319/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated319/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
Full text
Απόφαση 319 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 319/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Λ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παλαιολόγο Παλαιολόγου, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Πολιτισμού Τουρισμού και ... Ο.Τ.Α." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε. Ο.Τ.Α.", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Βγόντζα, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/7/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 345/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 200/2013 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/9/2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 16/9/2016 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012 ισχύοντος από 2.4.2012 κατά το άρθρο 113 αυτού και η οποία συμπληρώθηκε με το άρθρο 93 παρ. 1 του Ν. 4139/2013, όπως αυτή ίσχυε πριν την 1.1.2016, προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 663 (εργατικές διαφορές), 677 (διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας) και 681 Β (διαφορές που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων). Στη προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 28.9.2015 και με αριθ.
κατάθ. ....9.2015 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 200/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, αφορώσας διαφορά μεταξύ των διαδίκων από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, πολιτικού μηχανικού, κατέχοντος θέση διευθυντή της Διεύθυνσης Αναπτυξιακού Τομέα και Τεχνικών Υπηρεσιών της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης δημοτικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Πολιτισμού, Τουρισμού και ...", που προέκυψε από τη βλαπτική κατά τον ενάγοντα μεταβολή των όρων εργασίας αυτού και από τη στη συνέχεια άκυρη, ως καταχρηστική, καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης εργασίας εκ μέρους της εργοδότιδος εναγομένης εταιρείας, ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη παραβόλου ύψους τριακοσίων (300) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.
Η ως άνω διαφορά όμως ως εργατική απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ’ ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ’ επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ’ ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
Στη προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι η απαλλαγή του από τα καθήκοντα του διευθυντή της Διεύθυνσης Αναπτυξιακού Τομέα και Τεχνικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης και η τοποθέτησή του σε υποδεέστερη θέση δεν έγινε για να καλυφθούν οι ευθύνες της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) ως προς τη καθυστέρηση υλοποίησης του έργου της ανέγερσης του Πολιτιστικού Κέντρου ...
και για να απαλλαγεί από την ενοχλητική του παρουσία, επιρρίπτοντας σε αυτόν όλες τις ευθύνες για τη καθυστέρηση του έργου, και επομένως η καταγγελία της σύμβασης δεν έγινε από λόγους εκδίκησης, προκειμένου να αμαυρωθεί η επαγγελματική του πορεία και του αποδοθούν ευθύνες για τη μη έγκαιρη εκτέλεση του έργου, αλλά (με το να δεχθεί) το αντίθετο, ότι, εφόσον είχε επιτελική θέση στην υπηρεσία και για την επίτευξη των στόχων της επιχείρησης ήταν απαραίτητη προϋπόθεση η αγαστή συνεργασία μεταξύ των δύο μερών, αυτός (αναιρεσείων) θεωρούσε ότι ήταν χωρίς έλεγχο, δεν θεωρούσε την προϊσταμένη αρχή, ως προϊστάμενό του και (θεωρούσε) ότι δεν είχε υποχρέωση να δίνει λόγο σε κανένα, ότι η εμμονή στις θέσεις του να επικαλείται γνωμοδοτήσεις γνωμοδοτικών οργάνων, όπως το Τεχνικό Επιμελητήριο και το Σώμα Επιθεωρητών Δημοσίων Έργων, προσέβαλε το Δήμο ...
και την εναγομένη (αναιρεσίβλητη), ταυτιζόμενος με τις θέσεις δημοτικών συμβούλων της αντιπολίτευσης και τις θέσεις μέσων μαζικής ενημέρωσης, συμπεριφορά μη αρμόζουσα σε υπάλληλο, με συνέπεια η συμπεριφορά του από το καλοκαίρι του 2008 να είναι αντιδραστική και πολλές φορές προσβλητική έναντι της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) και του Δήμου ..., συμπεριφορά που δημιούργησε προβλήματα και εντάσεις μεταξύ αυτού και της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) σε σημείο που οι σχέσεις διαταράχθηκαν και ήταν αναγκαίος ο περιορισμός των αρμοδιοτήτων του και στη συνέχεια η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, εσφαλμένως εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ.2 ΑΚ, 1 Ν. 2112/1920, 1 και 5 Ν. 3198/1955, 281, 174 και 180 ΑΚ, ως και εκείνη του άρθρου 7 Ν. 2112/1920, διότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης η τελευταία έλαβε υπόψη της αποδεικνυόταν το αντίθετο (σελ. 15-18 αναιρετηρίου).
Συγκεκριμένα ισχυρίζεται με το λόγο αυτό ότι από τα αναγραφόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι σε έγγραφό του και για τους εκεί διαλαμβανόμενους λόγους τεκμηριώνονταν πλήρως οι ευθύνες της εργολήπτριας εταιρείας σε μέγιστο βαθμό και της δημοτικής αρχής για τις δυσκολίες υλοποίησης του έργου και σε μικρό βαθμό της Τεχνικής Υπηρεσίας της οποίας προΐστατο, λόγω της ελλιπούς στελέχωσής της, ότι ο ίδιος παρείχε ενδελεχή και συνεχή ενημέρωση στα αρμόδια όργανα για τη πορεία του έργου και δεν υπήρξε εκ μέρους του πλημμελής διαχείριση του έργου, όπως προέκυψε και από πορίσματα του Σώματος Επιθεωρητών Δημοσίων Έργων, ότι η απόφαση αποπομπής του και μάλιστα χωρίς τη τήρηση του εσωτερικού κανονισμού της αναιρεσίβλητης υπηρετούσε πολιτικές σκοπιμότητες προκειμένου να εμφανισθεί στη κοινή γνώμη ως "αποδιοπομπαίος τράγος" για την πορεία του έργου, ότι ο ίδιος ως Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Αναπτυξιακού Τομέα και Τεχνικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης που κατά νόμο ήταν η Διευθύνουσα Υπηρεσία του έργου αρνήθηκε τις μη επιτρεπτές για τους εκτιθέμενους αναλυτικά λόγους παρεμβάσεις υπό τη μορφή οδηγιών - εντολών του Διοικητικού Συμβουλίου και του νέου Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσίβλητης, τις οποίες είχε υποχρέωση να μην εφαρμόσει, ότι η επίκληση του εσωτερικού κανονισμού της αναιρεσίβλητης είναι αλυσιτελής, αφού σκοπός της ήταν η τιμωρία αυτού για τη μη σύμφωνη με το χρονοδιάγραμμα πορεία του έργου, ότι παραβιάσθηκαν διατάξεις του εσωτερικού κανονισμού της αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης που δεν προβλέπει αφαίρεση αρμοδιοτήτων ως πειθαρχική ποινή και ότι ο ίδιος δεν είχε το προβλεπόμενο στο προσοντολόγιο του ιδίου εσωτερικού κανονισμού πτυχίο για τη θέση όπου τοποθετήθηκε μετά την απομάκρυνσή του από την ως άνω Διεύθυνση, ότι ο ίδιος το καλοκαίρι του 2008 απέκρουσε με έγγραφό του ευρείας έκτασης αθέμιτες οικονομικές αξιώσεις της εργολήπτριας κοινοπραξίας σε αντίθεση με τη στάση που τηρούσε η δημοτική αρχή και το διοικητικό συμβούλιο της αναιρεσίβλητης, όπως προκύπτει από τις σχετικές μαρτυρίες, ότι το οξύ ύφος αυτού σε άτυπη απάντηση του ιδίου σε έγγραφο του διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσίβλητης, του οποίου αποσπάσματα επιλεκτικά ανέγραψε η προσβαλλομένη, οφειλόταν στην ψυχολογική πίεση υπό την οποία βρισκόταν τη περίοδο εκείνη και ότι η απαλλαγή του από τα καθήκοντα του διευθυντή της ως άνω Διεύθυνσης και η τοποθέτησή του σε υποδεέστερη θέση στο Τμήμα Κοινωνικών Μελετών και Δράσεων της ιδίας Διεύθυνσης, που θα είχε ως συνέπεια επίσης την στο μέλλον μείωση των αποδοχών του, δεν έγινε στο πλαίσιο του διευθυντικού δικαιώματος, αλλά για λόγους εκδίκησης και τιμωρίας στην άρνησή του να συναινέσει σε παράνομες αποφάσεις που καταστρατηγούσαν τη νομοθεσία περί δημοσίων έργων και κατά συνέπεια συνιστά παράνομη βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του, η δε επακολουθήσασα καταγγελία αυτής μετά την άρνησή του να αναλάβει τα νέα του καθήκοντα είναι ως εκ των ανωτέρω άκυρη ως καταχρηστική (βλ.
σελ. 18 - 34 του αναιρετηρίου). Με το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι σε αυτόν δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ’ ουσία απόρριψη της αγωγής του αναιρεσείοντος ως αβάσιμης), υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκθέτει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) οι κατά τον αναιρεσείοντα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Ειδικότερα ο αναιρεσείων περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως αυτό αναγράφεται στην αρχή της παρούσας σκέψης, χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα.
Υπό δε την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα πλήττει ουσιαστικά με τον πρώτο λόγο αναίρεσης την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα και επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ’ είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).
Στη προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τα αναγραφόμενα στο λόγο αυτό δέκα έξι (16) συνολικά αποδεικτικά έγγραφα, τα οποία είχε επικαλεσθεί με τις προτάσεις του και ειδικότερα:
α) το με αριθ. πρωτ. ...10.4.2008 έγγραφο του Τεχνικού Συμβουλίου της εναγομένης, που αναφέρεται σε καθυστερήσεις του έργου από υπαιτιότητα της αναδόχου εργολήπτριας εταιρείας, β) το με αριθ. ...7.11.2008 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, με το οποίο αντιμετωπίσθηκαν ευνοϊκά αξιώσεις αυτής, γ) το με αριθ.
πρωτ. .../18.11.2008 έγγραφο του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης με εισήγηση την άσκηση σε βάρος του ενάγοντος πειθαρχικής δίωξης για την από αυτόν δήθεν σύνταξη λανθασμένης τροποποιητικής μελέτης κλιματισμού, δ) τη συμπληρωματική σύμβαση για τη τροποποίηση της ως άνω μελέτης κλιματισμού, ε) το με αριθ.
πρωτ. .../ 18.11.2008 έγγραφο του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης με εισήγηση την άσκηση σε βάρος του ενάγοντος πειθαρχικής δίωξης για δήθεν χορήγηση από αυτόν εντολών στην εργολήπτρια εταιρεία για τροποποιήσεις του έργου και υπερσυμβατικές εργασίες, στ) το υπ’ αριθ. ...19.11.2008 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου επί των ως άνω εισηγήσεων του Διευθύνοντος Συμβούλου για την σε βάρος του άσκηση πειθαρχικών διώξεων, επί των οποίων δεν τηρήθηκε η πειθαρχική διαδικασία, ούτε τελικά του επιβλήθηκαν πειθαρχικές ποινές, ζ) το υπ’ αριθμό …17.2.2009 πρακτικό της Επιτροπής του άρθρου 152 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα για την ακύρωση του διορισμού του Π.
Α., ως Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Αναπτυξιακού Τομέα και Τεχνικών Υπηρεσιών της εναγομένης, λόγω της ταυτόχρονης ιδιότητας αυτού ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, η) την με αριθμό ...18.11.2008 πορισματική έκθεση του Σώματος Ελεγκτών Δημοσίων Έργων (ΣΕΔΕ) για το κατά τη νομοθεσία δημοσίων έργων παράνομο του με αριθ. .../10/10/2008 εγγράφου της εναγομένης περί συνυπογραφής εγγράφων αφορώντων την εκτέλεση του έργου από την ως άνω Διεύθυνση (ως Διευθύνουσα Υπηρεσία) και από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης (ως Προϊσταμένης Αρχής), θ) το από 18.2.2009 ενημερωτικό σημείωμα του ΣΕΔΕ, ι) το με αριθ.
πρωτ. ... /6.2.2009 πόρισμα του ΣΕΔΕ που ενέμεινε στις προηγούμενες διαπιστώσεις του και έκρινε ότι ήταν σύννομη η άρνηση του ενάγοντος να αρνηθεί τον επιμερισμό των αρμοδιοτήτων του και ότι ο υποβιβασμός αυτού ήταν άκυρος, λόγω μη προηγουμένης ακρόασής του, ια) το με αριθ. πρωτ. ....12.2009 πόρισμα του ΣΕΔΕ σχετικά με αξιώσεις της εργολήπτριας εταιρείας, ιβ) το υπ’ αριθ. .../22.10.2008 έγγραφο του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Τ.Ε.Ε).
που αναφέρεται στο μη σύννομο της εκχώρησης του δικαιώματος συνυπογραφής εγγράφων αφορώντων το έργο από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης Μ. Κ. και από τον ενάγοντα ως Προϊστάμενο της πιο πάνω Διεύθυνσης Αναπτυξιακού Τομέα και Τεχνικών Υπηρεσιών της εναγομένης, λόγω σύγχυσης των αρμοδιοτήτων Προϊσταμένης Αρχής και Διευθύνουσας Υπηρεσίας, ιγ) την υπ’ αριθ. .../16.12.2008 απάντηση του Τ.Ε.Ε.
προς το Δήμαρχο ..., ιδ) το υπ’ αριθ. ... 18.9.2009 έγγραφο του Προέδρου του Τ.Ε.Ε. προς το Δήμο ..., με το οποίο καλείται ο τελευταίος να επανεξετάσει το θέμα της απόλυσης του ενάγοντος, ως θίγουσα το επιστημονικό και επαγγελματικό του κύρος, ιε) το υπ’ αριθ. .../2010 έγγραφο του ΣΕΔΕ ότι η εκ νέου πρόσληψη του Π. Α. από την εναγομένη ως Ειδικό Επιστημονικό Προσωπικό, μετά την ακύρωση του διορισμού του ως Διευθυντή Διεύθυνσης Αναπτυξιακού Τομέα και Τεχνικών Υπηρεσιών της εναγομένης, δεν ήταν σύννομη και ιστ) την από 25.10.2010 έκθεση του Συμβούλου Επιθεωρητή του Ανώτατου Συμβούλιου Επιλογής Προσωπικού για το μη σύννομο της πρόσληψης του Π.
Α. ως Ειδικό Επιστημονικό Προσωπικό, έγγραφα από το επί μέρους περιεχόμενο των οποίων, όπως αυτό διαλαμβάνεται στον ανωτέρω λόγο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα κατέληγε σε διαφορετική υπέρ των απόψεών του ουσιαστική κρίση, εάν τα είχε λάβει υπόψη του. Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο κατά το δεύτερο αυτού σκέλος προβάλλεται η αιτίαση ότι παρά το γεγονός ότι η προσβαλλομένη απόφαση βεβαιώνει την από αυτήν λήψη υπόψη της υπ’ αριθ.
ΑΠ .../10.09.2008 επιστολής του δημάρχου ... και της υπ’ αριθ. .../15.09.2008 απάντησης του αναιρεσείοντος επί των τεθέντων με την πρώτη ερωτημάτων, καθώς και των υπ’ αριθ. ...22.10.2008 και ...28.11.2008 πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσίβλητης με τα οποία αποφασίσθηκε η απαλλαγή του αναιρεσείοντος από τα καθήκοντά του ως διευθυντή της Διεύθυνσης Αναπτυξιακού Τομέα και Τεχνικών Υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης δημοτικής επιχείρησης, λόγω κινδύνου απωλείας κοινοτικών κονδυλίων και η τοποθέτηση αυτού σε υποδεέστερη θέση στο τμήμα κοινωνικών μελετών και δράσεων του ανωτέρω Τομέα, ως και η άσκηση σε βάρος του πειθαρχικής δίωξης (με το πρώτο), ενώ εγκρίθηκε η σχετική εισήγηση για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας αυτού (με το δεύτερο), δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε πράγματι υπόψη του τα έγγραφα αυτά, ενόψει του ότι κατά τον αναιρεσείοντα η ως άνω απάντησή του δεν είχε απαράδεκτο ούτε απρεπές ύφος, είχε δε προηγηθεί της καταγγελίας βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του αυτού, η δε καταγγελία έλαβε χώρα καταχρηστικά και προκειμένου να απαλλαγεί η αναιρεσίβλητη από την ενοχλητική παρουσία του.
Τέλος με τον ίδιο λόγο κατά το τρίτο του σκέλος διαλαμβάνεται το μεν η αιτίαση ότι δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αναγραφόμενες στο λόγο αυτό ένορκες βεβαιώσεις και συγκεκριμένα τις με αριθμούς: α) ...22.12.2009 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών της μάρτυρος Μ.
Τ., β) ...14.1.2010 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών του μάρτυρος Δ. Ζ., γ) ...15.1.2010 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Λημνιού Ζερβού του μάρτυρος Σ. Ο., δ) ...15.1.2010 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Λημνιού Ζερβού του μάρτυρος Θ. Τ., ε) ....1.2010 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας της μάρτυρος Β.
Κ. και στ) .../21.1.2010 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Συμβολαιογράφου ... Λημνιού Ζερβού του μάρτυρος Ε. Φ., παρά την περί του αντιθέτου βεβαίωση της προσβαλλομένης, όπως συνάγεται από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου των υπέρ των απόψεων του αναιρεσείοντος ανωτέρω ενόρκων βεβαιώσεων, βάσει του περιεχομένου των οποίων η προσβαλλομένη απόφαση έπρεπε να καταλήξει σε αντίθετο αποδεικτικό πόρισμα, το δε η αιτίαση ότι εσφαλμένως κρίθηκε εξίσου αξιόπιστη και ίση από πλευράς αποδεικτικής ισχύος η ένορκη βεβαίωση του αξιόπιστου και αμερόληπτου μάρτυρα αυτού Ε.
Φ. με την κατάθεση του αναξιόπιστου και μεροληπτούντος μάρτυρα της αναιρεσίβλητης Π. Α.. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στη προσβαλλομένη απόφαση (φύλλο 3ο αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων και οι φωτογραφίες, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείτο, καθώς και οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, των οποίων γίνεται μνεία του αριθμού αυτών, του ονοματεπώνυμου του μάρτυρα και της αρχής στην οποία δόθηκαν, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω είκοσι συνολικά (16 + 4) αποδεικτικά έγγραφα, ως και τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της εγκυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσείοντος με την αναιρεσίβλητη δημοτική επιχείρηση και της μη συνδρομής περίπτωσης προηγουμένης βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας αυτού και συνακόλουθα να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.
Ειδικότερα ότι ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο αυτού σκέλος που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη α) της με αριθ. πρωτ. .../10.9.2008 επιστολής του Δημάρχου ..., β) της με αριθ. πρωτ. .../15.9.2008 απάντησης του ενάγοντος και γ) των υπ’ αριθ. ...22.10.2008 και ...28.11.2008 πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης δεν μπορεί να εκτιμηθεί ούτε ως ερειδόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εφόσον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται παραμόρφωση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, επί των οποίων πρέπει κυρίως να στήριξε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο το αποδεικτικό του πόρισμα, αλλά με αυτόν ουσιαστικά πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Επομένως ο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το μέρος δε που με αυτόν πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση της αξιοπιστίας ισοδυνάμων κατά νόμο αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 479/2010) ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος.
Τέλος ο ίδιος λόγος κατά το τελευταίο σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των αναφερομένων σε αυτόν επί μέρους παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης που διαλαμβάνονται αποσπασματικά, ως κατ’ ουσίαν εσφαλμένη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επ’ αυτών κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο κατ’ άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης δημοτικής ανώνυμης εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Απορρίπτει την από 28-9-2015 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 200/30.9.2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ