319/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated319/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν κατά το χρόνο παράδοσής του στο μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσθηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλλειψε τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 319 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 319/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΑΘΗΝΑΙΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ανδρικόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεοχάρη Κεφάλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-3-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1561/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2242/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-6-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013).
Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1976/2014, ΑΠ 609/2013, ΑΠ 495/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 574, 575 και 576 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 44 του ΠΔ 34/1995), συνάγεται ότι με τη διαρκή σύμβαση της μίσθωσης ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η μίσθωση. Επίσης έχει υποχρέωση όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά να το διατηρεί κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης υποχρεούμενος σε άρση των πραγματικών του ελαττωμάτων και σε αποκατάσταση των συμφωνημένων ιδιοτήτων του που λείπουν.
Αν κατά το χρόνο παράδοσής του στο μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνημένη χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίσθηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλλειψε τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση.
Επομένως, αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος εμποδίστηκε ολικά η συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ' ένσταση, προς απόκρουση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή των μισθωμάτων, να μην καταβάλει το μίσθωμα όσο διάστημα διαρκεί η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου από το ελάττωμα.
Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα αποτελεί και η αδυναμία χρήσης του μισθίου όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορήγησης ή και ανάκλησης της απαιτούμενης άδειας δημόσιας αρχής (Ολ.ΑΠ 50/2005, ΑΠ 165/2012, ΑΠ 933/2010). Για τη γέννηση της ευθύνης του εκμισθωτή και των σχετικών δικαιωμάτων του μισθωτή δεν χρειάζεται υπαιτιότητα του εκμισθωτή ούτε και γνώση του σχετικά με τα ελαττώματα ή τις ιδιότητες του μισθίου, ο εκμισθωτής δε φέρει ευθύνη για φθορές και βλάβες του μισθίου που προκύπτουν κατά την πορεία της μίσθωσης από οποιαδήποτε αιτία ακόμη και για τα τυχερά ή την ανώτερη βία.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ισχυρίσθηκε με την από 12-3-2013 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ότι με το από 6-8-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Δήμο, κατόπιν σχετικής πλειοδοτικής δημοπρασίας, το κείμενο επί της πλατείας Συντάγματος κατάστημα για χρονικό διάστημα πέντε ετών, αντί μηνιαίου μισθώματος 40.891 ευρώ, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως καφετέρια. Ότι στις 29-6-2011, κατά τη διάρκεια συγκεντρώσεως διαμαρτυρίας επί της ως άνω πλατείας έλαβαν χώρα βίαια επεισόδια, που είχαν ως αποτέλεσμα το μίσθιο να υποστεί εκτεταμένες φθορές και βλάβες από επιθέσεις διαδηλωτών, για την αποκατάσταση των οποίων παρέμεινε αναγκαστικά κλειστό μέχρι τις 9-9-2011, οπότε και επαναλειτούργησε και ότι, λόγω της αδυναμίας της να χρησιμοποιήσει το μίσθιο κατάστημα εξαιτίας του πιο πάνω πραγματικού ελαττώματος (σχεδόν ολοσχερή καταστροφή του), δεν έχει υποχρέωση να καταβάλει τα μισθώματα του παραπάνω χρονικού διαστήματος, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 92.858,30 ευρώ. Ζήτησε δε, λόγω της εμμονής του εναγομένου να πληρωθούν τα μισθώματα αυτά, να αναγνωρισθεί ότι δεν έχει υποχρέωση να καταβάλει στον εναγόμενο τα ως άνω μισθώματα.
Εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1561/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή και αναγνωρίσθηκε ότι η ενάγουσα (μισθώτρια) δεν οφείλει στον εναγόμενο (εκμισθωτή) τα μισθώματα των μηνών Ιουλίου, Αυγούστου και των εννέα πρώτων ημερών του Σεπτεμβρίου 2011, συνολικού ποσού 92.858,30 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε την από 23-9-2016 έφεσή του και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2242/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (αναιρεσιβαλλόμενη), το οποίο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα, σχετικά με τα αφορώντα στο παραπάνω αίτημα της αγωγής, θέματα: "...από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι το μίσθιο κατάστημα υπέστη εκτεταμένες ζημιές φθορές και καταστροφές (τόσο στις σταθερές δομές του ακινήτου, δηλαδή τους υαλοπίνακες, τα στοιχεία διαρρύθμισης κλπ, τα προσαρτήματά του, όπως τα φωτιστικά, όσο και στον κινητό εξοπλισμό του), κατά τη διάρκεια των βίαιων επεισοδίων και των βανδαλισμών που έλαβαν χώρα στο κέντρο της Αθήνας, την 29-6-2011.
Έτσι, συνεπεία της σχεδόν ολοκληρωτικής καταστροφής του καταστήματος, τούτο παρέμεινε κλειστό, από την ως άνω ημερομηνία και μέχρι την 9-9-2011, οπότε και ολοκληρώθηκαν οι εργασίες αποκατάστασής του και επαναλειτούργησε. Αποδεικνύεται δε, ότι η προσωρινή παύση της δραστηριότητας της ενάγουσας εντός του μισθίου κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα των δύο μηνών και εννέα ημερών, ήτοι, η μη χρησιμοποίηση του μισθίου για το σκοπό για τον οποίο είχε συμφωνηθεί, ήταν απολύτως αναγκαία για να αρθεί το πραγματικό ελάττωμα που προέκυψε σ' αυτό, πράγμα το οποίο έγινε με δαπάνες της ενάγουσας.
Εντούτοις το δικαίωμα χρήσης του μισθίου που έχει η ενάγουσα, όπως αυτό απορρέει από την από 6-8-2010 σύμβαση μίσθωσης, κατέστη ανενεργό, από 30-6-2011 έως 9-9-2011, δηλαδή χωρίς περιεχόμενο, για λόγους που δεν αφορούν καθόλου την ίδια, και επομένως, διαπιστώνεται ότι, αυτή (ενάγουσα - μισθώτρια) έχει το δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 576 ΑΚ, να μην καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα για την αντίστοιχη χρονική περίοδο, ανερχόμενο στο ποσό των 92.858,30 ευρώ...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με βάση τους επιμέρους όρους της επίδικης σύμβασης μίσθωσης έχουν συνομολογηθεί και τα εξής: α) στο άρθρο 8 ότι "Ο Δήμος δεν ευθύνεται απέναντι στο μισθωτή για την πραγματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται το μίσθιο και της οποίας τεκμαίρεται ότι έχει λάβει γνώση ο μισθωτής και συνεπώς δεν υποχρεούται σε επιστροφή ή μείωση μισθωμάτων, ούτε σε λύση της μίσθωσης", β) στο άρθρο 9 ότι "Ο εκμισθωτής κατά τη διάρκεια της μισθώσεως δεν υποχρεώνεται σε επισκευή ή διαρρύθμιση του καταστήματος έστω και αν είναι αναγκαία, κάθε δε δαπάνη έστω και πολυτελής που θα γίνει από το μισθωτή για το κατάστημα παραμένει μετά την με οποιοδήποτε τρόπο λύση της μισθώσεως σε όφελος του καταστήματος και υπέρ του Δήμου, κατά του οποίου κανένα δικαίωμα αποζημίωσης ή αφαιρέσεως έχει ο μισθωτής", ενώ τέλος στο άρθρο 20 παρ.
α' των από 22-6-2009 όρων διακήρυξης της δημοπρασίας, οι οποίοι συνιστούν αναπόσπαστο τμήμα της σύμβασης μίσθωσης, ορίζεται ότι "Ο μισθωτής έχει υποχρέωση να ασφαλίσει με δικά του έξοδα το κτίριο του κυλικείου και τις εγκαταστάσεις του και να το διατηρεί ασφαλισμένο στην πραγματική τους αξία κατά των κινδύνων πυρκαγιάς και κεραυνού σ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης".
Επικαλούμενος το περιεχόμενο των ως άνω όρων, ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε με τις νομίμως και εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, για τις οποίες μνεία έγινε στα πρακτικά με αναφορά του καταθέσαντος σ' αυτές, ότι: α) ο ίδιος δεν φέρει καμία ευθύνη για την κατάσταση του μισθίου μετά την παράδοσή του και τις τυχόν ζημίες, ενώ την πλήρη ευθύνη για την αποκατάσταση των ζημιών αυτών, ανεξαρτήτως του είδους και της αιτίας πρόκλησης, τη φέρει η μισθώτρια, σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 9 της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, και β) ότι η ενάγουσα όφειλε, σύμφωνα με το άρθρο 20 της μεταξύ τους σύμβασης να διατηρεί ασφαλισμένο το μίσθιο κτήριο και τις εγκαταστάσεις του, σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης.
Ωστόσο οι ως άνω ισχυρισμοί του με τους οποίους επιχειρεί να θεμελιώσει (αντ)ένσταση απαλλαγής του από την ευθύνη του για πραγματικά ελαττώματα, δυνάμει συμβατικής ρήτρας (361 ΑΚ), τυγχάνουν αβάσιμοι, καθόσον ειδικότερα ο πρώτος όρος αναφέρεται σε πραγματικά ελαττώματα που υφίστανται κατά το χρόνο σύναψης της μίσθωσης, ο δεύτερος όρος ρυθμίζει την ευθύνη της ενάγουσας για τις κάθε είδους δαπάνες επισκευής, ακόμη και αναγκαίες, χωρίς οιαδήποτε αναφορά σε τυχηρά ή γεγονότα ανωτέρας βίας και χωρίς να συνάγεται έστω και ερμηνευτικώς, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρ. 173 και 200 ΑΚ), ο αποκλεισμός της εφαρμογής του άρθρου 576 παρ. 1 ΑΚ, στο οποίο η εφεσίβλητη μισθώτρια στηρίζει την άρνησή της για την καταβολή των ένδικων μισθωμάτων, ο δε τελευταίος όρος συνδέεται επίσης, ρητώς, με το ζήτημα των επισκευών, χωρίς εκ του όρου τούτου να συνάγεται βούληση των μερών για ρύθμιση των εκ του άρθρου 576 ΑΚ δικαιωμάτων της ενάγουσας.
Επομένως το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο κρίνοντας ομοίως, απέρριψε τους ως άνω ισχυρισμούς του εναγομένου, κάνοντας εν συνεχεία δεκτή την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι συναφείς λόγοι έφεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του εναγομένου (αναιρεσείοντος), που είχε δεχθεί την αγωγή της μισθώτριας και είχε δεχθεί ότι η τελευταία δεν οφείλει στον εναγόμενο (εκμισθωτή) τα μισθώματα που αντιστοιχούν στους μήνες Ιούλιο, Αύγουστο και μέρους του Σεπτεμβρίου 2011, συνολικού ποσού 92.858,30 ευρώ.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με τα προαναφερόμενα θέματα της εμφάνισης πραγματικού ελαττώματος στο μίσθιο κατάστημα λόγω ανώτερης βίας και του, συνεπεία αυτού, δικαιώματος της μισθώτριας να μην καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα για τη χρονική περίοδο από 30-6-2-11 έως 9-9-2011, σύμφωνα με το άρθρο 576 ΑΚ, καθώς και της απόρριψης ως αβασίμων των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος εκμισθωτή για απαλλαγή του από το επίμαχο πραγματικό ελάττωμα του μισθίου, καθόσον οι επικαλούμενοι από αυτόν όροι (8, 9 και 20) της ένδικης μισθωτικής σύμβασης ρυθμίζουν την ευθύνη της μισθώτριας για τις κάθε είδους δαπάνες επισκευής του μισθίου και όχι το δικαίωμα αυτής (μισθώτριας) για μη καταβολή του μισθώματος για όσο χρονικό διάστημα διήρκεσε το ελάττωμα που την εμπόδιζε να κάνει χρήση του μισθίου. Οι παραπάνω αιτιολογίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 361 και 576 ΑΚ, που ορθά εφαρμόσθηκαν από το Μονομελές Εφετείο.
Συνεπώς τα αντιθέτως προβαλλόμενα με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ μοναδικό λόγο της αναίρεσης, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται υπέρ της αναιρεσίβλητης ελλείψει σχετικού αιτήματος της τελευταίας (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-6-2018 (ειδ. αριθμ. καταθ. 548/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 2242/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ