Legislator Case Law & Legislation
319/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against seizure of wages due to appellate court's failure to specify wage details in seizure order.

Case Number 319/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the State's appeal against the First Instance Court's seizure of wages, ruling the seizure order invalid. The State argued the seizure lacked specificity regarding the employment contract terms and exact wage amounts, while the employer contended the seizure was legally sufficient. The Court held that the seizure order failed to detail the contract type, duration, and specific wage figures, constituting a procedural defect under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 522, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; A seizure order must specify the employment contract details and exact wage amounts to be valid, otherwise it is void for indeterminacy.

Keywords

AI generated
seizure of wages indeterminate seizure Code of Civil Procedure public debt procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Articles 522, 559, 580 of the Code of Civil Procedure
Article 30 of the Law on Seizure of Third Parties' Assets
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 319 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 319/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "DEMO A.B.E.E. BIOMHXANIA ΦΑΡΜΑΚΩΝ", που εδρεύει στο Κρυονέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Φαρμάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/9/2010 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6218/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4200/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11/1/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αρθμ.4200/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την υπ' αρθμ. 6218/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε την ανακοπή του (αναιρεσείοντος) ως αόριστη, ενώ το πρωτοβάθμιο δικαστήριο την είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 αρθμ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 30 ΚΕΔΕ "η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του διευθυντού του δημοσίου ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου, μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε:

α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου. Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος, όπως τα υπ' αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα καταθέση εντός οκτώ ημερών εις το δημόσιον ταμείον.

Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα..., της κατασχέσεως επιφερούσης τα αποτελέσματα αυτοδικαίως χωρούσης αναγκαστικά εκχωρήσεως ". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του Ταμείου και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ, πρέπει να περιέχει, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την ποσότητα της απαίτησης του Δημοσίου για την οποία γίνεται η κατάσχεση, το αντικείμενο της κατάσχεσης, δηλαδή αν πρόκειται για κατάσχεση χρηματικής απαίτησης, καρπών, κινητών πραγμάτων ή κινητών αξιών και την περιγραφή αυτών με τρόπο που να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά τους, την οφειλόμενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητα και την έννομη σχέση από την οποία αυτή προέρχεται, που πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά, αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση.

Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία κάθε κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου, όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών, αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 ΚΕΔΕ (ΑΠ 821/2018, ΑΠ 139/2018). Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου, ο τρίτος στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, μέσα σε προθεσμία 8 ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, πρέπει να δηλώσει, στο Ειρηνοδικείο του τόπου του κατασχόντος με προφορική δήλωση ή στον διενεργήσαντα την κατάσχεση με κοινοποίηση αναφοράς, αν οφείλει τα αναφερόμενα στο κατασχετήριο χρήματα.

Η ως άνω δήλωση, η οποία ανάλογα με τη θέση που λαμβάνει ο τρίτος απέναντι στο περιεχόμενο του κατασχετηρίου, μπορεί να χαρακτηριστεί θετική ή αρνητική, χωρίς να αποκλείεται η κατάφαση ή η άρνηση να μην είναι ολική αλλά μερική, συνιστά υποχρέωση του τρίτου, η οποία δεν εκτείνεται μόνο στην απλή δήλωση περί του αν υφίσταται η απαίτηση, αλλά επεκτείνεται και στην υποχρέωση παροχής πληροφοριών στον κατασχόντα και επιβάλλει σαφή και ειλικρινή πληροφόρηση του τρίτου για τις σχέσεις του με τον καθού η εκτέλεση.

Έτσι, η δήλωση πρέπει να είναι ειλικρινής, σαφής και ορισμένη, ώστε να προκύπτει η τυχόν υποχρέωση του τρίτου, ενώ, επί διαρκών σχέσεων, ο τρίτος πρέπει, αφενός μεν να προσδιορίζει το χρόνο παύσεως του δεσμού του με τον καθού η εκτέλεση (οφειλέτη), αφετέρου δε οφείλει να εκτιμήσει και να εκθέσει όλα εκείνα τα ουσιώδη περιστατικά, που είναι ικανά να βοηθήσουν και προσανατολίσουν τον κατασχόντα στην ικανοποίηση της απαίτησής του.

Αντικείμενο, εξάλλου, της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου μπορεί να είναι και απαίτηση μέλλουσα. Απαιτείται, ωστόσο, στο χρόνο επιβολής της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου, να υπάρχει η έννομη σχέση (π.χ. εντολή, εταιρεία, μίσθωση, χρησιδάνειο, παρακαταθήκη), από την οποία, ως αιτία δικαιογόνο, θα προκύψει η μελλοντική χρηματική απαίτηση, η οποία, όμως, μπορεί κατά τον παραπάνω χρόνο να προσδιορισθεί κατά το είδος της και κατά το πρόσωπο του οφειλέτη, όχι δε απαραιτήτως και κατά το ποσό της (ΑΠ 1081/2015).

Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της κατασχέσεως μέλλουσας απαίτησης, οπότε ο τρίτος συνήθως βρίσκεται σε αδυναμία να παράσχει σαφή πληροφόρηση και πάλι δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση υποβολής δηλώσεως, αφού στην περίπτωση αυτή, η δήλωσή του είναι δυνατόν να είναι αρνητική, ως προς την ενεστώσα οφειλή και θετική, ως προς τη μελλοντική, παρέχοντας τη διαβεβαίωση, ότι θα παρακρατήσει οτιδήποτε προκύψει στο μέλλον υπέρ του καθού η κατάσχεση από την δικαιογόνο αιτία της οφειλής (ΑΠ 919/2019, ΑΠ 825/2018).

Περαιτέρω η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, πέραν από την προς αποζημίωση ευθύνη αυτού έναντι του κατασχόντος (985 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ), χορηγεί στον κατασχόντα, όπως και η αρνητική δήλωση, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή κατά της δηλώσεως αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 του ΚΕΔΕ και 986 ΚΠολΔ και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος (άρθρο 990 ΚΠολΔ) (ΑΠ 96/2016), μη αποκλειομένης και της σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο της ανακοπής της από το άρθρο 985 παρ. 3 περί αποζημίωσης αγωγής (άρθρο 986 εδ.

β` ΚΠολΔ - ΑΠ 185/1990). Ανακριβής είναι η δήλωση του τρίτου είτε πρόκειται για την απόκρυψη της ύπαρξης της οφειλής είτε πρόκειται για την αναληθή ή μη πλήρη έκθεση επιμέρους πραγματικών περιστατικών που περιγράφουν τη σχέση του καθού η εκτέλεση με τον τρίτο (ΑΠ 1261/2019). Εξάλλου, και η μη σαφής αναφορά στη δήλωση του τρίτου περί της ύπαρξης ή ανυπαρξίας της κατασχεθείσας απαίτησης, θεωρείται ως σιωπηρά αρνητική, για την ύπαρξη της απαίτησης, δήλωση, οπότε και υπόκειται στην κατά το άρθρο 34 ΚΕΔΕ ανακοπή (ΑΠ 96/2016).

Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990 ΚΠολΔ η κατ' αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.

Συνακόλουθα τούτων, κύριο αντικείμενο της σχετικής δίκης, το οποίο δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου και το οποίο περιορίζεται από το περιεχόμενο του κατασχετηρίου και της δήλωσης του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι, και σε ποια ακριβώς έκταση και με ποιους περιορισμούς, οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος Δημοσίου (ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 1092/2015, ΑΠ 1182/2009).

Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαιτήσεως (ΑΠ 663/2017, ΑΠ 1500/2017, ΑΠ 480/2012).

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρονται στην ανακοπή τα πραγματικά γεγονότα από τα οποία απορρέει η οφειλή του τρίτου προς τον καθού η εκτέλεση και όχι απλώς ότι ο τρίτος οφείλει δυνάμει ορισμένης έννομης σχέσεως, αλλιώς αυτή είναι αόριστη (ΑΠ 1065/2009). Ειδικότερα δε, επί κατασχέσεως μέλλουσας απαίτησης, πρέπει να προσδιορίζονται σαφώς τα περιστατικά, με βάση τα οποία προσδοκάται η δυνατότητα παραγωγής από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση της μέλλουσας χρηματικής απαίτησης.

Στην περίπτωση όμως που ο τρίτος δεν αμφισβητεί με τη δήλωσή του τη δικαιογόνο αιτία και την ύπαρξη της απαιτήσεως, αλλά απλώς επικαλείται λόγους που εμποδίζουν την ικανοποίηση αυτής, η ανακοπή περιορίζεται στην αμφισβήτηση των σχετικών λόγων και υποχρεούται πλέον ο τρίτος να αποδείξει την αλήθεια των λόγων που αυτός προβάλλει με τη μορφή ενστάσεών του κατά της απαίτησης (ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 480/2012).

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, ανακοπ'γης ή ένστασης την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 536/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με τον μοναδικό λόγο της αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρθμ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημέλλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου της ανακοπής του λόγω αοριστίας. Από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης ανακοπής κατά δηλώσεως τρίτου προκύπτει ότι το αναιρεσείον εκθέτει τα εξής:

Στη ΔΟΥ Β' Καβάλας υπάρχουν βεβαιωμένες οφειλές σε βάρος του Κ. Μ. προς το Ελληνικό Δημόσιο από εισόδημα, πρόστιμα ΚΒΣ, ΦΠΑ, ποινικά και δικαστικά έξοδα, συνολικού ύψους 29.455,99 ευρώ. Για την είσπραξη αυτής της απαιτήσεως ο Προϊστάμενος της ανωτέρω ΔΟΥ επέδωσε στις 2-6-2010 στην καθ'ης η ανακοπή το υπ' αρθμ…./…-2-2010 κατασχετήριο έγγραφο, με το οποίο επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της ως τρίτης σε όσα οφείλει ή μέλλει να οφείλει στον οφειλέτη του Δημοσίου Κ.

Μ., μέχρι του ποσού των 29.455,99 ευρώ.Στη συνέχεια εκθέτει ότι η καθ'ης η ανακοπή, στην ενσωματούμενη στο δικόγραφο της ανακοπής δήλωσή της προς την ως άνω ΔΟΥ, ομολογεί ότι ο οφειλέτης Κ. Μ. είναι εργαζόμενός της και δηλώνει ότι ο μισθός του ως απολύτως αναγκαίος για τον βιοπορισμό του είναι ακατάσχετος, άλλως, αν χωρήσει κατάσχεση, να παραμείνει ακατάσχετο το ποσό των 1.000 ευρώ, ως ελάχιστος μισθός για την κάλυψη των βιοποριστικών του αναγκών, καθώς και ότι η απαίτηση του ανακόπτοντος έχει παραγραφεί.

Ζήτησε δε να ακυρωθεί η από 7-6-2010 αρνητική δήλωση της καθ' ης, να αναγνωρισθεί ότι η καθ' ης είναι οφειλέτης του για το ως άνω ποσό, για το οποίο επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της ως τρίτης,άλλως να αναγνωρισθεί ότι η καθ' ης οφείλει στον οφειλέτη του ανακόπτοντος Κ. Μ. το ποσό των 29.455,99 ευρώ και να υποχρεωθεί η καθ' ης να καταβάλει στο ανακόπτον το ως άνω ποσό νομιμοτόκως από της κατασχέσεως, άλλως από της επιδόσεως της ανακοπής.

Από την ενσωματούμενη στο δικόγραφο της ανακοπής δήλωση της αναιρεσίβλητης (καθ' ης η ανακοπή-τρίτης) προκύπτει ότι αυτή ανέφερε πως α) εξοφλεί εγκαίρως και πλήρως τον μισθωτό της Κ. Μ., καθ' όλο τον διαδραμόντα χρόνο λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας του, ότι ο μισθός του εν λόγω μισθωτού της ως απολύτως αναγκαίος για τον βιοπορισμό του είναι ακατάσχετος, τυχόν δε εκ μέρους της παρακράτηση μέρους ή ολόκληρου του μισθού του λόγω των οφειλών του προς το Δημόσιο θα την εξέθετε στον κίνδυνο παραβάσεως του ΑΝ 690/1945,άλλως, σε περίπτωση που χωρεί κατάσχεση του μισθού του εργαζομένου της, πρέπει να μείνει ακατάσχετο το ποσό των 1.000 ευρώ, ως ελάχιστος μισθός για την κάλυψη των βιοποριστικών αναγκών του β) η βεβαίωση των περισσοτέρων, από τα αναφερόμενα στον πίνακα ,χρεών έγινε κατά τα έτη 1993, 1994, 1995, 1999, 2000, 2001, 2002, οπότε η πενταετής παραγραφή έχει επέλθει για όλες τις ανωτέρω βεβαιώσεις, αφού η αναγκαστική κατάσχεση επεβλήθη στις 8-2-2010.

Από την άνω δήλωση της καθ'ης η ανακοπή-αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι αυτή δεν αμφισβητεί ότι συνδέεται με έννομη σχέση με τον οφειλέτη του ανακόπτοντος-αναιρεσείοντος. Αντίθετα προσδιορίζει, ότι πρόκειται για σύμβαση μισθώσεως εργασίας και δεν αμφισβητεί την απορρέουσα από αυτή την έννομη σχέση οφειλή της να καταβάλλει τις μηνιαίες αποδοχές στον μισθωτό της (ενεστώσες και μελλοντικές), των οποίων το ύψος υπερβαίνει το ποσό των 1.000 ευρώ τον μήνα.

Απλώς η καθ' ης η ανακοπή - αναιρεσίβλητη επικαλείται λόγους, που εμποδίζουν την ικανοποίηση της απαιτήσεως του ανακόπτοντος - αναιρεσείοντος, δηλαδή το ακατάσχετο του μισθού του οφειλέτη του καθώς και την παραγραφή των αξιώσεων του ανακόπτοντος αναιρεσείοντος, ώστε να αρκεί για το ορισμένο της ανακοπής η απλή αμφισβήτηση από το ανακόπτον-αναιρεσείον των λόγων αυτών, υποχρεουμένης πλέον της καθής η ανακοπή - αναιρεσίβλητης να αποδείξει την αλήθεια αυτών των λόγων, τους οποίους προβάλλει υπό μορφή ενστάσεως.

Κατ' ακολουθίαν αυτών και όσων εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, η ανακοπή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, είναι ορισμένη. Ωστόσο, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κρίνει ότι η ανακοπή ήταν ορισμένη και την είχε απορρίψη ως αβάσιμη, δεχόμενο ότι η δήλωση της αναιρεσίβλητης ήταν ειλικρινής απέρριψε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 522 ΚΠολΔ, την ανακοπή ως αόριστη, κρίνοντας ότι στο δικόγραφό της δεν αναφέρεται η συγκεκριμένη αιτία από την οποία οφείλεται το κατασχεθέν ποσό, αν δηλ.

πρόκειται για μισθούς, ποιο είναι το ύψος του μηνιαίου μισθού, το μέχρι της ημέρας της κατασχέσεως οφειλόμενο από την καθ' ης χρηματικό ποσό και τα εφεξής οφειλόμενα κατά ορισμένο χρόνο ποσά μισθών, δεν προσδιορίζεται η σύμβαση εργασίας, το είδος, η διάρκειά της, αν ο μισθωτός αμείβεται με μηνιαίο μισθό ή ημερομίσθιο, επιδόματα, το ύψος των κρατήσεων υπέρ ασφαλιστικών φορέων, η παρακράτηση φόρου εισοδήματος, καθώς και η χρονική περίοδος στην οποία αναφέρονται οι κατασχεθέντες και οφειλόμενοι ως ληξιπρόθεσμοι μισθοί κατά το χρόνο της κατασχέσεως ή πρόκειται για μέλλοντες μισθούς.

Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, παρά το νόμο απέρριψε την ανακοπή ως αόριστη και απαράδεκτη, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια και, ως εκ τούτου, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου λόγου αναιρέσεως, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως,να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκοτηθεί από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 αρθμ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1, 3 Ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρθμ. 4200/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκοτούμενο από άλλον Δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ