Legislator Case Law & Legislation
318/2020 AI generated

318/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 318/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

318/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης 232/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Σ. Γ., άσκησε ενώπιον το Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 12-1-2008 (με αριθμ.

Keywords

AI generated
motor vehicle liability insurance suspension of insurance cover insurance of third party accident insurance coverage interim accident insurance transport insurance
AI generated
625/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
1451/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/7/2001 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 13/3/2001 παρεμπίπτουσα αγωγή της "ΠΟΣΕΙΔΩΝ Α.Α.Ε.", που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28426/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1052/2005 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/3/2007 αίτησή του.
1136/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Ι. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις και 6) Της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΛΙΑΝΖ ΕΛΛΑΣ" (πρώην "ΑΛΛΙΑΝΖ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ", όπως μετονομάστηκε η ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία "AGF ΚΟΣΜΟΣ ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ Α.Ε.") που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Κοπακάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
1067/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Απριλίου 2013 με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 25-9-2006 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 109/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 87/2010 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-6-2010 αίτησή τους.
736/2019
Ι. Σ. του Ν., 2) Α. Μ. του Ε., κατοίκων ..., 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΑΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 31-1-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται, η 4η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο, ενώ οι 1ος και 2η δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 318 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 318/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ "Η ΕΘΝΙΚΗ"", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεόντιο Σφαιρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Νικολακόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-1-2008 και με αρ. εκθ. κατ. 3178 και 3179/2008 αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8582/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 232/2017 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-2-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 26-2-2018 και με ειδικό αριθμό καταθέσεως 32/2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 232/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο με τη διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητα και τη σύμβαση ασφάλισής τους και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 6-4-2010 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Α.Ε.Ε.Γ.Α. Η ΕΘΝΙΚΗ", έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 564 παρ. 1 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης 232/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος Σ. Γ., άσκησε ενώπιον το Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 12-1-2008 (με αριθμ.

καταθ. 3178/2008) αγωγή κατά των Ν. Σ., Φ. Π. και της ασφαλιστικής εταιρείας "Α.Ε.Ε.Γ.Α. Η ΕΘΝΙΚΗ", με την οποία ισχυρίσθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο-ταξί, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη, προκάλεσε από υπαιτιότητά του φθορές και βλάβες στο με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητό του, κατά τη σύγκρουση των δύο οχημάτων που έλαβε χώρα στον τόπο, κατά το χρόνο και κάτω από τις αναφερόμενες στην αγωγή συνθήκες. Ζήτησε δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 3.122,31 ευρώ, ως αποζημίωσή του και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Επίσης, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και την από 12-1-2008 (με αριθμ. καταθ. 3179/2008) αγωγή με το ίδιο ως άνω περιεχόμενο και αίτημα, την οποία έστρεφε κατά των ιδίων ως άνω φυσικών προσώπων και κατά του νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", για την περίπτωση κατά την οποία το ανωτέρω ζημιογόνο όχημα δεν ήταν ασφαλισμένο σε ασφαλιστική εταιρεία για τον κίνδυνο προκλήσεως ζημιών σε τρίτους.

Το ως άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού συνεκδίκασε τις πιο πάνω δύο αγωγές, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 8582/2009 απόφασή του, με την οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση και των δύο αγωγών ως προς τον πρώτο των εναγομένων, λόγω μη κλητεύσεώς του, δέχθηκε κατά ένα μέρος ως κατ' ουσίαν βάσιμη την πρώτη αγωγή, ενώ απέρριψε τη δεύτερη αγωγή ως προς το τρίτο των εναγομένων (ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ) και ανέστειλε την εκδίκαση αυτής ως προς τον δεύτερο των εναγομένων, έως ότου περατωθεί η δίκη επί της πρώτης αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής, η τρίτη των εναγομένων της πρώτης αγωγής και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε την από 6-4-2010 και με αριθμό κατάθεσης 798/2010 έφεσή της, η οποία συζητήθηκε στις 20-11-2015 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 232/2017 οριστική απόφασή του (προσβαλλόμενη), με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση.

Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα επανέφερε την απορριφθείσα και πρωτοδίκως ως μη νόμιμη ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής της, με την αιτιολογία ότι η ασφαλιστική σύμβαση, που είχε καταρτισθεί με τον ιδιοκτήτη του ζημιογόνου, δεν είχε ακυρωθεί από της ενάρξεώς της λόγω μη καταβολής των ασφαλίστρων, όπως ισχυριζόταν η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία, διότι η επικαλούμενη ακύρωση δεν είχε γνωστοποιηθεί στον αντισυμβαλλόμενό της και ήταν ισχυρή κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ, α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 189/2018).

Με το συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013).

Περαιτέρω, με το π.δ/μα 237/1986 "Κωδικοποίηση των διατάξεων του ν. 489/1976 περί υποχρεωτικής ασφάλισης της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" ορίζονται: Στο άρθρο 2: "Ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλεια την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος".

Στο άρθρο 10 αυτού: "Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ίδια αξίωση κατά του ασφαλιστή" και στο άρθρο 11 παρ. 1 εδ. β' αυτού: "Ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατ' άρθρο 10 παρ. 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του αντισυμβαλλομένου, του ασφαλισμένου και του οδηγού".

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2496/1997, όπως ίσχυαν κατά το χρόνο του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος (25-4-2006), και πριν από την ισχύ του άρθρου 8 του Ν. 3557/2007 με το οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 11 του Ν. 489/1976 (π.δ. 237/1986) και ορίσθηκε στην παρ. 3 αυτού (άρθρου 11) ότι επί πολλαπλής ασφάλισης έγκυρη είναι μόνο η τελευταία προκειμένου περί οχημάτων, αν η ασφαλισμένη περιουσία έχει ασφαλισθεί κατά του ίδιου κινδύνου σε περισσότερους ασφαλιστές (πολλαπλή ασφάλιση), οι περισσότερες ασφαλίσεις είναι ισχυρές μέχρι την έκταση της ασφαλιστικής ζημίας και, αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, οι περισσότεροι ασφαλιστές ευθύνονται εις ολόκληρο (άρθρο 481 επ.

ΑΚ), μέχρι το ασφαλιστικό ποσό της σύμβασής τους. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του Ν. 489/1976, 1, 6, 11 και 26 του Ν. 2496/1997, σαφώς συνάγεται ότι η σύμβαση ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικό ατύχημα καταρτίζεται μεταξύ του ασφαλιστή και του κυρίου ή του κατόχου του αυτοκινήτου, ο οποίος εμφανίζεται ως αντισυμβαλλόμενος και ο οποίος υποχρεούται να καταβάλει το ασφάλιστρο.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του Ν. 2496/1997, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να καταβάλλει τα ασφάλιστρα σε μετρητά είτε εφάπαξ είτε με τμηματικές καταβολές. Η ασφαλιστική κάλυψη δεν αρχίζει πριν την καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσεως της τμηματικής καταβολής, εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από τη σύμβαση, ή από τις περιστάσεις.

Η καθυστέρηση της καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρου δίνει το δικαίωμα στον ασφαλιστή να καταγγείλει τη σύμβαση με γραπτή καταγγελία προς το λήπτη της ασφάλισης, που επιφέρει τη λύση της σύμβασης μετά πάροδο μηνός. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου (που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ. 5 του Ν. 489/1976, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (25-4-2006) "εκάτερον των συμβαλλομένων μερών δύναται ελευθέρως κατά πάντα χρόνον, δι' εγγράφου συστημένου ή επί αποδείξει, να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβασιν.

Η ακύρωσις επέρχεται μετά πάροδον 20 ημερών από της κοινοποιήσεως του ως άνω περί καταγγελίας εγγράφου". Η καταγγελία γίνεται οποτεδήποτε και από οποιοδήποτε συμβαλλόμενο και η λύση αυτή ισχύει καταρχήν μόνο στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να επέλθει και με κοινή συμφωνία του ασφαλιστή και του ασφαλισμένου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 11 παρ. 2 εδ. α' του Ν. 489/1976, "η ακύρωση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να αντιταχθεί κατά του τρίτου ζημιωθέντος, μόνο αφού το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο 16 ημερών από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνωστοποίηση της ακύρωσης ή λήξης ή αναστολής. Η γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή του αντισυμβαλλομένου, με επιστολή του ασφαλιστή προς αυτό (άρθρο 7 παρ. 3 του Ν. 2170/ 1993)".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, για να μπορεί ο ασφαλιστής να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου ένσταση που αφορά την ακύρωση, τη λήξη ή την αναστολή της ασφαλιστικής συμβάσεως, πρέπει να έχει χωρήσει γνωστοποίηση στον αντισυμβαλλόμενο ή στον ασφαλισμένο από τον ασφαλιστή της λήξεως, λύσεως, ακυρώσεως ή αναστολής της ασφαλιστικής σύμβασης και να έχει περιέλθει χρονικό διάστημα δέκα έξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή, διότι, μόνο, εφόσον συντρέξουν οι δύο αυτές προϋποθέσεις (γνωστοποίηση της λήξεως κ.λπ.

και πάροδος 16 ημερών από αυτήν) μπορεί να αντιτάξει κατά του τρίτου παθόντος την παραπάνω ένσταση και κατά συνέπεια αυτός (παθών) δεν έχει αξίωση για αποζημίωση κατά του ασφαλιστή. Η γνωστοποίηση δε γίνεται με έγγραφη επιστολή του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο ή τον αντισυμβαλλόμενο στην κατοικία ή στη διαμονή αυτών.

Η γνωστοποίηση αυτή απαιτείται και αν ακόμη η λύση της ασφαλιστικής σύμβασης έγινε με μεταγενέστερη κοινή συμφωνία ασφαλιστή και αντισυμβαλλομένου ή ασφαλισμένου (Ολ.ΑΠ 3/2005, ΑΠ 142/2018). Τούτο γιατί σκοπός της γνωστοποιήσεως είναι η άρση κάθε αμφισβητήσεως ως προς το χρόνο παύσεως της ευθύνης του ασφαλιστή και η εντεύθεν αποτροπή της δυνατότητας συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σε βάρος του ζημιωθέντος τρίτου, στην προστασία του οποίου και αποβλέπει (ΑΠ 560/2003).

Περαιτέρω, το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 11 Ν. 489/1976 στην αρχική διατύπωση είχε ως ακολούθως: "Η γνωστοποίησις γίνεται εγγράφως προς τον ασφαλισμένον ή τον αντισυμβαλλόμενον, κοινοποιούμενη και προς την αρμοδίαν αστυνομικήν αρχήν του τόπου ένθα η δηλωθείσα κατοικία τούτων. Εν περιπτώσει διαδοχικών ασφαλίσεων η παρούσα διάταξις εφαρμόζεται μόνον επί του τελευταίου ασφαλιστού".

Από τη διάταξη αυτή προέκυπτε ότι επί πολλαπλής διαδοχικής ασφάλισης καθιερωνόταν ευθύνη μόνο του τελευταίου ασφαλιστή και ακυρότητα των προηγηθεισών παραλλήλων ασφαλιστικών συμβάσεων με άλλους ασφαλιστές. Ακολούθησε ο Ν. 1569/1985, με το άρθρο 40 του οποίου αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν. 489/1976 και έτσι το εδάφιο αυτό έλαβε την ακόλουθη διατύπωση: "Η γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία ή διαμονή του ασφαλισμένου ή αντισυμβαλλομένου με έγγραφο του οποίου αποδεικνύονται η χρονολογία λήψης και το περιεχόμενο.

Ως κατοικία ή διαμονή θεωρείται, εκτός από την πραγματική, και η τελευταία διεύθυνση που ο ασφαλισμένος ή αντισυμβαλλόμενος δήλωσαν στον ασφαλιστή...". Από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι με την αντικατάσταση που επήλθε με το Ν. 1569/1985 δεν επαναλήφθηκε η τελευταία άνω διατύπωση του Ν. 489/1976.

δηλαδή εν περιπτώσει διαδοχικών ασφαλίσεων κ.λπ., ώστε έκτοτε καταργήθηκε η ρύθμιση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν. 489/1976 για την ακυρότητα συμβάσεων πλην της τελευταίας. Στη συνέχεια με το π.δ/μα 237/1986, κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις του Ν. 489/1976, όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε με το Ν. 1569/1985 και τα προεδρικά διατάγματα 1019/1981 και 118/1985.

Στην κωδικοποίηση βάσει του π.δ/τος 237/1986 το άρθρο 11 παρ. 2 εδ. δεύτερο του Ν. 489/1976 αποδίδεται ακριβώς με την τελική διατύπωση που είχε λάβει η διάταξη με το Ν. 1569/1985. Επομένως δεν είναι βάσιμη η άποψη, ότι κατά την τελευταία κωδικοποίηση του Ν. 489/1976 παραλείφθηκε εκ λάθους η διάταξη της τελευταίας περιόδου του άρθρου 11 παρ. 2 του Ν. 489/1976.

Τούτο γιατί, όπως εκτέθηκε, η διάταξη αυτή ουσιαστικά δεν είχε περιληφθεί στο Ν. 1569/1985, ο οποίος κατά τούτο αποτέλεσε τη βάση της κωδικοποιήσεως με το Π.Δ. 237/1986. Τέλος, με την παρ. 2 του άρθρου 9 του Παραρτήματος I της Συμβάσεως του Στρασβούργου της 20-4-1959, που κυρώθηκε με το Ν. 4147/17-2-1961 (ΦΕΚ 42/17-3-1961 τ. Α') ορίζεται ότι: "...η ακύρωσις ή η λήξις της ισχύος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, η αναστολή του ή η αναστολή της εγγυήσεώς του δύναται να εγερθεί υπό του ασφαλιστού έναντι του ζημιούμενου μέρους μόνον ως προς ατυχήματα επισυμβαίνοντα μετά πάροδον (16) ημερών αφ' ότου ο ασφαλιστής επέδωσεν ειδοποίησιν της προρρηθείσης ακυρώσεως, λήξεως ή αναστολής.

Εις την περίπτωσιν διαδοχικών ασφαλίσεων η παρούσα διάταξις εφαρμόζεται μόνον επί του τελευταίου ασφαλιστού". Από την παραπάνω διάταξη, προκύπτει ότι σε περίπτωση διαδοχικών ασφαλίσεων το βάρος του ασφαλιστή να προβεί στην απαιτούμενη γνωστοποίηση της λήξεως της συμβάσεως ασφαλίσεως αναφέρεται μόνον στον τελευταίο ασφαλιστή, ο οποίος είναι και ο μόνος που ευθύνεται έναντι του παθόντος τρίτου, ενώ έναντι του τελευταίου απαλλάσσονται οι προγενέστεροι ασφαλιστές.

Εφόσον υιοθετηθεί τελικά τέτοια ερμηνεία της διατάξεως, τίθεται ζήτημα ισχύος της, γιατί αντίστοιχη προς αυτήν διάταξη δεν υπήρχε στο ήδη κατά το ένδικο κρίσιμο χρονικό σημείο (25-4-2006) ισχύον κείμενο του άρθρου 11 παρ. 2 του Ν. 489/1976, ενώ ίσχυε ήδη τότε και η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 και 3 του Ν. 2496/1997 για την εγκυρότητα πολλαπλής ασφάλισης.

Πολύ δε μεταγενέστερα από το ένδικο χρονικό σημείο (25-4-2006) τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 11 του Ν. 489/1976 με το άρθρο 8 του Ν. 3557/2007 και ορίσθηκε στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου 11, ότι αν υπάρχουν διαδοχικές ασφαλίσεις οχημάτων ισχύει μόνον η τελευταία και αποκλειστικά υπόχρεος για την καταβολή της αποζημιώσεως στον ζημιωθέντα τρίτο είναι ο τελευταίος ασφαλιστής, ενώ οι προγενέστερες ασφαλίσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες χωρίς οποιαδήποτε γνωστοποίηση.

Η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 εδ. β' της Συμβάσεως του Στρασβούργου, ως κείμενο αυξημένης τυπικής ισχύος, ενόψει του άρθρου 28 του Συντάγματος του 1975, θα έπρεπε να συμπληρώνει τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του Ν. 489/1976, όπως ίσχυε μετά την προαναφερθείσα τροποποίησή της, προκειμένου διαδοχικών ασφαλίσεων, μια και τα τελευταία αυτά άρθρα δεν περιέχουν διάταξη αντίστοιχη προς το άρθρο 9 παρ. 2 εδ.

β' της Συμβάσεως του Στρασβούργου. Τελικά, όμως, η τελευταία αυτή ρύθμιση, αν και αποτελεί τμήμα της Συμβάσεως, δεν πρέπει να ισχύσει. Τούτο γιατί εισάγει περιορισμό της προστασίας του παθόντος τρίτου, αφού, επί πολλαπλής ασφαλίσεως απαλλάσσει τους προηγούμενους ασφαλιστές και επιβαρύνει τον τελευταίο.

Ο αποκλεισμός της ισχύος της διατάξεως του άρθρου 9 παρ. 2 της Συμβάσεως Στρασβούργου στηρίζεται στη διατύπωση της παρ. 2 του άρθρου 1 του κυρίου Σώματος της Συμβάσεως Στρασβούργου που ορίζει ότι "έκαστον των συμβαλλομένων μερών θα διατηρήση οπωσδήποτε τη δυνατότητα της υιοθετήσεως διατάξεων παρεχουσών μεγαλυτέραν προστασίαν εις τα αδικούμενα πρόσωπα".

Τούτο γιατί η εις ολόκληρον ευθύνη των πλειόνων ασφαλιστών, βάσει αντιστοίχων συμβάσεων ασφαλίσεως δυνάμει του άρθρου 926 ΑΚ, παρέχει πράγματι μεγαλύτερη προστασία, λόγω ακριβώς του αριθμού των ασφαλιστών. Ουδεμία δε σημασία έχει ότι τέτοια ρύθμιση δεν προϋπήρχε στην ελληνική έννομη τάξη και υιοθετήθηκε το πρώτο μετά την επικύρωση από την Ελλάδα της Συμβάσεως Στρασβούργου.

Σημασία έχει η ύπαρξη ευνοϊκής ρυθμίσεως κατά το ένδικο κρίσιμο χρονικό σημείο και όχι κατά το χρόνο που τέθηκε σε ισχύ η προαναφερθείσα σύμβαση (ΑΠ 736/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο δίκασε ως Εφετείο επί των από 12-1-2008 δύο αγωγών του ήδη αναιρεσιβλήτου, με την προσβαλλόμενη 232/2017 απόφασή του, κατ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 25-4-2006 και περί ώρα 19,30' περίπου, ο ενάγων των υπό στοιχείο Α' και Β' αγωγών, ήδη εφεσίβλητος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, κυριότητάς του, εκινείτο επί της οδού ... με κατεύθυνση από την οδό ... προς την οδό ... είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Μόλις αυτός έφθασε στη διασταύρωση της ανωτέρω οδού με την οδό ..., η οποία είναι δρόμος μονής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας, το με αριθμό κυκλοφορίας …...

Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο, οδηγούμενο από τον πρώτο εναγόμενο των υπό στοιχείων Α' και Β' αγωγών, το οποίο ανήκε στην κυριότητα του δευτέρου εναγομένου, κινούμενο επί της οδού ... με κατεύθυνση από την οδό ... προς την οδό ..., εισερχόμενο στην ανωτέρω διασταύρωση, παραβίασε την εκ δεξιών προτεραιότητα του οχήματος του εφεσίβλητου και επέπεσε στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του, με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος του αυτοκινήτου του.

Η σύγκρουση οφείλεται κατά τα προεκτεθέντα σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου των υπό στοιχείο Α' και Β' αγωγών, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για την κρίση του οποίου, εξάλλου, δεν προβάλλεται λόγος έφεσης. Με το πρώτο λόγο της έφεσής της, η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι είχε συνάψει με τον δεύτερο εναγόμενο των υπό στοιχείο Α' και Β' αγωγών, ιδιοκτήτη του με αριθμό κυκλοφορίας ... ...

Δ.Χ.Ε. οχήματος, ασφαλιστήρια σύμβαση για το χρονικό διάστημα από 14-3-2006 έως και 10-6-2006, η οποία όμως είχε ακυρωθεί από την ίδια, διότι αυτός δεν της κατέβαλε τα αναλογούντα ασφάλιστρα, ενώ ακολούθως αυτός σύναψε σύμβαση ασφάλισης με την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.Γ.Α." και ως εκ τούτου αυτή (εκκαλούσα) δεν ευθύνεται ως προς τον παθόντα τρίτο - εφεσίβλητο.

Όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από 23-4-2008 και 11-2-2009 έγγραφα της ..., το με αριθμό κυκλοφορίας ...... ταξί, κατά το χρόνο του επιδίκου ατυχήματος, ήταν ασφαλισμένο για την κάλυψή της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία του στην ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε.Γ.Α." με τη με αριθμό ...

σύμβαση ασφάλισης, ενώ πράγματι ο πρώτος εναγόμενος, των υπό στοιχείο Α' και Β' αγωγών είχε κάνει δήλωση για το επίδικο ατύχημα στην ως άνω ασφαλιστική εταιρεία, στις 12-5-2006. Όμως, από το από 28-4-2006 έγγραφο της ΥΣΑΕ προκύπτει ότι το με αριθμό κυκλοφορίας ... ... ταξί ήταν ασφαλισμένο για την κάλυψη της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία του και στην εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία για το χρονικό διάστημα από 10-6-2005 έως και 10-6-2006, με την υπ' αριθμ. ...

ασφαλιστήρια σύμβαση. Περαιτέρω, από το προσκομιζόμενο αποδεικτικό υλικό δεν αποδείχθηκε ότι η καταρτισθείσα μεταξύ της εκκαλούσας και του ιδιοκτήτη του με αριθμό κυκλοφορίας ... ... ταξί ως άνω ασφαλιστική σύμβαση λύθηκε για οποιοδήποτε νόμιμο λόγο (εναντίωση, καταγγελία ή αντισυμφωνία), αλλά μόνο ότι η άνω ασφαλιστική εταιρεία εξέδωσε ένα έγγραφο ακύρωσής του, κατά το χρόνο επέλευσης του επιδίκου ατυχήματος, χωρίς, όμως, να έχει λάβει χώρα και έγγραφη καταγγελία της σύμβασης από μέρους της, που να έχει κοινοποιηθεί και να έχει περιέλθει στον αντισυμβαλλόμενό της, υπό την έννοια της δυνατότητας γνώσης από τον τελευταίο (λήπτη) του περιεχομένου της δήλωσης αυτής, έτσι ώστε, μετά πάροδο 16 ημερών από την κοινοποίηση της έγγραφης καταγγελίας, να επέλθει η ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας και επομένως η ανωτέρω ασφαλιστική σύμβαση ήταν αυτοδικαίως σε ισχύ κατά τον κρίσιμο χρόνο του ενδίκου ατυχήματος (25-4-2006), και καλυπτόταν ασφαλιστικά από την εκκαλούσα η έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του ζημιογόνου αυτοκινήτου.

Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια ως προς την ισχύ της ως άνω ασφαλιστικής σύμβασης, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και οι περί του αντιθέτου λόγοι της κρινόμενης έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επιπροσθέτως, αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος ήταν σε ισχύ τόσο η ανωτέρω ασφαλιστική σύμβαση, όσο και η καταρτισθείσα με την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...

Α.Ε.Γ.Α." ασφαλιστική σύμβαση, δηλαδή υφίστατο πολλαπλή ασφάλιση της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης του πρώτου και δευτέρου των εναγομένων, ιδιοκτήτη και οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, για τις ζημιές από την κυκλοφορία του οχήματος αυτού, ευθυνόμενες εις ολόκληρον οι ως άνω ασφαλιστικές εταιρείες προς αποκατάσταση των προερχομένων από το ένδικο ατύχημα ζημιών του παθόντος ενάγοντος...".

Με αυτά που δέχθηκε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η ασφαλιστική εταιρεία (αναιρεσείουσα) είχε γνωστοποιήσει εγγράφως στον αντισυμβαλλόμενό της τη λύση, λόγω καταγγελίας, της σύμβασης ασφάλισης του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ότι δεν είχε παρέλθει χρονικό διάστημα (16) ημερών από τη γνωστοποίηση αυτή και, επομένως, η ένδικη ασφαλιστική σύμβαση ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο του ενδίκου ατυχήματος και ο τρίτος παθών (ενάγων) έχει αξίωση για αποζημίωση κατ' αυτής, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 11 του Ν. 489/ 1976 (π.δ. 237/1986), 15 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2496/1997, 40 του Ν. 1569/1985 και 9 παρ. 2 του Παραρτήματος I της Σύμβασης του Στρασβούργου της 20-4-1959 που κυρώθηκε με το Ν. 4147/1961.

Και τούτο γιατί, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, η προβλεπόμενη στο άρθρο 11 παρ. 2 Ν. 489/1976 (π.δ. 237/1986) γνωστοποίηση πρέπει να τηρηθεί από τον ασφαλιστή ακόμη και στην περίπτωση συναινετικής λύσεως της συμβάσεως ασφαλίσεως, για να μπορεί να αντιτάξει κατά του τρίτου παθόντος την κατ' αυτόν τον τρόπο λύση της ασφαλιστικής σύμβασης, ενώ το κύρος της σύμβασης αυτής δεν επηρεάσθηκε από την παράλληλη ισχύ και άλλης μεταγενέστερης σύμβασης ασφάλισης για το ίδιο αυτοκίνητο, καθόσον κατά το ένδικο χρονικό σημείο (25-4-2006) ίσχυε η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 και 3 Ν. 2496/1997 για εγκυρότητα της πολλαπλής ασφάλισης και με το άρθρο 40 του Ν. 1569/1985 καταργήθηκε η ρύθμιση του τελευταίου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 11 του Ν. 489/1976, με την οποία επί πολλαπλής διαδοχικής ασφάλισης καθιερωνόταν ευθύνη μόνο του τελευταίου ασφαλιστή και ακυρότητα των παράλληλων ασφαλιστικών συμβάσεων με άλλους ασφαλιστές, που είχαν προηγηθεί.

Τέλος, η διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 της Σύμβασης του Στρασβούργου, με την οποία επί διαδοχικών ασφαλίσεων η ευθύνη έναντι του τρίτου παθόντος περιορίζεται μόνο στον τελευταίο ασφαλιστή, ενώ απαλλάσσονται οι προγενέστεροι ασφαλιστές έναντι του παθόντος, είναι μη εφαρμοστέα κατά το ένδικο κρίσιμο χρονικό σημείο, γιατί εισάγει περιορισμό της προστασίας του παθόντος τρίτου.

Επομένως, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσίβλητος και κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο λόγος αναίρεσης.

Κατ' ακολουθίαν, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδαφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015). Τέλος, η αναιρεσείουσα πρέπει, λόγω της ήττας της, να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-2-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 232/2017 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ