319/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 319 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 319/2011
Legislator headnote
AI generated319/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 319 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 319/2011
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 319 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 319/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Γ., υπηρετούντος ως συμβασιούχος υπάλληλος στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στην Κορυτσά. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη.
Του αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Σοφία Καρυτινού, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-6-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1245/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4805/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος με την από 12-6-2009 αίτησή του και το αναιρεσίβλητο - αναιρεσείον με την από 9-6-2009 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε τις από 11-1-2011 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε α) να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης (αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου) κατά το από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σκέλος το σχετικό με το κονδύλιο της προσαύξησης για οικογενειακά βάρη και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι αναίρεσης και β) να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης (αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος). Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης του πελάτη της, την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου και την καταδίκη του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων υποθέσεων που εκκρεμούν μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Επομένως, η από 9-6-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου και η από 12-6-2009 αίτηση του Γ. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4805/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών πρέπει να συνεκδικαστούν , διότι έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Α.- Επί της από 12-6-2009 αιτήσεως του Γ. Μ. Ι.- Με την παρ. 1 του άρθρου 131 του ν. 419/1976 "περί Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" που ίσχυε μέχρι τις 23-3-1998 (άρθρ. 150 §1 του νέου Οργανισμού του ΥΠΕΞ που κυρώθηκε με ν. 2594/1998), ορίζεται ότι "ως αποδοχαί απάντων των υπαλλήλων του Υπουργείου νοούνται ο βασικός μισθός του βαθμού μεθ' όλων των κατά τας κειμένας διατάξεις χορηγουμένων επιδομάτων και προσαυξήσεων". Περαιτέρω, με την παρ. 10 του ίδιου άρθρου, παρασχέθηκε στους υπαλλήλους που υπηρετούν στο εξωτερικό, προς αντιμετώπιση της διαφοράς κόστους ζωής και των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως σε κάθε χώρα, Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (Ε.Υ.Α.) σε συνάλλαγμα, ανάλογα με τον κλάδο, το βαθμό, τα οικογενειακά βάρη και το κόστος ζωής του τόπου στον οποίο υπηρετεί ο υπάλληλος, ειδικότερα δε για τους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου και τους εμπειρογνώμονες του ΥΠΕΞ και ανάλογα με τις συνθήκες στεγάσεως που επικρατούν στη χώρα που υπηρετούν. Σύμφωνα δε με την παρ. 11 του αυτού άρθρου το ως άνω επίδομα καθορίζεται κάθε φορά για τους υπαλλήλους που έχουν πρεσβευτικό βαθμό με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, κατόπιν προτάσεως των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών και για όλους τους άλλους υπαλλήλους της εξωτερικής υπηρεσίας με την ίδια πράξη σε ποσοστό επί του επιδόματος που καθορίστηκε για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Το εν λόγω επίδομα δικαιούται, κατά το άρθρο 69 παρ. 1 του άνω ν. 419/1976, και το βοηθητικό προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Εξάλλου, στο άρθρο 132 του ν. 419/76 ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι των διπλωματικών και των εμμίσθων προξενικών αρχών δικαιούνται δωρεάν οικήσεως σε βάρος του Δημοσίου και ότι σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις, ένεκα ειδικών οικιστικών συνθηκών, είναι δυνατό να μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα για τη στέγαση των λοιπών υπαλλήλων της εξωτερικής υπηρεσίας, στην περίπτωση αυτή, όμως, θα εκπίπτεται το ένα τρίτο του καταβαλλόμενου στους υπαλλήλους αυτούς επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Περαιτέρω, με την Φ 083-58/1988 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εξωτερικών και Οικονομικών (ΦΕΚ 177 Β'/31-3-1988), που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν.1256/1982 και 3 παρ. 8 του 1288/1982 και κυρώθηκε με το άρθρο 25 παρ.1 του ν. 1884/1990, καθορίστηκε το παραπάνω επίδομα για τους προϊσταμένους των διπλωματικών και προξενικών αρχών και για τους λοιπούς υπαλλήλους όλων των κλάδων και ορίστηκε επί πλέον στο κεφάλαιο Γ' αυτής ότι στους υπαλλήλους του διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος που καθορίστηκε γι' αυτούς αυξάνεται κατά 10% κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις. Με τις παραγρ. Ε' και ΣΤ' της παραπάνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης (ΚΥΑ) ορίζεται ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 1504/1984. Το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής του επί συμβάσει εν γένει προσωπικού μπορεί να μειώνεται με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, εφόσον συντρέχουν ειδικοί γι' αυτό λόγοι. Ακολούθως, με την ΣΤ1/Μ/Φ.083 - 13/ΑΣ 2900/1993 κοινή απόφαση του Υπουργού Προεδρίας και του Υφυπουργού Εξωτερικών, χορηγήθηκε επίδομα στέγασης που ανέρχεται σε προσαύξηση 10% του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής στους μόνιμους υπαλλήλους του Διοικητικού Κλάδου Γεν. Καθηκόντων, του Κλάδου Τεχνικών Επικοινωνιών, του Κλάδου Διοικητικών Γραμματέων και του Κλάδου βοηθητικού προσωπικού που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 2 του ν.419/1976. Με τη 2001800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, τροποποιήθηκε η παραπάνω παράγραφος Γ' της Φ 083-58/1988 και ορίστηκε ότι σε όλους τους μονίμους υπαλλήλους όλων των κλάδων και κατηγοριών του Υπουργείου Εξωτερικών το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αυξάνεται από 1-1-1993 κατά ποσοστό 6% στο επίδομα του πρέσβη για κάθε παιδί ηλικίας μέχρις 6 ετών, κατά ποσοστό 8% για κάθε παιδί ηλικίας 7 έως 12 ετών και κατά ποσοστό 14% για κάθε παιδί ηλικίας 13 έως 18 ετών. Τα παραπάνω ποσοστά αυξήθηκαν σε 8, 12 και 16% αντιστοίχως από 1.1.2001 με την 083/ΕΥΑ/ΑΣ 11254/22.1.2001 ΚΥΑ. Με την τελευταία αυτή ΚΥΑ καθορίστηκε στην παρ. Γ' ότι : "Στους υπαλλήλους του Διπλωματικού κλάδου, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 20% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως, εκτός του αρχαιοτέρου εκ των Συμβούλων Πρεσβείας ή του μοναδικού που υπηρετεί σε Πρεσβεία ή Μόνιμη Αντιπροσωπεία, του οποίου το ποσοστό αυξάνεται κατά 30%, αποκλειομένων από τη ρύθμιση αυτή των τυχόν λαμβανόντων επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής ανωτέρας βαθμίδας. Στους μονίμους υπαλλήλους των λοιπών κλάδων, εφόσον δεν παρέχεται δωρεάν κατοικία από το Δημόσιο, το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής προσαυξάνεται κατά 10% επί του επιδόματος του Προϊσταμένου/Πρέσβεως. Εξάλλου, κατά τις ταυτόσημες (του ν. 419/1976) διατάξεις του άρθρου 135 §§ 4 και 5 του ν. 2594/1998, δηλαδή του από 24-3-1998 ισχύοντος νέου Οργανισμού του Υπ. Εξωτερικών, προς αντιμετώπιση του αυξημένου κόστους ζωής στην αλλοδαπή και των ειδικών συνθηκών διαβίωσης σε κάθε χώρα παρέχεται σε συνάλλαγμα επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής αναλόγως του κλάδου και του βαθμού. Το επίδομα αυτό προσαυξάνεται αναλόγως των ποσοστών που ορίζονται για τα οικογενειακά βάρη και τη στέγαση. Το επίδομα αυτό καθορίζεται εκάστοτε για τους με πρεσβευτικό βαθμό υπαλλήλους του Υπ. Εξωτερικών με κοινή απόφαση των Υπουργών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, για δε τους λοιπούς υπαλλήλους καθορίζεται με την ίδια ΚΥΑ σε ποσοστό επί αυτού το οποίο έχει καθοριστεί για τους υπαλλήλους με πρεσβευτικό βαθμό. Με το άρθρο 129 §§ 2 και 5 του παραπάνω νόμου στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με ΠΔ θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται επιτοπίως μόνιμοι κάτοικοι της χώρας, όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή. Με την ΚΥΑ των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών για την πρόσληψή τους καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση καταρτιζόμενη από τον προϊστάμενο της αρχής. Οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Ειδικά, για όσους από αυτούς ελάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, στην οποία υπηρετούν. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει καταρχήν ότι τα προβλεπόμενα στις ανωτέρω Κ.Υ.Α. ποσοστά αυξήσεως για δαπάνες στεγάσεως δεν αποτελούν ξεχωριστό επίδομα, αλλά αύξηση του καταβαλλομένου επιδόματος Υπηρεσίας Αλλοδαπής, το οποίο καταβάλλεται και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που οι κείμενες διατάξεις προβλέπουν για την καταβολή του. Οι εκδιδόμενες κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 131 § 11 του ν. 419/1976 ή του άρθρου 135 § 5 του ν. 2594/1998 κοινές υπουργικές αποφάσεις που καθορίζουν ή αυξάνουν το επίδομα αυτό με βάση τα οριζόμενα στους εξουσιοδοτικούς αυτούς νόμους κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα πλαίσια δεν είναι δυνατό να διακρίνουν τους υπαλλήλους σε κατηγορίες που δεν προβλέπονται από τους εξουσιοδοτικούς νόμους, όπως είναι η διάκριση αυτών σε μόνιμους, που συνδέονται με το Δημόσιο με σχέση δημοσίου δικαίου και σε υπηρετούντες με σχέση ιδιωτικού δικαίου και να αυξήσει το επίδομα μόνο στους πρώτους αποκλείοντας από την αύξηση τους δεύτερους. Οι αποφάσεις, άρα, που στηρίζονται αποκλειστικά στην ανωτέρω διάκριση για να αυξήσουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής μόνο των μονίμων υπαλλήλων, βρίσκονται έξω από τα όρια της προαναφερόμενης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (άρθρ. 43 § 2 του Συντάγματος) και κατά το μέρος που εξαιρούν από την αύξηση αυτή τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου είναι ανίσχυρες. Όμως, η προαναφερόμενη ΣΤ1/Μ/Φ. 083-13/ΑΣ. 2900/1993 κοινή υπουργική απόφαση που αφορά τις δαπάνες στεγάσεως, δεν αυξάνει το ποσοστό του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής όλων των μονίμων υπαλλήλων που υπηρετούν στο εξωτερικό και για τους οποίους δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου κατοικία, αλλά μόνο των μονίμων υπαλλήλων, που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και συνεπώς, ανεξάρτητα από το αν η εν λόγω ρύθμιση καλύπτεται από τις διατάξεις για την απόσπαση ή είναι στο σύνολό της εκτός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως του άρθρου 131 § 1 του Ν.419/1976, που δεν παρέχει τη δυνατότητα τροποποιήσεως της αντίθετης διατάξεως του άρθρου 132 § 2 του νόμου, θέμα ανισχύρου της εν λόγω ρυθμίσεως δεν μπορεί να τεθεί για τους υπαλλήλους με σχέση ιδιωτικού δικαίου που δεν αποσπάσθηκαν σε Αρχή του εξωτερικού, αλλά προσλήφθηκαν από τον προϊστάμενο της Αρχής αυτής σύμφωνα με το άρθρο 68 του άνω Νόμου. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι με τις προδιαληφθείσες εξουσιοδοτικές διατάξεις των παραγράφων 10 και 11 του άρθρ. 131 του ν. 419/1976, δόθηκε η εξουσία αρχικά στο Υπουργικό Συμβούλιο και μετέπειτα στους Υπουργούς Προεδρίας της Κυβερνήσεως, Εξωτερικών και Οικονομικών (άρθρ. 25 § 1 ν. 1884/1990, Α' 81 και άρθρ. 12 § 1 ν. 1256/1982, Α'65), όπως με κοινή υπουργική απόφαση τους καθορίζουν το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής και προβαίνουν σε αύξηση του επιδόματος αυτού κατά ποσοστό για δαπάνες στεγάσεως (η οποία αύξηση για την αιτία αυτή συνιστά στην ουσία αύξηση του εν λόγω επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής), σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παραγρ. 10 του ιδίου άρθρου 131 ν. 419/1976 κριτήρια και μέσα στα διαγραφόμενα από τον ως άνω νόμο πλαίσια. Με βάση δε την παρεχομένη από τις ως είρηται διατάξεις εξουσιοδότηση, μπορεί η εκδιδόμενη κοινή υπουργική απόφαση να καθορίζει σε διαφορετικό ύψος ή να αυξάνει σε διαφορετικό ποσοστό το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής για ορισμένους υπαλλήλους που έχουν ανάγκη στεγάσεως στο εξωτερικό. Επομένως, σύμφωνα με την έννοια της εξουσιοδοτήσεως, ευρίσκεται εντός των ορίων αυτής η κατά ποσοστό 10% επί του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του Πρέσβεως αύξηση λόγω στεγάσεως του επιδόματος αυτού μόνο για τους μονίμους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών που αποσπώνται σε Αρχή του εξωτερικού και εφόσον δεν μισθώνεται σε βάρος του Δημοσίου οίκημα, ρύθμιση, στην οποία προέβη η μνημονευθείσα ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ.2900/5.4.1993 κοινή υπουργική απόφαση. Τούτο, γιατί η απόσπαση του υπαλλήλου στο εξωτερικό γίνεται για την εξυπηρέτηση ειδικής υπηρεσιακής ανάγκης και για βραχύ χρονικό διάστημα τριών έως έξι (3-6) το πολύ μηνών (άρθρ. 107 ν. 419/1979), με αποτέλεσμα ο υπάλληλος αυτός να αντιμετωπίζει αναγκαίως άμεσες και αυξημένες δαπάνες στεγάσεως σε σχέση με τον υπηρετούντα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην αλλοδαπή κατόπιν προσλήψεως ή μεταθέσεως ή με οποιοδήποτε άλλο -πλην αποσπάσεως- νόμιμο τρόπο, ο οποίος έχει εξαρχής ρυθμίσει τις δαπάνες του για στέγαση στα πλαίσια του χορηγουμένου επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής. Οι αυξημένες δε αυτές δαπάνες για στέγαση του αποσπώμενου υπαλλήλου δικαιολογούν την κατά 10% επαύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής του υπαλλήλου αυτού και την διαφοροποίησή του από τους κατ' άλλο τρόπο υπηρετούντες στο εξωτερικό συναδέλφους του, οι οποίοι δεν δικαιούνται της επαυξήσεως αυτής, την οποία η ρηθείσα κοινή υπουργική απόφαση ΣΤ1/Μ/Φ.083-13/ΑΣ/2900/93 χορήγησε μόνο στους εις ους αφορά αυτή υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών, που αποσπώνται σε Αρχές του εξωτερικού και όχι στους εκεί υπηρετούντες κατόπιν προσλήψεως ή μεταθέσεως ή άλλο παρόμοιο νόμιμο τρόπο. Διότι, κατά τα προδιαληφθέντα, η ρύθμιση αυτή ευρίσκεται εντός των ορίων της εξουσιοδοτήσεως του άρθρ. 131 §§ 10 και 11 του ν. 419/1976 και δεν αντιβαίνει προς την αρχή της ισότητας, εφόσον δικαιολογείται λόγω των διαφορετικών συνθηκών υπό τις οποίες τελούν οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι σε σχέση με άλλους υπαλλήλους, οι οποίοι μετατέθηκαν ή προσλήφθηκαν και υπηρετούν στο εξωτερικό σε άλλου είδους (πλην αποσπάσεως) υπηρεσιακή σχέση (Α.Ε.Δ.14/2005, ΑΠ 251/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης από 2-6-2004 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος και δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε ότι την 1-6-1989 προσλήφθηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ως κλητήρας, σύμφωνα με το άρθρο 69 § 4 του ν. 419/1976, στην Πρεσβεία της Ελλάδας στο Παρίσι, κατόπιν συμβάσεως εργασίας αόριστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου, που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του Πρέσβη της Ελλάδας στο Παρίσι της Γαλλίας. Ότι το εναγόμενο κατά το διάστημα από 1-1-1999 έως 21-1-2003, ενώ του κατέβαλλε, όπως και το προηγούμενο χρονικό διάστημα , το εκάστοτε ισχύον Επίδομα Υπηρεσίας Αλλοδαπής (ΕΥΑ), αρνήθηκε να του καταβάλει και του οφείλει τις προσαυξήσεις αυτού που έγιναν με την αύξηση των ποσοστών των δαπανών στέγασης (10%) για ολόκληρο το παραπάνω επίδικο χρονικό διάστημα και οικογενειακών βαρών ( 10%, 14% και 16% ) για το διάστημα από 15-11-2001 έως 21-1-2003, δεδομένου ότι κατά το άνω επίδικο χρονικό διάστημα στον ίδιο δεν παρεχόταν στέγη και ήταν πατέρας ανήλικου παιδιού που γεννήθηκε στις 15-11-2001. Ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 39.402 ευρώ, ήτοι 31.630 ευρώ για την προσαύξηση του ΕΥΑ με το ποσοστό του επιδόματος στέγασης για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 21-1-2003 και 7.772 ευρώ για την προσαύξηση του ΕΥΑ με το ποσοστό του επιδόματος οικογενειακών βαρών για το χρονικό διάστημα από 15-11-2001 έως 21-1-2003. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη κατά τα κεφάλαια αυτής τα αναφερόμενα: 1) στην επικαλούμενη μισθολογική διαφορά ολόκληρου του επίδικου χρονικού διαστήματος από 1-1-1999 έως 21-1-2003 από την δήθεν παράλειψη του εναγομένου να χορηγήσει στον ενάγοντα την προσαύξηση με το ποσοστό 10% του επιδόματος στέγασης και 2) στην επικαλούμενη μισθολογική διαφορά ολόκληρου επίσης του επίδικου από 15-11-2001 έως 21-1-2003 χρονικού διαστήματος από την παράλειψη του εναγομένου να χορηγήσει στον ενάγοντα την προσαύξηση του ΕΥΑ με το επίδομα τέκνων σε ποσοστό μεγαλύτερο εκείνου που χορηγήθηκε με την 201800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ για κάθε παιδί, δεδομένου ότι η παραπάνω νεότερη 083//ΑΣ 11254/22-1-2001 ΚΥΑ που αύξησε τα ποσοστά που είχε χορηγήσει η παλαιότερη ΚΥΑ από 6%, 8% και 14%, ανάλογα με την ηλικία του τέκνου, σε 8%, 14% και 16%, αντίστοιχα, εκδόθηκε και ισχύει μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 2594/1998 και ως εκ τούτου δεν καταλαμβάνει τον ενάγοντα. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την τελευταία αξίωση του αναιρεσείοντος παραβίασε τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Και τούτο διότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 129 του ν. 2594/1998, οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών, όπως ο αναιρεσείων, διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του.
Συνεπώς, ο αναιρέσεων δικαιούται την επίμαχη προσαύξηση που χορηγήθηκε για τα οικογενειακά βάρη και μετά την έναρξη της ισχύος του νεότερου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 2594/1998), εφόσον, κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, την δικαιούταν. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός κατά ένα μέρος του, ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προτείνεται η παραπάνω παραβίαση. Παρέλκει, ύστερα από αυτά η εξέταση του ίδιου (πρώτου) λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ και του πέμπτου λόγου αναιρέσεως από την τελευταία διάταξη κατά το μέρος που αναφέρεται στην προσαύξηση για τα οικογενειακά βάρη. Αντίθετα, το Εφετείο που απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή, ως προς το κονδύλιο της προσαύξησης του επιδόματος για δαπάνη στέγασης, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των ν. 419/1976 και 2594/1998, ούτε αυτές των άρθρων 4 §1 και 22 §1 εδ. β' του Συντάγματος, 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ, 99/70/ΕΚ οδηγίας, που θεσπίζουν τις αρχές της ισότητας της αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας υπό τις αυτές συνθήκες, καθόσον η παροχή διαφορετικής αμοιβής και εν γένει η διαφορετική μισθολογική μεταχείριση των υπαλλήλων του εναγομένου, που έλαβαν προσαύξηση για αντιμετώπιση δαπανών στέγασης, έναντι του ενάγοντος δικαιολογείται, λόγω παροχής διαφορετικής κατά περιεχόμενο και προϋποθέσεις εργασίας και γενικά λόγω διαφορετικών συνθηκών (από άποψη πρόσληψης, υπηρεσιακής εξέλιξης κ.λ.π.), υπό τις οποίες τελούν καθεμία από τις κατηγορίες των προαναφερόμενων υπαλλήλων, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), από την οποία πηγάζει η υποχρέωση σεβασμού της περιουσίας του νομικού ή φυσικού προσώπου και 2 §§ 3 και 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το ν. 2462/1997, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, αφού ενόψει των εκτεθέντων η επίδικη απαίτηση δεν καθίσταται απαιτητή και δεν υπάρχει νόμιμη προσδοκία βάσει του ισχύοντος έως την προσφυγή στο δικαστήριο δικαίου ότι θα ικανοποιηθεί δικαστικά. Σημειώνεται ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, σύμφωνα με την διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 129 του ν. 2594/1998 , οι κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου εξωτερικών, όπως ο αναιρεσείων, διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε χρόνο λήξη του.
Συνεπώς, ο αναιρέσεων θα δικαιούταν την επίμαχη προσαύξηση και μετά την έναρξη της ισχύος του νεότερου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 2594/1998), μόνο αν κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, την δικαιούταν. Αυτό όμως δεν συνέβη, αφού , σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ο αναιρεσείων, που δεν ανήκει στην κατηγορία των αποσπασθέντων στο εξωτερικό υπαλλήλων, δεν δικαιούταν , κατά την έναρξη της ισχύος του νεότερου Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών (ν. 2594/1998), την προσαύξηση για την αντιμετώπιση των δαπανών στέγασης, που χορηγήθηκε με την ισχύουσα, κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του νόμου αυτού, ΣΤ1/Μ/Φ. 083-13/ΑΣ. 2900/1993 ΚΥΑ. Επομένως, ο αντίθετος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ανωτέρω λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του που αφορά το προαναφερθέν κονδύλιο των δαπανών στέγασης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης, όσον αφορά το κονδύλιο των δαπανών στέγασης, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως από την ίδια διάταξη είναι απαράδεκτοι και απορριπτέοι, διότι ο από τον αρ. 19 λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι` αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη σε ορισμένες διατάξεις, ή μη νόμιμη.
ΙΙ.- Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 § 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από του τέλους του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως. Η διάταξη αυτή είναι ειδική, σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω Ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, όπως η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, ως εκ τούτου, κατισχύει της γενικής διατάξεως του άρθρου 91 εδ. α' του αυτού Ν. 2362/1995 (ΑΕΔ 32/2008, ΟλΑΠ 29/2006). Η θεσπιζόμενη με τις ως άνω διατάξεις βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον των παρομοίων αξιώσεων του άρθρου 250 αριθμ.6 και 17 ΑΚ, είναι συνταγματικά θεμιτή και δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού η ως άνω διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των ως άνω αξιώσεων και των σχετικών υποχρεώσεων του Δημοσίου, ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 § 1 του Συντάγματος (για το δικαίωμα ακροάσεως από τα δικαστήρια). Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 § 1 α' της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη ισχύ τους ( ΟλΑΠ 38/2005, 22/2005, 31/2007, Α.Ε.Δ 9/2009). Τέλος, η ανωτέρω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 2 § 3 α'(περί πρόσφορης προσφυγής του ατόμου επί παραβιάσεως των δικαιωμάτων του), 5 § 1 ( περί καταργήσεως δικαιωμάτων προσώπου ή περιορισμών τους), 26 (περί της ισότητας των προσώπων ενώπιον του νόμου και απαγόρευσης διακρίσεων) , 14 § 1 (περί δικαιώματος του προσώπου για δίκαιη δίκη) του με το Ν.2462/1997 κυρωθέντος και υπερνομοθετικής ισχύος, κατά το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, έχοντος Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσλήφθηκε από το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου, που καταρτίστηκε εγγράφως από τον ίδιο και από τον εκπρόσωπο του εναγομένου Πρέσβη της Ελλάδος στο Παρίσι της Γαλλίας Ευστάθιο Μητσόπουλο στον παραπάνω τόπο και προσέφερε τις υπηρεσίες του ως κλητήρας της εν λόγω υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών στην αλλοδαπή έως τις 21-1-2003, οπότε μονιμοποιήθηκε στη θέση Διοικητικού Γραμματέα ΣΤ'. Κατά το επίδικο από 1-1-1999 έως 21-1-2003 χρονικό διάστημα ο ενάγων λάμβανε το μισθό που συμφωνήθηκε μαζί με το επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής (ΕΥΑ). Το εναγόμενο, ωστόσο, δεν κατέβαλλε στον ενάγοντα, όπως όφειλε, την αύξηση του εν λόγω επιδόματος με το ποσοστό του επιδόματος τέκνων, αν και γνώριζε ότι ο ενάγων ήταν πατέρας ενός ανήλικου τέκνου που γεννήθηκε στις 15-11-2001. Η επίδοση της κρινόμενης αγωγής έγινε στις 3-6-2004. Επομένως, η σχετική αξίωση του ενάγοντος από 15-11-2001 έως 31-12-2001 έχει αποσβεσθεί λόγω της διετούς παραγραφής του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, που αρχίζει από το τέλος του έτους στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, έστω και με την εσφαλμένη αιτιολογία σχετικά με την έναρξη της διετούς παραγραφής της ως άνω αξίωσης από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της και όχι από του χρόνου γένεσής της, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αφού σε ορθό κατέληξε διατακτικό, και ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 § 1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950 που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρ. 28 § 1 του Συντάγματος), τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας, με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ίσων δικαιωμάτων και εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν τον κοινό νομοθέτη από την εξουσία, να θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις για το Δημόσιο και ορισμένες κατηγορίες προσώπων, όταν τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, όπως στην περίπτωση του Δημοσίου, το οποίο από τη φύση του έχει αποστολή και έργο την εξυπηρέτηση των πολιτών και στου οποίου την περιουσία και οικονομική κατάσταση συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων. Το συμφέρον αυτό πρωτίστως εξυπηρετεί η διάταξη του άρθρου 21 του δεύτερου κεφαλαίου του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου (Β.Δ. της 26.6/10.7.1944), με την οποία ορίζεται ότι ο νόμιμος και της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου ανέρχεται σε 6% ετησίως και αρχίζει από την επίδοση της αγωγής. Η ρύθμιση αυτή, με την οποία αναγνωρίζεται το δικαίωμα στο Δημόσιο να καταβάλλει με την ιδιότητά του οφειλέτη επί υπερημερίας ποσοστό τόκου (6%) μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες ως οφειλέτες, εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση, η οποία υπαγορεύεται από τον ανωτέρω σκοπό και δεν βρίσκεται σε αντίθεση προς τις προαναφερόμενες συνταγματικές και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις ούτε με τις διατάξεις 4 § 1, 17 § §1 και 3 και 25 § 1 του Συντάγματος ούτε προς αυτές του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που προστατεύει την περιουσία του δανειστή αλλά ούτε και προς τα άρθρα 2 § 3 α', β', 14 § 1 και 26 του διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (Ν. 2462/1997), αφού η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου είναι αναγκαία για να είναι τούτο σε θέση να εκδηλώνει απρόσκοπτα τους ως άνω σκοπούς του προς εξυπηρέτηση των πολιτών, ενώ ο από το νόμο προσδιορισμός του μεγαλύτερου επιτοκίου έναντι κοινών οφειλετών δεν ιδρύει "περιουσία" του δανειστή πριν από τη γέννηση των απαιτήσεών του (Ολ ΑΠ 3/2006 , ΑΠ 1127/2010). Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι παραβίασε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, καθόσον δέχθηκε ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5089,30 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής αντί του νόμιμου επιτοκίου που ισχύει για άλλους διαδίκους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Το άρθρο 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 περί του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως... Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής". Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345 και 346 ΑΚ προκύπτει ότι, επί χρηματικής οφειλής του Δημοσίου, μοναδικό γενεσιουργό λόγο της υποχρεώσεως αυτού προς πληρωμή τόκων υπερημερίας αποτελεί η επίδοση αντιγράφου καταψηφιστικής αγωγής. Η διάταξη του άρθρου 21 του δ/τος της 26-6/10-7-1944 δεν αντίκειται στα άρθρα 4 §1 και 28 § 1α του Συντάγματος και 1 της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, διότι η θεσπισθείσα από αυτήν κατά παρέκκλιση των άρθρων 221 § 1 γ' ΚΠολΔ και 345, 346 ΑΚ υποχρέωση καταβολής τόκων από το Δημόσιο μόνον από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής, δικαιολογείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ώστε τα αρμόδια όργανα αυτού να αντιλαμβάνονται αμέσως την έκταση των εναντίον του απαιτήσεων και να ενεργούν ταχέως για την αντιμετώπισή τους. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο που έκρινε ότι το αναιρεσίβλητο υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ανωτέρω ποσό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής και όχι από τη γένεση της απαιτήσεως αυτού, δεν παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και, συνεπώς, ο σχετικός τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προβάλλεται η ανωτέρω αιτίαση είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της που αφορά την αξίωση του αναιρεσείοντος για την προσαύξηση του επιδόματος τέκνων του χρονικού διαστήματος από 3-6-2002 έως 21-1-2003, που δεν έχει παραγραφεί, σε ποσοστό μεγαλύτερο εκείνου που χορηγήθηκε με την 201800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ για κάθε παιδί, δηλαδή αυτό που χορηγήθηκε με τη νεότερη 083//ΑΣ 11254/22-1-2001 ΚΥΑ που αύξησε τα ποσοστά που είχε χορηγήσει η παλαιότερη ΚΥΑ από 6%, 8% και 14%, ανάλογα με την ηλικία του τέκνου, σε 8%, 14% και 16%, αντίστοιχα, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση , σύμφωνα με το άρθρο 580 § 3 του ΚΠολΔ, στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Β.- Επί της από 9-6-2009 αιτήσεως αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου Ι.- Για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και των λόγων της προσκομίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 §§ 1 και 2 του ν. 2296/1995, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν, αντίστοιχα, με τα άρθρα 28 § 3 του ν. 2579/1998 και 42 του ν.2721/1999 (που ισχύουν για τις εκκρεμείς δίκες έως την κατάργησή τους, στις 7-8-2009, με το άρθρο 13 § 9 του ν. 3790/2009), η από 23-6-2009 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
ΙΙ.- Η ρητά θεσπιζομένη με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 έναρξη της (διετούς) παραγραφής από την γένεση των σχετικών αξιώσεων και όχι από το τέλος του αντίστοιχου έτους, ή από άλλο χρονικό σημείο, δεν αντίκειται, όπως προεκτέθηκε, στις διατάξεις του άρθρου 1 του ( κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και υπερνομοθετική ισχύ έχοντος κατ' άρθρο 28 παρ. του Συντάγματος) Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), ενώ, εξάλλου, και από την διάταξη του άρθρου 1 § 2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει, ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεών τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε και τα ακόλουθα: Η αξίωση του ενάγοντος για την αύξηση του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής με ποσοστό επί του επιδόματος τέκνων από 15-11-2001 έως 31-12-2001 έχει αποσβεσθεί λόγω της διετούς παραγραφής του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, αφού η εν λόγω παραγραφή δεν αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση, αλλά από το τέλος του οικονομικού έτους στο οποίο γεννήθηκε. Ο ισχυρισμός του εναγομένου, με τον οποίο υποστηρίζει ότι η παραγραφή της εν λόγω αξίωσης έχει αποσβέσει την τελευταία μέχρι και την 30-6-2002, δεδομένου ότι η έναρξη αυτής έγινε από τη γέννηση της αξίωσης και όχι από το τέλος του οικονομικού έτους στο οποίο γεννήθηκε, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού η εν λόγω παραγραφή άρχισε από το τέλος του οικονομικού έτους στο οποίο γεννήθηκε, όπως ίσχυε και με το παλαιότερο καθεστώς του ν. δ/τος 321/1969. Ακολούθως, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την προσαύξηση τέκνων για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 21-1-2003, απορρίπτοντας μόνο τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 15-11-2001 έως 31-12-2001, οι οποίες δέχθηκε ότι έχουν αποσβεσθεί λόγω διετούς παραγραφής του άρθρου 90 § 3 του ν. 2362/1995. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 90 § 3 του ν. 2362/1995, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α'του ίδιου νόμου. Και τούτο διότι από τη γέννησή τους οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου του χρονικού διαστήματος από 15-11-2001 έως 30-6-2002, οι οποίες (αξιώσεις) καταβάλλονται στην αρχή κάθε διμήνου, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2010481/1172/0022/10-5-1996 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, έως την επίδοση στις 3-6-2004 της ένδικης αγωγής στο Ελληνικό Δημόσιο έχουν υποπέσει στη διετή, κατά τα ανωτέρω, παραγραφή. Επομένως, ο μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το παραπάνω κεφάλαιο, να παραπεμφθεί και κατά τούτο η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Λόγω της μερικής νίκης και ήττας αμφοτέρων των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα είναι συμψηφιστέα κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις αναιρέσεις.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4805/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών α) κατά το κεφάλαιό της που αφορά την αξίωση του αναιρεσείοντος για την προσαύξηση του επιδόματος τέκνων του χρονικού διαστήματος από 3-6-2002 έως 21-1-2003 σε ποσοστό μεγαλύτερο εκείνου που χορηγήθηκε με την 201800/185/0022/17-3-1993 ΚΥΑ για κάθε παιδί, δηλαδή αυτό που χορηγήθηκε με τη νεότερη 083//ΑΣ 11254/22-1-2001 ΚΥΑ που αύξησε τα ποσοστά που είχε χορηγήσει η παλαιότερη ΚΥΑ από 6%, 8% και 14%, ανάλογα με την ηλικία του τέκνου, σε 8%, 14% και 16%, αντίστοιχα, και β) κατά το κεφάλαιο που αφορά την παραγραφή της αξιώσεως του αναιρεσείοντος για την προσαύξηση του επιδόματος τέκνων του χρονικού διαστήματος από 15-11-2001 έως 30-6-2002.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα αναιρούμενα κεφάλαια της αναιρεσιβαλλομένης προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Μαρτίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ