319/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated319/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): η 3169/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και επικυρώθηκε η 572/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την αγωγή του.
Full text
Απόφαση 319 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 319/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος-αναιρεσείοντος: Ι. Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Παπαδημητρίου.
Των καθών η κλήση- αναιρεσιβλήτων: 1. Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και του Υφυπουργού Βιομηχανίας και Ενέργειας που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΕΩΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ-ΟΑΕ" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4.Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΧΑΡΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Το πρώτο και η δεύτερη εκπροσωπήθηκαν από τον Αλέξανδρο Σταυράκη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η τρίτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Λύτρα και η τέταρτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Κοινοποίηση και στους προσθέτως παρεμβάντες ήτοι: 1."Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", 2.ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ-ΕΝΙΑΙ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3. ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η μεν πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο- Μάρκο Αχουζαρίδη, που δήλωσε την τροποποίηση της επωνυμίας σε "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" λόγω συγχωνεύσεως δι'απορροφήσεως ως καθολική διάδοχο της πρώτης από την δεύτερη, το δε δεύτερο εκπροσωπήθηκε από Γεωργία Αθανασάκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η τρίτη δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-1999 αγωγή τις από 16-4-2003, 24-3-2003, 20-5-2003 πρόσθετες παρεμβάσεις και την από 1-11-2000 προσεπίκληση, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 572/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 3169/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 12-12-2008 αίτησή του όπου εκδόθηκε η 1357/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης. Την υπόθεση επαναφέρει ο καλών με την από 10-11-2012 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 13-4-2012 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Στυλιανής Γιαννούκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10-11-2012 κλήση του αναιρεσείοντος Ι. Ν. φέρεται προς συζήτηση η από 12-12-2008 αίτηση αναίρεσης μετά την έκδοση της 1357/2012 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης λόγω μη κλήτευσης των προσθέτως παρεμβαινόντων. H κλήση αυτή καθώς και η αίτηση αναίρεσης επιδόθηκαν νομότυπα στην προσθέτως παρεμβαίνουσα ΔΕΗ, όπως αυτό προκύπτει από την με αριθμό .../10-4-2013 έκθεση της δικαστικής επιμελητρίας Αθηνών …. Η ως άνω όμως προσθέτως παρεμβαίνουσα δεν εμφανίστηκε στην παρούσα δικάσιμο μολονότι νομότυπα κλητεύθηκε (άρθρα 81 παρ. 3 , 82 εδ. τελευταίο, 274 παρ. 1 εδ. τελευταίο Κ.Πολ.Δ). Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται
η 3169/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και επικυρώθηκε η 572/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την αγωγή του.
Στο άρθρο 25 παρ. 1 της Δεύτερης Οδηγίας 77/91/ΕΟΚ της 13ης Δεκεμβρίου 1976 περί συντονισμού των εγγυήσεων που απαιτούνται στα κράτη μέλη εκ μέρους των εταιρειών, κατά την έννοια του άρθρου 58 δεύτερη παράγραφος της συνθήκης, για την προστασία των συμφερόντων των εταίρων και των τρίτων με σκοπό να καταστούν οι εγγυήσεις αυτές ισοδύναμες όσον αφορά τη σύσταση της ανωνύμου εταιρείας και τη διατήρηση και τις μεταβολές του κεφαλαίου της, ορίζεται: "Κάθε αύξηση του κεφαλαίου πρέπει να αποφασίζεται από τη γενική συνέλευση.
Η απόφαση αυτή καθώς και η πραγματοποίηση της αυξήσεως του αναληφθέντος κεφαλαίου, δημοσιεύεται σύμφωνα με τους προβλεπόμενους από τη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους τρόπους κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 68/151/ΕΟΚ". Στο άρθρο 29 παρ. 1 της ίδιας Οδηγίας ορίζεται: "Κατά την αύξηση του καλυφθέντος κεφαλαίου με εισφορές σε μετρητά οι μετοχές πρέπει να προσφερθούν κατά προτίμηση στους μετόχους ανάλογα με το τμήμα του κεφαλαίου που αντιπροσωπεύουν οι μετοχές τους".
Εξ άλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 8 και 10 παρ. 1 του ν. 1386/1983, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάσταση τους από τα άρθρα 47 και 49 του ν. 1882/1990 αντίστοιχα, ορίζονται: "Άρθρο 8 παρ. 8. Κατά τη διάρκεια της προσωρινής διοίκησης ο ΟΑΕ μπορεί με απόφαση του, που εγκρίνεται με απόφαση του υπουργού Εθνικής Οικονομίας και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, κατά παρέκκλιση από τις ισχύουσες για την ανώνυμη εταιρεία διατάξεις να αυξάνει το κεφάλαιο της εταιρείας.
Η αύξηση του κεφαλαίου μπορεί να γίνει είτε μετρητοίς είτε με εισφορές σε είδος. Η καταβολή της εισφοράς επιτρέπεται να γίνει και με συμψηφισμό. Κάθε σχετική λεπτομέρεια με την αύξηση του κεφαλαίου καθορίζεται με την παραπάνω υπουργική απόφαση. Οι παλαιοί μέτοχοι διατηρούν το δικαίωμα προτιμήσεως που ασκείται μέσα σε προθεσμία και καθορίζεται με την Υπουργική απόφαση.
Άρθρο 10 παρ. 1. Η αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου
γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας ...και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". 'Οπως γίνεται σαφές η προβλεπόμενη με τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 8 και 10 παρ. 1 του ν. 1383/1983 ρύθμιση σχετικά με τον τρόπο αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου ήταν αντίθετη με τη ρύθμιση της ως άνω Δεύτερης Οδηγίας 77/91/ΕΟΚ που προβλέπει ότι κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου πρέπει να αποφασίζεται από τη γενική συνέλευση των μετόχων.
Βέβαια η ανωτέρω Οδηγία δεν προβλέπει κυρώσεις, κρίθηκε όμως από το ΔΕΚ ότι σε μια τέτοια περίπτωση ελλείψεως κυρωτικών διατάξεων σε Οδηγία θα μπορούσαν να έχουν εφαρμογή οι συνήθεις κυρώσεις που προβλέπει το (εθνικό) ιδιωτικό δίκαιο, στο οποίο αναγνωρίζεται έτσι σημαντικό περιθώριο επιλογής των κυρώσεων.
Όσον αφορά το είδος των κυρώσεων που μπορούν να προβλέπουν οι εθνικές νομοθεσίες, όταν η Οδηγία δεν προβλέπει συγκεκριμένη κύρωση για την παράβαση των διατάξεων της, το ΔΕΚ στην απόφαση Marshall ii της 2-8-1993 αναγνώρισε ρητά ότι αυτή μπορεί να συνίσταται είτε στην ακυρότητα ως in natura αποκατάσταση, είτε εναλλακτικά στην αποζημίωση, την οποία, εφόσον είναι πλήρης, θεώρησε ως κύρωση ισοδύναμη προς την in natura αποκατάσταση.
Περαιτέρω στο άρθρο 28 του νόμου 2685/18-2-1999 ορίζονται τα εξής: "1) Θεωρούνται έγκυρες και δε θίγονται τα πάσης φύσεως δικαιώματα των κυρίων τους μετοχές οι οποίες προήλθαν από αύξηση μετοχικού κεφαλαίου ανωνύμων εταιριών, οι οποίες είχαν υπαχθεί στις ρυθμίσεις του νόμου 1386/1983 (ΦΕΚ 107Α), δυνάμει υπουργικών αποφάσεων των άρθρων 8 παρ. 8 και 10 παρ. 1 του Νόμου 1836/1983, όπως ίσχυαν πριν την αντικατάσταση τους από τα άρθρα 47 και 49 του Ν. 1882/1990 (ΦΕΚ 43Α) και οι οποίες αποφάσεις κηρύχθηκαν ή αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση άκυρες, εφόσον:
α) οι σχετικές με τις ανωτέρω αυξήσεις τροποποιήσεις του καταστατικού έχουν εγκριθεί από τις κατά περίπτωση αρμόδιες αρχές εποπτείας, β) οι σχετικές εγκριτικές αποφάσεις του Υπουργού Εμπορίου ή του Νομάρχη έχουν δημοσιευθεί, σύμφωνα με την τότε ισχύουσα νομοθεσία, στο τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και γ) οι ανωτέρω δημοσιευθείσες εγκριτικές αποφάσεις παραμένουν σε ισχύ κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
Οι κατά το χρόνο αυξήσεως του κεφαλαίου μέτοχοι των ανωτέρω εταιριών, καθώς και οι καθολικοί διάδοχοί τους διατηρούν μόνο αξίωση πλήρους αποζημιώσεως κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις για τις τυχόν ζημίες που υπέστησαν συνεπεία των ανωτέρω αυξήσεων. 2) Η αγωγή αποζημιώσεως στρέφεται αποκλειστικά κατά του Ελληνικού Δημοσίου, αποκλειόμενης οποιασδήποτε ευθύνης του Νομικού προσώπου της εταιρείας την οποία αφορούν οι αυξήσεις κεφαλαίου, των μετόχων που απέκτησαν τις μετοχές των φυσικών προσώπων που καθ' οιονδήποτε τρόπο άσκησαν διοίκηση ή διαχείριση της εταιρείας μετά την υπαγωγή της στις ρυθμίσεις του Ν. 1386/1983, καθώς και όσων απέκτησαν νομίμως περιουσιακά στοιχεία των ανωτέρω εταιρειών.
Η αγωγή, εφόσον δεν έχει ήδη ασκηθεί, ασκείται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δεκαοκτώ (18) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, υπό την προϋπόθεση ότι κατά την 31-12-1998 είτε εκκρεμούσε, ασκηθείσα από τα πρόσωπα του δευτέρου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου, αίτηση ή προσφυγή ακυρώσεως ή αγωγή αναγνωρίσεως της ακυρότητας της αυξήσεως κεφαλαίου είτε είχε εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση με την οποία έγινε δεκτή τέτοια αίτηση ή προσφυγή ή αγωγή των ανωτέρω προσώπων".
Κατά την έννοια της δεύτερης παραγράφου του ανωτέρω άρθρου, προϋπόθεση για την άσκηση της προβλεπόμενης αγωγής αποζημιώσεως κατά του Ελληνικού Δημοσίου αποτελεί η εκ μέρους αυτού τούτου του ενάγοντος μετόχου της ανώνυμης εταιρίας προγενέστερη (μέχρι 31-12-1998) δικαστική αμφισβήτηση της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου και δεν αρκεί και η εκ μέρους άλλου μετόχου της ίδιας εταιρίας εμπρόθεσμη άσκηση των οικείων ένδικων βοηθημάτων (Ολ.
ΑΠ 16/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση έχει ως εξής: Με την από 20-10-1999 αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων, ιστορούσε ότι είναι παλαιός μέτοχος της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΧΑΡΤΟΠΟΙΪΑ ΑΕ", η οποία το έτος 1984, με την 2544/30-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και κατόπιν αίτησης της 3ης εναγομένης και ήδη 3ης αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", την οποία αυτή υπέβαλε παράνομα και χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου, υπήχθη στο καθεστώς των προβληματικών επιχειρήσεων του Ν. 1386/1983, ότι το χρόνο εκείνο αυτός είχε στην κυριότητά του 11.338 μετοχές που εκπροσωπούσαν ποσοστό 2,422% του εταιρικού κεφαλαίου (ανερχομένου σε 468.000 ανώνυμες μετοχές, ονομαστικής αξίας 1.000 δραχμών η κάθε μία), ότι μετά από δύο παράνομες αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της ως άνω εταιρείας, με τις 153/1986 και 360/1987 αποφάσεις της Υφυπουργού Βιομηχανίας, Έρευνας και Τεχνολογίας, κατά 940.000 δραχμές και 30.900.000.000 δραχμές αντίστοιχα, και στη συνέχεια την 8-1-1987, μετά από μία, επίσης παράνομη, μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας κατά 5.000.000 δραχμές με απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων, η οποία συγκροτήθηκε με συμμετοχή της 2ης εναγομένης και ήδη 2ης αναιρεσίβλητης (ΟΑΕ), που κατείχε πλέον ποσοστό πλειοψηφίας 67%, εξανεμίστηκε η αξία των μετοχών του, εκμηδενίστηκε το ποσοστό συμμετοχής του στο εταιρικό κεφάλαιο και αποδυναμώθηκε η θέση του ως μετόχου της εταιρίας με αποτέλεσμα να υποστεί την αναφερόμενη στην αγωγή ζημία, ότι η 2η εναγομένη και ήδη 2η αναιρεσίβλητη (ΟΑΕ) παράνομα μεταβίβασε στην 4η εναγομένη και ήδη 4η αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΡΕΙΑ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΧΑΡΤΟΥ ΑΕ" το σύνολο σχεδόν των μετοχών της άνω εταιρείας, ως δήθεν προβληματικής, με βάση το άρθρο 479 ΑΚ, ευθυνόμενη και αυτή για τη ζημία που αυτός (ενάγων) υπέστη μέχρι την αξία των μετοχών που της μεταβιβάσθηκαν και ότι όλες οι παραπάνω ενέργειες του 1ου εναγομένου και ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου καθώς και της 2ης εναγομένης και ήδη 2ης αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΕΩΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ - ΟΑΕ", και συγκεκριμένα 1) η υπαγωγή της άνω εταιρείας στις διατάξεις του ν. 1386/1983, 2) το γεγονός ότι ανέλαβε παρανόμως τη διοίκηση αυτής η 2η εναγομένη και ήδη 2η αναιρεσίβλητη ΟΑΕ και αποφάσισε τις ως άνω δύο παράνομες αυξήσεις του εταιρικού κεφαλαίου και τη μία παράνομη μείωση αυτού και 3) το γεγονός ότι η προθεσμία που δόθηκε στους παλαιούς μετόχους για να ασκήσουν το δικαίωμα εξαγοράς των νέων μετοχών, με την μεν πρώτη αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, ήταν ανεπαρκής, ενώ για τη δεύτερη αύξηση δεν τους δόθηκε το δικαίωμα προτιμήσεως, έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την 77/1991 Δεύτερη Οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ καθώς και τον ν. 2190/1920 για τους λόγους που εκτίθενται στην αγωγή και ως εκ τούτου είναι παράνομες και άκυρες και αυτός (ενάγων) δικαιούται αποζημίωσης.
Ζήτησε δε ο ενάγων, μετά περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι, η 2η εναγομένη (ΟΑΕ) και ως προστηθείσα από το 1°, οφείλουν να του καταβάλουν , καθένας εις ολόκληρο, το ποσό των 4.764.737.800 δραχμών, άλλως επικουρικά το ποσό των 232.769.000 δραχμών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, για την πλήρη αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη, από τις εκτιθέμενες παραπάνω άκυρες, παράνομες και υπαίτιες πράξεις τους, οι οποίες αντίκεινται και στο κοινοτικό δίκαιο.
Επί της αγωγής αυτής, της ασκηθείσης από το Ελληνικό Δημόσιο προσεπίκλησης και των ασκηθεισών προσθέτων υπέρ των εναγομένων παρεμβάσεων της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος , η οποία συγχωνεύτηκε δι' απορροφήσεως από την ALPHA BANK, του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και της ΔΕΗ (η παρεμβαίνουσα στον Α' και στον Β' βαθμό δικαιοδοσίας Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ήταν ήδη διάδικος στην κύρια δίκη) εκδόθηκε η 572/2007 απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής ο ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 12-4-2007 έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση κατ' ουσίαν και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα, το Εφετείο, δέχθηκε: α) ότι η αγωγή κατά την κύρια βάση της που στηρίζονταν στη διάταξη του άρθρου 28 του ν. 2685/1999 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 914 ΑΚ και 105 Εισ.
Ν. ΑΚ, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, και συγκεκριμένα προς τους 2°, 3η και 4η των εναγομένων και ήδη 2°, 3η και 4η των αναιρεσιβλήτων λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής τους, ως προς δε το 1° εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ήδη 1° αναιρεσίβλητο καθώς και ως προς τη 2η εναγομένη και ήδη 2η αναιρεσίβλητη υπό την ιδιότητα της ως προστηθείσα από το 1° εναγόμενο, λόγω εκπρόθεσμης άσκησή της, διότι η αγωγή ασκήθηκε μετά την παρέλευση της οριζόμενης από το άρθρο 28 του Ν. 2685/1999 αποκλειστικής προθεσμίας των 18 μηνών, από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, στις 18-2-1999, που έληξε στις 19-8-2000, και συγκεκριμένα η αγωγή ασκήθηκε με κοινοποίησή της στο μεν Ελληνικό Δημόσιο στις 11-9-2000, στη δε δεύτερη (ΟΑΕ) στις 19-9-2000, β) ότι η αγωγή κατά την επικουρική βάση της και κατά το μέρος που ζητούσε αποζημίωση από την 3η εναγομένη και ήδη 3ης αναιρεσίβλητη λόγω της υποβολής από αυτή αίτησης για υπαγωγή της εταιρείας "ΑΘΗΝΑΪΚΗ ΧΑΡΤΟΠΟ
ΙΙΑ ΑΕ" στις ρυθμίσεις του Ν. 1386/1983 μολονότι δεν υπήρχαν οι απαιτούμενες από το νόμο προϋποθέσεις είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη και γ) ότι, κατά την επικουρική βάση της και κατά το, μέρος που ζητούσε αποζημίωση από την 4η εναγομένη και ήδη 4η αναιρεσίβλητη κατά τη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη.
Ο αναιρεσείων, με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως, επικαλούμενος παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ, ισχυρίζεται ότι η εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 28 του ν. 2685/1999 είναι ανίσχυρη και δεν έπρεπε να εφαρμοστεί, διότι αντίκειται: α) στις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 και 3 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος, β) στις αρχές του υπερκείμενου κοινοτικού δικαίου, και γ) στα άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που έχουν, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ. 'Όπως, όμως, προκύπτει από το κείμενο της ως άνω νομοθετικής παρεμβάσεως, συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που καθιστούν συνταγματικώς επιτρεπτή την επίμαχη ρύθμιση του άρθρου 28 του Ν. 2685/1999.
Ειδικότερα, με το άρθρο αυτό απλώς καθορίζονται οι συνέπειες των κατά παράβαση διατάξεων της δεύτερης κοινοτικής οδηγίας (77/91/του έτους 1976) συντελεσθεισών αυξήσεων του μετοχικού κεφαλαίου των υπαχθεισών στο Ν. 1386/1983 και το Π.Δ. 861/1975 εταιρειών, οι οποίες (συνέπειες) συνίστανται το μεν στη διατήρηση της εγκυρότητας των από τις κατά τα άνω αυξήσεις προελθουσών μετοχών, το δε στην αναγνώριση δικαιώματος πλήρους αποζημίωσης στους τυχόν θιγόμενους από τις αυξήσεις αυτές παλαιούς μετόχους των εν λόγω εταιρειών.
Είναι δε συνταγματικώς επιτρεπτή η επίμαχη ρύθμιση διότι: 1) με την επίμαχη διάταξη, με την οποία δεν καταργούνται εκκρεμείς δίκες, θεσπίζεται γενική και αφηρημένη ρύθμιση και δεν σκοπείται η επίλυση της συγκεκριμένης επίδικης διαφοράς, αφού η εν λόγω ρύθμιση αφορά αδιακρίτως όλες τις υποθέσεις εταιρειών, με κοινό χαρακτηριστικό τις αυξήσεις του μετοχικού τους κεφαλαίου χωρίς απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων τους και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ρύθμισης αυτής καθορίζονται κατά τρόπο αντικειμενικό και απρόσωπο, 2) η ως άνω νομοθετική ρύθμιση δικαιολογείται από επιτακτικούς και δη εξαιρετικούς λόγους υπέρτερου γενικού συμφέροντος, αναφερομένους πρωτίστως στην προστασία της εθνικής οικονομίας με την διασφάλιση της συνέχειας της λειτουργίας επιχειρήσεων, των οποίων μάλιστα η μεγάλη οικονομικοκοινωνική σημασία έχει επιβεβαιωθεί με την εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έγκριση των, μέσω του Ν. 1386/1983, κρατικών ενισχύσεων προς τις εν λόγω επιχειρήσεις.
Τυχόν ακύρωση των επίμαχων αυξήσεων του μετοχικού κεφαλαίου των ανωτέρω εταιρειών, αυξήσεων που επωμίσθηκαν αμέσως μεν το ελληνικό δημόσιο (μέσω του ΟΑΕ), εμμέσως δε οι πιστωτές τους με μετοχοποίηση των χρεών τους και που συνέβαλαν αποκλειστικά σχεδόν στην επιβίωση των εν λόγω εταιρειών (τη διαγραφή των χρεών τους - τη διατήρηση του εργατικού δυναμικού τους), συνεπαγόμενη την ακυρότητα και των από τις αυξήσεις αυτές προελθουσών μετοχών θα οδηγούσε, εν όψει της αρχικής αρνητικής κεφαλαιακής τους κατάστασης σε συνδυασμό με τα χρέη τους, με βεβαιότητα στην κατάρρευση των πιο πάνω επιχειρήσεων και στην συνεπεία αυτής πρόκληση δυσανάλογης βλάβης τόσο στο δημόσιο συμφέρον (εθνική οικονομία), όσο και στα έννομα συμφέροντα τρίτων και συγκεκριμένα των εργαζομένων, των προμηθευτών, των νέων μετόχων και των εν γένει συναλλαγέντων (συμφέροντα, άλλωστε, αναγνωριζόμενα ως προστατευτέα και από το κοινοτικό δίκαιο) και 3) με την επίμαχη ρύθμιση δεν αναιρείται ο πυρήνας και η ουσία του δικαιώματος της δικαστικής προστασίας, καθόσον στους τυχόν βλαπτόμενους από τις κατά τα άνω αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου παλαιούς μετόχους παρέχεται αποτελεσματική δικαστική προστασία, συνισταμένη στο δικαίωμα πλήρους αποζημίωσής τους, αντί της αυτούσιας ικανοποίησής τους, της επαναφοράς δηλαδή των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με την αναγνώριση της ακυρότητας ή την αναδρομική ακύρωση των σχετικών με τις ανωτέρω αυξήσεις πράξεων και των προελθουσών από τις αυξήσεις αυτές μετοχών (ΑΕΔ 14/2013).
Ο γενικός χαρακτήρας της άνω ρυθμίσεως προκύπτει άλλωστε και από τη διάταξη της παρ. 5 του ίδιου άρθρου, κατά την οποία οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων εφαρμόζονται αναλόγως και για αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου τραπεζικών ανωνύμων εταιριών, που έχουν υπαχθεί σε καθεστώς προσωρινής επιτροπείας μετά την 1.1.1982, δυνάμει του π.δ. 861/1975, οι οποίες έγιναν με πράξεις του προσωρινού επιτρόπου τους.
Εξάλλου, εάν μία ανώνυμη εταιρία υπήχθη, ως υπερχρεωμένη, στις διατάξεις του άρθρου 7 του Ν. 1386/1983 και το μετοχικό της κεφάλαιο ηυξήθη με διοικητική πράξη και όχι με απόφαση της γενικής της συνέλευσης (κατά παράβαση της ανωτέρω Οδηγίας), παλαιός δε μέτοχος αυτής, θεωρούσε ότι ζημιώθηκε εκ τούτου, είχε δυνατότητα δικαστικής προσφυγής έκτοτε, ήτοι από του χρόνου κατά τον οποίο έλαβαν χώρα τα φερόμενα ως ζημιογόνα γι αυτόν πραγματικά περιστατικά (στην προκειμένη περίπτωση από των ετών 1984, 1986 και 1987 που εκδόθηκαν οι φερόμενες ως ζημιογόνες διοικητικές πράξεις). Ενόψει τούτων ο αποκλεισμός της υπαγωγής στη ρύθμιση του άρθρου 28 Ν. 2685/1999 όσων προσώπων (μετόχων) δεν είχαν αμφισβητήσει δικαστικώς την υπαγωγή της ανώνυμης εταιρίας στον νόμο 1386/1983 ή την βάση αυτού αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου μέχρι της 31-12-1998 (ουσιαστικώς μέχρι της ψηφίσεως του Ν. 2685/1999), δεν αντίκειται προς το Σύνταγμα ή προς το Κοινοτικό Δίκαιο ή προς την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αφού καμιά από τις τυπικώς υπέρτερες αυτές πηγές δικαίου δεν αποκλείει την αποδυνάμωση δικαιωμάτων στη βάση της παρόδου μακρού χρόνου από τότε που αυτά γεννήθηκαν και κατέστη δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους, σε συνδυασμό με αντίστοιχη μακρόχρονη αδράνεια του δικαιούχου (βλ. αιτιολογική έκθεση, εισαγωγή παρ.5, και Ολ. Α Π 16/2009, Ολ. ΑΠ 13/2001).
Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, η εφαρμοσθείσα από το Εφετείο διάταξη του άρθρου 28παρ. 1 και 2 του ν. 2685/1999, δεν αντίκειται στις αρχές της διακρίσεως των λειτουργιών και της ίσης μεταχειρίσεως, που καθιερώνονται, αντιστοίχως, από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 και 3 και 4 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε επιφέρει στέρηση του δικαιώματος προσβάσεως στη δικαιοσύνη (άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ) και εκείνου της ιδιοκτησίας (άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ). Επομένως ο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά τις ως άνω αιτιάσεις του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων και των 1ης και 2ου των προσθέτως παρεμβαινόντων (άρθρα 176, 182 και 183 Κ.Πολ.Δ.), η οποία δικαστική δαπάνη όσον αφορά τους 1° και 2η των αναιρεσιβλήτων (Ελληνικό Δημόσιο και ΟΑΕ) και 2° των προσθέτως παρεμβαινόντων (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ) θα είναι μειωμένη (άρθρα 22 Ν. 3693/1957, 5 Ν. 3210/1955, 7 και 9 Ν.Δ. 2698/1953, Υ.Α 134423/1993, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της 3169/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για τους 1° και 2η των αναιρεσιβλήτων (Ελληνικό Δημόσιο και ΟΑΕ), στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την 3η αναιρεσίβλητη, στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για την 4η αναιρεσίβλητη, στο ποσό των χιλίων διακοσίων ευρώ για την 1η προσθέτως παρεμβαίνουσα και στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για το 2° προσθέτως παρεμβαίνον.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 14 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Φεβρουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ