την ικανότητά του να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αλλά και της έννομης σχέσης της δίκης, αφού κατά το άρθρο 72 ΑΚ μόλις το νομικό πρόσωπο διαλυθεί βρίσκεται αυτοδικαίως σε εκκαθάριση, εωσότου δε περατωθεί η εκκαθάριση και για της ανάγκες της θεωρείται ότι υπάρχει.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως αν συντρέχει η κατά το άρθρο 62 εδαφ. α του ίδιου Κώδικα προϋπόθεση, ενόψει και της διάταξης του άρθρου 313 παρ 1 εδαφ. δ αυτού, κατά την οποία "μπορεί να επιδιωχθεί με αγωγή ή ένσταση η αναγνώριση της ανυπαρξίας μιας δικαστικής απόφασης, αν εκδόθηκε σε δίκη που είχε διεξαχθεί κατά ανυπάρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου", κατά δε το άρθρο 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ δικαίωμα αναίρεσης έχουν, μεταξύ άλλων και ο εναγόμενος, ο εκκαλών, οι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου είναι απαράδεκτη και απορριπτέα, διότι η ιδιότητα του να είναι κάποιος διάδικος αποτελεί απαραίτητη διαδικαστική προϋπόθεση για τη δυνατότητα έκδοσης δικαστικής απόφασης επί της ουσίας.

Περαιτέρω, στην περίπτωση συγχώνευσης ανωνύμων εταιρειών, που επέρχεται είτε με τη σύσταση νέας εταιρείας, είτε με απορρόφηση, είτε με εξαγορά της μιας από την άλλη, το άρθρο 75 παρ. 1 και 2 του ν. 2190/1920 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του π.δ. 498/1987 ορίζει ότι: "1. Από την καταχώρηση, στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, που προβλέπεται από το άρθρο 74, επέρχονται αυτοδίκαια και ταυτόχρονα χωρίς καμιά άλλη διατύπωση, τόσο για τις συγχωνευόμενες εταιρείες όσο και έναντι των τρίτων, τα ακόλουθα αποτελέσματα:

α) Η απορροφούσα εταιρεία υποκαθίσταται σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ή των απορροφούμενων εταιρειών και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή. β) Οι μέτοχοι της ή των απορροφουμένων εταρειών γίνονται μέτοχοι της απορροφούσας εταιρείας. γ) Η απορροφούμενη ή οι απορροφούμενες εταιρείες παύουν να υπάρχουν. 2.

Οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την απορροφούσα εταιρεία ή κατ` αυτής χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχώνευσης, βίαια διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψη τους". Η έννοια της κατά τα άνω συγχώνευσης ανωνύμων εταιρειών είναι ότι με αυτή η συγχωνευόμενη εταιρεία παύει να υφίσταται χωρίς να μεσολαβήσει εκκαθάριση, εξαφανιζόμενη ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και ότι η νέα εταιρεία, ως διάδοχος των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεχίζει τις εκκρεμείς δίκες (ΑΠ 697/2015, ΑΠ 1737/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 18.6.2020 (αρ. κατ. 3399/404/18.6.2020), φέρεται ότι ασκείται και από τη (δεύτερη) αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στην … (λεωφ. ...) και η οποία υπήρξε διάδικος στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια δίκη.

Μετά, όμως, από τη συζήτηση της υπόθεσης στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 3144/6.6.2019 απόφασή του, και συγκεκριμένα στις 30.12.2019, η ως άνω εταιρεία, που ήταν δεύτερη εκκαλούσα και δεύτερη εφεσίβλητη, απορροφήθηκε κατόπιν συγχώνευσης από την πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία στη δευτεροβάθμια δίκη ήταν πρώτη εκκαλούσα -πρώτη εφεσίβλητη (βλ.

τη με αριθμό .../30.12.2019 ανακοίνωση της διαγραφής λόγω συγχώνευσης της ανώνυμης εταιρείας "..." από το Γ.Ε.ΜΗ, που εκδόθηκε από την Υπηρεσία Γ.Ε.ΜΗ., Τμήμα Μητρώου της Διεύθυνσης Μητρώων και Ανάπτυξης Πληροφοριακών Συστημάτων του ΕΒΕΑ και τη με αριθμό 135932/30.12.2019 απόφαση του Τμήματος Εισηγμένων ΑΕ & Αθλητικών ΑΕ της Διεύθυνσης Εταιρειών και ΓΕΜΗ της Γενικής Διεύθυνσης Αγοράς της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου & Προστασίας Καταναλωτή, με την οποία εγκρίνεται η συγχώνευση των πρώτης και δεύτερης αναιρεσειουσών ανωνύμων εταιρειών με την απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη).

Εξάλλου είναι βέβαιον ότι το ως άνω γεγονός ήταν γνωστό στους λοιπούς αναιρεσείοντες (δηλαδή στην πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία "...", που απορρόφησε τη δεύτερη αναιρεσείουσα εταιρεία "..." και στον τρίτο αναιρεσείοντα K. Z., που είναι πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης αναιρεσείουσας), οι οποίοι από κοινού με τη δεύτερη αναιρεσείουσα άσκησαν την ένδικη αίτηση.

Επομένως, αφού η δεύτερη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία έπαυσε να υπάρχει σε χρόνο προγενέστερο της άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, έχοντας συγχωνευθεί με απορρόφηση από την πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που ασκείται από αυτή, διότι ασκείται από ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο, όπως βάσιμα υποστηρίζουν και οι αναιρεσίβλητοι με τις από 28.9.2021 προτάσεις που κατέθεσαν στο παρόν Δικαστήριο.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην αίτηση αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιον λόγο αναίρεσης στοιχειοθετεί η προβαλλόμενη αιτίαση (ΑΠ 617/2015).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης αποτελεί και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης του διαδίκου που νίκησε ή νικήθηκε πρέπει να υπάρχει τόσο κατά το χρόνο άσκησης όσο και κατά το χρόνο της συζήτησής της και απαιτείται όχι μόνο γενικώς για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικώς για κάθε επιμέρους λόγο αναίρεσης.

Ειδικότερα το έννομο συμφέρον προκύπτει από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δε να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται τη βλάβη. Βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του αναιρεσείοντος ή γίνονται ολικά ή μερικά έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη περιέχει σχετική διάταξη (ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 985/2015, ΑΠ 2134/2014).

Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση. Εφόσον δε το έννομο συμφέρον δεν θεμελιώνεται στο δικόγραφο της αναίρεσης ή δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1163/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 18.6.2020 και με αριθμό κατάθεσης 3399/404/18.6.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθμό 3144/6.6.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής:

Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις από 21.6.2016 (με αριθμό κατάθεσης 2810/4.7.2016) και από 28.6.2016 (με αριθμό κατάθεσης 2675/29.6.2016) αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της με αριθμό 2268/26.10.2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί ερήμην του τρίτου εναγομένου και ήδη τρίτου αναιρεσείοντος και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων κατά την ίδια ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απορρίψει την από 20.10.2014 και με αριθμό κατάθεσης 121551/4133/30.10.2014 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων κατά του τρίτου εναγομένου και ήδη τρίτου αναιρεσείοντος και την είχε δεχθεί κατά ένα μέρος ως παραδεκτή, νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη ως προς τις πρώτη και δεύτερη των εναγομένων και ήδη πρώτη και δεύτερη των αναιρεσειόντων και ειδικότερα είχε αναγνωρίσει ότι:

α) είναι άκυρες ως εικονικές ως προς το πρόσωπο του εργοδότη οι από 16.3.2009 συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίστηκαν μεταξύ των εναγόντων - αναιρεσίβλητων και της δεύτερης εναγομένης, β) οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι συνδέθηκαν με την πρώτη εναγομένη-πρώτη αναιρεσείουσα με απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ο μεν πρώτος από το Σεπτέμβριο του έτους 1991 μέχρι και το Μάρτιο του 1998, ο δε δεύτερος από τον Απρίλιο του έτους 1991 έως και τον Αύγουστο του έτους 1994 και αμφότεροι από τον Ιούλιο του 2004 έως τις 15.3.2009 και με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 16.3.2009 μέχρι 31.7.2014 και γ) οι πρώτη και δεύτερη εναγόμενες υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρο σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 5.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Ως προς τον τρίτο εναγόμενο -τρίτο εφεσίβλητο - τρίτο αναιρεσείοντα K. Z., με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 3144/2019, απόφασή του το Μονομελές Εφετείο Αθηνών επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεχόμενο κατά λέξη τα εξής: "Περαιτέρω, όμως, ως προς τον τρίτο εναγόμενο δεν αποδείχθηκε ότι αυτός είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου των εναγομένων κατά το χρόνο κατάρτισης των επίμαχων εικονικών συμβάσεων και, επομένως, η αγωγή (ως προς αυτόν) είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια ως άνω, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων" και με βάση τις ως άνω παραδοχές απέρριψε το σχετικό περί του αντιθέτου και υπό στοιχείο Γ-5 λόγο της από 21.6.2016 έφεσης των εναγόντων-εκκαλούντων- αναιρεσίβλητων. Ο τρίτος αναιρεσείων, αν και νικήσας διάδικος, (από κοινού με τις λοιπές αναιρεσείουσες) άσκησε την υπό κρίση, από 18.6.2020 (και με αριθμό κατάθεσης 3399/404/2020), αίτηση αναίρεσης.

Στο αναιρετήριο, όμως, δεν περιέχεται συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης, από αυτούς που διαλαμβάνονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο να αποδίδεται νομική πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα, ούτε διαλαμβάνεται ισχυρισμός σχετικά με το έννομο συμφέρον του για την άσκηση της ένδικης αίτησης.

Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα σκέψη, ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα (νικήσαντα διάδικο) η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, προεχόντως λόγω της αοριστίας της, αλλά και λόγω της μη ύπαρξης εννόμου συμφέροντος του συγκεκριμένου διαδίκου για την άσκηση αυτής.

ΙΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη, δηλαδή, με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εάν το δικαστήριο για την ως προς το επιτρεπτό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίση του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος, ή αρκέσθηκε σε λιγότερα. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ο εναγόμενος, όμως, όταν η κατ' αυτού αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη δεν έχει έννομο συμφέρον (άρθρο 68 του ΚΠολΔ) να ασκήσει αναίρεση από τους προβλεπόμενους στους αριθμούς 1 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους, ισχυριζόμενος ότι η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστη. Τούτο, διότι η απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αγωγή ως μη νόμιμη είναι ευμενέστερη γι' αυτόν (σχ. ΑΠ 533/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, που ερευνώνται ενιαίως, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να ερευνήσει τον περί αοριστίας της από 20.10.2014 αγωγής ως προς το πρόσωπο του εναγομένου ισχυρισμό, τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα είχε προτείνει και με λόγο έφεση και ότι κατά παράβαση του νόμου έκρινε την αγωγή αυτή ορισμένη.

Ειδικότερα, κατά την πρώτη αναιρεσείουσα η αοριστία της αγωγής συνίσταται στο ότι: :(α) αν και στην αγωγή εκτίθεται ότι ήταν εικονικές οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων που συνήφθησαν με τη δεύτερη εναγομένη και πως πραγματική εργοδότριά τους εξακολουθούσε να είναι η πρώτη εναγομένη, η οποία με σύμβαση δανεισμού τους παραχώρησε στη δεύτερη, οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωρισθεί η εις ολόκληρον ενοχή των πρώτης και δεύτερης εναγομένων για τις επίδικες αξιώσεις τους και (β) αν και οι ενάγοντες επικαλούνται σχετική ακυρότητα των από 16.3.2009 συμβάσεων εργασίας τους με τη δεύτερη εναγομένη λόγω εικονικότητας, δεν αναφέρουν εάν κατά το χρόνο της κατάρτισής τους όλοι οι συμβαλλόμενοι (δηλαδή οι ενάγοντες και οι πρώτη και δεύτερη εναγόμενες) γνώριζαν και ήθελαν να ισχύσουν οι υποκρυπτόμενες συμβάσεις δανεισμού τους από την πρώτη εναγομένη στη δεύτερη, αλλά ούτε και ποια από τις δύο εναγόμενες κατέβαλε το μηνιαίο μισθό τους.

Σχετικά με τους ως άνω λόγους αναίρεσης, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 20.10.2014 (με αριθμό κατάθεσης 121551/4133/2014) αγωγή, την οποία οι ενάγοντες- αναιρεσίβλητοι Γ. Κ. και Β. Θ. άσκησαν κατά της πρώτης εναγομένης- πρώτης αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... - ..." (ως προς την οποία κρίθηκε η ένδικη αίτηση παραδεκτή), κατά της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", [η οποία πλέον δεν υφίσταται, διότι όπως ήδη εκτέθηκε συγχωνεύθηκε με απορρόφησή της από την πρώτη εναγομένη- πρώτη αναιρεσείουσα] και κατά του τρίτου εναγομένου K.

Z., [ως προς τον οποίο η υπό κρίση αίτηση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη], εξέθεταν τα ακόλουθα: Ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι προσλήφθηκαν από την πρώτη εναγομένη - πρώτη αναιρεσείουσα το Σεπτέμβριο του 1991 ο πρώτος και τον Απρίλιο του 1991 ο δεύτερος για να παρέχουν τις υπηρεσίες τους με την ειδικότητα του οδηγού και ότι εργάσθηκαν σε αυτή ως οδηγοί μέχρι τον Μάρτιο του 1998 ο πρώτος και μέχρι τον Αύγουστο του 1994 ο δεύτερος.

Ότι τον Ιούλιο του 2004 επανήλθαν στην εργασία τους στην πρώτη εναγομένη με την ίδια ως άνω σχέση, που διήρκεσε μέχρι την 15.3.2009. Ότι οι ως άνω συμβάσεις εργασίας τους είχαν τυπικά τη μορφή συμβάσεων μίας ημέρας, ως ευκαιριακού προσωπικού, ενώ στην πραγματικότητα εργάζονταν σταθερά και αδιάλειπτα. Ότι ειδικότερα ο πρώτος ενάγων εργάσθηκε από τον Σεπτέμβριο του 1991 μέχρι το Μάρτιο του 1998 με πενθήμερη απασχόληση, από τον Ιούλιο του 2004 μέχρι τον Ιούλιο του 2008 με τριήμερη απασχόληση και από τον Αύγουστο του 2008 έως και την 15.03.2009 με πενθήμερη απασχόληση και ο δεύτερος ενάγων εργάσθηκε από τον Απρίλιο του 1991 μέχρι τον Αύγουστο του 1994 με πενθήμερη απασχόληση, από τον Ιούλιο του 2004 μέχρι τον Ιούλιο του 2008 με τριήμερη απασχόληση και από τον Αύγουστο του 2008 έως και την 15.03.2009 με πενθήμερη απασχόληση, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της πρώτης εναγομένης.

Ότι οι συμβάσεις εργασίας τους με σκοπό την καταστρατήγηση του νόμου συνάπτονταν ως διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου και δη μίας ημέρας, ενώ αυτοί μέχρι την 15.03.2009 συνδέονταν με την πρώτη εναγομένη με απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου λόγω μη τήρησης του προβλεπόμενου κατά το καταστατικό της εγγράφου τύπου.

Ότι, αν και στις 16.03.2009 κατάρτισαν με την δεύτερη εναγομένη έγγραφες συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εξακολούθησαν να εκτελούν τα ίδια καθήκοντα στην πρώτη εναγομένη, συνεχίζοντας να τελούν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της. Ότι η κατάρτιση των από 16.03.2009 συμβάσεων εργασίας αποσκοπούσε στην καταστρατήγηση των εργασιακών τους δικαιωμάτων και ότι ήταν εικονική ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, υποκρύπτοντας στην πραγματικότητα έγκυρες συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου με την πρώτη εναγομένη και σύμβαση δανεισμού των υπηρεσιών τους από αυτή στην δεύτερη εναγομένη και ότι κατά τη σύναψή τους υπήρξε απόλυτη σύμπτωση της βούλησης τόσο της πρώτης εναγομένης όσο και των εναγόντων για εξακολούθηση παροχής των υπηρεσιών τους ως οδηγών σε αυτή (βλ.

τελευταία παράγραφο της 31ης σελίδας αγωγής). Ότι από τις 16.3.2009 λόγω της κατάρτισης των ως άνω εγγράφων συμβάσεων, συνδέονταν με την πρώτη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου Ότι από την πρόσληψή τους και καθ' όλη τη διάρκεια της εργασιακής τους σχέσης η πρώτη εναγομένη δεν τους αντιμετώπιζε μισθολογικά με τον ίδιο τρόπο σε σχέση με το τακτικό προσωπικό της, καθόσον εφάρμοζε για τον καθορισμό των μηνιαίων τους αποδοχών την εκάστοτε ισχύουσα Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας και όχι τις προβλέπουσες υπέρτερες αποδοχές επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας και κατά κατάχρηση του δικαιώματός της.

Ότι στις 30.06.2014 η δεύτερη εναγομένη, επικαλουμένη ανάγκη αναδιοργάνωσης των υπηρεσιών της, παρότι δεν υπήρχε τέτοια ανάγκη, έθεσε σε εφαρμογή πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου, με το οποίο επιδιωκόταν η συναινετική λύση των συμβάσεων εργασίας των μισθωτών που είχαν μεταφερθεί από την πρώτη εναγομένη στη δεύτερη.

Ότι στην πραγματικότητα το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου, που ανακοίνωσε η δεύτερη εναγομένη, υπέκρυπτε καταγγελία των υφισταμένων συμβάσεων εργασίας τους με την πρώτη εναγομένη, καθώς εξαναγκάστηκαν εμμέσως να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα και να αποχωρήσουν την 31.07.2014, λόγω των ως άνω μεθοδεύσεών της.

Ότι η πρώτη εναγομένη, με το πρόγραμμα που εξήγγειλε η δεύτερη εναγομένη, επιδίωκε να καταστρατηγήσει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας περί ομαδικών απολύσεων. Ότι η κατά τον τρόπο αυτό η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους ήταν άκυρη, καθόσον, αφενός δεν τους καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση, με υπολογισμό και των ετών προϋπηρεσίας τους από τον χρόνο της πρόσληψής τους μέχρι την 15.03.2009 με βάση τις τακτικές αποδοχές που ελάμβανε το τακτικό προσωπικό της πρώτης εναγομένης και αφετέρου η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους αντίκειται στον νόμο περί ομαδικών απολύσεων.

Ότι, μετά την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, η δεύτερη εναγομένη, κατά κατάχρηση του δικαιώματός της, δήλωσε στον ΟΑΕΔ ότι απασχολεί τους ενάγοντες με τρίμηνες συμβάσεις εργασίας, με στόχο αυτοί να απολέσουν την τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία προσβολής του κύρους της από 31.07.2014 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους και ότι μετά την αποστολή του από 10.9.2014 εξωδίκου τους, με το οποίο οι ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν για την ως άνω δήλωση της δεύτερης εναγομένης, αυτή στις 15.9.2014 προέβη σε (δεύτερη) καταγγελία των εργασιακών τους συμβάσεων.

Με βάση το ιστορικό αυτό και όπως με τις πρωτόδικες προτάσεις τους και με προφορική τους δήλωση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου περιόρισαν τα αποτιμητά σε χρήμα καταψηφιστικά αιτήματά τους σε αναγνωριστικά, παραιτήθηκαν του αγωγικού αιτήματός τους για καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από τον Μάιο του 2015 έως και τον Δεκέμβριο του 2015 και περιόρισαν εν μέρει το επικουρικό τους αίτημα για συμπλήρωση των παροχών του προγράμματος εθελούσιας εξόδου, οι ενάγοντες -αναιρεσίβλητοι ζήτησαν: (α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των από 16.3.2009 συμβάσεων που υπέγραψαν με τη δεύτερη εναγομένη "..." ως εικονικών, (β) να αναγνωρισθεί ότι από την αρχική πρόσληψη του κάθε ενάγοντος, άλλως από το έτος 2004 και μέχρι την 15.3.2009 αυτοί διαρκώς συνδέονταν με την πρώτη εναγομένη - πρώτη αναιρεσείουσα με απλή σχέση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι από την 16.03.2009 μέχρι την 31.07.2014 συνδέονταν με έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, (γ) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 31.07.2014 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, που έγινε με το από 31.7.2014 έγγραφο λύσης της κάθε σύμβασης και παραλαβής της αποζημίωσης, (δ) άλλως και όλως επικουρικώς, σε περίπτωση που κριθούν έγκυρες η εθελουσία έξοδος και η λήξη στις 31.7.2014 των από το έτος 1991 άλλως από το έτος 2004 συμβάσεών τους εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί ότι το διάστημα από την 1.8.2014 και μέχρι την 15.9.2014 απασχολήθηκαν στην πρώτη εναγομένη με συμβάσεις εργασίας αορίστου και όχι ορισμένου χρόνου και άλλως στη θυγατρική της εταιρεία (εννοείται στην ...), που όμως η απασχόλησή τους ως ορισμένου χρόνου ήταν εικονική και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 15.9.2014 καταγγελίας των από 1.8.2014 συμβάσεων εργασίας τους, καθόσον αφενός δεν έγινε από τον πραγματικό τους εργοδότη και αφετέρου έγινε από λόγους εμπάθειας και εκδίκησης λόγω της έριδας που δημιουργήθηκε με την αποστολή του από 10.9.2014 εξωδίκου εγγράφου τους, με το οποίο διαμαρτύρονταν για τα εργασιακά τους δικαιώματα, μεταξύ των οποίων και για τη ψευδή δήλωση περί δήθεν απασχόλησής τους, που υπέβαλε στον ΟΑΕΔ εν αγνοία τους η δεύτερη εναγομένη- -θυγατρική της πρώτης εναγομένης, (ε) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη, άλλως η δεύτερη εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους στην ίδια θέση και με τους ίδιους όρους όπως και πριν από την απόλυσή τους, (στ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των πρώτης και δεύτερης εναγομένων [εφόσον η δεύτερη κριθεί ως άμεσος εργοδότης ή δευτερογενής εργοδότης (βλ.

σελ. 46 της αγωγής)] να καταβάλουν εις ολόκληρο για μισθούς υπερημερίας της χρονικής περιόδου από το μήνα Αύγουστο του έτους 2014 μέχρι και το μήνα Απρίλιο του έτους 2015, πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών αδείας, στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 55.987,03 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 58.560,7 ευρώ, όπως εξειδικεύονται τα επιμέρους κονδύλια, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις της αγωγής (ζ) επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η λύση των συμβάσεων εργασίας τους δια της εθελουσίας εξόδου τους, να αναγνωρισθεί ότι οι πρώτη και δεύτερη εναγόμενες υποχρεούνται να καταβάλουν εις ολόκληρο στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 52.420,05 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 71.797 ευρώ για συμπλήρωση των ποσών που έλαβαν με βάση το πρόγραμμα της εθελουσίας εξόδου τους με το ποσό της αποζημίωση απόλυσης που δικαιούνταν, (η) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση όλων των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρο σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο μέχρι την εξόφληση και (θ) να επιβληθεί σε βάρος του τρίτου εναγομένου χρηματική ποινή 500 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης με το διατακτικό της απόφασης που θα εκδοθεί.

Επί της ως άνω αγωγής, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθμό 2268/2015 απόφασή του αποφάνθηκε ως εξής: 1) Απέρριψε τα με στοιχεία (δ) και (ε) αιτήματα της αγωγής, [να αναγνωρισθεί, δηλαδή, ότι οι από 1.8.2014 μέχρι 31.10.2014 τρίμηνες συμβάσεις εργασίας των εναγόντων ήταν συνέχεια της μιας και μόνης εργασιακής τους σχέσης με πρώτη εναγομένη, άλλως με τη δεύτερη εναγομένη και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη, άλλως η δεύτερη εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων στην ίδια θέση και με τους ίδιους όρους, όπως και πριν από την απόλυσή τους], ως περιέχοντα ανεπίτρεπτη επικουρική εναγωγή των εναγομένων. 2) Απέρριψε ως συναρτώμενο με τα παραπάνω απορριφθέντα αιτήματα, το αίτημα να επιβληθεί σε βάρος του τρίτου εναγομένου- πρόεδρου και διευθύνοντα συμβούλου των πρώτης και δεύτερης εναγομένων- χρηματική ποινή 500 ευρώ και προσωπική κράτηση διάρκειας 6 μηνών για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης με το διατακτικό της απόφασής του. 3) Απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι οι από 16.3.2014 (εννοεί τις από 16.3.2009) συμβάσεις εργασίας τους υπέκρυπταν (πλην της σύμβασης εργασίας τους με την πρώτη εναγομένη) και συμβάσεις δανεισμού των υπηρεσιών τους από την πρώτη εναγομένη στη δεύτερη. 3) Απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα περί αναγνώρισης της υποχρέωσης της δεύτερης εναγομένης να καταβάλει σε ολόκληρο με την πρώτη εναγομένη μισθούς υπερημερίας στους ενάγοντες. 4) Απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι η πρώτη εναγομένη δεν τους αντιμετώπιζε μισθολογικά με τον ίδιο τρόπο σε σχέση με το τακτικό της προσωπικό, μη εφαρμόζοντας σε αυτούς τις επιχειρησιακές ΣΣΕ, κατά το μέρος αυτό που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, με την αιτιολογία ότι η εν λόγω αρχή προϋποθέτει για την εφαρμογή της εκούσια παροχή του εργοδότη και συνεπώς δεν εφαρμόζεται όταν η παροχή επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή συλλογική σύμβαση εργασίας, διαιτητική απόφαση ή άλλη κανονιστική διάταξη ή δικαστική απόφαση, διότι σε μια τέτοια περίπτωση πρόκειται όχι για εκούσια ή συμβατική, αλλά για από το νόμο η από δικαστική απόφαση υποχρεωτική παροχή του εργοδότη.

Κατά τα λοιπά, αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση των πρώτης και δεύτερης εναγομένων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων, δέχθηκε την αγωγή, κατά το μέρος που την έκρινε παραδεκτή και νόμιμη, ως κατά ένα μέρος ουσιαστικά βάσιμη. Συγκεκριμένα: α) απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα των εναγόντων - αναιρεσίβλητων να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του τρίτου εναγόμενου να τους καταβάλει εις ολόκληρο με τις πρώτη και δεύτερη εναγόμενες χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, β) αναγνώρισε την ακυρότητα λόγω εικονικότητας ως προς το πρόσωπο του εργοδότη των από 16.3.2009 συμβάσεων εργασίας που καταρτίσθηκαν μεταξύ των εναγόντων και της δεύτερης εναγομένης, γ) αναγνώρισε ότι οι ενάγοντες συνδέθηκαν με την πρώτη εναγομένη με απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου από το Σεπτέμβριο του 1991 έως το Μάρτιο του 1998 ο πρώτος και από τον Απρίλιο του 1991 έως τον Αύγουστο του 1994 ο δεύτερος και αμφότεροι από τον Ιούλιο του 2004 έως τις 15.3.2009 και με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 16.3.2009 μέχρι 31.7.2014 και δ) αναγνώρισε την υποχρέωση των πρώτης και δεύτερης εναγομένων να καταβάλουν σε ολόκληρο σε κάθε ενάγοντα το ποσό των 5.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, με τις παραδοχές ότι με τις από 16.3.2009 εικονικές ως προς το πρόσωπο του εργοδότη συμβάσεις εργασίας, οι πρώτη και δεύτερη εναγόμενες απέβλεπαν στην καταστρατήγηση των εργασιακών δικαιωμάτων των εναγόντων.

Κατά της ως άνω, με αριθμό 2268/2015, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι μεν ενάγοντες- αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 21.6.2016 (με αριθμό κατάθεσης 2810/4.7.2016) έφεση, η δε πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα (από κοινού με τη δεύτερη εναγομένη) άσκησε την από 28.6.2016 (με αριθμό κατάθεσης 2675/2016) έφεση.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όπως ήδη αναφέρθηκε, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 3144/6.6.2019, απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις εφέσεις, τις δέχθηκε τυπικά και τις απέρριψε κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Εφόσον, λοιπόν, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθμό 2268/2015 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο τον αγωγικό ισχυρισμό ότι οι από 16.3.2009 εικονικές συμβάσεις εργασίας, που οι ενάγοντες- αναιρεσίβλητοι συνήψαν με τη δεύτερη εναγομένη, υπέκρυπταν (πλην της σύμβασης εργασίας τους με την πρώτη εναγομένη- πρώτη αναιρεσείουσα) και σύμβαση δανεισμού των υπηρεσιών τους από την πρώτη εναγομένη -πρώτη αναιρεσείουσα στη δεύτερη εναγομένη και ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής περί καταβολής μισθών υπερημερίας από τη δεύτερη εναγομένη (εις ολόκληρο με την πρώτη εναγομένη) [βλ.

πρώτη σελίδα του ενδέκατου φύλλου της πρωτόδικης απόφασης] και η ως άνω κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επικυρώθηκε από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, η πρώτη αναιρεσείουσα δεν έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση του υπό το στοιχείο (α) σκέλους των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης, διότι η απόρριψή τους ως μη νόμιμων (και όχι ως αόριστων) είναι ευμενέστερη γι' αυτήν.

Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα με αρίθμηση

ΙΙΙ νομική σκέψη το υπό το γράμμα (α) σκέλος των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. Εξάλλου, στο σχετικό περί εικονικότητας ισχυρισμό (άρθρο 138 ΑΚ) εμπεριέχεται και το στοιχείο ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της εικονικής σύμβασης όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας (ΑΠ 752/2020, ΑΠ 502/2018). Ως εκ τούτου, δεν ήταν αναγκαία, για την πληρότητα του δικογράφου της από 20.10.2014 αγωγής των εναγόντων - αναιρεσίβλητων η ρητή μνεία της θετικής γνώσης όλων των διαδίκων για την εικονικότητα των από 16.3.2009 συμβάσεων (ΑΠ 1659/2006).

Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (βλ. πίσω σελίδα του 6ου φύλλου της με αριθμό 3144/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών) δέχθηκε την αγωγή (όπως αυτή του μεταβιβάσθηκε με την έφεση της πρώτης εναγομένης-εκκαλούσας πρώτης αναιρεσείουσας) ως ορισμένη, έλαβε υπόψη του τον διαλαμβανόμενο στο υπό το γράμμα (β) ισχυρισμό των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης και ορθά ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 138 ΑΚ και 216 ΚΠολΔ.

Ενόψει αυτού, τα αντίθετα υποστηριζόμενα στο ως άνω υπό το γράμμα (β) σκέλος των πρώτου και δεύτερου λόγων αναίρεσης είναι αβάσιμα. IV. Σύμφωνα με το άρθρο 61 ΑΚ ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού μπορούν να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου.

Επομένως, νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία από αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα.

Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρου 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.

Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνον η δική του περιουσία και όχι η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.

Ωστόσο ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρου 83 παρ. 3 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 ΑΚ, όταν, δηλαδή, γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του (ΟλΑΠ 2/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κατά την ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος ότι οι από 16.3.2009 συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων συνομολογήθηκαν εικονικά με τη δεύτερη εναγομένη ως εργοδότριά τους και ότι, στην πραγματικότητα, υπέκρυπταν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου συναφθείσες με την πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, παρέθεσε την επιχειρηματική δραστηριότητα και τον τρόπο (κοινής) διοίκησης και στενής συνεργασίας των δύο εναγομένων εταιρειών, ως πραγματικά επιχειρήματα, με τα οποία αιτιολόγησε γιατί πείσθηκε για τη συνδρομή των κρίσιμων ως άνω πραγματικών περιστατικών.

Δεν θεμελίωσε, δηλαδή, την απόφασή του στα άρθρα 70 και 281 ΑΚ που αναλύονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, διότι κατά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν εξέφρασε κρίση ότι υφίσταται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας και ότι καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειας αυτής.

Συνεπώς, ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα επικαλείται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τα άρθρα 70 και 281 ΑΚ προβαίνοντας σε αυθαίρετη και εσφαλμένη κρίση περί διαρκούς άρσης της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων των εναγομένων ανωνύμων εταιρειών, είναι αβάσιμος, καθόσον στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.

V. Ο ... (...) ιδρύθηκε με το β.δ. 20/29-12-1958 (άρθρα 1, 3 και 5), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.δ. 3865/1958, μετατράπηκε με το π.δ. 228/1999 σε ανώνυμη εταιρεία, η οποία, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διεπόμενη από τις διατάξεις του ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις" και του κ.ν. 2190/1920 "Περί ανωνύμων εταιρειών", όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν, επιπλέον δε από το άρθρο 5 παρ. 1 του καταστατικού της, που προβλέπει ότι οι μετοχές της εταιρείας θα εκδοθούν στο όνομα του Ελληνικού Δημοσίου, και, συνεπώς, κατά τον επίδικο χρόνο, ανήκε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Ο ... διέπεται από Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών του, ο οποίος εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 10 του α.ν. 127/1967, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 391/1974, εγκρίθηκε με τη με αριθμό 2084/1986 απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β 770/31-10-1986), και συνεπώς έχει ισχύ νόμου.

Κατά τον ως άνω Κανονισμό, που ίσχυε κατά το χρόνο πρόσληψης των αναιρεσιβλήτων, το προσωπικό του ... συνδέεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και διακρίνεται σε τακτικό, έκτακτο και ευκαιριακά απασχολούμενο (άρθρο 13). Τακτικό είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται για την πλήρωση των προβλεπόμενων οργανικών θέσεων (άρθρο 14) και του οποίου η σύμβαση είναι ορισμένου χρόνου (άρθρο 48 παρ. 1α).

Έκτακτο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση ορισμένου χρόνου αναλόγως των εκάστοτε παρουσιαζόμενων εποχικών ή έκτακτων αναγκών. Ευκαιριακά απασχολούμενο είναι το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση μιας ημέρας για τις ανάγκες της καταμέτρησης και διαλογής των δελτίων ή σε παρεμφερείς εργασίες στις ημέρες που διεξάγονται οι διαγωνισμοί του ΠΡΟ-ΠΟ.

Η πρόσληψη του έκτακτου προσωπικού γίνεται από τον Οργανισμό με επιλογή και αξιολόγηση των κατατεθέντων στοιχείων καθενός με απόφαση του Συντονιστή Διευθυντή και οριστικοποιείται με την υπογραφή της σχετικής σύμβασης εργασίας από το ενδιαφερόμενο μέρος (άρθρο 17 παρ. 2 και 3). Η πρόσληψη του ευκαιριακά απασχολούμενου προσωπικού για την κάλυψη των αναγκών του Οργανισμού κατά τις ημέρες διεξαγωγής των διαγωνισμών γίνεται με πάγια απόφαση του Δ.Σ.

και η τελική επιλογή του γίνεται από το Συντονιστή Διευθυντή, χωρίς να χρειάζεται η υπογραφή σύμβασης εργασίας (άρθρο 17 παρ. 4). Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10.7.2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών -μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση), έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη -μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη-μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004).

H Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα π.δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και την 19.7.2004 αντίστοιχα.

Μέχρι τότε η διασφάλιση των εργαζομένων από την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, διά της προσχηματικής επιλογής της σύμβασης ορισμένου αντί αορίστου χρόνου, αντιμετωπιζόταν στην ημεδαπή έννομη τάξη με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, που εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή δημόσιο τομέα.

Στο ως άνω π.δ. 81/2003, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το π.δ. 180/2004 (ΦΕΚ Α 160/23.8.2004), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: α) Στο άρθρο 2 παρ. 1 ορίζεται ότι: "Με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο άρθρο 2 παρ. 1 του π.δ. 164/2004 (Α 134), το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, περιλαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ' αυτού", με το οποίο (άρθρο 3 περ.

γ' του π.δ. 164/2004) ορίζεται ότι "Δημόσιος τομέας" νοείται ο οριοθετούμενος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101) ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003".

Τέτοια ανώνυμη εταιρεία είναι και η πρώτη αναιρεσείουσα, η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (απόφαση από 11-4-2001 του Δ.Σ. αυτής, ΦΕΚ 2212/2001, τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ) και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004, υπάγεται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003. β) Στο άρθρο 5 ορίζεται ότι: "Η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο.

Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός [...] (παρ. 1).

Σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα δύο (2) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, με συνέπεια τη μετατροπή αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Αν στο χρονικό διάστημα των δύο (2) ετών ο αριθμός των ανανεώσεων, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης. (παρ. 3), "Διαδοχικές" θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες. [...] (παρ. 4).

Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος (παρ. 5)", και γ) στο άρθρο 8Α παρ. 1, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ 180/2004 (ΦΕΚ Α 160/23.8.2004) ορίζεται ότι: "Στις διαδοχικές συμβάσεις που είναι ενεργές ως την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος και έχουν συνα-φθεί με φορείς που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101) ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, και οι οποίοι κατά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 ...

ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω π.δ. 164/2004 ...". Περαιτέρω, με το π.δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, στις 19-7-2004 και αφορά τους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή οι σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999.

Με το άρθρο 5 του εν λόγω π.δ/τος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Όμως, ενόψει του ότι οι παραπάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις, που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από 10-7-2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην ως άνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή.

Προστέθηκαν, λοιπόν, στο εν λόγω π.δ/γμα, οι μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11, που είναι συνταγματικώς ανεκτές ως μεταβατικές διατάξεις τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα με εργαζόμενους που συνέχισαν, ακόμη και μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001 διά της προσθήκης παραγράφων 7 και 8 στο άρθρο 103, να εργάζονται με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, τελούντες εν αγνοία των δικαιωμάτων που θα μπορούσαν να αντλήσουν από την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, δεδομένης της καθυστέρησης προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην εν λόγω Οδηγία.

Οι διατάξεις του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 (που όπως αναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 8 Α του π.δ. 81/2003, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 180/2004, τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής στους εργαζόμενους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται σε φορείς του Δημοσίου, που κατά τη έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 ήσαν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών υπό τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, (όπως η πρώτη αναιρεσείουσα), ορίζουν ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη της ισχύος του και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν οι αναφερόμενες στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις, για τη διαπίστωση της συνδρομής των οποίων ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος π.δ/τος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο και ως υπηρεσιακό συμβούλιο για την εφαρμογή του άρθρου 8 Α του π.δ. 81/2003 νοείται το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας (κατά την παράγραφο 2 αυτού). Οι ως άνω κρίσεις του αρμοδίου οργάνου, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων, το Α.Σ.Ε.Π.

δε είναι αρμόδιο να αποφανθεί και επί των κρίσεων των διοικητικών συμβουλίων των κατά περίπτωση ανωνύμων εταιρειών, με τις οποίες κρίνονται οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων αναφορικά με τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της υπαγωγής τους στη διάταξη αυτή (άρθρο 2 του ν. 3302/2004 ΦΕΚ Α 267.28.12.2004) [ΟλΑΠ 16/2017]. Επισημαίνεται ότι η ανάλογη εφαρμογή (μόνο) της μεταβατικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 και στο προσωπικό των ανωνύμων εταιρειών του ευρύτερου δημόσιου τομέα που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, κατ' άρθρο 8 Α του π.δ/τος 81/2003 που προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ/τος 180/2004, αποσκοπούσε στο να παρασχεθεί η δυνατότητα και στο προσωπικό των ως άνω ανωνύμων εταιρειών να ζητήσει με αίτησή του από τον αρμόδιο φορέα απασχόλησης και ειδικότερα το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας, όπου απασχολείτο, να κινήσει την προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή διαδικασία για τον εφεξής χαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες ήταν ενεργείς κατά το χρόνο έναρξης του π.δ/τος 81/2003 (2.4.2003) ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον πληρούνταν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής και δεν έθιξε κατά τα λοιπά την εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 81/2003, περιλαμβανομένης και εκείνης του άρθρου 5 αυτού, εφόσον, κατά τα ήδη προαναφερθέντα για την μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου των απασχολουμένων μισθωτών σε ανώνυμες εταιρείες του ευρύτερου δημόσιου τομέα που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών [όπως η πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία] τυγχάνουν εφαρμογής μόνο οι διατάξεις του δ/τος αυτού (π.δ. 81/2003), ενώ οι εταιρείες αυτές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του π.δ/τος 164/2004 (ΟλΑΠ 16/2017).

Εξ άλλου επί διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα πριν την έναρξη της ισχύος (18.4.2001) των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, με τις οποίες απαγορεύθηκε ακόμη και με διάταξη νόμου η μονιμοποίηση του εν λόγω προσωπικού, έστω και εάν αυτό καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησης, εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, βάσει των οποίων είναι επιτρεπτός ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων ή σχέσεων αυτών από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής του λειτουργίας και κατόπιν εκτίμησης του αποδεικτικού υλικού ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο ή τον εσωτερικό κανονισμό του φορέα απασχόλησης που έχει ισχύ νόμου (όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση με τον Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών της πρώτης αναιρεσείουσας, κατά τα ήδη προαναφερθέντα), καθόσον οι ως άνω συμβάσεις ή σχέσεις είχαν προσλάβει ήδη, κατά το χρόνο που εκτεινόταν η έννομη σχέση και το αντικείμενό της, πριν δηλαδή την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών και λοιπών απαγορεύσεων, τον χαρακτήρα ως συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησαν έκτοτε μέχρι τη λήξη αυτών (ΟλΑΠ 7/2013).

Ακόμη κατά τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εάν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως η προσβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, σε σχέση με τις διατάξεις του νόμου που δέχθηκε ως εφαρμοστέες η προσβαλλόμενη απόφαση, και η υπαγωγή αυτή στον προσήκοντα κανόνα δικαίου απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης, απορρίπτεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, χωρίς ο Άρειος Πάγος ν' αντικαταστήσει τις αιτιολογίες (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 390/2017, ΑΠ 60/2011, ΑΠ 1624/2008).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 138 ΑΚ, η σύμβαση που συνομολογήθηκε εικονικά είναι άκυρη, εκτός εάν υπό την εικονική δικαιοπραξία καλύπτεται άλλη, οπότε ισχύει αυτή κατά τη θέληση των συμβληθέντων, εφόσον συντρέχουν οι απαιτούμενοι όροι προς σύστασή της. Η εικονικότητα αυτή μπορεί να αναφέρεται και στο πρόσωπο υπέρ του οποίου επέρχονται τα δικαιώματα από την εικονική δικαιοπραξία, όταν συμβάλλεται αντί αυτού άλλο πρόσωπο, με τη συμφωνία όλων των συμβαλλομένων, εικονικών και πραγματικών, ότι τα αποτελέσματα της σύμβασης θα επέλθουν όχι υπέρ του φαινομενικά συμβαλλόμενου, αλλά υπέρ του καλυπτόμενου αληθινού.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Σκοπός της διάταξης αυτής, η οποία είναι ευρύτατου περιεχόμενου, είναι να αποτραπεί η ανήθικη εκμετάλλευση στην ενάσκηση των δικαιωμάτων και η τάση προς αντικοινωνική ενέργεια που υπερβαίνει τα από τη διάταξη αυτή τιθέμενα όρια.

Εκ μόνου, όμως, το γεγονότος ότι το περιεχόμενο του δικαιώματος τούτου είναι ανεπιεικές ή άγει σε επιβλαβή για τον οφειλέτη αποτελέσματα, δεν καθίσταται καταχρηστική η άσκησή του. Ο δανειστής ουδεμία υποχρέωση έχει να παραλείψει την ενάσκηση αυτού εκ του ότι υφίσταται δυσαναλογία μεταξύ της ωφέλειας αυτού και της αξιούμενης αντιπαροχής του αντισυμβαλλομένου.

Η θεμελιώδης αρχή του απαράβατου της σύμβασης απαιτεί την από τον οφειλέτη εκπλήρωση της παροχής στο πλαίσιο του κινδύνου που συμβατικώς ανέλαβε. Για την ευδοκίμηση της εκ μέρους της ως άνω διάταξης παρεχόμενης προστασίας απαιτείται προσθέτως η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, οι οποίες να χαρακτηρίζουν την από το δανειστή άσκηση του δικαιώματος ως υπερβαίνουσα τα εκτεθέντα όρια (σχ.

ΑΠ 1220/2012). Επιπλέον, η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση είναι δυνατόν πέραν της αξίωσης από τη σύμβαση, να επιστηρίξει και αξίωση από αδικοπραξία, εφόσον και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν παράνομη, ως αντικειμένη στην επιβαλλόμενη από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ γενική δικαιική αρχή, κατά την οποία όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια υποχρεούται να τον αποζημίωσει (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 836/2002).

VI. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της ένδικης αίτησης η πρώτη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια με την επίκληση, ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 281 και 932 ΑΚ δεχόμενο ότι η παράλειψη της πρώτης εναγομένης -πρώτης αναιρεσείουσας να εντάξει τους ενάγοντες- αναιρεσίβλητους στο μόνιμο προσωπικό της και η μεθόδευση κατάρτισης εικονικών συμβάσεων μεταξύ της θυγατρικής της εταιρείας (δεύτερης εναγομένης) και των εναγόντων -αναιρεσίβλητων, συνιστά καταχρηστική και παράνομη συμπεριφορά, εξαιτίας της οποίας αυτοί υπέστησαν ηθική βλάβη και δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση.

Ως προς το ζήτημα αυτό, επί του οποίου εκτείνεται ο αναιρετικός έλεγχος του ως άνω λόγου, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε κατά λέξη τα εξής:" Οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι), κάτοχοι επαγγελματικής άδειας ικανότητας οδηγού Δ κατηγορίας, παρείχαν τις υπηρεσίες τους, ο πρώτος από τον Σεπτέμβριο 1991 έως τον Αύγουστο 1994 και ο δεύτερος από τον Απρίλιο 1991 έως τον Μάρτιο 1998 με άτυπες συμβάσεις εργασίας.

Στη συνέχεια οι ενάγοντες επανήλθαν στην εργασία τους στην πρώτη εναγόμενη (ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), ως ευκαιριακό προσωπικό, με άτυπες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου μιας ημέρας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Εσωτερικού Κανονισμού της και εργάστηκαν με διαδοχικές άτυπες συμβάσεις μιας ημέρας μέχρι τις 15-3-2009, με την ίδια ειδικότητα του οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου και λεωφορείου.

Συγκεκριμένα αυτοί απασχολούντο με ωράριο από 06.00 έως 14.00, ήτοι οκτάωρο, κυρίως στη διακίνηση και μεταφορά με φορτηγά αυτοκίνητα του έντυπου και λοιπού αναλώσιμου υλικού στα πρακτορεία ... σε όλη τη χώρα και δευτερευόντως στη μεταφορά προσκεκλημένων και επισκεπτών της με λεωφορεία. Οι συμβάσεις των εναγόντων τυπικά είχαν τη μορφή συμβάσεων εργασίας μιας ημέρας και, επίσης, τυπικά αναφέρονταν σε ευκαιριακή απασχόληση.

Στην πραγματικότητα, όμως, αυτοί εργάζονταν σταθερά και αδιάλειπτα από την πρόσληψή τους μέχρι τον Μάρτιο 1998 και τον Αύγουστο 1994, αντίστοιχα, με πενθήμερη απασχόληση και από τον Ιούλιο 2004 μέχρι και Ιούλιο 2008 με τριήμερη απασχόληση κάθε εβδομάδα, καλύπτοντας έτσι πάγιες και διαρκείς ανάγκες της πρώτης εναγόμενης όσον αφορά τη μεταφορά έντυπου και λοιπού αναλώσιμου υλικού αυτής, καθώς και τη μεταφορά προσώπων.

Έτσι οι συμβάσεις τους αυτές καταχρηστικά και με σκοπό καταστρατήγησης των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας σχετικά με τις συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, συνάπτονταν από την εναγόμενη ως συμβάσεις εργασίας μιας ημέρας, δηλαδή ορισμένου χρόνου, ενώ είχαν το χαρακτήρα των συμβάσεων αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης, καθόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του π.δ. 164/2004, δεδομένου ότι οι ενάγοντες απασχολήθηκαν από την πρώτη εναγόμενη με την ειδικότητα του οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου και λεωφορείου κατά τους παραπάνω χρόνους ο καθένας, ασκούσαν κανονικά τα καθήκοντα των μονίμων οδηγών της πρώτης εναγόμενης που περιλαμβάνονταν στο τακτικό προσωπικό της και ακολουθούσαν το ίδιο ημερήσιο ωράριο με τους τελευταίους, τελούσαν δε υπό τις οδηγίες και εντολές των οργάνων της πρώτης εναγόμενης, που ασκούσε εποπτεία και καθόριζε τον τόπο, τον τρόπο και τον χρόνο της εργασίας τους, ενώ ήταν υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται με αυτές και να δέχονται τον έλεγχο και την τήρηση των οδηγιών αλλά και για την επιμελή εκτέλεση της εργασίας τους.

Εξάλλου και η πρώτη εναγόμενη αποσκοπούσε σε αυτή καθαυτή την απασχόληση των εναγόντων για την κάλυψη των παγίων και διαρκών αναγκών της, καθόσον δεν επαρκούσε το μόνιμο, τακτικό προσωπικό της, και όχι στην κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών της. Οι επίμαχες άτυπες συμβάσεις, που καταρτίστηκαν κατά τα ως άνω, είναι, λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου, ο οποίος προβλέπεται για τη σύναψη συμβάσεων εργασίας από τον Κανονισμό Λειτουργίας της πρώτης εναγόμενης, άκυρες και επομένως, οι ενάγοντες συνδέονταν με την πρώτη εναγόμενη με διαδοχικά ανανεούμενες απλές σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, εφαρμοζομένων στην προκειμένη περίπτωση των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 (εννοείται ΑΚ), 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος, εφόσον πρόκειται για (άκυρη μεν) σύμβαση εργασίας, η οποία, όμως, καταρτίστηκε πριν από την έναρξη ισχύος της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 (εννοείται του άρθρου 103) του Συντάγματος και των σχετικών διατάξεων του π.δ. 164/2004 και είχε προσλάβει πριν από την έναρξη ισχύος των παραπάνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων το χαρακτήρα της σύμβασης (άκυρης βέβαια) σύμβασης αορίστου χρόνου, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, τον οποίο διατηρεί και μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών, ως ενιαία πλέον σύμβαση αορίστου χρόνου [...].

Οι ενάγοντες στις 16-3-2009 κατάρτισαν με την δεύτερη εναγόμενη γραπτή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να απασχοληθούν σ' αυτήν ως οδηγοί φορτηγών αυτοκινήτων, ωστόσο, όμως, στην πραγματικότητα συνέχισαν να παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες ως οδηγοί που παρείχαν μέχρι τότε στην πρώτη εναγόμενη με τις παραπάνω διαδοχικές συμβάσεις μιας ημέρας.

Ήτοι αυτοί συνέχισαν να ανήκουν στο προσωπικό της πρώτης εναγομένης και να απασχολούνται με το ίδιο αντικείμενο ήτοι της μεταφοράς με τα φορτηγά οχήματα της πρώτης εναγόμενης του έντυπου και λοιπού αναλώσιμου υλικού και με τα λεωφορεία της μεταφοράς των επισκεπτών και του προσωπικού της, απασχολούμενοι στις ίδιες εγκαταστάσεις της στην ... (...) και επί της ....

Επίσης, αυτοί ελάμβαναν οδηγίες και εντολές από τα αρμόδια όργανα της πρώτης, ενώ τελούσαν και υπό τον έλεγχο και εποπτεία των στελεχών εκπροσώπων της, οι οποίοι καθόριζαν και τον τρόπο και το είδος της εργασίας τους, χωρίς την ανάμειξη της δεύτερης εναγόμενης. Από τα παραπάνω, επομένως, συνάγεται σαφώς ότι η δεύτερη εναγόμενη (θυγατρική) τελούσε σε εξάρτηση οικονομική και διοικητική από την πρώτη (μητρική), η οποία και ήταν ο πραγματικός εργοδότης των εναγόντων, αφού αυτή ασκούσε συστηματικά τις εργοδοτικές λειτουργίες έναντι αυτών, καθώς και το διευθυντικό δικαίωμα, αξιοποιούσε δε την εργασία τους για λογαριασμό της.

Αντίθετα η δεύτερη εναγόμενη, θυγατρική εταιρεία, ευρισκόμενη υπό κυριαρχική οικονομική και διοικητική εξάρτηση από την πρώτη, μητρική εταιρεία, κανένα στοιχείο εργοδότριας δεν συγκέντρωνε στο πρόσωπό της, αφού οι ενάγοντες εργάζονταν και μετά την υπογραφή της σύμβασης εργασίας με την θυγατρική, για την μητρική εταιρεία υπό τις οδηγίες, εντολές της και προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της, ενώ με την θυγατρική εταιρεία δεν τους συνέδεε παρά το γεγονός ότι υπέγραψαν με αυτή την γραπτή σύμβαση στις 16.3.2009, το οποίο, όμως, από μόνο του δεν αρκεί για της προσδώσει την ιδιότητα του εργοδότη, μετά και τα παραπάνω αποδειχθέντα.

Κατ' ακολουθίαν οι εν λόγω από 16-3-2009 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ήταν εικονικές ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, καθόσον πραγματικός εργοδότης, κατά την πραγματική βούληση τόσο των φαινομενικά συμβαλλόμενων, ήτοι των εναγόντων και της δεύτερης εναγόμενης, όσο και των πραγματικά συμβαλλόμενων, ήτοι των εναγόντων και της πρώτης εναγόμενης, ήταν η τελευταία, η οποία συγκέντρωνε όλα τα στοιχεία του (εργοδότη).

Συνεπώς οι επίμαχες γραπτές συμβάσεις των εναγόντων με τη δεύτερη εναγόμενη ως εικονικές είναι άκυρες, υπέκρυπταν δε ηθελημένες και έγκυρες (αφού υπήρχε ο γραπτός τύπος) συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων με την πρώτη εναγόμενη, η δε κατάρτιση των εικονικών συμβάσεων απέβλεπε στην καταστρατήγηση των εργασιακών δικαιωμάτων των εναγόντων εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης μητρικής εταιρείας, η οποία και απασχολούσε τους ενάγοντες.

Ειδικότερα, οι ενάγοντες, από την πρόσληψή τους μέχρι τις 16-3-2009, που υπέγραψαν συμβάσεις εργασίας με την δεύτερη εναγόμενη, αν και στην πραγματικότητα συνδέονταν με την πρώτη εναγόμενη με απλή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, παρείχαν τις υπηρεσίες τους ως οδηγοί επί πολλά έτη σ' αυτή, κάτω από τις ίδιες συνθήκες εργασίας, ίδια καθήκοντα και φύση εργασίας, όπως και οι μόνιμοι οδηγοί της, εν τούτοις εμφανίζονταν δήθεν ως ευκαιριακά απασχολούμενοι με συμβάσεις μιας ημέρας, με αποτέλεσμα να λαμβάνουν μικρότερες αποδοχές από αυτούς, αφού αμείβονταν με τις προβλεπόμενες από τις ΕΓΣΣΕ, που ήταν υποπολλαπλάσιες αυτών που προβλέπονταν από τις οικείες επιχειρησιακές συλλογικές συμβάσεις για τους οδηγούς που περιλαμβάνονταν στο τακτικό προσωπικό της πρώτης εναγόμενης.

Στην απόφασή της να προβεί στις παραπάνω ενέργειες η πρώτη εναγόμενη (εννοείται κατέληξε) προκειμένου αφενός να συνεχίσει να απασχολεί τους ενάγοντες, την εργασία των οποία είχε ανάγκη, αφετέρου να αποφύγει αντιδράσεις των μονίμων υπαλλήλων της σε περίπτωση που προέβαινε σε τυπική ένταξή τους (των εναγόντων) στο τακτικό προσωπικό της, λόγω του φόβου τους για ενδεχόμενη μείωση των αποδοχών τους, αφού η αύξηση του τακτικού προσωπικού της για την πλήρωση 200 περίπου κενών οργανικών θέσεων μπορεί να οδηγούσε σε αύξηση των μισθολογικών δαπανών της, με συνέπεια τη μείωση των αποδοχών τους.

Έτσι, η πρώτη εναγόμενη επεδίωξε να απορροφηθούν οι δήθεν ευκαιριακά απασχολούμενοι εργαζόμενοι, επομένως και οι ενάγοντες, από τη δεύτερη εναγόμενη θυγατρική της εταιρεία, με την κατάρτιση συμβάσεων εργασίας με την τελευταία και όχι με την ίδια (πρώτη εναγόμενη), ώστε να επιτύχει και την καταβολή σ' αυτούς χαμηλών αποδοχών, σε σχέση με τους μονίμους υπαλλήλους της, ενόψει ότι δεν δεσμευόταν (η θυγατρική) από επιχειρησιακές ΣΣΕ, αφού δεν είχαν καταρτιστεί τέτοιες στους κόλπους της. [...].

Εξάλλου, η παραπάνω συμπεριφορά της πρώτης εναγόμενης, ήτοι η μεθόδευση της κατάρτισης των εικονικών συμβάσεων, που δεν συνιστά ενάσκηση των διευθυντικού της δικαιώματος ως εργοδότριας αλλά καταχρηστική άσκηση αυτού, αφενός και η παράλειψή της να τους εντάξει στο τακτικό προσωπικό της, απασχολώντας αυτούς επί σειρά ετών ως δήθεν ευκαιριακό προσωπικό της μιας ημέρας, υπό συνθήκες πλήρους εργασιακής αβεβαιότητας, υπερβαίνουν τα εκ του άρθρου 281 ΑΚ όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά και συναλλακτικά ήθη, που ρυθμίζουν τις εργασιακές σχέσεις.

Συνιστά δε η συμπεριφορά της αυτή αφενός παράνομη πράξη και αφετέρου παράλειψη υποχρέωσής της αντίστοιχα, από τις οποίες οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, καθόσον προσβλήθηκαν στην προσωπικότητά τους υπό την επαγγελματική έκφανση αυτής, προς αποκατάσταση της οποίας η πρώτη εναγόμενη πρέπει να τους καταβάλει το ποσό των 5.000 ευρώ στον καθένα, το οποίο κρίνεται εύλογο.[...].

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια ως άνω, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο [...]". Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη με αρίθμηση V νομική σκέψη, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με βάση τα ως άνω πραγματικά περιστατικά που αναιρετικώς ανέλεγκτα εκτίμησε ως αποδεδειγμένα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 914 και 932 ΑΚ ως προς το κρίσιμο ζήτημα της προσβολής της προσωπικότητας των εναγόντων -αναιρεσίβλητων και της συναρτώμενης αξίωσής τους για ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης.

Τούτο διότι μόνη η επιλογή της πρώτης αναιρεσείουσας κατά τις αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση χρονικές περιόδους να καταρτίσει με τους αναιρεσίβλητους διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (διάρκειας μιας ημέρας) και να μην τους εντάξει στο τακτικό της προσωπικό της δεν συνιστά αδικοπραξία, ούτε επάγεται αυτή καθ' εαυτή προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσίβλητων και, συνεπώς, δεν θεμελιώνεται αξίωση αυτών για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για ηθική βλάβη (σχ.

ΑΠ 778/1995), εκτός εάν συνέτρεχαν επιπροσθέτως και άλλα περιστατικά, που να συνιστούν παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσίβλητων (σχ. ΑΠ 517/2019, ΑΠ 868/2018), τα οποία, όμως, δεν διαλαμβάνονται στις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Επιπλέον, μόνο η σύναψη μεταξύ θυγατρικής εταιρείας της πρώτης αναιρεσείουσας (δηλαδή της δεύτερης εναγομένης "...") και των αναιρεσίβλητων των από 16.3.2009 (δύο) γραπτών συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήσαν εικονικές ως προς το πρόσωπο του εργοδότη και υπέκρυπταν τη συμφωνία όλων των (φερόμενων και πραγματικά) συμβαλλόμενων αληθής εργοδότρια των αναιρεσιβλήτων να είναι η πρώτη αναιρεσείουσα, δεν καθιστούν το δικαίωμα της τελευταίας καταχρηστικό κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, δεδομένου ότι οι αναιρεσίβλητοι με τη σύναψη των εν λόγω εικονικών συμβάσεων ανέλαβαν την εκπλήρωση της παροχής της εργασίας τους στην πρώτη αναιρεσείουσα στο πλαίσιο του κινδύνου που συμβατικώς είχαν αναλάβει.

Επομένως, ο τέταρτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ως άνω, είναι βάσιμος. VII Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους (Α.Π. 337/2010, ΑΠ 1055/2005). Το απαράδεκτο δε αυτό αφορά όλους τους αναιρετικούς λόγους, ενώ για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι η ακυρότητα προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπάγγελτα (Α.Π. 259/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, κατά παραβίαση της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 2 του π.δ. 164/2004, δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή των αναιρεσίβλητων λόγω παρέλευσης άπρακτης της δίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας, μέσα στην οποία αυτοί έπρεπε να υποβάλουν αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία να αναφέρουν τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσει η παράγραφος 1 του άρθρου 11 του ίδιου π.δ/τος.

Δεν εκτίθεται, όμως, στο αναιρετήριο ότι η πρώτη αναιρεσείουσα προέβαλε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως εναγομένη και ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως εφεσίβλητη ή εκκαλούσα. Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του έκτου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτο.

Είναι, όμως, και αβάσιμο, διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον η ως άνω δίμηνη αποκλειστική προθεσμία, που τάσσει η παρ. 2 του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, αφορά τη διοικητική διαδικασία προς το φορέα απασχόλησης και δεν θέτει προθεσμία για άσκηση αγωγής και δεν αποκλείει την δικαστική αναγνώριση του χαρακτήρα της μεταξύ των μερών έννομης σχέσης, ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

VIII. Περαιτέρω, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δεχόμενο κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) τα πραγματικά περιστατικά ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, αν και προσλήφθηκαν με άτυπες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (μιας ημέρας), εργάζονταν στην πρώτη εναγομένη -πρώτη αναιρεσείουσα σταθερά και αδιάλειπτα ο πρώτος από το Σεπτέμβριο του έτους 1991 μέχρι τον Αύγουστο του 1994 και ο δεύτερος από τον Απρίλιο του έτους 1991 μέχρι τον Μάρτιο του 1998, κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281 και 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος κατέληξε στην κρίση του ότι αυτοί συνδέονταν με την πρώτη εναγομένη -πρώτη αναιρεσείουσα με απλές σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον επρόκειτο για άκυρες (λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου που απαιτείται από τον έχοντα ισχύ νόμου Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών της πρώτης αναιρεσείουσας) συμβάσεις εργασίας, οι οποίες καταρτίσθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος (18.4.2001) των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Επιπλέον, το δικαστήριο της ουσίας δεχόμενο ότι, αν και οι ενάγοντες -αναιρεσίβλητοι τον Ιούλιο του 2004 επανήλθαν στην εργασία τους στην πρώτη εναγομένη-πρώτη αναιρεσίβλητη ως ευκαιριακό προσωπικό με άτυπες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (μιας ημέρας) και εργάσθηκαν με την ίδια ειδικότητα μέχρι τις 15.3.2009, στην πραγματικότητα απασχολήθηκαν καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της πρώτης εναγομένης, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 5 του π.δ. 81/2003 κατέληξε στην κρίση ότι αυτοί συνδέονταν με την πρώτη εναγομένη -πρώτη αναιρεσείουσα με σχέση (και πάλι λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου που προβλέπεται στον έχοντα ισχύ νόμου Εσωτερικό Κανονισμό Οργάνωσης, Διάρθρωσης και Λειτουργίας των Υπηρεσιών της πρώτης αναιρεσείουσας) εργασίας αορίστου χρόνου.

Τέλος, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις παραδοχές ότι οι από 16.3.2009 συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήψαν οι αναιρεσίβλητοι με τη θυγατρική της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρεία (δηλαδή τη δεύτερη εναγομένη "...") ήταν εικονικές ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, καθόσον πραγματικός εργοδότης, κατά την πραγματική βούληση τόσο των φαινομενικά συμβαλλόμενων, ήτοι των εναγόντων και της δεύτερης εναγόμενης, όσο και των πραγματικά συμβαλλόμενων, ήτοι των εναγόντων -αναιρεσίβλητων και της πρώτης εναγόμενης- πρώτης αναιρεσείουσας, ήταν η τελευταία, η οποία συγκέντρωνε όλα τα στοιχεία του (εργοδότη), με αποτέλεσμα οι επίμαχες γραπτές συμβάσεις των εναγόντων με τη δεύτερη εναγόμενη ως εικονικές να είναι άκυρες και να υποκρύπτουν ηθελημένες και έγκυρες (αφού υπήρχε ο έγγραφος τύπος) συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των εναγόντων-αναιρεσίβλητων με την πρώτη εναγόμενη- πρώτη αναιρεσείουσα, που διήρκεσαν μέχρι τις 31.7.2014, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 138 ΑΚ, που αναπτύσσεται στη με αρίθμηση V σκέψη.

Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας δεν έκρινε το είδος της εργασιακής σχέσης που κατά τις προεκτεθείσες χρονικές περιόδους συνέδεε τους ενάγοντες -αναιρεσίβλητους με την πρώτη εναγομένη- πρώτη αναιρεσείουσα με βάση το άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, το οποίο δεν αποκλείει την εφαρμογή του π.δ. 81/2003, αλλά απλώς παρέχει τη δυνατότητα στο προσωπικό που διέπεται από τις διατάξεις του π.δ. 81/2003 να ακολουθήσει την περιγραφόμενη σε αυτό (δηλαδή στο άρθρο 11 του π.δ. 164.2004) διαδικασία.

Μόνο δε η εσφαλμένη αναφορά της προσβαλλόμενης απόφασης στο π.δ. 164/2004 δεν βλάπτει, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο καταλήγει σε ορθό διατακτικό (άρθρο 578 του ΚΠολΔ).

Συνεπώς, το δεύτερο σκέλος, από τον αριθμό 1 του 559 του ΚΠολΔ, του έκτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

IX. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντέστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν ο προταθείς και μη ερευνηθείς από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικός ισχυρισμός, που τείνει σε παρακώλυση ουσιαστικού δικονομικού δικαιώματος (αίτημα ένστασης), δεν άσκησε επιρροή στην έκβαση της δίκης (σχ. ΑΠ 1383/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης η πρώτη αναιρεσίβλητη προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του την πρωτοδίκως προβληθείσα ένστασή της, την οποία επανέφερε προς κρίση με τον πέμπτο λόγο της έφεσής της, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αναιρεσίβλητων, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι η άσκηση των επιδίκων αξιώσεων των αναιρεσίβλητων υπερβαίνει κατάφωρα τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματός τους, καθόσον αυτοί ουδέποτε προέβαλαν αξιώσεις για τις πρόσθετες παροχές, τις οποίες ζητούν με την αγωγή τους και συμφώνησαν να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου εισπράττοντας σημαντικότατα ποσά, πολύ μεγαλύτερα από τις αποζημιώσεις που δικαιούνταν σε περίπτωση απόλυσής τους.

Από την επισκόπηση της από 21.6.2016 έφεσης των εναγόντων -εκκαλούντων -αναιρεσίβλητων προκύπτει ότι αυτοί προσέβαλαν τη με αριθμό 2268/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μόνο κατά το μέρος που απέρριψε το αγωγικό τους αίτημα για αναγνώριση της εθελουσίας εξόδου τους ως άκυρης απόλυσης λόγω καταχρηστικότητας και λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης απόλυσης και το συναρτώμενο με αυτό το αίτημά τους για επιδίκαση μισθών υπερημερίας και επικουρικά κατά το μέρος που απέρριψε το αίτημά τους για αναγνώριση ως άκυρης της δεύτερης από 15.9.2014 καταγγελίας της από 1.8.2014 σύμβασης εργασίας τους αορίστου (και όχι ορισμένου) χρόνου.

Ως προς τα ως άνω εκκληθέντα κεφάλαια το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε ότι οι ενάγοντες -εκκαλούντες- αναιρεσίβλητοι αποδέχθηκαν ανεπιφύλακτα την πρόταση της πρώτης εναγομένης -πρώτης αναιρεσείουσας για εθελουσία έξοδο, καταθέτοντας τις σχετικές αιτήσεις στη διεύθυνση προσωπικού της δεύτερης εναγομένης και ότι οι αιτήσεις τους έγιναν δεκτές από την πρώτη εναγομένη -πρώτη αναιρεσείουσα και έτσι οι συμβάσεις τους λύθηκαν με συμφωνία των μερών.

Επίσης δέχθηκε ότι μετά τη λύση της σύμβασης εργασίας τους, στις 31.7.2014, καταβλήθηκαν από την πρώτη εναγομένη -πρώτη αναιρεσείουσα οι προβλεπόμενες στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου χρηματικές παροχές, που ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 54.464,13 ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα -αναιρεσίβλητο και στο συνολικό ποσό των 40.402,77 ευρώ για το δεύτερο ενάγοντα -αναιρεσιβλητο (βλ.

εμπρόσθια σελίδα του 12ου φύλλου). Τέλος, αφού προέβη στον υπολογισμό της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης που στις 31.7.2014 δικαιούταν ο κάθε ενάγων -αναιρεσίβλητος με βάση τα έτη προϋπηρεσίας του στην πρώτη εναγομένη -πρώτη αναιρεσείουσα, την καθόρισε στο ποσό των 34.977,67 ευρώ για τον πρώτο και στο ποσό των 37.748,29 ευρώ για τον δεύτερο και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ενάγοντες -αναιρεσίβλητοι έλαβαν υπέρτερες από τη νόμιμη αποζημίωσή τους χρηματικές παροχές και, έτσι, δεν δικαιούνται κανένα ποσό (βλ.

την πίσω σελίδα του 14ου φύλλου). Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα των εναγόντων -αναιρεσίβλητων να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 31.7.2014 καταγγελίας της εργασιακής σχέσης των διαδίκων λόγω καταχρηστικότητας και λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης απόλυσης και το συναρτώμενο με το ως άνω αίτημά τους για αναγνώριση υποχρέωσης της πρώτης εναγομένης -πρώτης αναιρεσείουσας να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας, και, έτσι, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 21.6.2016 έφεση των εναγόντων -εκκαλούντων -αναιρεσίβλητων.

Επομένως, μετά την απόρριψη των ως άνω σχετικών κονδυλίων, δεν υπήρχε έδαφος περαιτέρω έρευνας από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της προεκτεθείσας από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασης της πρώτης αναιρεσείουσας, με την οποία επιδιωκόταν η απόρριψη των ιδίων κονδυλίων. Ενόψει αυτών, δεν ιδρύεται ο σχετικός από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όπως αβάσιμα υποστηρίζεται με το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου της ένδικης αίτησης.

Εξάλλου, αφού με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν τα ως άνω κονδύλια της αγωγής των εναγόντων -αναιρεσίβλητων, των οποίων την απόρριψη επιδίωκε η πρώτη εναγομένη -πρώτη αναιρεσείουσα με την προβαλλόμενη από το άρθρο 281 ΑΚ ένστασή της, αυτή δεν έχει έννομο συμφέρον να επικαλείται την αναιρετική από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Κατά συνέπεια, το πρώτο σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης είναι και απαράδεκτο. X. Τέλος, μετά την παραδοχή του τέταρτου λόγου αναίρεσης παρέλκει η έρευνα του δεύτερου σκέλους του πέμπτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο η πρώτη αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την επίκληση ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ απορρίπτοντας σιγή (αγνοώντας) την παραδεκτά προβληθείσα πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων-αναιρεσίβλητων να επιδιώκουν και χρηματικό ποσό λόγω ηθικής βλάβης.

Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη, με αριθμό 3144/6.6.2019, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών μόνο κατά το κεφάλαιό της, με το οποίο αναγνώρισε την υποχρέωση της πρώτης εναγομένης- πρώτης αναιρεσείουσας να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα -αναιρεσίβλητο το χρηματικό ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ λόγω ηθικής βλάβης, κατά παραδοχή του τέταρτου λόγου, απορριπτομένης της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά.

Ενόψει δε ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, καθόσον τα γενόμενα δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο πραγματικά περιστατικά ως προς την επιδίκαση στους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους χρηματικού ποσού λόγω ηθικής βλάβης είχαν ακριβώς επικαλεσθεί και ενάγοντες- αναιρεσίβλητοι για τη νομική θεμελίωση του συγκεκριμένου αγωγικού κεφαλαίου, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδαφ.

α του ΚΠολΔ, αυτή (η υπόθεση) να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα ως προς το ως άνω κεφάλαιο. Στη συνέχεια πρέπει να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 28.6.2016 (κοινή με τη δεύτερη εναγομένη) έφεση της πρώτης εναγομένης- πρώτης αναιρεσείουσας κατά παραδοχή του έκτου λόγου αυτής και να εξαφανισθεί εν μέρει η με αριθμό 2268/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο και τη διάταξή της, με τα οποία αναγνώρισε την (εις ολόκληρο με τη δεύτερη εναγομένη) υποχρέωση της πρώτης εναγομένης- πρώτης αναιρεσείουσας να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, για τη χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και, αφού κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, πρέπει να απορριφθεί η από 20.10.2014 αγωγή ως μη νόμιμη μόνο κατά το ως άνω κεφάλαιό της (δηλαδή περί επιδίκασης χρηματικού ποσού 20.000 ευρώ σε κάθε ενάγοντα λόγω της ηθικής του βλάβης).

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα τόσο για την παρούσα αναιρετική δίκη, όσο και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 18.6.2020, με αριθμό κατάθεσης 3399/404/2020, αίτηση αναίρεσης ως προς τους δεύτερη και τρίτο αναιρεσείοντες.

Δέχεται την ως άνω αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα κατά ένα μέρος και απορρίπτει αυτήν κατά τα λοιπά.

Αναιρεί, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος και ειδικότερα κατά το κεφάλαιό της που αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης ποσού πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ σε κάθε ενάγοντα λόγω ηθικής βλάβης, τη με αριθμό 3144/6.6.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό.

Δέχεται κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την από 28.6.2016, με αριθμό κατάθεσης 2675/2016 έφεση της πρώτης εναγομένης -πρώτης εκκαλούσας- πρώτης αναιρεσείουσας.

Εξαφανίζει εν μέρει τη με αριθμό 2268/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς την πρώτη εναγομένη-πρώτη εκκαλούσα -πρώτη αναιρεσείουσα κατά το κεφάλαιο αυτό.

Δικάζει την από 20.10.2014, με αριθμό κατάθεσης 121551/4133/2014, αγωγή κατά το κεφάλαιό της να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της πρώτης εναγομένης-πρώτης αναιρεσείουσας να καταβάλει (σε ολόκληρο με τη δεύτερη εναγομένη) σε κάθε ενάγοντα -αναιρεσίβλητο το ποσό των 20.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης.

Απορρίπτει την ως άνω αγωγή των εναγόντων-αναιρεσίβλητων κατά της πρώτης εναγομένης- πρώτης αναιρεσείουσας κατά το προαναφερθέν κεφάλαιό της.

Συμψηφίζει στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα τόσο για την παρούσα αναιρετική δίκη, όσο και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ