319/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/3/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 330/2013 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13/12/2013 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated319/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 84 ΑΚ συνάγεται ότι, κάθε τροποποίηση του καταστατικού του σωματείου ισχύει μόνο μετά την εγγραφή της εγκριτικής δικαστικής απόφασης στο τηρούμενο σχετικό βιβλίο, εφαρμοζομένων επ' αυτής των διατάξεων των άρθρων 79, 81 ΑΚ. Η κατά τα άνω επιτασσομένη εγγραφή έχει συστατικό χαρακτήρα αφού πριν απ' αυτή η σχετική περί τροποποιήσεως απόφαση της Γενικής συνέλευσης δεν παράγει έννομη ενέργεια.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 319 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 319/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Π. του Ε., 2) Ε. Κ. του Μ., 3) Σ. Τ. του Γ., 4) Ε. Μ. του Α., 5) Ε. Δ. του Ν., 6) Γ. Σ. του Σ., 7) Γ. Μ. του Ε., 8) Χ. Κ. του Ι., 9) Ο. Μ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βγόντζα και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ - ΗΠΕΙΡΟΥ - ΝΗΣΩΝ" (Ε.Σ.Η.Ε.Π.Η.Ν.), το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρύσα Σαλαβράκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/3/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 78/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 330/2013 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13/12/2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 13/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου ως προς τους 2η, 3η, 4η, 5ο, 6η, και 8ο των αναιρεσειόντων και την απόρριψή του ως προς τους λοιπούς καθώς και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αναίρεσης ως προς όλους τους αναιρεσείοντες. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτοί δεν εφαρμόστηκαν ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους ή αν εφαρμόστηκαν ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.
ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13, 495/2013, ΑΠ 609/2013). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 84 ΑΚ συνάγεται ότι, κάθε τροποποίηση του καταστατικού του σωματείου ισχύει μόνο μετά την εγγραφή της εγκριτικής δικαστικής απόφασης στο τηρούμενο σχετικό βιβλίο, εφαρμοζομένων επ' αυτής των διατάξεων των άρθρων 79, 81 ΑΚ. Η κατά τα άνω επιτασσομένη εγγραφή έχει συστατικό χαρακτήρα αφού πριν απ' αυτή η σχετική περί τροποποιήσεως απόφαση της Γενικής συνέλευσης δεν παράγει έννομη ενέργεια.
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, στο δικόγραφο της οποίας διαλαμβάνεται κατά τη συναγομένη από το σύνολο των εκτιθεμένων σ'αυτή εκτίμηση, και η κατ'άρθρο 566 § 1 ΚΠολΔ απαιτουμένη διατύπωση αιτήματος ερεύνης της ουσίας της υποθέσεως (Ολ ΑΠ 849/81 ΑΠ 837/03, ΑΠ 875/06), προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 84 ΑΚ, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την κατά του αναιρεσιβλήτου εγερθείσα αγωγή τους [με την οποία αυτοί, επικαλούμενοι αδικαιολόγητη άρνηση του τελευταίου να αποδεχθεί τις εκ μέρους τους υποβληθείσες αιτήσεις εγγραφής αυτών ως μελών του, παρόλο ότι πληρούσαν τις κατά το καταστατικό νόμιμες προϋποθέσεις, ζήτησαν την καταδίκη του τελευταίου στη σχετική (περί εγγραφής) δήλωση βουλήσεως], δεχθείσα την εφαρμογή επί του ως άνω ζητήματος των σχετικών περί εγγραφής (νέων) μελών ρυθμίσεων όχι του κατά τον κρίσιμο χρόνο (Δεκ. 2005 μέχρι 22-7-2006) εξέτασης αυτών (αιτήσεων) από το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσιβλήτου ισχύοντος, από 20.12.2004 (ΑΜ 277Γ) καταστατικού, τις οποίες και πληρούσαν, αλλά εσφαλμένων (κατά την προβαλλομένη αιτίαση) του μεταγενεστέρους τροποποιηθέντος και αυστηροτέρους όρους εγγραφής, τους οποίους και δεν πληρούσαν, προβλέποντος από 7-4-08 (ΑΜ 277Δ) καταστατικού, το οποίο όμως δεν ίσχυε κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο, ενόψει του ότι η κατ' άρθρο 84 ΑΚ καταχώρηση των τροποποιήσεων στο σχετικό βιβλίο σωματείων έγινε την 7.4.2008.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, αυτή, μετ' εκτίμηση των εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων, δέχθηκε, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω ζήτημα, τα παρακάτω: "Οι ενάγοντες ασκούν το επάγγελμα του δημοσιογράφου, εργαζόμενοι στην ημερήσια εφημερίδα, με τον τίτλο "Νέα Κρήτη", που εκδίδεται από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΚΥΚΛΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε" και στον τηλεοπτικό σταθμό "ΚΡΗΤΗ TV" ιδιοκτησίας της ανώνυμης εταιρείας "ΙΚΑΡΟΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε" που είναι ιδιοκτήτρια και του ραδιοφωνικού σταθμού " Radio 9,84 FM" και ειδικότερα ο καθένας από αυτούς ως εξής: ....Οι παραπάνω ενάγοντες τυγχάνουν μόνιμοι κάτοικοι Ηρακλείου Κρήτης.
Το εναγόμενο, το οποίο αρχικά αναγνωρίσθηκε με την 1094/19.6.1926 απόφαση του Πρωτοδικείου Πατρών, με την επωνυμία "ΕΝΩΣΙΣ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ ΠΑΤΡΑΪΚΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ" και όπως διαδοχικά τροποποιήθηκε και λειτουργεί με την επωνυμία "ΕΝΩΣΗ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ ΗΜΕΡΗΣΙΩΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΩΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ - ΗΠΕΙΡΟΥ - ΝΗΣΩΝ", αποτελεί επαγγελματικό σωματείο των εμμίσθων δημοσιογράφων που εργάζονται και κατοικούν στα γεωγραφικά διαμερίσματα της Πελοποννήσου της Ηπείρου και των Ελληνικών νήσων, με εξαίρεση τη Σαμοθράκη την Εύβοια, την Θάσο και τις Σποράδες, εδρεύει στην Πάτρα και είναι το πρωτοβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο των δημοσιογράφων, που εργάζονται στις παραπάνω περιοχές, και μέλος του δευτεροβαθμίου συνδικαλιστικού οργάνου με την επωνυμία "Πανελλήνια Ομοσπονδία Ενώσεων Συντακτών".....Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος (από 7.4.08) καταστατικού του εναγομένου "1.
Τα μέλη της Ένωσης διακρίνονται σε δόκιμα, τακτικά και επίτιμα. 2) Για να εγγραφεί κανείς δόκιμο μέλος, πρέπει κατά το χρόνο που εξετάζεται η αίτησή του από το διοιηκητικό συμβούλιο: α) Να είναι Έλληνας πολίτης ή Έλληνας το γένος και να έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ή να έχει απαλλαγεί νόμιμα από αυτές και να έχει συμπληρώσει το 21° έτος της ηλικίας του και να μην είναι πάνω από 35 ετών, β) Να μην έχει καταδικασθεί αμετάκλητα για κλοπή, υπεξαίρεση, εκβιασμό, απάτη, πλαστογραφία, ψευδορκία,
ψευδή καταμήνυση, παραχάραξη, κιβδηλεία και προσβολή των ηθών και γενικά να μην έχει διαπράξει ποινικό αδίκημα το οποίο επισύρει ποινή φυλάκισης ανώτερη των τριών (3) ετών, με εξαίρεση τις παραβάσεις ΚΟΚ. Η μη καταδίκη αποδεικνύεται με πλήρες αντίγραφο ποινικού μητρώου, που ο υποψήφιος οφείλει να υποβάλει μαζί με άλλα δικαιολογητικά, γ) Να είναι μόνιμος κάτοικος στην περιοχή της Ένωσης, δ) Να έχει τουλάχιστον απολυτήριο Λυκείου ή άλλης ισότιμης σχολής Μέσης Εκπαίδευσης, ε) Να έχει τριετή τουλάχιστον συνεχή έμμισθη υπηρεσία συντάκτη σε ημερήσια εφημερίδα που εκδίδεται στην Περιοχή Πελοποννήσου - Ηπείρου και όλων των ελληνικών νήσων, που να απασχολεί τουλάχιστον δυο συντάκτες.
Για τα δε, ραδιοτηλεοπτικά Μ.Μ.Ε., πενταετή, στ) Ο μισθός του να είναι ίσος τουλάχιστον με το κατώτερο όριο μισθού που προβλέπει η εκάστοτε συλλογική σύμβαση εργασίας για τα μέλη της, ζ) Να είναι ασφαλισμένος ως συντάκτης με πλήρη ασφαλιστική κάλυψη στο ΙΚΑ και το ΤΣΠΕΑΘ ή ανάλογο ασφαλιστικό οργανισμό και να έχει καταβάλει εισφορές σ' αυτό τριών (3) τουλάχιστον ετών, για τους συντάκτες εφημερίδων και πέντε (5) ετών για τα ραδιοτηλεοπτικά Μ.Μ.Ε., η) Να μην συνδέεται με συγγένεια εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι δευτέρου βαθμού με εκδότη ή ιδιοκτήτη εφημερίδας ή ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού....συνεχεία, στο άρθρο 7 του ισχύοντος ως άνω καταστατικού της Ένωσης ορίζεται η διαδικασία εγγραφής ως μέλους αυτής.
Συγκεκριμένα: "1. Για να εγγραφεί κανείς μέλος της Ένωσης πρέπει να υποβάλει στο διοικητικό συμβούλιο κατά το μήνα Οκτώβριο αίτηση, που πρέπει να συνοδεύεται από: α) Δικαιολογητικά που αποδεικνύουν ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του προηγούμενου άρθρου και β) Υπεύθυνη δήλωση για τη μόνιμη κατοικία του και την ακριβή διεύθυνση του. 2) Το διοικητικό συμβούλιο κρίνει την αίτηση εγγραφής συνεκτιμώντας το εν γένει ήθος του αιτούντος και την προσήλωση του στην επαγγελματική δεοντολογία.
Η. απόφαση του εκδίδεται εντός του Δεκεμβρίου του ιδίου έτους που υποβλήθηκε η αίτηση. Αν κάποιο από τα μέλη διαφωνεί με την εγγραφή του νέου μέλους, έχει το δικαίωμα να υποβάλλει ένσταση, εντός 15 ημερών. 3)Εάν εγκριθεί η αίτηση εγγραφής, ο υποψήφιος καθίσταται μέλος από την ημέρα καταβολής στο Ταμείο της Ένωσης του προκαθορισμένου δικαιώματος εγγραφής, οπότε και εγγράφεται στο Μητρώο των μελών της. 4) Εάν απορριφθεί η αίτηση ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα να προσφύγει στην πρώτη γενική συνέλευση η οποία αποφασίζει τελεσίδικα για την εγγραφή του ή μη.
Δεν εγγράφονται στην ένωση όσοι χρησιμοποιήθηκαν από τους εργοδότες τους σαν απεργοσπάστες και χαρακτηρίσθηκαν έτσι με σχετική απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Ένωσης...... Επιθυμώντας την εγγραφή τους, ως μελών του εναγομένου, οι ενάγοντες, υπέβαλαν, δια της από 24.10.2005 έγγραφης εξουσιοδότησης, που ο καθένας χορήγησε στους πληρεξούσιους δικηγόρους του, Αντώνη Βγόντζα και Δήμητρα Κέντρου, Δικηγόρους Αθηνών, όπως αυτοί για λογαριασμό καθενός υποβάλλουν αίτηση στο διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου για την εγγραφή του στην Ένωση και καταθέτουν τα απαραίτητα έγγραφα, που συνοδεύουν την αίτηση του, αιτήσεις εγγραφής τους στο εναγόμενο και συγκεκριμένα ο πρώτος την από 21.10.2005 αίτηση....Με τις αιτήσεις αυτές συνοδευόμενες από τα συνημμένα και αναφερόμενα σε κάθε αίτηση δικαιολογητικά, που κατατέθηκαν στο εναγόμενο στις 27.10.2005 και έλαβαν αριθμό πρωτοκόλλου εισερχομένων ΦΜ/5397, ΦΜ/5398, ΦΜ/5399, ΦΜ/5401, ΦΜ/5402, ΦΜ/5403, ΦΜ/5408, ΦΜ/5409/27.10.2005 αντιστοίχως, ζητούσαν να εγγραφούν στο μητρώο μελών του εναγομένου.
Η απασχόληση των εναγόντων, κατά τις συνημμένες στις αιτήσεις τους από 21.10.2005 βεβαιώσεις προϋπηρεσίας των εργοδοτριών εταιρειών του καθενός, αφορούσε το χρονικό διάστημα μέχρι την έκδοση των βεβαιώσεων στις 21.10.2005 ενώ οι ίδιοι εξακολουθούσαν να εργάζονται, σύμφωνα με τις από 24.1.2008 και 16.11.2009 βεβαιώσεις των ίδιων εταιρειών μέχρι τις ημερομηνίες έκδοσης των βεβαιώσεων αυτών.
Μετά την υποβολή των αιτήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 7 του καταστατικού, επρόκειτο να συνεδριάσει το Διοικητικό Συμβούλιο της Ένωσης προκειμένου να κρίνει μεταξύ άλλων θεμάτων, τις αιτήσεις εγγραφής των εναγόντων, εκδίδοντας την απόφαση του εντός του μηνός Δεκεμβρίου του ιδίου έτους 2005, κατά τα οριζόμενα όπως προαναφέρθηκε στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου.
Ωστόσο, κατά τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης το Δεκέμβριο του 2005 οι αιτήσεις των εναγόντων, δεν συμπεριλήφθηκαν στα θέματα ημερήσιας διάταξης παρά την προς τούτο υποχρέωση του Διοικητικού Συμβουλίου. Αναμένοντας, οι ενάγοντες τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου για την έγκριση ή την απόρριψη των αιτήσεων τους, όταν πληροφορήθηκαν ότι τον Μάιο του 2006, επρόκειτο να συνέλθει η Γενική Συνέλευση της Ένωσης, απέστειλαν στο Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, την από 11-5-2006 επιστολή τους, με την οποία ζητούσαν να κριθούν οι αιτήσεις εγγραφής τους στην Ένωση και να αποφασιστεί η έγκριση ή η απόρριψη αυτών.
Η εν λόγω επιστολή αναγνώστηκε κατά την παραπάνω συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης, πλην όμως, το ζήτημα της εγγραφής των εναγόντων δεν συμπεριλήφθηκε στα θέματα ημερήσιας διάταξης. Ομοίως, το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου, δεν αποφάσισε επί των αιτήσεων ως άνω εναγόντων, κατά τη συνεδρίαση του στις 22.7.2006, οπότε έκρινε τις αιτήσεις άλλων συναδέλφων τους, των Γ.
Σ. και Ε. Β., εργαζόμενων στον τηλεοπτικό σταθμό "ΚΡΗΤΗ TV" και στην εφημερίδα "ΝΕΑ ΚΡΗΤΗ" αντίστοιχα, οι οποίοι είχαν υποβάλλει, τις από 20.10.2005 αιτήσεις τους και καταθέσει τα δικαιολογητικά εγγραφής τους στις 27.10.2005, με τις από 24.10.2005 έγγραφες εξουσιοδοτήσεις τους, προς τους παραπάνω πληρεξούσιους Δικηγόρους.
Αλλά και στη συνέχεια το διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου δεν αποφάσισε επί των ως άνω αιτήσεων και για το λόγο αυτό οι ενάγοντες κατέθεσαν, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, στις 14.3.2007, την με ίδια ημερομηνία αγωγή τους, που επέδωσαν στο εναγόμενο στις 17.12.2007 και επί της οποίας, μετά τη συζήτησή της στις 17.11.2009, κατόπιν αναβολών από την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο στις 19.2.2008, εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, που δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα εγγραφής των ως άνω εναγόντων, για τους οποίους εξετάζεται η εκκαλούμενη απόφαση, ως μελών του εναγομένου και καταδίκασε το εναγόμενο σε δήλωση βουλήσεως περί αποδοχής των εναγόντων για την εγγραφή τους σ' αυτό.
Με την αγωγή τους οι ενάγοντες, αξίωσαν να επιτύχουν δικαστικά την εγγραφή τους, λόγω της άρνησης του εναγομένου να αποδεχθεί τις αιτήσεις εγγραφής τους και για τους λόγους ότι α) οι όροι του καταστατικού του εναγομένου προβλέπουν ότι μέλη του μπορούν να γίνουν όλα τα πρόσωπα που συγκεντρώνουν προκαθορισμένα προσόντα και ιδιότητες και ως τέτοια υπέβαλαν τις αιτήσεις τους και β) επειδή το συγκεκριμένο σωματείο κατέχει εν τοις πράγματι μονοπωλιακή θέση, γεγονός που καθιστά τη συμμετοχή στο σωματείο ιδιαίτερα σημαντική για τα οικονομικά, επαγγελματικά τους συμφέροντα.
Η εκκαλουμένη απόφαση, που δέχθηκε την ως άνω αγωγή, για την απόδειξη των περιστατικών της συνδρομής στο πρόσωπο των εναγόντων όλων των αναγκαίων τυπικών προϋποθέσεων, που ορίζονται στο καταστατικό του εναγομένου για την εγγραφή τους και συγκεκριμένα ως προς το ότι οι αιτήσεις των εναγόντων συνοδεύονταν από πλήρη φάκελο με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά εγγραφής, αρκέστηκε στην ομολογία του εναγομένου, που διατυπώθηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι όλοι οι ενάγοντες πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις που τίθενται από το καταστατικό του εναγομένου για την είσοδο τους σ' αυτό....
εγγραφή τους, λόγω της άρνησης του εναγομένου να αποδεχθεί τις αιτήσεις εγγραφής τους και για τους λόγους ότι α) οι όροι του καταστατικού του εναγομένου προβλέπουν ότι μέλη του μπορούν να γίνουν όλα τα πρόσωπα που συγκεντρώνουν προκαθορισμένα προσόντα και ιδιότητες και ως τέτοια υπέβαλαν τις αιτήσεις τους και β) επειδή το συγκεκριμένο σωματείο κατέχει εν τοις πράγμασι μονοπωλιακή θέση, γεγονός που καθιστά τη συμμετοχή στο σωματείο ιδιαίτερα σημαντική για τα οικονομικά, επαγγελματικά τους συμφέροντα.
Η εκκαλουμένη απόφαση, που δέχθηκε την ως άνω αγωγή, για την απόδειξη των περιστατικών της συνδρομής στο πρόσωπο των εναγόντων όλων των αναγκαίων τυπικών προϋποθέσεων, που ορίζονται στο καταστατικό του εναγομένου για την εγγραφή τους και συγκεκριμένα ως προς το ότι οι αιτήσεις των εναγόντων συνοδεύονταν από πλήρη φάκελο με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά εγγραφής, αρκέστηκε στην ομολογία του εναγομένου, που διατυπώθηκε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι όλοι οι ενάγοντες πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις που τίθενται από το καταστατικό του εναγομένου για την είσοδο τους σ' αυτό, Ωστόσο, το εναγόμενο με τον πρώτο λόγο έφεσης ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν είχαν τις απαιτούμενες από το καταστατικό τυπικές προϋποθέσεις αλλά αντίθετα κατά τις επιμέρους αναφερόμενες για τον καθένα ελλείψεις, δεν δικαιούνταν στην υποβολή των αιτήσεων τους και για το λόγο αυτό ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την απόρριψη της αγωγής.
Ο ισχυρισμός του αυτός εκτιμάται ως ανάκληση της ομολογίας, στην οποία προέβη πρωτόδικα (άρθρο 354 ΚΠολΔ). Σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, η ανάκληση αυτή παραδεκτώς γίνεται με το δικόγραφο της έφεσης, αφού δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό και μπορεί να γίνει κατά πάσα στάση της δίκης με δήλωση του ομολογήσαντος.
Ενόψει τούτων πρέπει ο σχετικός λόγος έφεσης να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το αν ανταποκρίνεται ή όχι στην αλήθεια, η δοθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ομολογία του εκκαλούντος το οποίο φέρει το βάρος να αποδείξει την αναλήθεια του ομολογηθέντος ισχυρισμού των εναγόντων, δηλαδή ότι αυτοί είχαν τις τυπικές προϋποθέσεις εγγραφής τους.
Προς τούτο το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι i) όλοι οι ενάγοντες δεν είχαν προσκομίσει βεβαίωση ότι ήταν ασφαλισμένοι ως συντάκτες στο ΤΣΠΕΑΘ (Ταμείο Συντάξεως Προσωπικού Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης), όπως απαιτείται από άρθρο 6 παρ. 2 ζ του καταστατικού, σύμφωνα με το οποίο για να εγγραφεί κανείς ως δόκιμο μέλος πρέπει κατά το χρόνο που εξετάζεται η αίτησή του από το διοικητικό συμβούλιο, κατά το επόμενο άρθρο 7, να είναι ασφαλισμένος, ως συντάκτης, με πλήρη ασφαλιστική κάλυψη στο ΤΣΠΕΑΘ και να έχει καταβάλει εισφορές σ' αυτό τριών (3) τουλάχιστον ετών, για τους συντάκτες εφημερίδων και πέντε (5) ετών για τα ραδιοτηλεοπτικά Μ.Μ.Ε και επιπλέον ότι ii) ο πρώτος ενάγων, Χ.
Π. δεν είχε προσκομίσει α) απολυτήριο Λυκείου και β) βεβαίωση εκπλήρωσης στρατιωτικών υποχρεώσεων, όπως απαιτείται από το άρθρο 6 παρ. 2 εδ. α και δ του καταστατικού iii) η έβδομη ενάγουσα, Γ. Μ. δεν είχε προσκομίσει βεβαίωση, ότι ήταν ασφαλισμένη, ως συντάκτης στο Ι.Κ.Α. για πέντε έτη, όπως απαιτείται από το ως άνω άρθρο του καταστατικού, για τα ραδιοτηλεοπτικά Μ.Μ.Ε., διότι κατά την βεβαίωση ασφάλισης της στο Ι.Κ.Α., ήταν ασφαλισμένη ως συντάκτης μόνον για ένα 1 μήνα και 18 ημέρες και ίν) η δέκατη τρίτη Ο.
Μ. βεβαίωση ότι ήταν ασφαλισμένη, ως συντάκτης, στο Ι.Κ.Α. για τρία χρόνια ή πέντε για τα ραδιοτηλεοπτικά, διότι η βεβαίωση του Ι.Κ.Α., αφορούσε ασφάλιση υπαλλήλου γραφείου. Πράγματι, όσον αφορά τα δικαιολογητικά για την ασφάλιση στο ΤΣΠΕΑΘ, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους ενάγοντες, αντίγραφα των εγγράφων που συνόδευαν τις αιτήσεις τους και κατατέθηκαν με αυτές, κατά την υποβολή των αιτήσεων αλλά και στη συνέχεια δεν προσκομίσθηκαν δικαιολογητικά, που να αποδεικνύουν ότι ήταν ασφαλισμένοι ως συντάκτες στο ΤΣΠΕΑΘ και ότι είχαν καταβληθεί εισφορές ο' αυτό, κατά τα χρονικά διαστήματα τριών (3) τουλάχιστον ετών, για τους συντάκτες εφημερίδων και πέντε (5) ετών για τα ραδιοτηλεοπτικά M.M.E. αντιστοίχως.
Ειδικότερα, ούτε στον κατάλογο των συνημμένων σε κάθε αίτηση εγγράφων γίνεται μνεία ότι προσκομίζονται δικαιολογητικά για την ασφάλιση στο ΤΣΠΕΑΘ ούτε και στα συνοδεύοντα έγγραφα της αίτησης περιλαμβάνονται σχετικά έγγραφα ενώ στις από 21.10.2005 βεβαιώσεις προϋπηρεσίας των εργοδοτριών εταιρειών του κάθε ενάγοντος, δεν αναφέρεται η ύπαρξη ασφάλισης στο ΤΣΠΕΑΘ, όπως αντιστοίχως γίνεται για το Ι.Κ.Α και παράλληλα επισυνάπτονται σχετικά έγγραφα Ι.Κ.Α (βιβλιάρια ενσήμων, ατομικά δελτία ασφάλισης, βεβαιώσεις εργοδότη, μηχανογραφικοί λογαριασμοί ασφαλισμένων θεωρημένοι από αρμόδιο ελεγκτή του Ι.Κ.Α).
Η έλλειψη αυτή δεν αναιρείται, από τις μετέπειτα εκδοθείσες α) από 24.1.2008 βεβαιώσεις της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΥΚΛΟΣ ΕΚΔΟΤΙΚΕΣ ΚΑΙ Η ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." και της ανώνυμης εταιρείας "ΙΚΑΡΟΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε" και β) τις από 16.11.2009 βεβαιώσεις των ιδίων εταιρειών, περί του χρόνου απασχόλησης των αντιστοίχως εργαζομένων σε κάθε μία των εναγόντων, για τα διαστήματα που προαναφέρθησαν, όπου στο τέλος των βεβαιώσεων αυτών γίνεται για πρώτη φορά μνεία ότι οι εργαζόμενοι ενάγοντες, είναι ασφαλισμένοι στο ΤΣΠΕΑΘ (Κλάδος σύνταξης) και στο ΙΚΑ (Κλάδος Υγείας).
Και τούτο διότι από τις βεβαιώσεις των εργοδοτριών εταιρειών δεν διευκρινίζονται τα απαραίτητα στοιχεία, της ασφάλισης στο εν λόγω ταμείο (ΤΣΠΕΑΘ) και της καταβολής προς αυτό των εισφορών, αφού δεν αναφέρεται εάν η έναρξη της ασφάλισης των εναγόντων στο ταμείο αυτό καλύπτει τον αναφερόμενο στις ίδιες βεβαιώσεις χρόνο εργασίας τους και αν έχουν καταβληθεί οι ασφαλιστικές εισφορές για τον αντίστοιχο για κάθε κατηγορία ελάχιστο χρονικό διάστημα, που ορίζεται στο καταστατικό του εναγομένου.
Ούτε, προσκομίζεται έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο από το ΤΣΠΕΑΘ, από το οποίο να προκύπτει η ασφάλιση και καταβολή εισφορών στο εν λόγω Ταμείο, για τα χρονικά διαστήματα της τριετίας και πενταετίας αντιστοίχως. Ακόμη οι υπ αρ. 0274151, 0274152, 0274153, 0274154 /2008 αποδείξεις της ΕΤΕ περί πληρωμής, με πίστωση του λογαριασμού του ΤΣΠΕΑΘ, από τις παραπάνω εργοδότριες εταιρείες, εισφοράς προς το ΤΣΠΕΑΘ, για το μήνα Απρίλιο του έτους 2008, πιστοποιούν μόνο τις ορισμένες καταβολές για τον μήνα αυτό, ενώ οι αναφερόμενες επιγραμματικά, ως ισχύουσες, από 1.1.2004, μηχανογραφημένες καταστάσεις των ίδιων εταιρειών περί καταβολής εισφορών στο ΤΣΠΕΑΘ για τον Απρίλιο 2008, δεν περιλαμβάνουν προγενέστερα χρονικά διαστήματα ούτε πιστοποιούν σχετικές καταβολές, σε κάθε δε περίπτωση δεν καλύπτουν τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα. (Επιπλέον της παραπάνω έλλειψης, η από 21.10.2005/αίτηση του πρώτου ενάγοντος δεν συνοδεύεται από α) απολυτήριο Λυκείου και β) βεβαίωση εκπλήρωσης στρατιωτικών υποχρεώσεων, αλλά σ' αυτήν ο αιτών αναφέρει ότι επανέρχεται στις αιτήσεις που είχε υποβάλει για την εγγραφή του κατά τα έτη 2000, (ΦΜ 3653/3.10.2000), 2001, 2002, 2003 και 2004 υποβάλλοντας εκ νέου ολόκληρο φάκελο με τα ένσημά του και ότι η υποβαλλόμενη αίτηση, είναι συνέχεια των προηγούμενων, στις οποίες υπάρχουν όλα τα δικαιολογητικά.
Όσον αφορά δε την ασφάλιση στο Ι.Κ.Α, της έβδομης ενάγουσας, τα συνοδεύοντα την αίτηση της ατομικά δελτία ασφάλισης στο Ι.Κ.Α., με εργοδότη την εταιρεία "Ραδιοτηλεοπτική Κρήτης Α.Ε.", οι μηχανογραφικοί λογαριασμοί και η βεβαίωση της εργοδότριας εταιρείας "ΙΚΑΡΟΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΟΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." (για έναρξη ασφάλισης της ασφάλισης από 1.9.2005), αφορούν ασφάλιση της, με την ειδικότητα του χρόνου υποβολής της αίτησης (κωδικός ειδικότητας 273040), από τον Ιανουάριο του 2002, ομοίως δε και τα αντίστοιχα έγγραφα ασφάλισης, της δέκατης τρίτης ενάγουσας, από τον ίδιο χρόνο με την ειδικότητα αυτή.
Οι ενάγοντες δεν αντικρούουν τις ελλείψεις αυτές, αλλά επικαλούνται την πλήρη απόδειξη, ως προς την συνδρομή των τυπικών προϋποθέσεων εγγραφής τους, προερχόμενη από τη δικαστική ομολογία του αντιδίκου τους εναγομένου, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πλην όμως, η επίκληση αυτή της ομολογίας από πλευράς των εναγομένων δεν ενδιαφέρει σε περίπτωση ανάκλησης της.
Εξ αιτίας των ελλείψεων αυτών, οι ενάγοντες δεν είχαν υποβάλλει πλήρεις φακέλους για την εγγραφή τους στο εναγόμενο, όπως ισχυρίσθηκαν για τη θεμελίωση των αγωγικών τους αξιώσεων, γεγονός που ήταν ουσιώδες και προαπαιτούμενο, ως προς τον περαιτέρω έλεγχο από το Δικαστήριο της βασιμότητας ή μη της άρνησης του εναγομένου να προβεί στην εγγραφή τους, για τους εκτιθέμενους στην αγωγή λόγους.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες δεν συγκέντρωναν όλες τις τυπικές προϋποθέσεις, που ορίζονταν από το καταστατικό του εναγομένου για την εγγραφή τους, δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια, τα ομολογηθέντα από το εναγόμενο, ουσιώδη και επιβλαβή γι' αυτό περιστατικά.
Συνεπώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποδεικνύεται η βασιμότητα της ανάκλησης της ομολογίας του εναγομένου και ως εκ τούτου, η ομολογία, που ανακλήθηκε, έχασε την αποδεικτική της δύναμη η δε ιστορική βάση της αγωγής παρέμεινε, αναφορικά με την ύπαρξη του δικαιώματος των εναγόντων να ζητήσουν την εγγραφή τους και της αντίστοιχης υποχρέωσης του εναγομένου να την αποδεχθεί, αναπόδεικτη. Κατόπιν των προαναφερομένων, η αγωγή του πρώτου, δεύτερης, τρίτης, τέταρτης, πέμπτης, έκτης, έβδομης, δωδέκατης και δέκατης τρίτης των εναγόντων, έπρεπε να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της παραπάνω, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης καθόσον δέχθηκε την εφαρμογή επί του κρισίμου για την έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματος, δηλαδή της αποδοχής ή μη των αιτήσεων των αναιρεσειόντων περί εγγραφής αυτών ως νέων μελών του αναιρεσιβλήτου, των σχετικών ρυθμίσεων του τροποποιημένου, από 7-4-2008 καταστατικού (ΑΜ 277Δ), οι οποίες δεν ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο (ΔΕΚ 2005) κατά τον οποίο το ΔΣ του αναιρεσιβλήτου θα έπρεπε, κατά τα ανελέγκτως γενομένα με την προσβαλλομένη απόφαση δεκτά, να αποφασίσει επί των εν λόγω αιτήσεων, ενόψει του ότι η καταχώρηση αυτών (των τροποποιημένων περί εγγραφής μελών ρυθμίσεων) στο αρμόδιο βιβλίο σωματείων, αφότου, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, άρχεται ισχύουσα η γενομένη σκέψη, άρχεται ισχύουσα η γενομένη τροποποίηση, έλαβε χώρα μεταγενέστερα και συγκεκριμένα την 7-4-2008 (βλ.
σχετική βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέα του Πρωτ. Πατρών επί του προσκομιζομένου αντιγράφου) με αποτέλεσμα [η προσβαλλομένη απόφαση] να προβεί στην απόρριψη της αγωγής των αναιρεσιβλήτων με την εσφαλμένη παραδοχή ότι οι ενάγοντες δεν πληρούσαν τους όρους του άρθρου 6 παρ. ζ' του εν λόγω καταστατικού το οποίο προέβλεπε ως προϋπόθεση εγγραφής, πλην άλλων, την πλήρη ασφαλιστική κάλυψη [ως συντάκτη] του υποψηφίου μέλους στο ΙΚΑ και στο ΤΣΠΕΑΘ (οι ενάγοντες είχαν ασφαλιστική κάλυψη μόνο στο ΙΚΑ), η οποία όμως προϋπόθεση, ως καθιερωθείσα με την τροποποίηση που καταχωρήθηκε στο σχετικό βιβλίο την 7-4-2008, δεν ίσχυε κατά τον προαναφερθέντα κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο ίσχυε η αντίστοιχη ρύθμιση του ίδιου άρθρου του τροποποιηθέντος και από 20-12-2004 ισχύοντος (ΑΜ 277Γ) καταστατικού, η οποία προέβλεπε ως προϋπόθεση την ασφαλιστική κάλυψη των υποψηφίων μελών στο ΙΚΑ (την οποία διέθεταν οι ενάγοντες) ή στο ΤΣΠΕΑΘ με βάση την οποία (ρύθμιση) θα ήταν δεκτές οι υποβληθείσες αιτήσεις των ανιρεσειόντων, εάν είχαν ερευνηθεί από το Δ.Σ.
του εναγομένου κατά το πιο πάνω κρίσιμο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο υπήρχε αντίστοιχη υποχρέωση για ενέργεια. Εξάλλου το χρονικό διάστημα της προαναφερθείσας αδικαιολόγητης αδράνειας του Δ.Σ. του αναιρεσιβλήτου να αποφασίσει επί των αιτήσεων των αναιρεσειόντων με βάση το τότε ισχύον καταστατικό δεν παρείχε σ'αυτό το δικαίωμα να επικαλείται μεταγενέστερα τις νέες τροποποιήσεις του καταστατικού οι οποίες δεν δικαιολογούσαν πλέον την εγγραφή των αναιρεσειόντων στο μητρώο του.
Ο ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου ότι η ασφαλιστική κάλυψη των αναιρεσειόντων στο ΙΚΑ δεν επαρκούσε, ούτε υπό την ισχύ του καταστατικού του 2004 για την αποδοχή των αιτήσεών τους (αναιρεσείοντος) ενόψει της ρυθμίσεως του άρθρου 14 § 6α ν. 3232/2004, η οποία υπέβαλε υποχρεωτικά την ασφάλιση των δημοσιογράφων στο ΤΣΠΕΑΘ (την οποία κατά τα προαναφερθέντα δεν διέθεταν οι αναιρεσείοντες) κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού η εν λόγω ρύθμιση, ενόψει του χρόνου ενάρξεως της ισχύος της (2004) σε συνδυασμό αφενός με τον χρόνο κατά τον οποίο το Δ.Σ.
του αναιρεσιβλήτου ήταν υποχρεωμένο να εξετάσει τις υποβληθείσες αιτήσεις (ΔΕΚ 2005) και αφετέρου με την προβλεπομένη από το καταστατικό του 2004 πρόσθετη προϋπόθεση της καταβολής από τα υποψήφια προς εγγραφή μέλη ασφαλιστικών εισφορών στο ΙΚΑ ή το ΤΣΠΕΑΘ 3 ή 5 ετών ανάλογα με την ιδιότητα του υποψηφίου μέλους ως συντάκτη εφημερίδων ή εργαζομένου σε ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην ένδικη υπόθεση, τουλάχιστον κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, για το οποίο όμως, εσφαλμένως η προσβαλλομένη έκρινε ότι δεν επαρκούσε η ασφαλιστική κάλυψη στο ΙΚΑ και η καταβολή σ'αυτό των προβλεπομένων ως άνω ασφαλιστικών εισφορών, δεκτής γενομένης, συνακολούθως, ως ουσιαστικά βάσιμης της από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβαλλομένης με τον παραπάνω πρώτο λόγο αιτιάσεως.
Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι η παραπάνω αιτίαση κρίνεται απορριπτέα ως αλυσιτελώς προβαλλομένη ως προς τους πρώτο (Χ. Π.), εβδόμη (Γ. Μ.) και ενάτη (Ο. Μ.) των αναιρεσειόντων καθόσον την απορριπτική, ως προς αυτούς, κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως αυτοτελώς υποστηρίζει η επάλληλη παραδοχή (αιτιολογία) ότι οι εν λόγω αναιρεσείοντες δεν πληρούσαν, εκτός από την αναφερομένη παραπάνω προϋπόθεση της ασφαλίσεως στο ΙΚΑ και στο ΤΣΠΕΑΘ, και τις αναφερόμενες για τον καθένα απ'αυτούς λοιπές προϋποθέσεις (έλλειψη απολυτηρίου λυκείου και βεβαίωση εκπληρώσεως των στρατιωτικών υποχρεώσεων ο πρώτος, μη συμπλήρωση χρόνου ασφάλισης οι 7η και 9η), οι οποίες όμως προβλέπονται και από το εφαρμοζόμενο στην ένδικη περίπτωση προγενέστερο από 20-12-04 καταστατικό και οι οποίες δεν πλήττονται με την προβαλλομένη αιτίαση (ΟλΑΠ 25/94, 25/03, ΑΠ 137/12, ΑΠ 21/14).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β και γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, πραγ/νη, ένορκες βεβαιώσεις κ. λ. π.). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.
Α.Π.2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ. Α.Π.13-14-15/2005), ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο από το αρθρ 559 περ 11γ αναιρετικός λόγος (ΑΠ 87, 483, 495, 1461/13). Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, από το αρθ. 559 αρ 11γ ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλομένη απόφαση δεν έλαβε υπόψη το νομίμως επικληθέν και προσκομισθέν από τους ιδίους, προς απόδειξη του αγωγικού τους ισχυρισμού περί πληρώσεως εκ μέρους τους όλων των κατά τον κρίσιμο χρόνο εξέτασης των αιτήσεών τους προβλεπομένων τυπικών προϋποθέσεων, από 20.12.2004 277Γ καταστατικό του αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, η τελευταία έλαβε υπόψη (και) το παραπάνω έγγραφο (καταστατικό) με τη γενική μνεία της λήψης υπόψη και "όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν" από την οποία, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία περί του ότι (και) εν λόγω έγγραφο έχει ληφθεί υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, πλην όμως δεν εφαρμόστηκε.
Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, η δια του ερευνομένου λόγου προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από το παραπάνω αποδεικτικό μέσο συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο στο οποίο κατέληξε η προσβαλλομένη απόφαση δεχθείσα την εφαρμογή όχι του παραπάνω αλλά του μεταγενέστερου από 7-4-2008 καταστατικού, κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκληση της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθ. 561 παρ 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 609/13, ΑΠ495/13, ΑΠ 1127/13).
Από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή.
Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, ότι, δικαστική ομολογία δεν είναι, κατά την έννοια του αρθρ. 352 ΚΠολΔ κάθε τέτοια ομολογία, αλλά μόνον αυτή που γίνεται με σκοπό αποδοχής αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, ως προς το οποίο ο αντίδικος του έχει το δικονομικό βάρος της επίκλησης και της απόδειξης του (ΑΠ 137/2012, ΑΠ 845/2012, ΑΠ 814/2011, ΑΠ 158/2009).
Κατά την διάταξη δε του άρθρου 354 του αυτού Κώδικα, όποιος ομολόγησε μπορεί να ανακαλέσει την ομολογία του μόνο αν αυτός αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, η δικαστική ομολογία μπορεί να ανακληθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης, μη υποκειμένη σε οποιοδήποτε χρονικό περιορισμό, ούτε εκ της, ως άνω, διατάξεως του άρθρου 354, αλλά ούτε και εκ των διατάξεων των άρθρων 269, 527 του ΚΠολΔ, διότι η ανάκληση της ομολογίας "δεν ενέχει προβολή νέου πραγματικού ισχυρισμού" με την έννοια των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, ώστε να υπόκειται στους χρονικούς περιορισμούς των άρθρων αυτών.
Επομένως, αυτή μπορεί να ανακληθεί και ενώπιον του Εφετείου, με δήλωση του ομολογήσαντος, η οποία περιέχεται στην έφεση ή στο δικόγραφο προσθέτων λόγων εφέσεως ή στις προτάσεις αδιαφόρως αν έγινε ή όχι επίκληση από τον αντίδικο του ομολογούντος. Μετά την ανάκληση της ομολογίας, δηλαδή την απόδειξη ότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, παύει να αποτελεί απόδειξη κατά του διαδίκου που προέβη σ' αυτή και κατ' ακολουθίαν να είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, επερχόμενης ανατροπής των δικονομικών συνεπειών της (ΑΠ 1176/2009,ΑΠ 1414/2007, ΑΠ 255/2003, ΑΠ184/2001, ΑΠ 1648/200).
Εξάλλου, η ανάκληση της δικαστικής ομολογίας επιφέρει την αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αφού ο ανακαλέσας είναι πλέον υποχρεωμένος, κατά το άρθρο 354 ΚΠολΔ, να αποδείξει ότι η ομολογία του δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η απόδειξη αυτή γίνεται με βάση μόνο τα υπάρχοντα αποδεικτικά στοιχεία, ενόψει της υποχρέωσης του ανακαλούντος προς προαπόδειξη (ΑΠ 1648/2000).
Περαιτέρω ο εκ του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, όπως μη προταθέντα ισχυρισμό ανακλήσεως ομολογίας (ΑΠ 641/1993), η δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Δεν ιδρύεται επίσης ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 932/2014, ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007).
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από τους αναιρεσείοντες η, κατ' ορθή εκτίμηση των προς θεμελίωσή του εκτιθεμένου, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα τον, δια του πρώτου λόγου της από το αναιρεσίβλητο κατά της πρωτόδικης 78/10 απόφασης του Πολ.
Πρωτ. Πατρών ασκηθείσας, έφεσης του, φερόμενο ως προβληθέντα ισχυρισμό ανακλήσεως της ενώπιου του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου γενομένης δικαστικής ομολογίας αυτού (αναιρεσίβλητου) περί του ότι "οι φάκελοι των εναγόντων (αναιρεσειόντων) ελέχθησαν και διεπιστώθη ότι όλοι συμπλήρωναν τις τυπικές προϋποθέσεις υποβολής αίτησης" παρόλο που τέτοιος ανακλητικός της γενομένης ομολογίας ισχυρισμός δεν διαλαμβάνετο στο εφετήριο δικόγραφο.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση του εφετηρίου δικογράφου και της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι, το αναιρεσίβλητο με τον πρώτο λόγο της κατά της πρωτόδικης ως άνω απόφασης ασκηθείσας έφεσής του προέβαλε " Η προσβαλλόμενη εσφαλμένως δέχτηκε ως πραγματικά περιστατικά, ότι " ...
Ακολουθώντας την προβλεπόμενη από τα άρθρα 6 και 7 καταστατικού της Ένωσης διαδικασία οι ενάγοντες στις 27-10-2005 υπέβαλαν στα γραφεία της ΕΣΗΕΠΗΝ στην Πάτρα τις αιτήσεις τους η κάθε μία από τις οποίες συνοδεύονταν από πλήρη φάκελο με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά εγγραφής ... παρά το γεγονός ότι όλοι οι ενάγοντες πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις που τίθενται από το καταστατικό του εναγομένου για την είσοδο τους σ' αυτό, όπως άλλωστε συνομολογεί και το ίδιο το αντίδικο με τις προτάσεις του ..." Η παραπάνω παραδοχή της εκκαλούμενης είναι παντελώς εσφαλμένη, αφού όπως προέκυψε και αποδείχτηκε, από την προφορική διαδικασία, ενώπιον του πρωτοδίκου και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν και από αυτά των αντίδικων, τα μονά αληθινά περιστατικά που μάλιστα αποδείχτηκαν έχουν ως εξής.
Συγκεκριμένα στο άρθρο 6 αυτού, αναφέρονται αναλυτικά ποιες είναι και ποια τα δικαιολογητικά που τις βεβαιώνουν και πρέπει να προσκομισθούν με την αίτηση του δημοσιογράφου, για εγγραφή και ειδικότερα α..β...γ...η...Δηλαδή, οι εφεσίβλητοι θα έπρεπε να έχουν προσκομίσει όλα τα ανωτέρω δικαιολογητικά, για να θεωρείται ο φάκελος τους πλήρης και να έχουν δικαίωμα να καταθέσουν αίτηση.
Όμως, όλοι οι εφεσίβλητοι (ενάγοντες) προσκόμισαν ελλιπή δικαιολογητικά Ειδικότερα: ο πρώτος εξ' αυτών (Π.) δεν είχε προσκομίσει, α) απολυτήριο Λυκείου, β) βεβαίωση εκπλήρωσης στρατιωτικών υποχρεώσεων και γ) βεβαίωση ότι όταν ασφαλισμένος ως συντάκτης στο ΤΣΠΕΑΘ, όπως απαιτούνται από το ως άνω άρθρο του καταστατικού μας, παράγραφος 2α, 2δ και 2ζ.
Η δεύτερη εξ' αυτών (Κ.), δεν είχε προσκομίσει βεβαίωση ότι όταν ασφαλισμένη ως συντάκτης στο ΤΣΠΕΑΘ, όπως απαιτείται από το ως άνω άρθρο του καταστατικού μας, παράγραφος 2ζ. Η τρίτη εξ: αυτών (Τ.) δεν είχε προσκομίσει βεβαίωση ότι όταν ασφαλισμένη ως συντάκτης στο ΤΣΠΕΑΘ, όπως απαιτείται από το ως άνω άρθρο του καταστατικού μας, παράγραφος 2ζ .
Η τέταρτη εξ' αυτών (Μ.) δεν είχε προσκομίσει βεβαίωση ότι ήταν ασφαλισμένη ως συντάκτης στο ΤΣΠΕΑΘ, όπως απαιτείται από το ως άνω άρθρο του καταστατικού μας, παράγραφος 2ζ. Ο πέμπτος εξ' αυτών (Δ.) δεν είχε προσκομίσει βεβαίωση ότι όταν ασφαλισμένος ως συντάκτης στο ΤΣΠΕΑΘ , όπως απαιτείται από το ως άνω άρ8ρο του καταστατικού μας παράγραφος 2ζ.
Η έκτη εξ' αυτών (Σ.) δεν είχε προσκομίσει βεβαίωση ότι ήταν ασφαλισμένη ως συντάκτης στο ΤΣΠΕΑΘ, όπως απαιτείται από το ως άνω άρθρο του καταστατικού μας, παράγραφος 2ζ. Η έβδομη εξ' αυτών (Μ.) δεν είχε προσκομίσει α) βεβαίωση ότι ήταν ασφαλισμένη ως συντάκτης στο ΤΣΠΕΑΘ, β) βεβαίωση ότι ήταν ασφαλισμένη ως συντάκτης στο Ι.Κ.Α.
για πέντε χρόνια, όπως απαιτείται από το ως άνω άρθρο του καταστατικού μας, για τα ραδιοτηλεοπτικά Μ.Μ.Ε. παράγραφος 2ζ. Αντίθετα η βεβαίωση του Ι.Κ.Α. που προσκόμισε, ήταν για ασφάλιση υπαλλήλου γραφείου και ως συντάκτης μόνον για ένα 1 μήνα και 18 ημέρες Ο ένατος, εξ' αυτών (Β.) δεν είχε προσκομίσει α) βεβαίωση ότι ήταν ασφαλισμένος ως συντάκτης στο ΤΣΠΕΑΘ, όπως απαιτείται από το ως άνω άρθρο του καταστατικού μας, παράγραφος 2ζ.
β) βεβαίωση ότι ήταν ασφαλισμένος ως συντάκτης στο Ι.Κ.Α. για τρία χρόνια, όπως απαιτείται από το ως άνω άρθρο του καταστατικού μας, παράγραφος 2ζ. Αντίθετα η βεβαίωση του Ι.Κ.Α. που προσκόμισε, ήταν για ασφάλιση υπαλλήλου γραφείου! Η δέκατη εξ' αυτών ( Καλλέργη ) δεν είχε προσκομίσει βεβαίωση ότι ήταν ασφαλισμένη ως συντάκτης στο ΤΣΠΕΑΘ, όπως απαιτείται από το ως άνω άρθρο του καταστατικού μας, παράγραφος 2ζ.
Η ενδέκατη εξ' αυτών (Π.) δεν είχε προσκομίσει βεβαίωση ότι ήταν ασφαλισμένη ως συντάκτης στο ΤΣΠΕΑΘ, όπως απαιτείται από το ως άνω άρθρο του καταστατικού μας, παράγραφος 2ζ. Ο δωδέκατος εξ' αυτών (Κ.) δεν είχε προσκομίσει βεβαίωση ότι ήταν ασφαλισμένος ως συντάκτης στο ΤΣΠΕΑΘ, όπως απαιτείται από το ως άνω άρθρο του καταστατικού μας, παράγραφος 2ζ.
Η δέκατη τρίτη, εξ' αυτών (Μ. ) δεν είχε προσκομίσει α) βεβαίωση ότι ήταν ασφαλισμένη ως συντάκτης στο ΤΣΠΕΑΘ, όπως απαιτείται από το ως άνω άρθρο του καταστατικού μας, παράγραφος 2ζ. β) βεβαίωση ότι ήταν ασφαλισμένη ως συντάκτης στο ΙΚΑ για τρία χρόνια ή πέντε για τα ραδιοτηλεοπτικά, όπως απαιτείται από το ως άνω άρθρο του καταστατικού μας, παράγραφος 2ζ.
Αντίθετα η βεβαίωση του Ι.Κ.Α που προσκόμισε, ήταν για ασφάλιση υπαλλήλου γραφείου! Όμως, αν η πρωτόδικη απόφαση, έκρινε ορθά, θα διαπίστωνε ότι, ουδείς εκ των εφεσιβλήτων πληρούσε τις απαιτούμενες, εκ του καταστατικού μας, τυπικές προϋποθέσεις, εισόδου στον φορέα μας, και ως εκ τούτου δεν είχαν το δικαίωμα ούτε να υποβάλλουν αίτηση προς τούτο.
Άρα θα είχε απορρίψει την αγωγή τους." Ερευνώντας τον προβληθέντα ως άνω λόγο η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα "Το εναγόμενο με τον πρώτο λόγο έφεσης ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) δεν είχαν τις απαιτούμενες από το καταστατικό τυπικές προϋποθέσεις αλλά αντίθετα κατά τις επιμέρους αναφερόμενες για τον καθένα ελλείψεις, δεν δικαιούνταν στην υποβολή των αιτήσεων τους και για το λόγο αυτό ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την απόρριψη της αγωγής.
Ο ισχυρισμός του αυτός εκτιμάται ως ανάκληση της ομολογίας, στην οποία προέβη πρωτόδικα (άρθρο 354 ΚΠολΔ). Σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, η ανάκληση αυτή παραδεκτώς γίνεται με το δικόγραφο της έφεσης, αφού δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό και μπορεί να γίνει κατά πάσα στάση της δίκης με δήλωση του ομολογήσαντος.
Ενόψει τούτων πρέπει ο σχετικός λόγος έφεσης να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το αν ανταποκρίνεται ή όχι στην αλήθεια, η δοθείσα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ομολογία του εκκαλούντος το οποίο φέρει το βάρος να αποδείξει την αναλήθεια του ομολογηθέντος ισχυρισμού των εναγόντων, δηλαδή ότι αυτοί είχαν τις τυπικές προϋποθέσεις εγγραφής τους.".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν δέχθηκε, παρά το νόμο, πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εκτιμήσασα ορθώς, ότι τα εκτιθέμενα προς θεμελίωση του πρώτου λόγου της έφεσης του αναιρεσιβλήτου συνιστούν ανάκληση της γενομένης πρωτοδίκως ομολογίας αυτού περί της εκ μέρους των αναιρεσειόντων - [εφεσιβλήτων - εναγόντων] πληρώσεως των απαιτουμένων από το καταστατικό αυτού (αναιρεσιβλήτου) προϋποθέσεων για την εγγραφή τους ως νέων μελών, για την οποία (ανάκληση) δεν απαιτείται, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, ρητή πανηγυρική ανακλητική αυτής δήλωση, της τελευταίας δυνάμενης να συναχθεί από το συνδυασμό του συνόλου των προς θεμελίωση του προβαλλομένου λόγου εκτιθέμενα και αναίρεση των ως αληθών ομολογηθέντων συνιστώντων πραγματικών περιστατικών, όπως συμβαίνει στην ένδικη περίπτωση κατά την οποία η, με τη διατύπωση ότι "η παραδοχή της εκκαλουμένης απόφασης ότι όλοι οι ενάγοντες πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις που τίθενται από το καταστατικό μας, όπως άλλωστε συνομολογεί και το ίδιο το αντίδικο" είναι παντελώς εσφαλμένη αφού, όπως προέκυψε και αποδείχθηκε από την προφορική διαδικασία ενώπιον του πρωτοδικείου και τα έγγραφα που προσκομίστηκαν,.....
όλοι οι εφεσίβλητοι προσκόμισαν ελλιπή δικαιολογητικά ειδικότερα ο πρώτος δεν είχε προσκομίσει βεβαίωση ασφάλισης στο ΤΣΠΕΑΘ... Αν η πρωτόδικη έκρινε ορθά θα διεπίστωνε ότι ουδείς εκ των εφεσίβλητων πληρούσε τις απαιτούμενες εκ του καταστατικού τυπικές προϋποθέσεις εισόδου..." προβαλλομένη με τον πρώτο λόγο της έφεσης πλημμέλεια, διαλαμβάνουσα αφενός την περί ομολογίας αυτού παραδοχή της εκκαλουμένης και αφετέρου ισχυρισμό αναληθείας των δι' αυτής (ομολογίας) ως αληθών αποδειχθεισών τυπικών προϋποθέσεων εγγραφής των (τότε) εφεσίβλητων- (νυν αναιρεσειόντων) ορθώς εκτιμήθηκε από την προσβαλλομένη ότι συνιστά ανάκληση της γενομένης ομολογίας, απορριπτόμενης, συνακολούθως, ως αβάσιμης της προβαλλομένης από το αρθρ. 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αιτιάσεως.
Κατ'ακολουθίαν των προεκτεθέντων και ενόψει αφενός της απορρίψεως όλων των λόγων της αναιρέσεως ως προς τους πρώτο, εβδόμη και εννάτη των αναιρεσειόντων και αφετέρου της παραδοχής, ως και ουσιαστικά βασίμου του πρώτου, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικού λόγου ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες, πρέπει, απορριπτομένης ως αβασίμου της κρινομένης αιτήσεως κατά το μέρος που αυτή ασκείται από τους πρώτο, εβδόμη και εννάτη των αναιρεσειόντων, να γίνει δεκτή αυτή ως και ουσιαστικά βάσιμη κατά το μέρος που ασκείται από τους λοιπούς αναιρεσείοντες, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς αυτούς, και να παραπεμφθεί προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από διαφορετικούς δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), διατασσομένης της επιστροφής του παραβόλου στους νικήσαντες αναιρεσείοντες (άρθ. 495 § 4 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα των νικησάντων αναιρεσειόντων πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσιβλήτου, το οποίο δεν υποβλήθηκε σε χωριστή δικαστική δαπάνη για την απόκρουση της ένδικης αναίρεσης όσο ασκήθηκε από τους πρώτο, εβδόμη και εννάτη των αναιρεσειόντων για τους οποίους απορρίφθηκε η ένδικη αίτηση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 13-12-13 και με αριθμ. καταθ. 66/2013, αίτηση αναιρέσεως της 330/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών κατά το μέρος που αυτή ασκείται από τους Χ. Π., Γ. Μ. και Ο. Μ..
Δέχεται αυτή κατά το μέρος που ασκείται από τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Αναιρεί ως προς τους τελευταίους την παραπάνω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους νικήσαντες ως άνω αναιρεσείοντες.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών (κατά το αναιρούμενο μέρος της) συγκροτούμενο από διαφορετικούς, από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση, δικαστές.
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των νικησάντων ως άνω αναιρεσειόντων τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ