319/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 319 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 319/2012
Legislator headnote
AI generated319/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 319 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 319/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 319 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 319/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. συζ. Θ. Α., το γένος Π. Ι., κατοίκου ..., 2. Δ. συζ. Γ. Π., το γένος Π. Ι., κατοίκου ..., 3. Κ. Ι. Κ., 4. Π. Ι. Κ. και 5. Μ. Ι. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Λεβεντάκη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. χας Θ. Ι., 2. Ι. Θ. Ι., 3. Κ. Θ. Ι., 4. Ά. Θ. Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο ΠαΠ. και 5. Θ. θυγ. Π. Ι., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-4-1994 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/1996, 19/2002 μη οριστικές, 68/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 197/2004 του Εφετείου Κέρκυρας. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 958/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Κέρκυρας. Το Εφετείο Κέρκυρας εξέδωσε την 87/2010 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-9-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 2-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, από την 1654Ε/14-6-2011 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 20-9-2010 αίτησης για αναίρεση της 87/2010 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, με την πράξη ορισμού δικασίμου και την κλήση προς συζήτηση κατά την ως άνω δικάσιμο (της 16-11-2011), επιδόθηκε, με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους επισπεύδουν τη συζήτηση, στην πέμπτη αναιρεσίβλητη Θ. θυγ. Π. Ι.. Η τελευταία, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την οικεία της σειρά στο πινάκιο, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573§1 και 242§2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
2.- Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, οι οποίες περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσής της στον αρμόδιο γραμματέα, διαφορετικά η αίτηση είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της πρώτης από τις διατάξεις αυτές προς εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος μόνο που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους. Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οποία υπάρχει και όταν ασκήθηκε αγωγή διανομής κοινού πράγματος, που υποχρεωτικά, κατά το άρθρο 478 ΚΠολΔ, απευθύνεται κατά όλων των κοινωνών, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ (όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 παρ. 1 του ν. 2145/1993), σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα ν' ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, κατά της απόφασης που εκδόθηκε παρά την απουσία του έχει ο αναγκαίος ομόδικος που ήταν απών κατά τη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του, αφού προϋπόθεση για την αντιπροσώπευση αυτή είναι να είχε αυτός κλητευθεί νόμιμα στη δίκη. Προκειμένου, ειδικότερα, για δίκη διανομής κοινού πράγματος, οπότε η σχετική αγωγή έχει διπλό χαρακτήρα, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798 και 799 ΑΚ, 480 παρ. 3, 481 αριθ. 2, 483 και 489 ΚΠολΔ και η θέση κάθε κοινωνού ως ενάγοντος ή εναγομένου είναι συμπτωματική, εξαρτώμενη από το ποίος είχε την πρωτοβουλία να ασκήσει την αγωγή, κάθε δε κοινωνός είναι συγχρόνως ομόδικος και αντίδικος των υπόλοιπων συγκοινωνών (ΟλΑΠ 321/1983), ούτε ο κανόνας της αντιπροσώπευσης του απόντος κοινωνού διαδίκου από τους παρόντες συγκοινωνούς, αναγκαίους ομοδίκους του, έχει εφαρμογή, και συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί εκ των προτέρων ν' αποκλεισθεί το έννομο συμφέρον του απόντος συγκοινωνού διαδίκου ν' ασκήσει κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας, τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της οποίας, όπως είναι και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος προς άσκησή της, κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της ανακοπής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001). Εάν, συνεπώς σε δίκη διανομής κοινού πράγματος, δικάστηκε ερήμην στο Εφετείο ο ένας από τους αναγκαίους ομοδίκους συγκοινωνούς, θα πρέπει να έχει γίνει και ως προς αυτόν τελεσίδικη η απόφαση για να υπόκειται σε αναίρεση, είτε με την πάροδο της προθεσμίας άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, η οποία αποδεικνύεται με την σχετική έκθεση επίδοσης προς αυτόν της τελεσίδικης απόφασης ή με την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο αντίγραφο της απόφασης που του επιδόθηκε, είτε με την οριστική απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας που αυτός άσκησε κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή διανομής κοινών ακινήτων είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι αποδείχθηκε η ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλαν οι εναγόμενοι. Η απόφαση εκδόθηκε ερήμην της έκτης των εφεσιβλήτων Θ. θυγ. Π. Ι. και ήδη πέμπτης των αναιρεσιβλήτων. Η απόφαση αυτή, ως εκ του περιεχομένου της, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας από την εν λόγω εφεσίβλητη, που δικάσθηκε ερήμην. Η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στην ως άνω ερημοδικασθείσα διάδικο στις 26-7-2010 (βλ. την προσκομισθείσα 246/26-7-2010 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Αθηνών ...), όπως δε προκύπτει από το 136/ 13-10-2010 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Κέρκυρας δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής εκ μέρους της εν λόγω διαδίκου μέχρι της 13-10-2010.
Συνεπώς, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση είχε γίνει, κατά το χρόνο της άσκησης της αίτησης αναίρεσης (20-9-2010), τελεσίδικη ως προς όλους τους διαδίκους, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή.
3.- Επειδή, το άρθρο 1879 ΑΚ ορίζει ότι ο νομέας της κληρονομίας, εφόσον δεν παρεγράφη η περί κλήρου αγωγή, δεν μπορεί να επικαλεσθεί έναντι του κληρονόμου την χρησικτησία πράγματος που το νέμεται σαν να είναι στην κληρονομία. Η ρύθμιση αυτή που καθιερώνει περιορισμό, σχετικοποιώντας έναντι του κληρονόμου την κυριότητα που απέκτησε ο νομέας της κληρονομιάς με χρησικτησία, βρίσκει εφαρμογή μόνον όταν ο κληρονόμος έχει κινήσει κατά του νομέα της κληρονομίας την περί κλήρου αγωγή. Τότε η ένσταση του εναγομένου νομέα της κληρονομίας ότι έγινε κύριος κάποιων κληρονομιαίων με χρησικτησία υπόκειται στον περιορισμό της ανωτέρω ρύθμισης. Για να αντιτάξει, επομένως, κατά του ενάγοντος την κυριότητά του πρέπει προηγουμένως να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η περί κλήρου αξίωση υπέκυψε σε παραγραφή. Όταν όμως ο κληρονόμος ασκεί κάποια ειδική αγωγή (λ.χ. διεκδικητική ή διανομής), αν ο εναγόμενος δεν ισχυρίζεται ότι κατέχει τα πράγματα ως νομέας της κληρονομίας, αλλά με ειδικό τίτλο όπως είναι και το δικαίωμα αποκλειστικής κυριότητας λόγω χρησικτησίας, τότε ο ανωτέρω περιορισμός του άρθρου 1879 ΑΚ δεν ισχύει. Για τη στοιχειοθέτηση του (ουσιαστικού) δικαιώματός του ο εναγόμενος αρκεί να επικαλεσθεί και να αποδείξει τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1045 ΑΚ. Κατά το άρθρο αυτό εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 785-787, 974, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, συνάγεται ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου συγκληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών κοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών κτητική (έκτακτη χρησικτησία) παραγραφή, προτού καταστήσει γνωστό σ' αυτούς ότι αποφάσισε να νέμεται το κοινό πράγμα αποκλειστικώς στο όνομά του ως κύριος και από τη γνωστοποίηση αυτήν παρέλθει η απαιτούμενη για την χρησικτησία εικοσαετία. Όμως, η παραπάνω γνωστοποίηση δεν απαιτείται όταν οι λοιποί συγκύριοι-συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση, με οποιοδήποτε τρόπο, της απόφασης που εκδήλωσε ο κοινωνός ότι κατέχει ολόκληρο το κοινό και ότι εφεξής νέμεται αυτό ως αποκλειστικός κύριος και περάσει από τη γνώση αυτή η προθεσμία της αποσβεστικής ή κτητικής παραγραφής. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων Π. Γ. Ι., κάτοικος εν ζωή ..., απεβίωσε στις 12-1-1964, χωρίς να αφήσει διαθήκη, και κατέλιπε ως κληρονομιαία περιουσία του δεκατρία (13) ακίνητα που αποτυπώνονται στο υπ' αριθ. 1069/1993 απόσπασμα οριστικής διανομής του Συνεταιρισμού Πέρδικας του Γραφείου Τοπογραφικής Υπηρεσίας της Νομαρχίας Θεσπρωτίας, ως κληρονόμους του δε, τα τέκνα του, πρώτη, δεύτερη των εναγουσών-εφεσίβλητων, τους λοιπούς αρχικά τέσσερις ενάγοντες ως κληρονόμους της αποβιώσασας θυγατέρας του Η., ήτοι τον σύζυγο αυτής που ήδη απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τα τέκνα τους και τα τρία τέκνα τους (ήδη εφεσίβλητους-καθών η κλήση), επίσης, τα τέκνα του, αρχικά πρώτου των εναγομένων, που απεβίωσε μετά την εκκρεμοδικία και κληρονομήθηκε από τους εκκαλούντες, σύζυγο και τα δύο τέκνα του, τη δεύτερη των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητη και τη νόμιμη σύζυγό του Ε. χήρα Π. Ι., που απεβίωσε μετά απ αυτόν, κατά το έτος 1986. Ειδικότερα, η κληρονομιαία περιουσία του αποτελείτο από τα εξής ακίνητα: 1) ένα οικόπεδο εμβαδού 332 τ.μ., κείμενο εντός σχεδίου πόλης στη θέση "ΑΓΟΡΑ" του χωριού Πέρδικα Θεσπρωτίας, με την επ' αυτού παλιά κεραμοσκεπή ακατοίκητη οικία εμβαδού 120 τ.μ. και δύο κεραμοσκεπή καταστήματα, εμβαδού 55,50 τ.μ. εκάστου, 2) ένα οικόπεδο εμβαδού 7.025 τ.μ., κείμενο εντός σχεδίου πόλης, στη θέση "Μπάρμα" Πέρδικας, υπ' αριθ. τεμαχίου 98, με την εντός αυτού οικία εμβαδού 300 τ.μ., τρία φρεάτια και 60 ελαιόδεντρα, 4) έναν αγρό ποτιστικό, έκτασης 3.750 τ.μ. στη θέση "ΚΑΜΠΟ ΛΕΙΒΑΔΑΚΙ" Πέρδικας, υπ' αριθ. τεμαχίου 2.380, 4) έναν αγρό ποτιστικό, εμβαδού 500 τ.μ., υπ' αριθ. τεμαχίου 2.355, κείμενο στην ίδια θέση, με τα εντός αυτού τρία ελαιόδεντρα, 5) έναν αγρό ποτιστικό, έκτασης 8.374 τ.μ., κείμενο στη θέση "ΡΑΧΗ ΚΑΜΠΟΥ", Πέρδικας, υπ' αριθ. τεμαχίου 2393, 6) ένα ελαιοπερίβολο εμβαδού 41.376 τ.μ. κείμενο στη θέση "ΤΡΑΠΙ ΠΑΘΑ ή ΑΡΙΛΑ" Πέρδικας, που προήλθε από τη συνένωση των υπ' αριθ. 733, 768 και 711 β τεμαχίων, 7) ένα ελαιοπερίβολο, έκτασης 35.625 τ.μ., κείμενο στη θέση "ΑΡΑΠΑΝΝΗ" Πέρδικας, υπ' αριθ τεμαχίου 466, 8) ένα αγρόκτημα χέρσο έκτασης 38.625 τ.μ., κείμενο στη θέση "ΑΡΑΠΑΝΝΗ" Πέρδικας, 9) έναν αγρό ξηρικό, έκτασης 4.250 τ.μ., κείμενο στη θέση "ΒΡΑΧΩΝΑΣ", υπ' αριθ. τεμαχίου 1424, 10) έναν αμυγδαλεώνα, έκτασης13.188 τ.μ,. κείμενο στη θέση "ΣΩΤΗΡΑ", υπ' αριθ. τεμαχίου 413, 11) ένα αγρόκτημα ξηρικό έκτασης 7.750 τ.μ. κείμενο στη θέση "ΣΟΥΡΗ" Πέρδικας, υπ' αριθ. τεμαχίου 409, 12) έναν αγρό ξηρικό, έκτασης 9.750 τ.μ. κείμενο στη θέση "ΑΛΑ ΤΟΥΡΚΑ" Πέρδικας, υπ' αριθ. τεμαχίου 1441 και 13) έναν ξηρικό αγρόκτημα έκτασης 2.188 τ.μ., κείμενο στη θέση "ΒΟΥΝΟ ΒΡΑΧΩΝΑ" Πέρδικας, υπ' αριθ. τεμαχίου 1439. Οι ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Π. Ι. δεν αποποιήθηκαν την κληρονομιά αυτού, ούτε όμως και διεκδίκησαν κληρονομικό μερίδιο επί των ως άνω ακινήτων, (η ύπαρξη των οποίων ως στοιχείων της κληρονομιάς, δεν αμφισβητήθηκε υπό του παρασταθέντος αρχικά πρώτου των εναγομένων), μετά το θάνατό του και μέχρι δύο έτη πριν (έτος1992) την άσκηση της κρινόμενης αγωγής. Αντίθετα, τα ως άνω ακίνητα, αμέσως μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, κατείχε και νεμόταν αποκλειστικά ο δικαιοπάροχος των εκκαλούντων και ήδη τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων Θ. Ι., μοναδικός γιός της οικογένειας του Π. Ι.. Προ του θανάτου του πατέρα του, τα νεμόταν με αυτόν από κοινού και όταν (το έτος 1956) τέλεσε γάμο, συνέχισε να τα καλλιεργεί και να τα διαχειρίζεται, καλλιεργώντας αυτά και να διαμένει με την οικογένειά του, σύζυγο και τα τρία παιδιά του καθώς και με τους γονείς του στο πατρικό σπίτι όπου παλαιότερα διέμενε όλη η πατρική του οικογένεια, καθόσον είχε κοινή οικονομία με τους γονείς του, μέχρι το θάνατο του πατέρα του. Άλλωστε, όπως είναι γνωστό εκ της κοινής πείρας, εκείνη την εποχή τα χωράφια δεν είχαν αξία, πολλά δε εκ των επιδίκων ήταν χέρσα και ο Θ. Ι. προσπαθούσε με την καλλιέργειά τους να ζήσει την οικογένειά του. Οι αδελφές του Ε., Δ. και Η., είχαν παντρευτεί προ του θανάτου του πατέρα τους και κατοικούσαν με τις οικογένειές τους, η πρώτη και η τρίτη στην Αθήνα, η δε Δ. στην Ηγουμενίτσα. Η δεύτερη εναγομένη- εφεσίβλητη και ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη Θ. Ι., παντρεύτηκε πολύ αργότερα, μετά το θάνατο του πατέρα τους και διαμένει και αυτή στην Αθήνα. Η σύζυγός του και μητέρα τους, Ε. Π. Ι., συνέχισε να διαμένει και μετά το θάνατο του συζύγου της, μέχρι του χρόνου του θανάτου της (έτος 1986), στην ίδια οικία, με την οικογένεια του γιού της Θ., το δε μερίδιο της εκ 10/40 κατείχε και νεμόταν ο γιός της Θ., με την απόλυτη συναίνεσή της, για αποκλειστικά δικό του λογαριασμό. Τούτο συνέβη ως εκ του ότι είχε κανονιστεί από κοινού με το σύζυγό της όταν ζούσε, να παραμείνει στον Θ., όλη η υπόλοιπη περιουσία που απέμεινε μετά από διάφορες παροχές προς τις θυγατέρες τους, που έγιναν όταν τέλεσαν τους γάμους τους, προς αποκατάστασή τους, υπό την έννοια της προίκας, όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή. Ειδικότερα, με αφορμή το γάμο της πρώτης ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη πρώτης αναιρεσείουσας με τον αστυνομικό Θ. Α., κατά το έτος 1956, συνέστησε υπέρ αυτού προίκα με βάση το .../1956 συμβόλαιο (προικοσύμφωνο κατά τον όρο της εποχής) του συμβολαιογράφου Πάργας Γρηγ. Γκαμπράνη, μεταβιβάζοντας σ' αυτόν ακίνητο εμβαδού 10 περίπου στρεμμάτων που βρίσκεται στη θέση "Μπάρμπα" του χωριού Πέρδικα με 70 ελαιόδεντρα. Οι ενάγουσες, προς αντίκρουση της ένστασης συνεισφοράς που νόμιμα πρότεινε πρωτοδίκως ο αρχικά πρώτος εναγόμενος, προέβαλαν ισχυρισμό περί σχετικής εικονικότητας του εν λόγω προικοσυμβολαίου, ισχυριζόμενες ότι στην πραγματικότητα ο σύζυγος της ως άνω ενάγουσας Ε. Α., αγόρασε το περιλαμβανόμενο στο παραπάνω προικοσυμβόλαιο, ακίνητο, από τον πατέρα τους, και δεν του μεταβιβάστηκε με αιτία την προίκα, τούτο δε, δηλαδή ότι εμφανίσθηκε δήθεν ότι του μεταβιβάστηκε ως προίκα, έγινε ως εκ του ότι, λόγω της ιδιότητάς του ως αστυνομικού, ήταν υποχρεωτικό τότε από την υπηρεσία του, να λάβει προίκα προκειμένου να τελέσει γάμο. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν εναρμονίζεται προς την κοινή λογική, δηλαδή δεν είναι λογικό σε σχέση με το σκοπό που δόθηκε και σύνηθες, να είχε αγοράσει ο ανωτέρω το προαναφερόμενο ακίνητο για να τελέσει γάμο, καταβάλλοντος εξ ιδίων το τίμημα στο μέλλοντα πεθερό του, αλλά το πλέον φυσιολογικό είναι ότι τελευταίος του το μεταβίβασε δωρεάν, πλέον δε τούτου, εξ ουδενός σοβαρού αποδεικτικού στοιχείου αποδείχθηκε ότι κατέβαλε τίμημα. Αντίθετα, αναιρείται ο ισχυρισμός περί εικονικότητας και καταβολής τιμήματος από έτερο αποδεικτικό μέσο, την .../23-9-1985 δημόσια διαθήκη που συνέταξε η Ε., χήρα Π. Ι., με όσα αυτή εξέφρασε με αυτήν, ότι δηλαδή οι θυγατέρες της δεν πρέπει να λάβουν κάτι άλλο από την πατρική περιουσία, πλην του συμβολικού ποσού των 2.000 δραχμών εκάστη, (αφού υποχρέωσε με την εν λόγω διαθήκη, τον γιό της Θ. να το καταβάλει σε καθεμία), στο οποίο πρέπει να αρκεσθούν "γιατί αρκούντως τις προίκισε κατά το γάμο τους. Αν όμως προβάλουν και άλλες αξιώσεις, να υπολογισθούν όλα στη νόμιμη μοίρα τους, στην οποία και τις περιορίζει. Πιο κάτω δε συνεχίζει, εκφράζοντας την τελευταία της θέληση: "Επιθυμία μου είναι να ζήσουν με ομόνοια και αγάπη και να σεβαστούν τη θέλησή μου και να μην τον πικράνουν άλλο (εννοεί τον γιό της Θ.), γιατί αρκετές πίκρες είχε στη ζωή του. Αυτή είναι η τελευταία μου θέλησις". Από τη διαθήκη αυτή, που είναι φανερό ότι συντάχθηκε για λόγους εξασφάλισης του Θ. Π. Ι., δηλαδή ως εκ του ότι θεώρησε η μητέρα τους, ότι με αυτόν τον τρόπο δεν θα ενοχληθεί με τυχόν αξιώσεις των θυγατέρων της και των κληρονόμων τους, στην επίδικη κληρονομιαία περιουσία, συνάγεται σαφώς η απόφαση των γονέων των διαδίκων να παραμείνει αυτή στον Θ., οι δε αδελφές του να αρκεσθούν σε όσα τους είχε παραχωρήσει, εν ζωή ο πατέρας τους, πράγμα που γνώριζαν και είχαν αποδεχθεί και οι ίδιες και γι' αυτό δεν διεκδίκησαν μερίδιο από το έτος 1964 που κατέστησαν κληρονόμοι, ούτε και μετά το θάνατο της μητέρας τους, αλλά πολύ αργότερα (τον Αύγουστο και το Νοέμβριο του έτους 1992), με δύο εξώδικες προσκλήσεις προς τον δικαιοπάροχο των εφεσίβλητων και στη συνέχεια με την άσκηση της υπό κρίση αγωγής. Για το λόγο αυτόν, ήτοι για να μην δημιουργηθούν προβλήματα μεταξύ των κληρονόμων, η μητέρα τους έσπευσε να συντάξει την ως άνω διαθήκη, παρά το ότι όλη την κληρονομιαία περιουσία και το επ' αυτής δικό της μερίδιο, κατείχε και νεμόταν ο Θ., εν γνώσει των λοιπών, της απόφασης της οικογένειας να νέμεται αυτά εξ ολοκλήρου, ήτοι τόσο τα δικά τους μερίδια όσο και της μητέρας τους, για αποκλειστικά δικό του λογαριασμό. Επομένως, ελέγχεται ως απορριπτέος ο ως άνω περί σχετικής εικονικότητας, ισχυρισμός, του προικοσυμβολαίου. Στη δεύτερη ενάγουσα και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα Δ., σύζυγο Γ. Π., ο πατέρας τους, της έδωσε χρήματα από την πώληση ενός ελαιοτριβείου του, ποσό 50.000 δραχμών, όπως και σε καθεμία από τις λοιπές θυγατέρες του, έδωσε ίδιο ποσό. Επίσης, αποδείχθηκε ότι της παραχώρησε άτυπα ένα οικόπεδο στην Ηγουμενίτσα στη θέση "Πλατάνια", το οποίο ο ίδιος είχε αγοράσει, το κατείχε δε αυτή και το νεμόταν από τότε που της το παραχώρησε. Ακόμη κατά το έτος 1969, με τη συναίνεση όλων των κληρονόμων, αδελφών και μητέρας της, που δόθηκε για το λόγο ότι όλα τα αδέλφια και η μητέρα τους μετά το θάνατο του πατέρα τους, ήταν τυπικά εξ αδιαθέτου κληρονόμοι εκ του νόμου επί της κληρονομιαίας περιουσίας, παραχωρήθηκε το δικαίωμα σ' αυτήν να πωλήσει και να λάβει το τίμημα για τον εαυτό της, ενός ελαιοπερίβολου έκτασης έξι (6) στρεμμάτων, από την κληρονομιαία περιουσία, με τα εντός αυτού εξήντα (60) ελαιόδεντρα κειμένου, στη θέση "ΠΕΡΑΜΑ" της κτηματικής περιοχής Πέρδικας καθώς και το τίμημα από την πώληση πέντε ελαιοδένδρων, κειμένων εντός του κτήματος Δ. Γ. στη θέση "Κάτω Πέραμα" Πέρδικας, τα οποία στη συνέχεια αυτή πώλησε με βάση το .../1969 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πάργας Ιωάννη Γκαμπράνη στη Σ. Γ. αντί τιμήματος αναγραφόμενου στο συμβόλαιο 95.000 δραχμών, που καρπώθηκε αποκλειστικά. Η Η. σύζ. Ι. Κ., δικαιοπάροχος των τρίτου, τετάρτου και πέμπτου των εναγόντων και ήδη τρίτου, τετάρτου και πέμπτου των αναιρεσειόντων, προ του θανάτου του πατέρα τους Π. Ι., είχε λάβει ποσότητα 2.000 οκάδων ελαιολάδου και την οικοσκευή της, μεγάλης για την εποχή εκείνη, αξίας, καθώς και το ποσό των 50.000 δραχμών όπως προαναφέρθηκε, η δε έκτη εκ των εφεσίβλητων (δεύτερη εναγομένη) Θ. Π. Ι. έλαβε εκτός από τα μετρητά ποσού 50.000 δραχμών από την πώληση του παραπάνω ελαιοτριβείου και ένα κτήμα στην περιοχή Πέρδικας στη θέση "ΒΑΡΥΚΟ", έκτασης οκτώ (8) περίπου στρεμμάτων, με 90 ελαιόδεντρα, το οποίο πώλησε το έτος 1965 με τίμημα 200.000 δραχμών που εισέπραξε η ίδια και μετοίκησε το έτος 1970 στην Αθήνα και με αυτό αγόρασε διαμέρισμα. Το κτήμα αυτό της το είχε τάξει προφορικά ο πατέρας τους και αυτή το πώλησε μετά το θάνατό του, με τη συναίνεση όλων των κληρονόμων, που εκπροσωπήθηκαν στο πωλητήριο συμβόλαιο με πληρεξούσιο. Από τις παραπάνω παροχές του Π. Ι., οι οποίες κατά το χρόνο εκείνο (μεταξύ των ετών 1946-1964) που δόθηκαν ήταν μεγάλης αξίας σε σχέση με την αξία του χρήματος (δραχμής), όπως είναι γνωστό από την κοινή πείρα, προκύπτει σαφώς ότι σκοπός του ήταν να "αποκαταστήσει" τις θυγατέρες του με την παραχώρηση των ως άνω περιουσιακών στοιχείων και χρηματικών δωρεών, ώστε να μην έχουν άλλη απαίτηση επί της πατρικής περιουσίας και να παραμείνει η υπόλοιπη περιουσία στο γιό του Θ.. Αυτό συνάγεται ανενδοίαστα τόσο εκ των γενομένων ως άνω παροχών προς τις θυγατέρες του, όσο και από τη συμπεριφορά των τελευταίων μετά το θάνατό του, που δεν έσπευσαν να αποδεχθούν την κληρονομιά ή να ζητήσουν διανομή, από τον αδελφό τους και τη μητέρα τους, ενώ ο Θ. Ι. συνέχισε να κατέχει την εναπομείνασα περιουσία, να καλλιεργεί και να αξιοποιεί τα ακίνητα (αγρούς και οικόπεδα), χωρίς να δίνει λογαριασμό σε καμία από τις αδελφές του (ούτε βέβαια στη δεύτερη εναγομένη, που ως εκ της ιδιότητάς της, δεν φαίνεται να συμφωνεί ούτε να διαφωνεί με τη δίκη αυτή και με την απόφαση των λοιπών αδελφών της να διεκδικήσουν μερίδιο επί της επίδικης κληρονομιαίας περιουσίας και ουδέποτε εμφανίστηκε στις δίκες που έγιναν επί της αυτής αγωγής), τα δε εισοδήματα τα κρατούσε ο ίδιος με την οικογένειά του, ουδέποτε είχαν αναμιχθεί οι αδελφές του, ούτε ζήτησαν κάποιο μερίδιο, ούτε είχαν εκφράσει οποιαδήποτε αντίρρηση μέχρι την επίδοση των ως άνω εξώδικων δηλώσεων (Αύγουστος και Νοέμβριος 1992) και στη συνέχεια με την άσκηση της κρινομένης αγωγής, για τις βελτιώσεις, στις οποίες προέβαινε επί των επιδίκων και βέβαια, ουδέποτε αυτές είχαν συνεισφέρει στις δαπάνες συντήρησης και αξιοποίησης της περιουσίας που κατείχε ο αδελφός τους. Την ίδια στάση και συμπεριφορά επέδειξε και η μητέρα τους, η οποία, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, ήταν κληρονόμος εξ αδιαθέτου στην επίδικη περιουσία του αποβιώσαντος συζύγου της Π. Ι. κατά ποσοστό 10/40 εξ αδιαιρέτου, μη διαθέτουσα άλλη δική της περιουσία και όχι μόνο γνώριζε αλλά και ήθελε, ο γιός της να νέμεται και το δικό της μερίδιο, ως δικό του, καθότι ήταν απολύτως σύμφωνη προς τούτο. Ενισχυτικό στοιχείο των παραπάνω αποτελεί το γεγονός ότι καθόλο το χρονικό διάστημα, από του θανάτου του δικαιοπαρόχου τους Π. Ι. αλλά και μετά τον κατά το έτος 1986 θάνατο της μητέρας τους, οι διάδικοι (τα αδέλφια) είχαν καλές σχέσεις και επικοινωνία, μάλιστα δε επισκέπτονταν το χωριό Πέρδικα οι διαμένουσες στην Αθήνα αδελφές με τους συζύγους ή τα τέκνα τους καθώς και η δεύτερη εφεσίβλητη που κατοικούσε μόνιμα στην Ηγουμενίτσα, κατά τους καλοκαιρινούς μήνες ως επισκέπτες, φιλοξενούμενοι από τον αδελφό τους στην πατρική οικία και έβλεπαν ότι αυτός αξιοποιούσε σταδιακά τους αγρούς και τα οικόπεδα, θεωρώντας ότι είναι αποκλειστικά δικά του, τα οποία περιέφραξε, δενδροφύτευσε με καρποφόρα δένδρα και ελαιόδεντρα, και άλλα εξ αυτών καλλιεργούσε με τριφύλλι, το δε πατρικό σπίτι που κατοικούσε με την οικογένειά του και τη μητέρα τους, το συντηρούσε με διάφορες επισκευές ανέκαθεν, καθώς και με προσθήκες, αφού προέβη στην κατασκευή και άλλων δύο δωματίων κατά το έτος 1977, ενός λουτροκαμπινέ και μίας κουζίνας το έτος 1988, με αποκλειστικά δικές του δαπάνες, ύψους τότε (1977-1988) 2.000.000 δραχμών, χωρίς να τεθεί ποτέ θέμα καταβολής μεριδίου στις δαπάνες από τις αδελφές του. Ο ισχυρισμός των εναγόντων, ότι αμέσως μετά το θάνατο του κοινού δικαιοπαρόχου τους Π. Ι., οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του συμφώνησαν να διαχειρίζεται ο Θ. Ι. την κληρονομιαία περιουσία και να τους αποδίδει λογαριασμό, τις δε δαπάνες αξιοποίησης που αναλογούσαν στον καθένα, να συμψηφίζει κάθε έτος με την αξία της κάθε αναλογούσας μερίδας εκάστης επί της σοδειάς, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, δεδομένου ότι οι περί του ζητήματος αυτού καταθέσεις των εξετασθέντων, από την πλευρά των εναγόντων, μαρτύρων, αξιολογούνται μη πειστικές, ως εκ του ότι ο πρώτος εξ αυτών είναι γιός της πρώτης ενάγουσας, και κατά το χρόνο του θανάτου του παππού του, που υποτίθεται ότι έγινε η παραπάνω συμφωνία, δεν μπορούσε να έχει ιδία αντίληψη και κρίση, αφού διήνυε το έβδομο έτος της ηλικίας του, ο δε δεύτερος τα κατατεθέντα υπ' αυτού περιστατικά τα πληροφορήθηκε από την πλευρά της πρώτης και δεύτερης των εναγόντων, μη έχοντος ιδία αντίληψη. Όλα δε τα υπ' αυτών κατατεθέντα είναι εντελώς αντίθετα με τα κατατεθέντα από τον μάρτυρα των εναγομένων Π. Γ., γείτονα των εναγομένων και των δικαιοπαρόχων γονέων τους, ο οποίος γνώριζε εξ ιδίας αντίληψης από τον τελευταίο, ότι είχε προικίσει τις θυγατέρες του, τη δε υπόλοιπη περιουσία είχε αφήσει για τον γιο του Θ.. Περαιτέρω, το ότι οι σχέσεις των διαδίκων ήταν απολύτως αρμονικές και ότι είχαν ξεκαθαρίσει οι γονείς τους τα κληρονομικά δικαιώματα στην κληρονομιαία περιουσία, μέχρι του έτους 1992 συνάγεται σαφέστατα εκ του ότι κατά το έτος 1969, ήτοι τέσσερα χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα τους, προκειμένου να διευκολύνουν την αδελφή τους Δ. (δεύτερη εφεσίβλητη - ενάγουσα) να πωλήσει το ως άνω κτήμα των έξι στρεμμάτων στη θέση "Πέραμα", εκ της πατρικής περιουσίας, για να πάρει και αυτή το μερίδιο σε χρήμα, που όπως ειπώθηκε, της είχε παραχωρήσει ο πατέρας τους όσο ζούσε προφορικά, όλοι οι κληρονόμοι, τέκνα του Π. Ι. συμπεριλαμβανομένης και της μητέρας τους, προέβησαν τυπικά σε αποδοχή της κληρονομιάς, δια αντιπροσώπου τους, του Γ. Α. Π., συζύγου αυτής (της Δ. Π. Ι.), στον οποίο χορήγησαν ειδική πληρεξουσιότητα, η μεν Η. Ι. δυνάμει του .../28-1-1969 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρίστου Βερβενιώτη, οι δε λοιποί κληρονόμοι δυνάμει του υπ' αριθ. .../16-1-1969 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Ηγουμενίτσας Νικολάου Κανούρα, με βάση τα οποία συντάχθηκε η υπ' αριθ. .../4-4-1969 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του αυτού συμβολαιογράφου, για λογαριασμό όλων, νόμιμα μεταγραφείσα στα οικεία βιβλία μεταγραφών και με το αυτό ως άνω πρώτο πληρεξούσιο, ταυτόχρονα έδωσε εντολή η Η. στον ίδιο Γ. Π. να πωλήσει η Δ. Π. (σύζυγος του πληρεξουσίου) προς οποιονδήποτε τρίτον, το εν λόγω ακίνητο (ελαιοπερίβολο στη θέση "Πέραμα" έκτασης έξι (6) στρεμμάτων με εξήντα (60) ελαιόδεντρα καθώς και πέντε ελαιόδεντρα που βρίσκονταν εντός του κτήματος κάποιου Δ. Γ., κειμένου στην ίδια θέση, καθώς και να υπογράψει κάθε πράξη αναγκαία για την πώληση αυτή και ακόμη να προβεί σε διανομή κάποιου οικοπέδου, που είχε αγοράσει ο πατέρας της συζύγου του και πεθερός του Π. Ι. κοινώς και εξ αδιαιρέτου μετά του Γ. Γ., κειμένου στη θέση "Πλατάνια" της κτηματικής περιοχής Πέρδικας και στη συνέχεια να μεταβιβάσει το εκ της διανομής μερίδιο που αντιστοιχούσε στον πατέρα της, στην ίδια, δηλαδή στη σύζυγό του Δ. Π.. Αυτή η δικαιοπραξία έγινε ως εκ του ότι ο πατέρας τους παραχώρησε άτυπα στη Δ. το μερίδιό του επί του ως άνω ακινήτου (στη θέση "Πλατάνια"), ώστε να γίνει και τυπικά κυρία τούτου, και να διανεμηθεί με τον έτερο ως άνω συγκύριο ασχέτως της μνείας στο πληρεξούσιο ότι τα χρήματα για την αγορά του είχαν δοθεί στον πατέρα τους από το σύζυγό της και πληρεξούσιο Γ. Π.. Επίσης, εξ όλων των παραπάνω δικαιοπραξιών, συνάγεται σαφώς ότι η αποδοχή κληρονομιάς του Π. Ι. τέσσερα χρόνια μετά το θάνατό του, από τα τέκνα του και τη σύζυγό του, έγινε εντελώς τυπικά με μόνο σκοπό να καταστεί τυπικά δυνατή η μεταβίβαση των ως άνω ακινήτων στη Δ. Π. ήτοι προς τυπική τακτοποίηση μιας εκκρεμότητας και όχι ουσιαστικά ήτοι με σκοπό, να διεκδικήσουν οι ενάγοντες κληρονομικό μερίδιο από την κληρονομιαία περιουσία του Π. Ι.. Τούτο επιβεβαιώθηκε σαφώς τόσο από την σαφή κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων, Β. Γ., ομοχωρίου και γείτονα της οικογένειας Ι., που όσα κατέθεσε τα γνώριζε από τον Π. Ι., όσο και από την κατάθεση της συζύγου του Θ. Ί., Μ. Ι.. Συγκεκριμένα η εν λόγω μάρτυς έχουσα ιδία αντίληψη για τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, αφού βίωσε καθόλο το χρονικό διάστημα από του χρόνου του γάμου της (έτος 1956), ζώντας με τους γονείς του συζύγου της, μέχρι που απεβίωσε και η πεθερά της (έτος 1986), όλα τα διαδραματιζόμενα κατά καιρούς γεγονότα στην οικογένεια, κατέθεσε επί λέξει τα εξής σχετικά με το οικόπεδο στη θέση "Πλατάνια": "Όταν της το έδωσε το οικόπεδο αυτό ο πεθερός μου, δεν της το έκανε με συμβόλαιο και το 1969 της το έκαναν ο άνδρας μου, η πεθερά μου και όλοι (εννοεί, οι λοιποί κληρονόμοι), δωρητήριο, γιατί όταν της το δώρισε ο πεθερός μου, δεν είχε κάνει χαρτιά. Όσο ζούσε ο πεθερός μου, το οικόπεδο το είχε η Δ.", σε άλλο δε σημείο της κατάθεσής της κατέθεσε: "Αποδοχή κληρονομιάς δεν κάναμε. Δεν πήγαν για αποδοχή κληρονομιάς σε συμβολαιογράφο (εννοεί, δεν πήγαν για αυτό το σκοπό, δηλαδή, προκειμένου να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους). Ο πεθερός μου όταν ζούσε, ήταν καλοστεκούμενος αλλά είχε άσθμα, στα μυαλά του όμως ήταν εντάξει. Ο πεθερός μου δεν περίμενε να πεθάνει και δεν πρόλαβε να κάνει χαρτιά για την περιουσία που είχε δώσει στον Θ.". Επίσης, συνάγεται σαφέστατα η πρόθεση του τελευταίου (κληρονομούμενου) και της μεταποβιώσασας συζύγου του και μητέρας των κληρονόμων αδελφών, να τακτοποιηθεί η περιουσία υπό την έννοια της λαβούσας χώρα, άτυπης διανομής από τότε που οι δύο από τις αδελφές τέλεσαν γάμους, και πάντως προ του θανάτου του πατέρα τους, με τις μεταβιβάσεις των συγκεκριμένων ακινήτων και των προαναφερομένων χρηματικών παροχών σε όλες τις θυγατέρες της οικογένειας, η δε υπόλοιπη περιουσία να ανήκει στον γιό τους Θ., με τον οποίο συμβιούσαν και τους συντηρούσε αλλά και τους συμπαραστεκόταν ο ίδιος με τη σύζυγό του Μ.. Περαιτέρω, ενισχυτικό στοιχείο του ότι η αποδοχή κληρονομιάς έγινε μόνο για τον ως άνω σκοπό, αποτελεί και το ότι μετά απ' αυτήν, γενομένη το έτος 1969, ουδεμία ενέργεια έγινε, δικαστική ή εξώδικη υπό των αδελφών (εναγουσών και αποβιώσασας αδελφής, ούτε από την δεύτερη εναγομένη Θ. Π. Ι.) για διανομή της επίδικης περιουσίας παρά μόνο, όπως διαφαίνεται, άρχισαν να διεκδικούν μερίδια πολύ αργότερα από το θάνατο της μητέρας τους, η οποία, για κάθε τέτοιο ενδεχόμενο, προκειμένου να αποκλείσει τέτοια περίπτωση, προέβη στην σύνταξη της πιο πάνω διαθήκης, εγκαθιστώντας τον Θ. κληρονόμο της, παρά το ότι δεν ήταν πλέον κυρία ούτε του μεριδίου της. Πράγματι, από το χρόνο θανάτου του Π. Ι. (1964), οπότε ο Θ. άρχισε να νέμεται με διάνοια κυρίου και να κατέχει αποκλειστικά για τον εαυτό του, πέραν του δικού του μεριδίου και τα μερίδια των συγκληρονόμων του, συμπεριλαμβανομένου και του μεριδίου της μητέρας τους, σε γνώση τους, ότι τα νεμόταν ως αποκλειστικά δικά του, μέχρι του χρόνου σύνταξης της ως άνω διαθήκης (5-9-1985), αυτός είχε συμπληρώσει χρόνο νομής είκοσι ετών, νεμόμενος αποκλειστικά για ίδιο λογαριασμό τα επίδικα και σε γνώση όλων των λοιπών κληρονόμων, αποδεχθέντων τούτο, εξ αρχής και επομένως είχε ήδη γίνει κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία, συνέχισε δε να τα νέμεται και να τα κατέχει και μετά το θάνατο της μητέρας τους (1986) και μέχρι την άσκηση της αγωγής, που πρέπει να σημειωθεί ότι ασκήθηκε μετά από εννέα ολόκληρα χρόνια (έτος 1994), από τότε που απεβίωσε η μητέρα τους, παρά το ότι οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι γνώριζαν το περιεχόμενο της διαθήκης της, με την οποία εξέφρασε τη βούληση της να παραμείνει όλη η υπόλοιπη περιουσία (επίδικα) στον αδελφό τους Θ..
Συνεπώς, η διαθέτιδα μητέρα τους, δεν ήταν κυρία του μεριδίου της κατά το χρόνο που συνέταξε την εν λόγω διαθήκη και ως εκ τούτου ουδεμία έννομη επιρροή επέφερε αυτή (διαθήκη), στο ήδη κτηθέν κατά τα άνω δικαίωμα κυριότητας του δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων, Θ. Π. Ι.. Για τον ίδιο λόγο, είναι άνευ αντικειμένου η έρευνα της αξίας των ακινήτων κατά το χρόνο που δόθηκαν οι επικαλούμενες από πλευράς εναγομένων ως συνεισεκτέες παροχές και οι αξίες των επιδίκων κατά το χρόνο θανάτου του Π. Ι., παρά μόνο αποτελούν απόδειξη περί του ότι οι ενάγοντες είχαν λάβει τα μερίδια τους. Επίσης, άνευ αντικειμένου είναι και η έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης του δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων, περί συνυπολογισμού των συνεισεκτέων παροχών της πρώτης, δεύτερης και έκτης των εφεσίβλητων και της δικαιοπαρόχου των λοιπών εφεσίβλητων, στην κληρονομιαία περιουσία, όπως επίσης και η ένσταση εικοσαετούς παραγραφής του ενδίκου δικαιώματος, που άλλωστε προβλήθηκαν επικουρικά, δηλαδή εφόσον δεν ήθελε γίνει δεκτή η ένσταση των εναγομένων περί έκτακτης χρησικτησίας, καθότι δεν υφίστατο συγκυριότητα των διαδίκων κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής επί των επιδίκων υπό διανομή ακινήτων με βάση το, κατά τα άνω, εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα του πατέρα τους και τη νόμιμη μοίρα επί του μεριδίου σ' αυτά, της μεταποβιώσασας μητέρας τους. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση των εναγομένων και ήδη τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων περί κτήσης ιδίας αποκλειστικής κυριότητας εκ μέρους του δικαιοπαρόχου τους Θ. Ι. στα προπεριγραφέντα κληρονομιαία ακίνητα με έκτακτη χρησικτησία και, κατά παραδοχή της ένστασης αυτής, απέρριψε την ένδικη αγωγή περί διανομής των ακινήτων αυτών, στη συνέχεια δε, δέχθηκε την έφεση των εν λόγω αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045, 785-787, 974, 980, 981, 982, 983, 994, 1710, 1711,1113 και 1884 ΑΚ, ούτε εκείνες των άρθρων 1195,1198, 1199, 1825, 1871, 1879, 1051, 1052, 259 και 143 ΑΚ, που επιπλέον επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, (οι οποίες και δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω), αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ουσιαστική παραδοχή του ισχυρισμού του αρχικώς εναγομένου Θ. Ι. για κτήση της κυριότητας των επίδικων κληρονομιαίων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, ο οποίος (ισχυρισμός), συνιστά, αναφορικά με την βάση της ένδικης αγωγής για κτήση της συγκυριότητας των επίδικων ακινήτων εκ μέρους των εναγόντων με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή) ένσταση και όχι αιτιολογημένη άρνηση, όπως οι αναιρεσείοντες, αβάσιμα, διατείνονται. Ο ισχυρισμός δε αυτός (ένσταση ιδίας κυριότητας) δεν υπόκειται, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προαναφερθείσα σχετική νομική σκέψη, στον περιορισμό της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 1879 ΑΚ, την παραβίαση της οποίας οι αναιρεσείοντες επικαλούνται. Είναι, συνεπώς, αβάσιμοι οι πρώτος, κατά το τέταρτο μέρος του, τρίτος, κατά το πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο μέρος, τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος, πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος, έκτος κατά το δεύτερο μέρος, έβδομος κατά το πρώτο μέρος και όγδοος κατά το πρώτο μέρος, λόγοι αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο για παραβίαση των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ. Περαιτέρω, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της κυριότητας των επίδικων (κληρονομιαίων) ακινήτων από τον ανωτέρω άμεσο δικαιοπάροχο των τεσσάρων πρώτων τεσσάρων αναιρεσιβλήτων Θ. Ι. με τον επικαλούμενο πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία), οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι πρώτος, κατά το έκτο μέρος του, τρίτος κατά το πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο μέρος, τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος, πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος, έκτος κατά το δεύτερο μέρος, έβδομος κατά το πρώτο μέρος και όγδοος κατά το πρώτο μέρος, λόγοι αναίρεσης, από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που με αυτούς οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με το γεγονός ότι ο δικαιοπάροχος των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων Θ. Ι. νεμόταν τα επίδικα ακίνητα για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό εν γνώσει των λοιπών συγκληρονόμων επί τον απαιτούμενο για την (έκτακτη) χρησικτησία χρόνο, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη νομική σκέψη, απαράδεκτοι.
4.- Επειδή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, επί μεν αιτίασης για μη εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, επί δε αιτιάσεως για εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων αυτών, σε τί συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή τους σε σχέση με την καλή πίστη. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πέμπτο μέρος του, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ερμηνευτικών διατάξεων των άρθρων 173, 200 ΑΚ, ως προς την ερμηνεία των αναφερόμενων στον λόγο αυτό δηλώσεων, που περιέχονται στην .../1969 δήλωση αποδοχής κληρονομίας και το .../1969 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πάργας Ιωάννου Γκαμπράνη καθώς και στα .../28-1-1969 και .../18-1/1969 πληρεξούσια συμβόλαια των συμβολαιογράφων Αθηνών Χρήστου Βερβενιώτη και Ηγουμενίτσας Νικολάου Κάνουρα, αντίστοιχα. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία.
5.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνεται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 2/2008). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης περί του ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται μόνον όταν αυτό αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει στο αποδεικτικό μέσο ο νόμος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται, ότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του, ότι η αποδοχή της κληρονομίας του Π. Ι. από όλους τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του έγινε "τυπικά" και μόνο, λαμβάνοντας, παρά το νόμο, υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες είναι αντίθετες προς το περιεχόμενο των στο αναιρετήριο ρητά μνημονευόμενων δημόσιων εγγράφων (.../1969 δήλωση αποδοχής κληρονομίας και .../1969 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πάργας Ιωάννου Γκαμπράνη, .../28-1-1969 και .../18-1/1969 πληρεξούσια συμβόλαια των συμβολαιογράφων Αθηνών Χρήστου Βερβενιώτη και Ηγουμενίτσας Νικολάου Κάνουρα, αντίστοιχα). Επίσης, με τον ίδιο λόγο (πρώτο) αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθ. 12 του άρθρο 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για το λόγο ότι με το να δεχθεί Εφετείο, ότι η ως άνω αποδοχή κληρονομίας έγινε "τυπικά" παραβίασε την αποδεικτική δύναμη των ανωτέρω εγγράφων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης και ως προς τα δύο μέρη του είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη του τις πιο πάνω καταθέσεις μαρτύρων και να οδηγηθεί στην κρίση, ότι η προκύπτουσα από τα ως άνω έγγραφα δήλωση αποδοχής κληρονομίας έγινε "τυπικά" για τον προαναφερθέντα λόγο, δεν υπέπεσε στις ως άνω αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 11 περ. α' και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται εν προκειμένω για ανεπίτρεπτη απόδειξη (με μάρτυρες) κατά περιεχομένου εγγράφου και συνεπώς δεν ισχύει ο περιορισμός του άρθρου 393 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως οι αναιρεσείοντες διατείνονται, ενώ δεν προσέδωσε στα παραπάνω έγγραφα μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει.
6.- Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στη έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 25/2003), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 469/1984). Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.
Συνεπώς, αν από την προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση προκύπτει ότι ο ισχυρισμός εξετάσθηκε και απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή αβάσιμος από το δικαστήριο της ουσίας, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται στο αναιρετήριο, ο σχετικός από τη διάταξη αυτή λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΟλΑΠ 12/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο, α) με τους πρώτο, κατά το τρίτο μέρος, τρίτο, κατά το δεύτερο και πέμπτο μέρος, τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος, πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος, και έκτο, κατά το πρώτο μέρος, λόγους αναίρεσης, διότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους, ότι όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Π. Ι. αποδέχθηκαν την κληρονομία του, στην οποία περιλαμβάνονται και τα επίδικα ακίνητα, δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσης .../1969 δήλωσης αποδοχής του συμβολαιογράφου Πάργας Ιωάννη Γκαμπράνη και ότι έτσι έγιναν συγκύριοι των επίδικων ακινήτων κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας και ότι από του θανάτου του ανωτέρω δικαιοπαρόχου τους και έκτοτε συνεχώς νέμονταν ως συγκληρονόμοι τα επίδικα ακίνητα, ενεργώντας τις αναφερόμενες πράξεις νομής, β) με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά τρίτο και πέμπτο μέρος, όπως συμπληρώνεται με το πρώτο μέρος του έκτου λόγου, διότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός του αρχικώς εναγομένου Θ. Ι. περί ιδίας κυριότητας αποτελεί ένσταση, ενώ αυτός συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής τους και γ) με τους τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος, έβδομο, κατά το δεύτερο μέρος, και όγδοο, κατά το δεύτερο μέρος, λόγους αναίρεσης, διότι στήριξε το προαναφερθέν αποδεικτικό πόρισμα στα αναφερόμενα επιχειρήματα, τα οποία όμως "δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 ΚΠολΔ αριθ. 8". Οι ως άνω υπό στοιχ. α' λόγοι είναι αβάσιμοι, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι ανωτέρω ισχυρισμοί λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν, εκ του πράγματος, με την παραδοχή, ότι ο ανωτέρω Θ. Ι. έγινε κύριος των επίδικων κληρονομιαίων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία. Οι άλλοι οι υπό στοιχ. β' και γ' λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι οι ως άνω προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν συνιστούν πράγματα, κατά την προεκτεθείσα έννοια.
7.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ.18 ΚΠολΔ δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Νομικό όμως ζήτημα δεν επιλύεται αν η αναιρετική απόφαση αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτήν δεν καθιστούν δυνατή λόγω της αοριστίας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να εκτιμήσει αυτά διαφορετικά.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των παρακάτω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες και ο Ι. Κ., στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά το θάνατό του (6-7-2000), οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος από αυτούς (αναιρεσείοντες) με την από 27-4-1994 ένδικη αγωγή τους κατά των Θ. Ι., στην δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά το θάνατό του (25-6-2000) οι τέσσερις πρώτοι αναιρεσίβλητοι, και Θ. θυγατρός Π.. Ί., ζήτησαν να κηρυχθεί άκυρη, κατά το ποσοστό που προσβάλλει τη νόμιμη μοίρα τους, η νομίμως δημοσιευθείσα .../1985 δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Πάργας Δούκα της Ε. χήρας Π. Ι., που πέθανε στις 16.12.1986, να αναγνωρισθεί η συγκυριότητά τους επί των περιγραφομένων ακινήτων, την οποία απέκτησαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι από κληρονομία του αποβιώσαντος την 12.1.1964 Π. Ι. και να διαταχθεί η διανομή των εν λόγω ακινήτων. Η αγωγή έγινε δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη με την 68/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας. Η εν λόγω απόφαση εξαφανίστηκε, μετά από έφεση των τεσσάρων πρώτων αναιρεσιβλήτων με την 197/2004 απόφαση του Εφετείου Κερκύρας, με την οποία έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η ένσταση ιδίας κυριότητας του (αρχικώς) πρώτου εναγομένου και απορρίφθηκε η ένδικη αγωγή (στο σύνολό της) ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής του Εφετείου ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες η από 8-2-2007 αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 958/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η εφετειακή απόφαση για τους προβλεπόμενους από τους αριθ. 11περ. γ' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης και παραπέμφθηκε στη συνέχεια η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση επί της ουσίας στο ίδιο Δικαστήριο. Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος, αναφορικά, με τον από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, δέχθηκε, ότι το Εφετείο διέλαβε στην ανωτέρω απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αφού δέχθηκε, ότι σε όλες τις συγκληρονόμους αδελφές του πρώτου εναγομένου Θ. Ι. δόθηκαν, με αφορμή το γάμο τους, ως προίκα, από το θανόντα πατέρα τους Π. Ι., ενόσω ζούσε, διάφορα ακίνητα μαζί με το χρηματικό ποσό των δρχ. 50.000, την οικοσκευή και το ρουχισμό τους, δεν εξειδικεύει περαιτέρω ποια συγκεκριμένα ακίνητα παραχωρήθηκαν και πότε στην καθεμιά από τις συγκληρονόμους, ποια η αξία αυτών κατά το χρόνο της παροχής, ποια, επίσης, η αξία της οικοσκευής και του ρουχισμού των ίδιων και, τέλος, εάν το χρηματικό ποσό των δρχ. 50.000 δόθηκε χωριστά στην καθεμιά απ' αυτές ή από κοινού, ώστε να κριθεί, αν οι τελευταίες ικανοποιήθηκαν από τις προαναφερόμενες παραχωρήσεις στη ζωή του κληρονομούμενου πατέρα τους, ώστε να μην αξιώνουν δικαίωμα συμπλήρωσης της νόμιμης μοίρας τους στην κληρονομιαία ακίνητη περιουσία. Και αυτά ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο, εντελώς αντιφατικά, δέχθηκε ως προς τη συγκληρονόμο Θ. θυγ. Π. Ι. (δεύτερη εναγομένη και ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη), ότι τέλεσε γάμο το έτος 1970, δηλαδή μετά τον επισυμβάντα θάνατο του πατέρα Π. Ι. (12-1-1964). Το Εφετείο, επίσης, μολονότι δέχθηκε ότι "μετά το θάνατο του Π. Ι. ο υιός του Θ. Ι. νεμήθηκε εξ ολοκλήρου την πατρική κληρονομιά για ίδιο λογαριασμό αφού δια λόγου του είχε παραχωρηθεί αυτή από τον ως άνω κληρονομούμενο πατέρα του", γεγονός που γνώριζε και η Ε. χα Π. Ι., η οποία διέμενε με τον πρώτο εναγόμενο, γιο της, στην πατρική οικία μέχρι τον επισυμβάντα, κατά το έτος 1986, θάνατό της και ότι η ίδια, όπως δέχθηκε, τελούσε σε γνώση της από μέρους του πρώτου εναγομένου αντιποίησης της νομής της στα επίδικα κληρονομιαία ακίνητα κατά το αναλογούν σ' αυτή εξ αδιαιρέτου ποσοστό σ' αυτά και "κανένα κληρονομικό δικαίωμα δεν διατηρούσε" στα πιο πάνω ακίνητα, περαιτέρω δέχθηκε, εντελώς αντιφατικά, ότι με βάση τη 10.028/1985 δημόσια διαθήκη της, η οποία, ας σημειωθεί, συντάχθηκε μετά την παρέλευση εικοσαετίας, αφότου φέρεται ο πρώτος εναγόμενος, ότι άρχισε να αντιποιείται για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό τη νομή των επίδικων ακινήτων και κατά το ανήκον σ' αυτή εξ αδιαιρέτου ποσοστό (5/20) σ' αυτά (1964), κατέλιπε στον τελευταίο "οιανδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία που μέχρι το θάνατό της είχε και επομένως και το εξ αδιαθέτου κληρονομικό της μερίδιο από την κληρονομιά του αποβιώσαντος συζύγου της Π. Ι.". Τέλος, η παραδοχή του Εφετείου ότι ο πρώτος εναγόμενος "δεν γνωστοποίησε ρητά στους συγκληρονόμους του την πρόθεση του να νέμεται αποκλειστικά για ίδιο λογαριασμό ολόκληρη την ως άνω πατρική κληρονομιά", την οποία "χέρσα και αναξιοποίητη, ως επί το πλείστον, μέχρι το έτος 1964" αξιοποίησε, εκμεταλλευόμενος αποκλειστικά αυτή για ίδιο λογαριασμό, δεν είναι σαφής και αναμφίβολη περί του ότι ο ίδιος εκδήλωσε από το έτος 1964 και εφεξής την πρόθεση του αντιποίησης της συννομής των επίδικων ακινήτων στις λοιπές συγκληρονόμους, μητέρα και αδελφές του και ότι οι τελευταίες γνώριζαν έκτοτε την εν λόγω αντιποίηση. Εξάλλου, και με την εκδοχή ότι από το έτος 1977, που, όπως δέχεται το Εφετείο, άρχισε ο πρώτος εναγόμενος να εκτελεί οικοδομικές εργασίες στην κληρονομιαία πατρική οικία, δαπανώντας δικά του χρήματα, εξεδήλωσε αυτός την πρόθεση του να νέμεται αποκλειστικά το εν λόγω κοινό ακίνητο για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό, σε γνώση όλων των λοιπών συγκληρονόμων (μητέρας και αδελφών του) και όχι και τα υπόλοιπα κληρονομιαία ακίνητα, για τα οποία δεν εκτίθεται, αν συνεχίστηκαν από τον ίδιο οι πράξεις αξιοποίησής τους και μέχρι το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (1994) δεν παρήλθε η απαιτούμενη κατά νόμο (άρθρο 1045 ΑΚ) εικοσαετία για την απόκτηση της κυριότητάς του με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, το Εφετείο, κρίνοντας όπως παραπάνω και έχοντας τη δυνατότητα να προβεί σε διαφορετική εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, δεν υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τον αριθ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αφού με την ανωτέρω αναιρετική απόφαση, αναιρέθηκε η προηγούμενη απόφαση του Εφετείου για έλλειψη νόμιμης βάσης και, συνεπώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν επιλύθηκε με αυτή νομικό ζήτημα προς το οποίο παρέλειψε να συμμορφωθεί το Εφετείο.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου δεύτερος, τρίτος, κατά το τέταρτο μέρος του, και πέμπτος και έκτος, κατά το τρίτο μέρος τους, λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι.
8.- Επειδή, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή, ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν, ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι "όλοι οι κληρονόμοι, τέκνα του Π. Ι., συμπεριλαμβανομένης και της μητέρας τους, προέβησαν τυπικά σε αποδοχή της κληρονομιάς του Π. Ι.", παραμόρφωσε το περιεχόμενο της .../1969 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας και του .../1969 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πάργας Ιωάννου Γκαμπράνη καθώς και της προαναφερθείσας .../1985 δημόσιας διαθήκης της μητέρα τους, δεδομένου ότι από τα εν λόγω έγγραφα δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος , γιατί το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.
9.- Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Αν όμως η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν αναφέρει την ύπαρξη ή τη μη ύπαρξη δεδικασμένου, τότε δεν ιδρύεται ο ως άνω από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με ζήτημα ύπαρξης ή μη ύπαρξης δεδικασμένου, από την 197/2004 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας, αναφορικά με το χρόνο γνωστοποίησης της βούλησης του αρχικώς εναγομένου προς τους λοιπούς συγκληρονόμους να νέμεται αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό τα επίδικα ακίνητα. Επομένως, ο έκτος λόγος αναίρεσης, κατά το τέταρτο μέρος του, από τον αριθ.16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να μη δεχθεί δεδικασμένο από την ανωτέρω απόφαση για το ως άνω ζήτημα, υπέπεσε στην ανωτέρω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος. Οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το τέταρτο μέρος του, προβάλλουν κατά της προσβαλλομένης απόφασης αιτιάσεις και από τους αριθμούς 11 και12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς όμως να της προσάπτουν συγκεκριμένες πλημμέλειες, που ιδρύουν τους εκ των αριθμών αυτών λόγους αναίρεσης. Επομένως, οι αιτιάσεις αυτές είναι εντελώς αόριστες και ως εκ τούτου απορριπτέες.
10.- Επειδή, σύμφωνα μεν με τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, η οποία αποτελεί ειδική εκδήλωση των αρχών της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης και της συζήτησης, που καθιερώνονται από τη διάταξη του άρθρου 106 του ίδιου Κώδικα, με την άσκηση της έφεσης μεταβιβάζεται η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1 του πιο πάνω Κώδικα, αν ο λόγος της έφεσης κριθεί βάσιμος, η απόφαση που προσβάλλεται εξαφανίζεται και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κρατεί την υπόθεση και τη δικάζει κατ' ουσίαν. Εάν, επομένως, το Εφετείο προβεί σε εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κατά παραδοχή κάποιου λόγου έφεσης ως βασίμου και, στη συνέχεια, δικάσει κατ' ουσίαν την αγωγή και απορρίψει ή κάνει δεκτά αιτήματά της, τα οποία έγιναν δεκτά με την πρωτόδικη απόφαση, αλλά δεν προσβλήθηκαν με την έφεση και, συνακόλουθα, δεν μεταβιβάστηκαν στο Εφετείο, τότε η απόφασή του προσβάλλεται με αναίρεση για τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. λόγο αναίρεσης, για λήψη, δηλαδή, υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθώς και για τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 9 περ. β' του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, για επιδίκαση, δηλαδή, από το δικαστήριο της ουσίας περισσότερων από όσα ζητήθηκαν, εφόσον ο όρος επιδίκαση τίθεται στο νόμο υπό ευρεία έννοια. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον όγδοο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, από τους αριθ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι προέβη σε εξαφάνιση, μετά την παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, της 68/2002 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και ως προς τη διάταξή της με την οποία αναγνωρίστηκε ότι η .../1985 δημόσια διαθήκη της Ε. χήρας Π. Ι. είναι άκυρη κατά το μέρος κατά το οποίο προσβάλλει την νόμιμη μοίρα των εναγόντων, μολονότι η εκκαλούμενη απόφαση δεν προσβλήθηκε ως προς τη διάταξη αυτή με λόγο έφεσης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζομένου αντιγράφου της από 27-12-2002 έφεσης των αναιρεσιβλήτων, οι τελευταίοι προσέβαλαν την εκκαλούμενη 68/2002 απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (βλ. τον πέμπτο λόγο έφεσης, στο τέλος του εφετηρίου).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-9-2010 αίτηση των Ε. σύζ. Θ. Α. κλπ για αναίρεση της 87/2010 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των πρώτης, δευτέρου, τρίτου και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 22 Φεβρουαρίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ