319/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated319/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, ο 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση εκ του αριθ. 8 (όχι των αριθμών 1 και 19) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με ον οποί υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
Full text
Απόφαση 319 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 319/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καλονόμου.
Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Σταθόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-6-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1737/2003 του ίδιου Δικαστηρίου 5343/2004 προδικαστική και 8275/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-3-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 17-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ η παράλειψη του δικαστηρίου, να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο και επομένως μη ασκούντα επιρροή στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως.
Συνεπώς, το Εφετείο, που αγνόησε τον -παραδεκτώς προταθέντα κατ' άρθρο 528 Κ.Πολ.Δ. το πρώτο στο Εφετείο με τις προτάσεις του ως δικασθέντος ερήμην στο πρωτοδικείο αναιρεσείοντος (ενάγοντος και εκκαλούντος)- ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως της από 20-6-2002 αγωγής της αναιρεσίβλητης ως εκ του ότι αυτή δεν διεκδίκησε ούτε την αναγνώριση της πατρότητας ούτε την καταβολή οιασδήποτε διατροφής σχεδόν επί δεκαεννέα έτη με συνέπεια η προσφυγή της στο δικαστήριο κυριολεκτικά την ύστατη στιγμή να καταφάσκει οπωσδήποτε την αποδυνάμωση του αγωγικού δικαιώματος, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.
προβλεπομένη πλημμέλεια, αφού είναι μη νόμιμη η ανωτέρω ένσταση, καθόσον μόνη η αδράνεια της δικαιούχου (ενάγουσας) να ασκήσει το δικαίωμά της επί μακρό χρόνο, έστω και εγγίζοντα το χρόνο της παραγραφής, δεν καθιστά καταχρηστική την εκ των υστέρων άσκηση του σχετικού δικαιώματος, δεδομένου ότι δεν έγινε επίκληση και άλλων περιστατικών, αναγόμενων στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υποχρέου που αποκρούει το δικαίωμα, τα οποία (περιστατικά) να δημιουργούν στον υπόχρεο την εύλογη πεποίθηση πως δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα ή (και) να έχουν συντελέσει στην παγίωση κατάστασης, της οποίας η ανατροπή να επιφέρει δυσμενείς για τον υπόχρεο συνέπειες.
Επομένως, ο 1ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση εκ του αριθ. 8 (όχι των αριθμών 1 και 19) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με ον οποί υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 περ. γ' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αδίκαστη αίτηση. Ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι, ιδίως, η αγωγή, η ανταγωγή, η κύρια παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, τα ένδικα μέσα της έφεσης, της ανακοπής και τριτανακοπής.
Εν προκειμένω με τον 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης εκ των αριθμών 9 και 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προσάπτονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις ότι άφησε αδίκαστη την έφεσή του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος κατά της 1737/03 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην του ιδίου, καθώς και ότι δεν έλαβε υπόψη τους προβαλλόμενους με αυτή (έφεση) ουσιώδεις ισχυρισμούς του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον -όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας- το Εφετείο με την 5343/04 οριστική του απόφαση δίκασε την ως άνω έφεση και την δέχθηκε κατ' ουσίαν, ακολούθως δε εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και, αφού έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των διαδίκων διέταξε την διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για το ζήτημα αν ο εναγόμενος είναι ή όχι ο φυσικός πατέρας της ενάγουσας, ενώ, μετά τη διενέργεια αυτής (πραγματογνωμοσύνης και την επαναφορά της υποθέσεως προς συζήτηση, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη.
ΕΠΕΙΔΗ στο άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ' Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι "ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμ/φου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή", το άρθρο δε αυτό έχει εφαρμογή και στην ειδική διαδικασία των διαφορών από σχέσεις γονέων και τέκνων (άρθρα 614-622 Κ.Πολ.Δ.), κατά το άρθρο 591 Κ.Πολ.Δ., αφού δεν προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση στην εν λόγω ειδική διαδικασία. Εξάλλου, ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ.. αναιρετικός λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και οι υπεράριθμες (πέραν των τριών) ένορκες βεβαιώσεις. Για τη διαδικαστική πληρότητα αυτού του λόγου πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται και ότι ο περί του ανεπιτρέπτου των αποδεικτικών μέσων ισχυρισμός είχε προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας παραδεκτώς, ήτοι κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 591 παρ. 1γ ΚΠολΔ τρόπο, ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ απορρέοντα 3ο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και κατά το 1ο μέρος του, μέμφεται το Εφετείο ότι, για τον σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως περί του ότι ο εναγόμενος είναι ο φυσικός πατέρας της εναγούσης, έλαβε υπόψη τις με αριθμούς ......, ......, ......
και ...... ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε η ενάγουσα- αναιρεσίβλητη, καθ' υπέρβαση του αριθμού των τριών που επιτρέπετο να λάβει υπόψη, ήτοι έλαβε υπόψη και την τέταρτη (......) ως άνω βεβαίωση, η οποία ήταν ανεπίτρεπτο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο. Ο λόγος αυτός ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων, επικαλούμενος προβολή από τον ίδιο του σχετικού ισχυρισμού (περί του ανεπιτρέπτου) με την ενώπιον του Εφετείου κατατεθείσα προσθήκη στις προτάσεις του, δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι ο εν λόγω ισχυρισμός προεβλήθη εκ μέρους του προφορικώς κατά τη συζήτηση στο Εφετείο και ότι καταχωρίσθηκε στα πρακτικά ή ότι η διαλαμβάνουσα αυτόν προσθήκη στις προτάσεις είχε κατατεθεί στο ακροατήριο (άρθρο 591 παρ. 1 εδ.
β' και γ' ΚΠολΔ), αλλ' ούτε και ότι συντρέχει εν προκειμένω κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται η ίδια πλημμέλεια στο Εφετείο, ότι δηλαδή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αφενός μεν τις με αριθμούς ......, ...... και ...... ένορκες βεβαιώσεις που είχαν προσκομισθεί για πρώτη φορά στο Εφετείο κατά την συζήτηση της υποθέσεως σ' αυτό, αφετέρου δε την υπ' αριθ. ......
ένορκη βεβαίωση κατά τη λήψη της οποίας είχε κλητευθεί ο δικηγόρος του αναιρεσείοντος (εναγομένου), Χαράλαμπος Μελίτας, ο οποίος έχει υπογράψει την έφεση αντί του ιδίου του εναγομένου, είναι αβάσιμος, καθ' όσον από τον συνδυασμό των άρθρων 270 και 529 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οι ένορκες βεβαιώσεις παραδεκτώς προσάγονται στο Εφετείο ως αποδεικτικά μέσα, αν έχουν συντελεσθεί πριν από τη δικάσιμο σ' αυτό και μετά προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου, ενώ εξάλλου νόμιμα έγινε κλήτευση του δικηγόρου του εναγομένου που έχει υπογράψει την έφεση κατά το τεκμήριο της πληρεξουσιότητας του άρθρου 143 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.
για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις ως την πρώτη συζήτηση (άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ.), στις προπαρασκευαστικές δε πράξεις, οι οποίες μπορούν να επιδοθούν στον δικηγόρο που υπογράψει το ένδικο μέσο, συμπεριλαμβάνεται και η κλήση για λήψη ένορκης βεβαίωσης ενόψει τις πρώτης συζητήσεως στο Εφετείο.
Με τον τέταρτο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ., ψέγεται το Εφετείο ότι, με εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως στον αναιρεσείοντα, δέχθηκε τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί σαρκικών επαφών της μητέρας της με τον πρώτο κατά το κρίσιμο διάστημα της συλλήψεως, κρίναν ότι ο αναιρεσείων δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο για την απόδειξη του προβληθέντος από αυτόν αντίθετου συναφώς ισχυρισμού. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο ανωτέρω αγωγικός ισχυρισμός έγινε δεκτός, όχι εξαιτίας μη (αντ)αποδείξεως του αντίθετου (αρνητικού) ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, αλλά επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από την αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) σχετικές αποδείξεις.
ΕΠΕΙΔΗ, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής παραδεκτώς επισκοπούμενο κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) επικαλείται το περιστατικό ότι ο αναιρεσείων (εναγόμενος) είναι πατέρας της, διότι συνευρέθη με τη μητέρα της κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της συλλήψεως, γεγονός το οποίο, κατά την κρίση του Εφετείου, αποδείχθηκε από τις διεξαχθείσες αποδείξεις, γι' αυτό και η άνω αγωγή της αναιρεσίβλητης περί αναγνωρίσεως της πατρότητας του αναιρεσείοντος, έγινε δεκτή ως ουσία βάσιμη. Επομένως, ο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. 5ος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη του τον εν λόγω ισχυρισμό, χωρίς να έχει γίνει νόμιμη επαναφορά του με σχετική ανάπτυξη αυτού στις προτάσεις της ενάγουσας είναι αβάσιμος, καθ' όσον ο εν λόγω ισχυρισμός διαλαμβάνεται στην αγωγή, και δεν απαιτείτο επαναφορά αυτού με τις προτάσεις της ενάγουσας ενώπιον του Εφετείου.
ΕΠΕΙΔΗ ο εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως στερούμενη νόμιμης βάσης και δη ως μη έχουσα καθόλου αιτιολογίες ή ως έχουσα αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, αλλά στην πραγματικότητα να την πλήττει ως προς την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, εκτίμηση των αποδείξεων.
Με τον 6ο λόγο και κατά το 1ο μέρος του αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης με επισήμανση σφαλμάτων που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με την παραδοχή της αγωγής, ότι δηλαδή ο εναγόμενος είναι πατέρας της ενάγουσας, αφού στον ίδιο λόγο αναφέρεται ότι το εφετείο εσφαλμένα δέχθηκε την αγωγή, ενώ έπρεπε να την απορρίψει καθ' όσον ο αναιρεσείων δεν ήλθε ποτέ σε σαρκική συνάφεια με την μητέρα της ενάγουσας κατά τον κρίσιμο διάστημα.
Επομένως, ο λόγος αυτός, με τον οποίο, υπό την επίκληση της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η ουσιαστική εκτίμηση του Εφετείου, είναι απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της τον αρνητικό αγωγής ισχυρισμό του εναγομένου για ανυπαρξία σαρκικής συνάφειας αυτού με τη μητέρα της ενάγουσας κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύλληψης, είναι αβάσιμος, αφού τον ισχυρισμό αυτόν, ο οποίος άλλωστε δεν είναι "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, τον έλαβε υπόψη το Εφετείο, δεχθέν ως κατ' ουσίαν βάσιμο τον αντίθετο αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, όπως αναφέρεται πιο πάνω κατά τη διερεύνηση του τέταρτου αναιρετικού λόγου.
Τέλος, ο λόγος αυτός, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρθ. 1β' Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή το εφετείο παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν για την αποδοχή της αγωγής (άρθρο 1481 ΑΚ), είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία παραβίασε το εφετείο και συνακόλουθα σε τι συνίσταται το σχετικό σφάλμα του, αν δηλαδή αυτό συνέχεται με την ερμηνεία ουσιαστικών διατάξεων ή με την υπαγωγή σ' αυτές πραγματικών γεγονότων.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3-4-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 8275/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Φεβρουαρίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ