Legislator Case Law & Legislation
319/2008 AI generated

319/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 319/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

319/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνον ενόψει αυτών, μπορεί να' ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 319 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 319/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ελληνικής εταιρίας διαχειρίσεως Ξενοδοχειακών Ναυτιλιακών Τουριστικών Επιχειρήσεων ΕΟΜΑ ΑΕ που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Καραμανλή.

Του αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ΟΣΕ που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Δημάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-1990 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 687/1991 προδικαστική, 2474/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 528/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-5-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 13-11-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα, επιπλέον δε να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο και ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής.

Διότι μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνον ενόψει αυτών, μπορεί να' ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (άρθρο 578 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται, εκτός άλλων, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια τους, ποιο δηλαδή στοιχείο αναγκαίο για την επάρκεια τους λείπει, και σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει και επιπλέον να αναφέρονται οι όλως αντιφατικές φερόμενες παραδοχές του Εφετείου.

Η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ. ΑΠ 32/1996, 27/1998). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. β' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης. Λεν στοιχειοθετείται όμως ο αναιρετικός αυτός λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, ουσιαστικό ή τυπικό (Ολ.

ΑΠ 11/1996, 12/1991) . Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ και, ειδικότερα, ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 700 ΑΚ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος αναφορικά με το ζήτημα αυτό.

Επίσης, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη παραδεκτώς και νομίμως προταθέντα ισχυρισμό της περί ακυρότητας της καταγγελίας της από 28-06-1998 σύμβασης, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης, αλλά αναιτιολογήτως δέχθηκε ότι αυτή είναι έγκυρη και παράγει νόμιμα αποτελέσματα, πλέον της αντιφατικότητας του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αφού σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο αναιρετήριο, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό και τον απέρριψε, αφού δέχθηκε ότι η καταγγελία αυτή είναι έγκυρη και παράγει έννομα αποτελέσματα.

Επειδή, για να στοιχειοθετηθεί λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πρέπει το δικαστήριο να εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Επομένως, δεν ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη, αόριστη, απαράδεκτη ή για άλλο τυπικό λόγο ((Ολ.

ΑΠ 44/1990). Εξάλλου, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη του ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα" ή μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αποτελούν το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη αυτήν ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληρώνει, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.. Απορρίπτεται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης ως αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα για την θεμελίωση της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασης πραγματικά περιστατικά και παρά ταύτα την απέρριψε ως μη νόμιμη ή κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Υπό τα ως άνω εκτιθέμενα ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος αυτού, με τον οποίο, κατ' εκτίμηση αποδίδεται στην προσβαλλομένη αιτίαση από τον αριθμό 19 ΚΠολΔ για το λόγο ότι το Εφετείο αναιτιολογήτως και με αντιφατικές άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης του δικαιώματός της προς καταγγελία της μεταξύ τους καταρτισθείσας σύμβασης, είναι απαράδεκτος, εφόσον το δικαστήριο αυτό (Εφετείο) δεν ερεύνησε στην ουσία της την εν λόγω ένσταση και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα αλλά την απέρριψε ως μη νόμιμη.

Περαιτέρω ο ίδιος (δεύτερος) λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση για το λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο πραγματικά περιστατικά τα οποία επικαλέστηκε προς θεμελίωση της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασής της (αριθ. 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη του τα περιστατικά αυτά και απέρριψε την άνω ένσταση ως μη νόμιμη.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, εκτός των αναφερομένων σε αυτήν εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, το δεδικασμένο, που προκύπτει από τελεσίδικη απόφαση, λαμβάνεται μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 του ΚΠολΔ, δεν αφορά όμως στη δημόσια τάξη και συνεπώς ο περί τούτου ισχυρισμός για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης πρέπει να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και να γίνεται περί τούτου μνεία στο αναιρετήριο (Ολ. ΑΠ 1339/1995, ΑΠ 1002/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η τελευταία δεν προέβαλε στο δικαστήριο αυτό (Εφετείο) ένσταση δεδικασμένου περί της ακυρότητας της από 25-6-1990 καταγγελίας της από 28-6-1998 σύμβασης, προκύπτοντα, από την υπ' αριθμ. 8036/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, άλλωστε, κατά τ' αναφερόμενα στο αναιρετήριο έκρινε επί της από 14-3-1990, ήτοι προγενέστερης της επίδικης, καταγγελίας της ανωτέρω σύμβασης.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλομένη κατ' ορθή εκτίμηση αιτίαση από τον αριθμό 16 είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Ομοίως, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα επικαλείται τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1, 8,11, 17 και 19 του ΚΠολΔ, χωρίς να τις συνδέει με συγκεκριμένες πλημμέλειες της προσβαλλομένης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-5-2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΩΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ-ΕΟΜΑ Α.Ε." για αναίρεση της 528/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ