318/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.
Legislator headnote
AI generated318/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.
Full text
Απόφαση 318 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 318/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, προκειμένου να αποφανθεί για την αυτεπάγγελτη διόρθωση της 1619/2017 απόφασης του Α1' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την υπ' αριθμό 363/2017 πράξη του Προέδρου του Α1' Τμήματος του Αρείου Πάγου, για την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΒΕΕ", πρώην Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Μ. του Κ., 3) Ε. συζύγου Ι. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, εισηγήτρια δε ορίστηκε η Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία, ως εξαιρετική, υπηρετεί στα πλαίσια της επιταγής για ασφάλεια δικαίου τον κύριο σκοπό της δίκης, που είναι η δικαιοσύνη, συνάγεται, ότι μπορεί να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων της απόφασης, που οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και εκείνων που έχουν διατυπωθεί στην απόφαση, έστω και αν από τη διόρθωση της ανακρίβειας της διατύπωσης επέρχεται μεταβολή στο διατακτικό, αφού η μεταβολή αυτή, η οποία δεν ανατρέπει, αλλ' ορθώς διατυπώνει την αληθή δικαιοδοτική βούληση του δικαστηρίου, δεν αποτελεί παραβίαση του δεδικασμένου.
Η παραδρομή όμως, στην οποία οφείλονται τα λάθη, πρέπει να προκύπτει είτε από την ίδια την απόφαση, είτε από το συνδυασμό αυτής προς τα πρακτικά του δικαστηρίου ή και τα διαδικαστικά έγγραφα. Τούτο σημαίνει, ότι, για τη διαπίστωση του σφάλματος του δικαστηρίου, δεν πρέπει να γίνεται επανεξέταση της ουσίας της διαφοράς, αλλά να προκύπτει αυτό από την απλή επισκόπηση της απόφασης, των πρακτικών ή και των δικογράφων των διαδίκων, ώστε να γίνεται στη συνέχεια η διόρθωση της.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 68/2008 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας), η οποία επικύρωσε την υπ' αριθ. 174/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, έγινε δεκτό ότι η από 19-3-2003 αγωγή των αναιρεσειόντων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας με την οποία φερόταν προς διάγνωση αξίωσή τους κατά της αναιρεσίβλητης από παράνομους τόκους, λόγω μη νομίμου ανατοκισμού τους, ύψους 59.636.904 δραχμών (175.016,59€), απορρέουσα από συμβάσεις παροχής πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που είχαν καταρτισθεί μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερον αναφερόμενα, θεμελιούμενη στις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, ήταν απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου, για το μέχρι του ποσού των 18.458.885 δραχμών (56.064€) μέρος της ως προς την πρώτη εναγομένη και μη νόμιμη για τους δεύτερο και τρίτο εναγομένους για το σύνολο του αιτουμένου ποσού και για το πέραν του παραπάνω ποσού μέρος της και για την πρώτη ενάγουσα.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από τους ενάγοντες η από 15-3-2011 αίτηση αναίρεσης. Επί της αίτησης αυτής, που συζητήθηκε στις 20-2-2017 ενώπιον του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1619/2017 απόφασή του. Με την απόφαση αυτή αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον κατά το μέρος της, που απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη και περαιτέρω κρίθηκε ότι μέρος από τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 178 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔ.
Στο διατακτικό όμως της άνω απόφασης, ενώ περιλήφθηκε διάταξη περί του υποχρέου προς πληρωμή των δικαστικών εξόδων και συγκεκριμένα, ενώ επιβλήθηκε μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων σε βάρος της αναιρεσίβλητης, δεν καθορίστηκε το ποσό αυτών. Ο καθορισμός τους δεν μπορεί να γίνει με διόρθωση της απόφασης, διότι το ποσό αυτών, που παραλείφθηκε, δεν προκύπτει από την απλή επισκόπηση της ίδιας της απόφασης, αλλά πρέπει να προσδιοριστεί μετά από επανεξέταση της διαφοράς, δεδομένου ότι, κατ' άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου, το δικαστήριο κατανέμει τα έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης ή ήττας του καθενός, η οποία (επανεξέταση) όμως δεν είναι επιτρεπτή κατά τη διαδικασία της διόρθωσης της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 315 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη.
Κατ' ακολουθίαν, δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση διόρθωσης της υπ' αριθ. 1619/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, όπως διώκεται με την από 16-11-2017 πράξη του Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η άνω υπόθεση για αυτεπάγγελτη διόρθωση, κατ' άρθρο 315 ΚΠολΔ, της υπ' αριθ. 1619/2017 απόφασής του και συγκεκριμένα η διάταξη του διατακτικού της ως προς τον ορισμό του ποσού του μέρους της επιβαλλόμενης σε βάρος της αναιρεσίβλητης και υπέρ των αναιρεσειόντων δικαστικής δαπάνης, που παραλείφθηκε.
Πρέπει δε, ανεξαρτήτως της μη κλήτευσης για τη συζήτησή της των διαδίκων, να αποφανθεί περί τούτου το παρόν Δικαστήριο, κατά τα ειδικότερον διαλαμβανόμενα στο διατακτικό. Λαμβανομένου δε υπόψη, ότι, κατά το άρθρο 191 ΚΠολΔ, το δικαστήριο, όταν αποφασίζει οριστικά για ολόκληρη την κύρια ή παρεμπίπτουσα δίκη ή για ένα μέρος της, πρέπει, υπό την προϋπόθεση ότι υποβλήθηκε κατάλογος εξόδων ή αίτημα για την επιδίκασή τους, να περιλάβει στην απόφαση του διάταξη περί του υποχρέου προς πληρωμή τους, ως και του ποσού αυτών, στην περίπτωση που η απόφαση δεν περιέχει τέτοια διάταξη, μπορεί για τον προσδιορισμό του υποχρέου αλλά και τον καθορισμό του ποσού των εξόδων να υποβληθεί αυτοτελής αίτηση περί τούτων στο ίδιο δικαστήριο ( βλ.σχετ.
ΟλΑΠ 918/1972).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αποφαίνεται ότι δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση διόρθωσης της υπ'αριθ. 1619/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, όπως διώκεται με την από 16-11-2017 πράξη του Προέδρου του Α1 τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ