Supreme Court dismisses appeal against agricultural insurance company's refusal to hire workers under Article 656 of the Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by agricultural workers against a private insurance organization's refusal to employ them. The court held that the lower court correctly applied Article 656 of the Civil Code as it stood before legislative amendments, rejecting the claim that the refusal was abusive. Consequently, the appeal was rejected for the present parties, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 656 of the Civil Code: The Supreme Court may examine ex officio whether a party expedited the appeal hearing; if a party fails to appear or participate legally, the Court reviews the procedural standing and the validity of the lower court's application of the relevant statutory provision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 318 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 318/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) … και 9) …, κατοίκου Αθηνών. Οι 2ος και 6η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Καμπίτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις και οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ελληνικών Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛ.ΓΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Αναστασία Κουτσαύτη και Αικατερίνη Τσιροβασίλη, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις.
Κοινοποιούμενη η αίτηση αναίρεσης στο σωματείο με την επωνυμία "Πανελλήνια Ένωση Ανέργων και Συμβασιούχων" (ΠΕΑΣΓΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/6/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων-καλούντων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκε με την διά των προτάσεων ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του σωματείου προς το οποίο κοινοποιείται η ένδικη αναίρεση. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1763/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1610/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 24/3/2015 αίτησή τους, η οποία κατόπιν αναβολής και ματαιώσεων επαναφέρεται με την από 16/10/2020 κλήση των καλούντων. Κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 9-3-2021, η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της πανδημίας και ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος, δυνάμει της από 19-5-2021 πράξης της Προέδρου του Β2 Πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνα Νάκου ανέγνωσε την από 14/9/2018 έκθεση του Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικόλαου Πιπιλίγκα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη (ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 720/2017, ΑΠ 701/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22-12-2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι, ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνης του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 9/2003, ΑΠ 536/2020).
Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013 και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βεβαίως αυτές δεν είχαν συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (20-3-2013), σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 42/2019, ΑΠ 1711/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης της από 24-3-2015 και με αριθ. κατ. 314/27-3-2015 αίτησης για αναίρεση της με αριθ. 1610/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί έφεσης κατά της με αριθ. 1763/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, έλαβε χώρα με επίσπευση εννέα (9) εκ των δώδεκα (12) αναιρεσειόντων και συγκεκριμένα των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου, 6ης, 9ου, 10ου και 11ου των αναιρεσειόντων, συνδεομένων με σχέση απλής ομοδικίας, δηλαδή των Σ.
Α., Μ. Ι., Κ. Κ., Π. Γ., Κ. Σ., Κ. Ε., Σ. Δ., Κ. Π. και Χ. Κ., με την από 16-10-2020 κλήση τους ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης η 9-3-2021. Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση ματαιώθηκε λόγω της επιβολής του μέτρου αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού covid-19 και προσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως η συζήτησή της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (28-9-2021), με την από 19-5-2021 πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ενώ παράλληλα, με πρωτοβουλία του γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο οικείο πινάκιο με αριθμό 36.
Προς ενημέρωση δε των διαδίκων, η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48/Α/2021) σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο της 28-9-2021, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νομίμως από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, οι 1ος, 3ος, 4ος, 5ος, 9ος, 10ος και 11ος των αναιρεσειόντων (1ος, 3ος, 4ος, 5ος, 7ος, 8ος και 9ος των καλούντων, αντίστοιχα), δηλαδή οι Σ. Α., Κ. Κ., Π. Γ., Κ. Σ., Σ. Δ., Κ.
Π. και Χ. Κ. δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε γι' αυτούς η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι-καλούντες, δηλαδή ο 2ος Μ. Ι. και η 6η, Κ. Ε., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν νομίμως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κ. Π.. Όσον αφορά τους παραπάνω απολιπομένους αναιρεσιβλήτους, ναι μεν δεν ήταν αναγκαία η κλήτευσή τους κατά τη σημερινή δικάσιμο, αφού, στη συγκεκριμένη περίπτωση, που, όπως προεκτέθηκε, ματαιώθηκε η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού, η οίκοθεν αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρα 74 παρ. 2 ν. 4690/2020 και 83 παρ. 3 ν. 4790/2021), πλην όμως, για να ισχύσει τούτο, απαιτείται ως προϋπόθεση, ο απολιπόμενος διάδικος είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής (ΑΠ 1121/2020).
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι ο δικηγόρος Αθηνών Παναγιώτης Καμπίτης, που κατέθεσε την από 16-10-2020 κλήση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από τους παραπάνω απολιπόμενους 1°, 3°, 4°, 5°, 9°, 10° και 11° των αναιρεσειόντων (1°, 3°, 4°, 5°, 7°, 8° και 9° των καλούντων), αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή σχετικής πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω Δικηγόρο, με την προσκόμιση συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή εγγράφων εξουσιοδοτήσεων των εν λόγω διαδίκων προς αυτόν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών, ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και, επομένως, ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου κλήτευση των παραπάνω αναιρεσειόντων, προκειμένου αυτοί να παραστούν κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ορισθείσα με την από 16-10-2020 κλήση δικάσιμο της 9-3-2021. Επομένως, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, και δεδομένου ότι, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, που επισκοπούνται παραδεκτά (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι αναιρεσείοντες συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τους παραπάνω μη εγκύρως επισπεύδοντες τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτούς, ενώ ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους λοιπούς αναιρεσείοντες πρέπει ο Άρειος Πάγος να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
Εξάλλου, για το παραδεκτό της συζήτησης της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 205/2019, ΑΠ 87/2016), αντίγραφο της από 16-10-2020 κλήσης για συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο της 9-3-2021, οπότε, κατά τα προεκτεθέντα, ματαιώθηκε και επαναπροσδιορίσθηκε αυτεπαγγέλτως για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (28-9-2021) επιδόθηκε, σύμφωνα με τα άρθρα 82 εδ.
γ' και 81 παρ. 3 ΚΠολΔ, νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. με αριθ. 3400Β/4-1-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κ. Μ.), στο σωματείο με την επωνυμία "Πανελλήνια Ενωση Ανέργων και Συμβασιούχων Γεωπόνων (ΠΕΑΣΓΕ)", το οποίο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης είχε ασκήσει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγόντων ήδη αναιρεσειόντων, διατήρησε δε την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Με την κρινόμενη από 24-3-2015 και με αριθ. κατ. 314/27-3-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 1601/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της από 19-12-2006 και με αριθ. κατ. 10531/21-12-2006 έφεσης του αναιρεσιβλήτου κατά της με αριθ. 1763/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί της ασκηθείσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από 29-6-2005 και με αριθ. 98796/2650/29-6-2005 αγωγής.
Ειδικότερα, με την αγωγή αυτή, οι αρχικώς 24 ενάγοντες ισχυριζόμενοι ότι οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που κατήρτισε καθένας από αυτούς με το εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων (ΕΛ.Γ.Α.)" είναι στην πραγματικότητα και σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, του άρθρου 103 του Συντάγματος και της ρήτρας 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, καθώς και ότι, για το λόγο αυτό, η μη ανανέωση των συμβάσεών τους μετά τη λήξη της τελευταίας από αυτές, που δεν καταγγέλθηκε, ήταν παράνομη, ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της απόλυσής τους και να υποχρεωθεί το εναγόμενο, με απειλή χρηματικής ποινής, να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθ. 1763/7-9-2006 οριστική απόφαση, αφού κατήργησε τη δίκη ως προς τους 6°, 7η, 8°, 10°, 11η, 13°, 14°, 15°, 16°, 18° και 20η των εναγόντων, λόγω νομότυπης παραίτησής τους από το δικόγραφο της αγωγής, συνεκδίκασε την αγωγή και την ασκηθείσα κατά τη συζήτηση αυτής πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των εναγόντων του σωματείου με την επωνυμία "Πανελλήνια Ενωση Ανέργων και Συμβασιούχων Γεωπόνων (ΠΕΑΣΓΕ)", δέχθηκε την αγωγή ως προς τους λοιπούς 1°, 2°, 3°, 4°, 5°, 9η, 12°, 17°, 19°, 21°, 22°, 23° και 24η ενάγοντες.
Επί της από 19-12-2006 και με αριθ. κατ. 10531/2006 έφεσης του εναγομένου, στρεφομένης κατά των παραπάνω εναγόντων, που νίκησαν στην πρωτόδικη δίκη, δηλαδή κατά των: 1) … και 13) Αικατερίνης Κατσιούλα του Ιωάννη εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθ. 1610/28-3-2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού εξαφάνισε για το ενιαίο της εκτέλεσης στο σύνολό της τη με αριθ. 1763/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το μεν στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της από 19-12-2006 έφεσης και χωρίς ειδικό παράπονο του εκκαλούντος, ήδη αναιρεσιβλήτου, απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή κατά το αίτημα να υποχρεωθεί το τελευταίο, με απειλή χρηματικής ποινής, να απασχολεί τους παραπάνω ενάγοντες εφεσιβλήτους στη θέση που αντιστοιχούσε σε εκείνη της υπηρεσιακής τους ένταξης και εξέλιξης, δέχθηκε αυτήν κατά το αίτημα αναγνώρισης της συνδέουσας τους εννέα (πλην των 4°, 19° και 22° των εναγόντων) αναιρεσείοντες με το αναιρεσίβλητο σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το δε, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή ως προς τους παραπάνω 4°, 19° και 22° των εναγόντων, ήδη 4°, 9° και 11° των αναιρεσειόντων.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους διαδίκους, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 109/2020).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα δικαίου ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Η ορθότητα δε της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται από τον Άρειο Πάγο με βάση το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης αυτής και μάλιστα ακόμη και αν επακολούθησε νέος νόμος με αναδρομική ισχύ που ρυθμίζει διαφορετικά την έννομη σχέση (επιχ. εκ των άρθρων 533 παρ.2 του ΚΠολΔ και 2 του ΑΚ), εκτός εάν περιέχεται σε αυτόν ειδική διάταξη περί εφαρμογής αυτού και στις υποθέσεις που κρίθηκαν τελεσιδίκως, υπό τους πρόσθετους περιορισμούς της μη παραβίασης των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 (περί ισότητας) και 17 (περί προστασίας της ιδιοκτησίας) και να μην αφορά η νομοθετική ρύθμιση σε ατομικώς ορισμένη υπόθεση (ΟλΑΠ 13/2006, ΟλΑΠ 4/1990, ΟλΑΠ 7/1990, ΟλΑΠ 2/1995), καθώς και της μη παραβίασης των υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής για την προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων, μετά την κύρωσή τους από την Ελλάδα με το Ν.
Δ/μα 53/1974. Τούτο άλλωστε προκύπτει και από τη διάταξη του άρθρου 4 του ΕισΝΑΚ, που απηχεί γενικότερη επί του ρυθμιζομένου θέματος διαχρονικού δικαίου νομοθετική αντίληψη και με την οποία ορίζεται [με την επιφύλαξη αντίθετης ειδικής νομοθετικής πρόβλεψης] ότι στις περιπτώσεις που οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα ή του νόμου αυτού εφαρμόζονται και στα γεγονότα ή τις σχέσεις τις πριν από την εισαγωγή του, δεν επηρεάζονται από την εφαρμογή αυτή όσα έχουν λυθεί τελεσίδικα ή με συμβιβασμό.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 656 του ΑΚ, όπως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης (28 Μαρτίου 2012), με την οποία ορίζετο ότι "αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο.
Ο εργοδότης όμως έχει δικαίωμα να εκπέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού" σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 648, 652 και 653 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης, διαθέτοντας, με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του για την επίτευξη των σκοπών αυτής, δεν έχει κατ' αρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί το μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προσφερόμενων υπηρεσιών αυτού δεν έχει κατά τις εν λόγω διατάξεις άλλες συνέπειες, εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του, ήτοι την υποχρέωση καταβολής των αποδοχών του μισθωτού.
Η κατ' αρχήν όμως νόμιμη άρνηση του εργοδότη ν' αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού καθίσταται παράνομη, όταν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτει το άρθρο 281 του ΑΚ και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντα του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 57, 914 και 932 του ΑΚ, οπότε παρέχεται σε αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης (ΟλΑΠ 9/2011).
Τοιαύτη υποχρέωση για πραγματική απασχόληση δεν προκύπτει ούτε από τη διάταξη του άρθρου 23 παρ.2 του Ν. 1264/1982, που επιβάλλει, με απειλή ποινικών κυρώσεων, την πραγματική απασχόληση του μισθωτού από τον εργοδότη, καθότι αυτή αναφέρεται μόνο στην ειδική περίπτωση της απόλυσης του μισθωτού που κρίθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση, οπότε και πάλι η υποχρέωση πραγματικής απασχόλησης δεν ανακύπτει ως αυτόματη συνέπεια της αναγνώρισης της καταγγελίας, αλλά απαιτείται η συνδρομή πρόσθετων περιστατικών που να θεμελιώνουν προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου (ΑΠ 312/2017, ΑΠ 1106/2017, ΑΠ 1671/2007, ΑΠ 362/2007, ΑΠ 1515/2003, ΑΠ 1356/2001, ΑΠ 1106/2000).
Επακολούθησε ο Ν. 4139/2013 "Νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 74/20.3.2013), με τη διάταξη του άρθρου 61 του οποίου, αντικαταστάθηκε η διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, ως ακολούθως: "Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε.
Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας, ή από την παροχή της αλλού".
Από τη νέα αυτή ρύθμιση σαφώς προκύπτει ότι, σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του εργαζομένου, το δικαστήριο, εφόσον υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, διατάσσει την πραγματική απασχόληση αυτού, στη θέση την οποία κατείχε πριν την άκυρη καταγγελία, χωρίς να έχει την ευχέρεια να απορρίψει το σχετικό αίτημα ή να αξιώσει περισσότερα στοιχεία για τη θεμελίωσή του (ΑΠ 1323/2017, ΑΠ 2011/2014).
Η διάταξη αυτή έχει αναδρομική ισχύ, εφόσον με τη διάταξη του άρθρου 98 του παραπάνω ν. 4139/2013 προβλέπεται ότι διατάξεις, μεταξύ άλλων και του άνω άρθρου 61, που αφορά την τροποποίηση του άρθρου 656 ΑΚ "καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις". Ρητή όμως διάταξη, με την οποία επεκτείνεται η ισχύς αυτού και στις ήδη τελεσιδίκως κριθείσες υποθέσεις δεν διαλαμβάνει ο παραπάνω ή άλλος νόμος.
Κατά συνέπεια, εφόσον μετά τη θέσπιση του ν. 4139/2013 (20-3-2013) γεννάται ζήτημα πραγματικής απασχόλησης του μισθωτού στο πλαίσιο εκκρεμούς υπόθεσης αφορώσας συνεχιζόμενη υπερημερία του εργοδότη, το δικαστήριο της ουσίας, κατ' εφαρμογή του άρθρου 656 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 ν. 4139/2013, υποχρεούται, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, να διατάξει την πραγματική απασχόληση του μισθωτού, στη θέση την οποία κατείχε πριν την άκυρη καταγγελία, ακόμη και αν η υπερημερία του εργοδότη άρχισε πριν τη θέσπιση του νόμου αυτού, λόγω της αναδρομικότητας της ως άνω ρύθμισης που ο ίδιος ο νόμος θεσπίζει (ΑΠ 1323/2017, ΑΠ 2011/2014).
Δεν συντρέχει όμως τέτοια περίπτωση αν ήδη το σχετικό αίτημα απορρίφθηκε, με βάση το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που εκδόθηκε πριν την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (ΑΠ 312/2017, ΑΠ 1106/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που δημοσιεύθηκε στις 28-3-2012, στο πλαίσιο του κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της από 19-12-2006 έφεσης του εναγομένου ήδη αναιρεσιβλήτου ΝΠΙΔ, εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, για τους ήδη προεκτεθέντες λόγους και με το δεδομένο ότι οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται με το δικόγραφο της αγωγής τους ότι το εναγόμενο άσκησε καταχρηστικά το σχετικό δικαίωμά του για άρνηση αποδοχής των υπηρεσιών τους, απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της αγωγής να υποχρεωθεί το εναγόμενο, ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, με απειλή χρηματικής ποινής ύψους 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του, να απασχολεί πραγματικά τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, όπως αυτή ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης (28-3-2012) της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή πριν την τροποποίηση αυτής με το άρθρο 61 ν. 4139/2013.
Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της, ενώ δεν παραβίασε τις επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος και τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 ν. 1264/1982.
Επίσης ορθά απέρριψε το σχετικό αίτημα της αγωγής ως μη νόμιμο και όχι ως αόριστο, διότι στο δικόγραφο της αγωγής, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτού από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν διαλαμβανόταν ιστορική βάση περί καταχρηστικότητας της σχετικής άρνησης του αναιρεσιβλήτου, προκειμένου να κριθεί το ορισμένο ή μη αυτής.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν το αντίθετο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος, με το οποίο απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τους 4°, 19° και 22° ενάγοντες, ήδη 4°, 9° και 11° αναιρεσείοντες (4ο, 7ο και 9ο των καλούντων) δεν ερευνάται, καθόσον ως προς αυτούς, όπως προεκτέθηκε, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως προς τους παρισταμένους 2° και 6η αναιρεσείοντες-καλούντες. Εξάλλου, οι τελευταίοι, που ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ –
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους 1°, 3°, 4°, 5°, 9°, 10° και 11° των αναιρεσειόντων (1°, 3°, 4°, 5°, 7°, 8°, 9° καλούντων).
-
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς.
-Δικάζει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
-
Απορρίπτει την από 24-3-2015 και με αριθ. κατ. 314/27-3-2015 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 1610/28-3-2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς τους 2° και 6η αναιρεσείοντες.
-
Καταδικάζει τους παραπάνω αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ