319/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated319/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρ. 569§2εδ.α ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και συντάσσεται κάτω απ’ αυτό έκθεση.
Full text
Απόφαση 319 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 319/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη - Εισηγητή, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Κούκλη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/2009 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4179/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/1/2016 αίτησή της και τους από 31/10/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρ. 569§2εδ.α ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και συντάσσεται κάτω απ’ αυτό έκθεση.
Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, κεφάλαιο είναι κάθε οριστική διάταξη της τελεσίδικης απόφαση που κρίνει για το παραδεκτό ή το βάσιμο κάθε αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας, η οποία εισάγει αντίστοιχα ένα ιδιαίτερο αντικείμενο δίκης, διαφοροποιούμενο από τα λοιπά είτε ως προς το αίτημα είτε ώς προς την ιστορική βάση είτε ως προς αμφότερους τους παράγοντες που το οριοθετούν.
Αντίθετα πρόκειται για το αυτό αντικείμενο δίκης και επομένως και για το αυτό κεφάλαιο της απόφασης όταν υπάρχει ταύτιση τόσο ως προς το αίτημα όσο και ως προς την ιστορική βάση. Εξ άλλου αναγκαίως συνεχόμενα με τα κεφάλαια της απόφασης που αναιρεσιβλήθηκαν είναι όσα από τα λοιπά κεφάλαιά της παρουσιάζουν προς τα πρώτα στενή συνάφεια είτε διότι βρίσκονται σε σχέση προδικαστικότητας προς αυτά, δηλαδή αφορούν προκριματικά για την παραδοχή τους ζητήματα, είτε διότι έχουν ως αντικείμενο δικαιώματα που απορρέουν από την αυτή ιστορική αιτία ή από το αυτό βιοτικό γεγονός, οπότε και δημιουργείται κίνδυνος ασυμβίβαστων αποφάσεων αν η κρίση περιορισθεί μόνο στα αναιρεσιβληθέντα κεφάλαια και συμβεί αυτή να είναι αντίθετη προς την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τα λοιπά απρόσβλητά κεφάλαια της απόφασής του (ΑΠ 697/2012).Πρόσθετοι λόγοι που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της παραπάνω διατάξεως (569 παρ.2 ΚΠολΔ) απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (ΑΠ 1289/2007, ΑΠ 405/2004).
Κατ’ ακολουθίαν αυτών οι εμπροθέσμως με ιδιαίτερο δικόγραφο, ασκηθέντες [από 31.10.17] πρόσθετοι λόγοι με τους οποίους προβάλλονται από την αναιρεσείουσα οι, από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις με την επίκληση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβάσεως της περί τοκοδοσίας ουσιαστικού δικαίου, διατάξεως του άρθρου 5 παρ.10 ν.1418/1984, κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι καθόσον δεν αφορούν ούτε στο προσβαλλόμενο με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως (ύπαρξη δικαιοδοσίας του δικάσαντος δικαστηρίου) ούτε τελούν σε σχέση αναγκαστικής, κατά την προαναφερθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, συναφείας μ’ αυτό.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, 559 αρ.4, 560 αρ.3 και 580 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (Ολ ΑΠ 293/1981). Προτείνεται δε, ως αφορών τη δημόσια τάξη, και για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου (Ολ.ΑΠ 20/08).
Περαιτέρω, το άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές. Σε εφαρμογή των παραπάνω συνταγματικών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1409/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, υπάγονται, από 11-6-1985, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Κ.Πολ.Δ., οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί, από το νόμο, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκειμένη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, Ολ ΑΠ 138/1966).
Αντίθετα, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υπάρχει σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993, Ολ. ΑΠ 5/1995). Με το άρθρο 1 παρ. 2 του ιδίου νόμου (1.406/1983) υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, πλην άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ. 1), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή αξίωση.
Είναι δε η σύμβαση διοικητική, αν, αθροιστικώς, α) ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., β) με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό και γ) το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση, είτε με βάση ρήτρες που προβλέπονται κανονιστικά και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον, με βάση τις διατάξεις, του ιδιωτικού δικαίου, συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΠ 966/2017, ΑΠ 408/2010).
Συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 19/2010, ΑΕΔ 28/2011, ΑΕΔ 3/1999, Ολ. ΑΠ 7/2001, 8/2000, ΑΠ 901/11, 1378/11).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔικ. για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται α) νια παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ ΑΠ 15/2000).
Με το μοναδικό λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται, για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 599 αρ.4 ΚΠολΔικ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε επί υποθέσεως μη υπαγόμενης στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ενόψει του χαρακτήρα της καταταχθείσας προς κρίση διαφοράς ως διοικητικής καθόσον "η υποκειμένη σχέση στην οποίο στηρίζεται ο εκτελεστός τίτλος της αναιρεσείουσας είναι σχέση δημοσίου δικαίου και δη η από 13.1.92 διοικητική σύμβαση ανέθεσης δημοσίου έργου με εργοδότη το αναιρεσίβλητο Δημόσιο και ανάδοχο της αναιρεσείουσα, τελούσα υπό εξαίρετικό νομικό καθεστώς - ν.1814/1984 και ΠΔ 609/1985 - στο πλαίσιο του οποίου εξασφαλιζόταν στο αναιρεσίβλητο υπερέχουσα θέση έναντι της αναιρεσείουσας".
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, λόγω αοριστίας που απορρέει από την έλλειψη αναφοράς των ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας φερομένων ως προβληθέντων θεμελιωτικών του επικαλουμένου αναιρετικού λόγου στοιχείων και ειδικότερα των αναφερομένων στο από την αναιρεσείουσα επικαλουμένο "εξαιρετικό νομικό καθεστώς [ν.1814/1984 και ΠΔ 608/1985] στο πλαίσιο του οποίου εξασφαλιζόταν στο αναιρεσίβλητο υπερέχουσα θέση έναντι της αναιρεσείουσας - αναδόχου" με αντίστοιχη παράθεση των ρυθμίσεων που αποδεικνύουν την εν λόγω υπεροχή, με αποτέλεσμα εξαιτίας της ελλείψεως αυτής να καθίσταται αδύνατη η από το άρθρο 577 αρ.3 ΚΠολΔ έρευνα του παραδεκτού του προβαλλομένου λόγου που, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, απαιτεί τα θεμελιωτικά του επικαλουμένου αναιρετικού λόγου στοιχεία (για τον οποίο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται, με την παράθεση των σχετικών παραδοχών, ότι προκύπτει από την απόφαση) να είχαν προβληθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας ιδίως μάλιστα ενόψει του ότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως και των υποβληθεισών από την αναιρεσείουσα προτάσεων προκύπτει ότι η τελευταία περιορίστηκε στην απόκρουση της ασκηθείσας από το αναιρεσίβλητο εφέσεως κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως παραλείποντας την προβολή, έστω και υπαινικτικά, της, για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου προβαλλομένης, ελλείψεως δικαιοδοσίας τόσο του πρωτοδίκως όσο και του κατ’ έφεση δικαστηρίου.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων, και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προ έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ.495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 22 ν.3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την [από 13-1-16 και με αριθμ.καταθ….2017] αίτηση και τους [από 1-11-17] πρόσθετους λόγους αναιρέσεως της 4179/2015 τελεσίδικου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου από διακόσια ενενήντα (290) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ