Legislator Case Law & Legislation
319/2010 AI generated

319/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 319/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

319/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που το δικαστήριο εφάρμοσε.

Keywords

AI generated
work subject to authorization publisher agreement rights and obligations of staff independent contractor non-implementation of the offending agreements offeror
AI generated
2078/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/1/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 467/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3103/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/6/2006 αίτησή της.
777/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ιωάννη Δαβίλλα, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη και Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
1590/2010
Εργατικές διαφορές.
231/2019
Κατά το άρθρο 559 αριθ.
45/2010
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 319 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 319/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Τρίγκα.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ξενοφώντα Νικολάου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 841/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-12-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 17-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του Α.Κ. και του νόμου 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/30-5-1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του Εισ.Ν.Α.Κ., προκύπτει ότι σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του με μισθό και υποβάλλεται στη νομική εξάρτηση του εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί εποπτεία και να ελέγχει την εργασία που παρέχει ο εργαζόμενος, δίδοντας οδηγίες ως προς το χρόνο, τόπο και τρόπο της παρεχόμενης υπηρεσίας, άσχετα με το αν ο εργοδότης ασκεί εμπράκτως το δικαίωμα αυτό ή αφήνει περιθώρια πρωτοβουλιών στον εργαζόμενο, εφόσον η ευχέρεια αυτή δεν εξικνείται μέχρι καταλύσεως της υποχρεώσεως υπακοής στον εργοδότη και δημιουργίας αντιστοίχως δικαιώματος ελεύθερης από τον έλεγχο του τελευταίου υπηρεσιακής δράσεως.

Η παροχή όμως των υπηρεσιών σε καθορισμένο τόπο και χρόνο, καθώς και η συμμόρφωση προς από κοινού συμφωνούμενους όρους, δεν αποτελούν χωρίς άλλο κριτήρια παροχής εξαρτημένης εργασίας, αν δικαιολογούνται από τη φύση και τις συνθήκες παροχής της. Ο χαρακτηρισμός της σχέσεως γίνεται μετά από εκτίμηση όλων των περιστάσεων για να κριθεί σε ποια σχέση βρίσκεται ο μισθωτός έναντι του εργοδότη του, ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτήρα που έδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη στη συμβατική τους σχέση.

Εξάλλου σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού την εργασία του χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη με την ως άνω έννοια, επί δε της συμβάσεως αυτής δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Τέτοια σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών είναι και του εμπορικού αντιπροσώπου ή παραγωγού πωλήσεων (πλασιέ), που παρέχει τις υπηρεσίες του με αμοιβή, η οποία συνίσταται είτε σε πάγιο κατά μήνα ποσό, είτε σε ορισμένο ποσοστό επί των πραγματοποιούμενων πωλήσεων, είτε σε συνδυασμό και των δύο αυτών τρόπων αμοιβής, όταν κατά τους όρους της σύμβασης ο εμπορικός αντιπρόσωπος (πλασιέ) δεν υπόκειται κατά τρόπο δεσμευτικό στην προαναφερόμενη νομική εξάρτηση του εργοδότη.

Εξάλλου ο, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται αν, ενόψει των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας, αυτό δεν εφαρμόσει τον εφαρμοστέο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόσει τον κανόνα εσφαλμένα, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2005).

Περαιτέρω με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της αποφάσεως πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που το δικαστήριο εφάρμοσε.

Η κατά την έννοια του αριθμού αυτού (19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση της απόφασης για έλλειψη νόμιμης βάσεως, υπάρχει και όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία στηρίζουν την διάπλαση ή διάγνωση που έλαβε χώρα.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εναγόμενος διατηρεί στην ... επιχείρηση έκδοσης και εμπορίας βιβλίων. Στα πλαίσια της προώθησης των πωλήσεων των βιβλίων που εκδίδει, την 14-2-2001, καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και της ενάγουσας σύμβαση, με βάση την οποία η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως περιοδεύουσα πωλήτρια τούτων (πλασιέ).

Ειδικότερα οι υπηρεσίες τις οποίες συμφωνήθηκε να προσφέρει και πρόσφερε πράγματι η ενάγουσα συνίσταντο σε πωλήσεις μέσα στην πόλη των ..., εκτός της πόλης στην ευρύτερη περιφέρεια του Νομού ..., αλλά και σε γειτονικούς νομούς με μονοήμερα ταξίδια, καθώς και σε όλη την Ελλάδα με ταξίδια διάρκειας μέχρι και δέκα ημερών.

Η παρεχόμενη εργασία συμφωνήθηκε από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή για τις πωλήσεις εντός της πόλης των ... και τα μονοήμερα ταξίδια στην ευρύτερη περιοχή της, και στους γειτονικούς νομούς και το ωράριο από 8 πμ μέχρι 16.00. Έτσι η ενάγουσα προσερχόταν κάθε πρωί κατά τις παραπάνω ημέρες στα γραφεία της επιχείρησης του εναγομένου, ο οποίος καθόριζε τον τόπο παροχής εργασίας κάθε φορά, την εφοδίαζε με διαφημιστικά φυλλάδια, γραμμάτια και συναλλαγματικές, καθώς και με έντυπα συμφωνητικά, που αφορούσαν τους υποψήφιους αγοραστές κα αυτή ακολούθως μετέβαινε στον προκαθορισμένο τόπο εργασίας, µε αυτοκίνητο που διέθετε γι' αυτόν το σκοπό ο τελευταίος και το οποίο οδηγούσε υπάλληλός του.

Η ενάγουσα επισκεπτόταν σπίτια και καταστήματα ενημέρωνε τους υποψήφιους αγοραστές και εφόσον αυτοί αποφάσιζαν την αγορά, συμπλήρωνε στο έντυπο συμφωνητικό για λογαριασµό του εναγομένου, το όνομα και τη διεύθυνση του αγοραστή, ο οποίος και το υπέγραφε, τα πωλούμενα βιβλία, την αξία τους, τον τρόπο της πληρωμής, ενόψει του ότι το τίμημα πιστωνόταν, εισέπραττε την προκαταβολή και συμπλήρωνε τα προαναφερόμενα αξιόγραφα, που κάλυπταν την τμηματική καταβολή του τιμήματος, σε διαταγή του τελευταίου.

Περαιτέρω η ενάγουσα παρέδιδε τα παραπάνω αντίγραφα και τα χρήματα που είχε εισπράξει, ως προκαταβολές των τιμημάτων, στον οδηγό-υπάλληλο του εναγομένου, που τα απέδιδε σ' αυτόν, ενόψει του ότι δεν είχε υποχρέωση, από τη μεταξύ τους συμφωνία, να επιστρέφει στα γραφεία της επιχείρησης αυτού μετά τη λήξη του χρόνου της εργασίας της.

Η ενάγουσα συμφωνήθηκε να αμείβεται µε μηνιαίο μισθό 440 ευρώ και σε περίπτωση, που πραγματοποιούσε πωλήσεις πλέον των 800.000 δρχ. θα έπαιρνε προμήθεια 10%. Κατά τον ίδιο τρόπο παρείχε τις υπηρεσίες της και στα ταξίδια, που πραγματοποιούσε σε άλλες πόλεις της χώρας, τις οποίες καθόριζε κάθε φορά ο εναγόμενος, που διαρκούσαν πλέον της μιας ημέρας, στις οποίες μεταφερόταν με άλλους συναδέλφους της με αυτοκίνητό του, που οδηγούσε υπάλληλός του.

Αποδείχθηκε ακόμα ότι ο εναγόμενος είχε εφοδιάσει την ενάγουσα με δικό του κινητό τηλέφωνο, με το οποίο επικοινωνούσαν για όποιο θέμα ανέκυπτε σχετικά με την παρεχόμενη εργασία και κατά κύριο λόγο για την περίπτωση αλλαγής των δρομολογίων. Η ενάγουσα δεν είχε τη δυνατότητα να μεταβάλει με δική της πρωτοβουλία τον τόπο εργασίας που είχε προκαθορίσει ο εναγόμενος, παρά μόνον εφόσον ο τελευταίος το ενέκρινε μετά από σχετική ενημέρωσή του.

Επίσης η ενάγουσα δεν είχε τη δυνατότητα να διαθέτει τα βιβλία του εναγομένου στους αγοραστές με απόλυτη ελευθερία σ' ότι αφορά το ποσόν της προκαταβολής του τιμήματος, το χρόνο πίστωσης αυτού και τον τρόπο της τμηματικής καταβολής του, αλλά δεσμευόταν από τις οδηγίες και τις εντολές του τελευταίου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τα έξοδα μετακίνησης και διαμονής της ενάγουσας όταν η εργασία της παρείχετο εκτός της πόλης των ...

με διανυκτέρευση, συμφωνήθηκε να καλύπτει ο εναγόμενος. Σύμφωνα με τα δεδομένα αυτά, ενόψει του ότι η ενάγουσα υποβαλλόταν στον έλεγχο και την εποπτεία του εναγόμενου κατά τη διάρκεια της παροχής των υπηρεσιών της προς τον τελευταίο, ως προς το χρόνο, τον τρόπο και τον τόπο εκτέλεσης αυτών, οι δε παρεχόμενες οδηγίες και εντολές του ήταν δεσμευτικές γι' αυτήν και συνεπώς τελούσε σε νομική εξάρτηση από αυτόν, η σχέση που συνέδεε τους συμβαλλόμενους διαδίκους ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην παροχή της οποίας διαρκώς προσφερόμενης απέβλεψαν οι ίδιοι και όχι της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών.

Δε θα πρέπει να παραλειφθεί το γεγονός ότι ο εναγόμενος φέρεται ότι προσέλαβε την ενάγουσα ως υπάλληλο γραφείου, µε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά δήλωσή του εικονική στα πλαίσια προγράμματος επιδότησης των εργοδοτών από τον ΟΑΕΔ και την είχε ασφαλίσει στο ΙΚΑ, αλλά την απασχόλησε ως περιοδεύουσα πωλήτρια.

Ο τελευταίος, που ισχυρίζεται ότι η μεταξύ αυτού και της ενάγουσας σύμβαση ήταν ανεξαρτήτων υπηρεσιών, όπως και µε τους λοιπούς εργαζόμενους στην επιχείρησή του, η οποία (σύμβαση) μάλιστα είχε καταρτισθεί εγγράφως και ότι είχε συμφωνηθεί αμοιβή με ποσοστά επί του τιμήματος των πωλήσεων, δεν προσκομίζει το σχετικό έγγραφο, επικαλούμενος ότι εκλάπη από την ενάγουσα.

Ο ισχυρισμός του αυτός από κανένα αποδεικτικό µέσο αποδείχθηκε, ούτε άλλωστε ο ίδιος μήνυσε την τελευταία για την πράξη αυτή. Εξάλλου δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει αποδείξεις παροχής υπηρεσιών της ενάγουσας για την είσπραξη της αμοιβής της. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στις προσκομιζόμενες έγγραφες συμβάσεις από τον εναγόμενο, που αφορούν άλλους εργαζόμενους στη επιχείρηση του "μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών (έργου)", όπως επιγράφονται, υπάρχει όρος περί υποχρέωσης του αντισυμβαλλομένου να εκδίδει θεωρημένες αποδείξεις παροχής υπηρεσιών προκειμένου να πληρωθεί.

Συνεπώς αν είχε υπογράψει τέτοια σύμβαση και µε την ενάγουσα και µε την εκδοχή ότι αυτή (η σύμβαση) παράνομα αφαιρέθηκε από την τελευταία, θα έπρεπε να υπήρχαν οι αποδείξεις, που θα του χορηγούσε προκειμένου να εισπράξει την αμοιβή της. Περαιτέρω δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει καρτέλα που τηρούσε για τις λογιστικές ανάγκες της επιχείρησής του, ως προς την ενάγουσα, από την οποία να προκύπτουν οι μηνιαίες πωλήσεις, το σχετικό τίμημα, η αμοιβή της, η καταβολή ή πίστωση αυτής.

Αν είχε καταρτισθεί τέτοια σύμβαση μεταξύ τους ήταν αναγκαία η τήρηση τέτοιας καρτέλας. Περαιτέρω ο εναγόμενος προσκόμισε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ήδη προσκομίζει και επικαλείται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου το από 19-2-03 ιδιωτικό έγγραφο, που υπογράφει η ενάγουσα στο οποίο αναφέρεται ότι δανείσθηκε από τον τελευταίο άτοκα το ποσόν των 1668 ευρώ.

Ακολούθως αναγράφεται ότι "το οποίο θα παρακρατείται σιγά, σιγά από παροχής υπηρεσιών που θα προσφέρει στο Χ (εναγόμενο) (πωλήσεις των βιβλίων που εκδίδει) και αμείβεται µε προμήθεια". Το έγγραφο αυτό, που προσκομίσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και η ενάγουσα αναγνώρισε την υπογραφή της, πλην όμως ισχυρίσθηκε ότι η προαναφερόμενη παράγραφος έχει τεθεί μετά την υπογραφή της, δεν το πρόσβαλε όμως ως πλαστό.

Από το έγγραφο αυτό, που µε την αναγνώριση της υπογραφής της ενάγουσας και τη µη προσβολή του ως πλαστού, θεωρείται ότι είναι γνήσιο (άρθρ. 457 ΚΠολΔ), και στο οποίο περιέχεται εξώδικη ομολογία της τελευταίας περί αμοιβής της με ποσοστά, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (άρθρ. 352 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλές τεκμήριο για το είδος της σύμβασης που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, αφού δεν ενισχύεται ούτε συμπορεύεται με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

Με βάση, τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο έκρινε, ότι η σύμβαση, που καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και της αναιρεσίβλητης, την 14-2-2001, ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών(έργου), διότι δέχθηκε ότι η ενάγουσα παρείχε την εργασία της για τις πωλήσεις των βιβλίων του εναγομένου, κατά τη διάρκεια δε αυτής, τελούσε σε καθεστώς εξάρτησης ελέγχου και εποπτείας από εκείνο, αφού ελάμβανε απ' αυτόν εντολές και οδηγίες, δεν της παρείχοντο δε περιθώρια πρωτοβουλίας και ελευθερίας στον καθορισμό του τρόπου και του χρόνου εργασίας της.

Ειδικότερα, ότι αυτή δεν προσδιόριζε κυριαρχικά τον τρόπο και τον χρόνο της εργασίας της, ενώ είχε συγκεκριμένο ωράριο, η σχέση της με τον εναγόμενο δεν ήταν ελαστική και δεν είχε αυτονομία στις κινήσεις της, διότι ταξίδευε, μετεκινείτο, επισκεπτόταν και ανεύρισκε νέους πελάτες, εκτελώντας τις εργοδοτικές εντολές του εναγομένου.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, που, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, απέρριψε τις εφέσεις και επικύρωσε την 73/2006 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης, στηριζόμενη στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις ή εκείνες των άρθρων 652, 681 Α.Κ.

και 6 του ν. 765/43 ευθέως ή εκ πλαγίου, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δοθέντος ότι το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση και να προσδιορίσει τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα από τα οποία κατέληξε στην κρίση του, να αξιολογήσει χωριστά καθένα από αυτά και να αιτιολογήσει ειδικότερα την κρίση του ως προς την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, όπως αβάσιμα διατείνεται ο τελευταίος.

Εξάλλου εκ του ότι, ως προς την ειδικότερη παραδοχή της απόφασης ότι από το περιεχόμενο του από 19-2-2003 ιδιωτικού εγγράφου, που φέρει την υπογραφή της ενάγουσας, "στο οποίο περιέχεται εξώδικη ομολογία της τελευταίας περί αμοιβής της με ποσοστά, που εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο(άρθρο 352 παρ.2 ΚΠολΔ)δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλές τεκμήριο για το είδος της σύμβασης που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, αφού δεν ενισχύεται ούτε συμπορεύεται με τα άλλα αποδεικτικά μέσα", δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έπρεπε να συμπορεύονται και να ενισχύουν την κρίση ότι πρόκειται για σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, δεν στερήθηκε η απόφαση της απαιτουμένης αιτιολογίας, αφού τούτο δεν ήταν αναγκαίο.

Επομένως οι περί του αντιθέτου υπό στοιχ. 2 και 4 από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται οι παραπάνω πλημμέλειες της απόφασης, είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλως η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 γ του ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, εφόσον από την απόφαση αποδεικνύεται, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισαν οι διάδικοι με επίκληση. Αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αν από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και ιδίως έγγραφο.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' του ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που προσκόμισε σε αυτό με επίκληση για απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του, ότι η παροχή των υπηρεσιών της προς αυτόν γινόταν σε εκτέλεση σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και συγκεκριμένα: 1)τις ...

ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβ/φου Πατρών Αλμαγίας Δρούζα, τις ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβ/φου Αθηνών Ελευθερίου Δημόπουλου, τις ...ένορκες βεβαιώσεις της συμβ/φου Πατρών Ευθυμίας Βουκελάτου 2)την κατάθεση του μάρτυρα που με την επιμέλεια του εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και 3)τα ιδιωτικά συμφωνητικά παροχής υπηρεσιών.

Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, για τη θεμελίωση του αποδεικτικού πορίσματός του, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων, α)τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες μάλιστα ειδικά προσδιορίζει ως προς τα στοιχεία των β)τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα και γ)τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και συνεπώς, από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου και τις αιτιολογίες της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι τούτο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, προκειμένου να καταλήξει στο πόρισμα του, και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, μη προκύπτοντος του αντιθέτου από την αποδεικτική αξία, την οποία, κατά την, ανέλεγκτη, επί της ουσίας κρίση του, προσέδωσε σ' αυτά.

Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως στο σύνολο του είναι αβάσιμος.

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή ισχυρισμοί θεμελιωτικοί κατά νόμο αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, που να είναι παραδεκτοί και νόμιμοι, όχι δεν και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.

Δεν αποτελούν επίσης πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο της αναίρεσης λόγο καταλογίζει στο Εφετείο την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη ισχυρισμό του, που παραδεκτά προέβαλε ενώπιον του και αναφέρεται στην παροχή της εργασίας της αναιρεσίβλητης, με τους ειδικότερους όρους που συμφωνήθηκαν και ειδικότερα προσδιορίζει, με βάση τους οποίους η σύμβαση φέρει το χαρακτήρα εκείνης των ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Όπως, όμως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο ερεύνησε τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε δεχθέν ότι η σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων είναι εκείνη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Επομένως ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Δεκεμβρίου 2008 αίτηση του Χ, για αναίρεση της με αριθμό 841/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ