318/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated318/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Full text
Απόφαση 318 / 2016 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 318/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευάγγελο Μαρίνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Μ. του Θ., κατοίκου ... και 2) Α. Μ. του Θ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αργυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-5-2011 αίτηση προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Λαμίας και συνεκδικάστηκε με την (διά των προτάσεών του) ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος.
Εκδόθηκε η 37/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-4-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 30-10-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το Δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Κατά δε το άρθρο 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως ίσχυε κατά το χρόνο συζητήσεως (8-1-2013) των ενδίκων αιτήσεων ενώπιον του Εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο (ΑΠ 539/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Λαμίας, αναφορικά με την ένδικη απαλλοτρίωση, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα εξής: "...Με την υπ’ αριθμ. 1033733/2470/0010/13-4-2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 349/Δ’ /2006 και μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ...
στον τόμο ... και με αριθμό…, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, υπέρ του πρώτου καθού Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την βελτίωση του αυτοκινητοδρόμου ΠΑΘΕ, στο τμήμα ... (γέφυρα ΟΣΕ) - αρχή Α.Κ. ... (χ.θ. 1 + 200 έως 18 + 000), έκτασης συνολικού εμβαδού 1.415.562,39 τ.μ., που βρίσκεται στην περιφέρεια των Δήμων ..., ...
Φθιώτιδας. Η απαλλοτριούμενη έκταση απεικονίζεται στα από Ιουλίου 2005 και με αριθμούς πινακίδων ... κτηματολογικά διαγράμματα και τούς αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες (τεύχη 1 και 2) της ΕΥΔΕ Αυτοκινητόδρομος ΠΕΘΕ της Γενικής Γραμματείας Δημόσιων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία έχει συντάξει η ανάδοχος μελέτης "Π.
Α.Ε. Δ. " και έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Διεύθυνσης … του ΥΠΕΧΩΔΕ, Ι. Σ., στις 11-10-2005. Η ανωτέρω αποζημίωση κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνη του Δημοσίου, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 653/1977 περί αυτοαποζημιώσεως, όπως ισχύουν. Όπως προαναφέρθηκε η απαλλοτριούμενη έκταση εκτείνεται στις κτηματικές περιοχές των Δήμων ... (Δ.Δ. ...), Λαμιέων (Δ.Δ. ...) και ... (Δ.Δ. ..., ..., ...
και ...) Φθιώτιδας. Αρχίζει περίπου 6 χιλιόμετρα μετά τα ... κα εκτείνεται σε μήκος 17 χιλιομέτρων. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, περιλαμβάνεται και το ακίνητο των αιτούντων, με αριθμό ..., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιοχής Δ.Δ. ... του Δήμου ..., το οποίο εφάπτεται επί της επαρχιακής οδού που συνδέει τον ...
με την Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Λαμίας. Πλην όμως τα ονόματα των αιτούντων και όσον αφορά το προαναφερόμενο απαλλοτριωθέν ακίνητο δεν συμπεριλαμβάνονται στους κτηματολογικούς πίνακες και τα κτηματολογικά διαγράμματα και η ιδιοκτησία αυτών φέρεται ως ανήκουσα στην δεύτερη καθής Φ. Μ.. Η κύρια κατά προορισμό χρήση του ακινήτου των αιτούντων συνίσταται στην αγροτική εκμετάλλευση, ενώ η αρτιότητά του, κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις είναι εκείνη που ισχύει για τα εκτός σχεδίου και εκτός ζώνης οικισμού ακίνητα.
Στην περιοχή ισχύει το αντικειμενικό σύστημα καθορισμού της φορολογητέας αξίας ακινήτων. Η αρμόδια προεκτιμητική επιτροπή του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001 προσδιόρισε την τιμή μονάδας αποζημιώσεως με βάση την αντικειμενική τους αξία. Σύμφωνα με το πρώτο καθού Ελληνικό Δημόσιο, η αντικειμενική ταυτίζεται με την αγοραία αξία.
Η αντικειμενική αξία του ανωτέρω ακινήτου των αιτούντων, που είναι ποτιστικό, εκτός σχεδίου, εκτός οικισμού, σε απόσταση άνω των 800 μέτρων από την θάλασσα, εφαπτόμενο δημοτικής οδού, κατά το χρόνο που η Προεκτιμητική Επιτροπή συνέταξε το πόρισμά της (21-7-2006) ανέρχονταν, σε 2,04 ευρώ τ./μ. Το Ελληνικό Δημόσιο, όπως προαναφέρθηκε, υποστηρίζει ότι στο ίδιο ποσό ανέρχεται και η αγοραία αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.
Με την υπ’ αριθμ. 318/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας η αγοραία αξία και συνεπώς η καταβλητέα αποζημίωση καθορίσθηκε προσωρινά για αγροτεμάχια ποτιστικά, εκτός σχεδίου, εκτός οικισμού, σε απόσταση άνω των 800 μέτρων από την θάλασσα, που βρίσκονται στην περιοχή ..., σε 8,20 ευρώ/τ.μ. Με την ίδια απόφαση καθορίσθηκε η αξία για κάθε μεγάλη ελιά σε 200 ευρώ/τεμάχιο και για κάθε μεσαία ελιά σε 160 ευρώ/τεμάχιο.
Στη συνέχεια με την υπ’ αριθμ. 150/2010 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, καθορίστηκαν οριστικά οι ίδιες ως άνω τιμές για τα ακίνητα και για τις ελιές, που υπήρχαν σ’ αυτά. Η απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία των αιτούντων αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου συνολικής έκτασης 4.038,74 τ.μ. Μετά την απαλλοτρίωση τμήματος 825,62 τ.μ. + 836,68 τ.μ. = 1.622,30 τ.μ., απομένουν δύο τμήματα εμβαδού 469 τ.μ.
και 1.907,44 τ.μ., τα οποία κατέστησαν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις αφενός λόγω του μικρού εμβαδού τους και αφετέρου από την ανάγκη τηρήσεως αποστάσεως 40 μέτρων από τον άξονα του διερχομένου από αυτά παράπλευρου της Ν.Ε.Ο. και της επαρχιακής οδού προς ..., δρόμου σε συνδυασμό και με την ανάγκη τηρήσεως αποστάσεων από τις γειτονικές ιδιοκτησίες και για το λόγο αυτό μειώθηκε η αξία του, κατά ποσοστό 30%.
Περαιτέρω επί τμημάτων της απαλλοτριούμενης εδαφικής έκτασης των αιτούντων, επιβλήθηκε με βάση το τεκμήριο του Νόμου 653/1977 υποχρέωση αυτοαποζημιώσεως, παρά το γεγονός ότι οι εναπομείνασες μετά την απαλλοτρίωση εδαφικές εκτάσεις της ιδιοκτησίας των αιτούντων υπέστησαν μείωση της αξίας τους, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι επιβλήθηκαν και υποχρεώσεις αποζημιώσεως γειτονικών ιδιοκτησιών τμημάτων της ιδιοκτησίας των αιτούντων.
Ειδικότερα απαλλοτριώνεται 1) εδαφική έκταση εμβαδού 825,62 τ.μ. εμφαινόμενη στο κτηματολογικό διάγραμμα και στον κτηματολογικό πίνακα με τα στοιχεία ... και 2) εδαφική έκταση εμβαδού 836,68 τ.μ., εμφαινόμενη στο κτηματολογικό διάγραμμα και στον κτηματολογικό πίνακα με τα στοιχεία ... Σε τμήμα του ως άνω πρώτου τμήματος της απαλλοτριουμένης έκτασης εμβαδού 522,99 τ.μ.
εμφαινόμενο στον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με τα περιμετρικά στοιχεία ... και σε τμήμα του ως άνω δευτέρου τμήματος της απαλλοτριουμένης έκτασης εμβαδού 234,50 τ.μ. εμφαινόμενο στον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα με τα περιμετρικά στοιχεία τμήμα (...) επιβλήθηκε υποχρέωση αυτοαποζημιώσεως, ενώ το υπόλοιπο τμήμα συνολικού εμβαδού 0,94+301+1,69+170,77+ 170,32 = 643,72 τ.μ.
αποζημιώνεται από το Ελληνικό Δημόσιο, τα 240,71 τ.μ. αποζημιώνονται από την γειτονική ιδιοκτησία με αριθμό κτηματολογίου ... και τα 20,38 τ.μ. αποζημιώνονται από την γειτονική ιδιοκτησία με αριθμό .... Η ως άνω απαλλοτριούμενη έκταση των 1.662,30 τ.μ. αποτελούσε πριν από την απαλλοτρίωση τμήμα μεγαλύτερης έκτασης 4.038,74 τ.μ., εφαπτόμενη, όπως προαναφέρθηκε επί της επαρχιακής οδού που συνδέει τον ...
με την Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Λαμίας και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις. Μετά την απαλλοτρίωση τμήματος 1.662,30 τ.μ. (825,62 + 836,68), εναπομένουν δύο τμήματα εμβαδού 469 τ.μ. και 1.907,44 τ.μ., τα οποία είναι μη άρτια και μη οικοδομήσιμα σύμφωνα με τα προαναφερθέντα. Έτσι, περιορίζεται η εκμετάλλευσή τους μόνο στην γεωργική τοιαύτη, με αποτέλεσμα να χάσουν την πολεοδομική τους αξία.
Εξάλλου, η αρχική ιδιοκτησία των αιτούντων είχε πρόσοψη επί της επαρχιακής οδού, που συνδέει τον ... με την Ν.Ε.Ο. Αθηνών - Λαμίας πριν από την απαλλοτρίωση και δεν απέκτησε πρόσοψη επί αυτής πρώτη φορά, ώστε να επέλθει επαύξηση της αγοραίας αξίας της. Κατά συνέπεια, η ιδιοκτησία των αιτούντων ουδεμία ωφέλεια αποκόμισε από την απαλλοτρίωση.
Για τους λόγους αυτούς θα πρέπει να διορθωθεί ο κτηματολογικός πίνακας και συγκεκριμένα να απαλειφθεί η προαναφερομένη επιβαλλομένη υποχρέωση αυτοαποζημιώσεως στο ως άνω τμήμα της απαλλοτριούμενης εδαφικής έκτασης και να τεθεί το τμήμα των 757,49 τ.μ. (522,99 + 234,50) στον ως άνω πίνακα, ως αποζημιούμενο, σημειουμένου ότι ως προς τα υπόλοιπα τμήματα των 240,71 τ.μ.
και 20,38 τ.μ., παραμένουν υπόχρεοι αποζημιώσεως έναντι των αιτούντων οι γειτονικές ως άνω ιδιοκτησίες.... Με τα δεδομένα αυτά η πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου πιο πάνω ακινήτου ανέρχεται, κατά το χρόνο της συζήτησης (8-1-2013), ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, χωρίς να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση της αξίας του λόγω της εξαγγελίας ή της κήρυξης της απαλλοτρίωσης ή της πραγματοποίησης του έργου, που αφορά η απαλλοτρίωση, στο ποσό των 8,20 ευρώ ανά τ.μ., όπως καθορίσθηκε με την ανωτέρω απόφαση 150/2010 του Δικαστηρίου τούτου, χωρίς από τη συζήτησή της μέχρι σήμερα να μεταβληθούν οι οικονομικές και λοιπές συνθήκες, που επηρεάζουν την αξία των ακινήτων στην περιοχή, ενώ η τιμή κάθε μεγάλης ελιάς ανέρχεται σε 200 ευρώ και κάθε μεσαίας ελιάς σε 160 ευρώ.
Η τιμή αυτή ανταποκρίνεται στην πλήρη αποζημίωση, με την έννοια του άρθρου 17 του Συντάγματος, δηλαδή εκείνη, με την οποία ο φερόμενος ως δικαιούχος αιτών μπορεί να αντικαταστήσει το απαλλοτριούμενο με άλλο ίσης αξίας. Κατά συνέπεια, πρέπει η αίτηση και η ανταίτηση να γίνουν εν μέρει δεκτές, ως ουσιαστικά βάσιμες και Α) να καθοριστούν η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου ακινήτου και των επικειμένων της, στα πιο πάνω ποσά, Β) να καθορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το εναπομείναν τμήμα του απαλλοτριουμένου ακινήτου σε ποσοστό 30% επί της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης (469 τ.μ. + 1.907,44 τ.μ.) = 2.376,44 τ.μ.
επί 8,20 τ.μ. Χ 30%, Γ) να αναγνωρισθεί ότι η απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία των αιτούντων ουδεμία ωφέλεια απεκόμισε από την ένδικη απαλλοτρίωση, κατά τα ειδικότερον αναφερόμενα στο διατακτικό...". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο αναφορικά με το αίτημα του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης των απομενόντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων ακινήτου διέλαβε στην απόφασή του επαρκή και όχι αντιφατική αιτιολογία, αφού για την πληρότητά της παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη κρίση του και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα.
Ειδικότερα ενώ δέχεται ότι η κύρια κατά προορισμό χρήση του επίδικου ακινήτου συνίσταται στην αγροτική εκμετάλλευση η παραδοχή στη συνέχεια περί μείωσης για τα εναπομείναντα ακίνητα της ιδιοκτησίας με ..., λόγω απώλειας της οικοδομησιμότητάς τους, δεν προσδίδει αντιφατικότητα στην προσβαλλόμενη απόφαση, διότι η κατά κύριο προορισμό αγροτική χρήση του επίδικου απαλλοτριωθέντος ακινήτου δεν αναιρεί την κατά δεύτερο προορισμό οικοδομησιμότητά του.
Εξάλλου η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την παραδοχή ότι τα εναπομείναντα τμήματα της επίδικης με ... ιδιοκτησίας δεν είναι οικοδομήσιμα, δεν αναφέρει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα οποία τα καθιστούν μη άρτια και μη οικοδομήσιμα είναι αβάσιμη, καθόσον από τις παραδοχές της προκύπτει ότι η πριν την ένδικη απαλλοτρίωση οικοδομησιμότητα του εν λόγω ακινήτου βασίζονταν σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις στην έκτασή του που ήταν μεγαλύτερη των 4.000 τ.μ., ήτοι 4.038,74 τ.μ.
η δε έλλειψη αυτής μετά την ένδικη απαλλοτρίωση συνίσταται στην έκταση των εναπομεινάντων δύο (2) τμημάτων, εκτάσεως 469 τ.μ. και 1.907,44 τ.μ., αντιστοίχως και στην αδυναμία τηρήσεως αποστάσεως 40 μέτρων από τον άξονα του διερχόμενου από αυτά παράπλευρου της ΝΕΟ και της επαρχιακής οδού προς ... δρόμου για την βελτίωση του αυτοκινητόδρομου ΠΑΘΕ στο τμήμα ... (γέφυρα ΟΣΕ - αρχή ΑΚ ...) σε συνδυασμό και με την ανάγκη τηρήσεως αποστάσεως από τις γειτονικές ιδιοκτησίες.
Επομένως ο πρώτος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπόψη από το Δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον δεύτερο από τον αριθ. 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης παραπονείται ότι το Εφετείο κατά την διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης της επίδικης απαλλοτριωθείσας εκτάσεως και του επικειμένου του με αριθμό ...
ακινήτου των αναιρεσιβλήτων δεν έλαβε υπόψη του τα κάτωθι έγγραφα, τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: α) τις από 18-7-2006 και 21-7-2006 εκθέσεις της επιτροπής προεκτιμήσεως αξίας απαλλοτριωμένων και εναπομεινάντων τμημάτων ακινήτων της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν. Φθιώτιδας και β) την από 8-3-2007 τεχνική έκθεση της Τριμελούς Επιτροπής, που ορίστηκε με την υπ’ αριθμ.
ΑΠ …/ 2007 απόφαση της ΕΥΔΕ - ΠΑΘΕ της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ, τις οποίες είχε νομίμως επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του Εφετείου.
Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα αφού έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από την βεβαίωση αυτή και όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία υπάγονται στην κατηγορία των εγγράφων. Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 653/ 1977 "περί υποχρεώσεων των παρόδιων ιδιοκτητών για την διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ." όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979, αναφορικώς με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφισταμένων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων καθώς και των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτος αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων, με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.
Κατά την παράγραφο 3 δε του αυτού άρθρου, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες, για την εφαρμογή του, θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγομένων οδών, ενώ κατά την παράγ. 4 αυτού, "όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων".
Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου αυτού (παρ. 1, 3, 4) αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (που μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, κατ’ άρθρον 28 παρ. 1 του Συντάγματος) και επομένως το καθιερούμενο με αυτές τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος, ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφελείας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του, και ανατρέποντας το, ως άνω, μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 33 του ν. 2971/ 2001 προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγόμενης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα πρόσβασης του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτρίωσης, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.
Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου εισήγετο προς κρίση, κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι, κατά την κρατούσα στην νομολογία άποψη (Ολ.ΑΠ 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδος αποζημιώσεως, άποψη που κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. (Ολ.ΑΠ 10/ 2004).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 33 παρ. 1, 2, 3, 6 και 7 του Ν. 2971/2001, το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Νόμου 653/1977 (ΦΕΚ 2142 Α’ ) είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείo κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού (παρ. 1).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 έως 7 του ν. 653/ 1977 όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τα άρθρα 63 παρ. 9 και 10 του ν. 947/1979 και 33 παρ. 1 έως 4 του ν. 2971/ 2001 λόγω ελλιπών και ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με το αίτημα της μη αποκομιδής ωφελείας της απαλλοτριωθείσας εκτάσεως, συνεπεία της ένδικης απαλλοτρίωσης.
Τo Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση του κεφαλαίου αυτού της δίκης, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, που εφαρμόσθηκαν.
Ειδικότερα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ανατροπή του τεκμηρίου ωφελείας, διότι σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης με την επίδικη απαλλοτρίωση το απαλλοτριωθέν με ... ακίνητο των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων: α) Ενώ αρχικά είχε έκταση 4.038,74 τ.μ.
και εφάπτονταν με την επαρχιακή οδό που συνδέει την περιοχή ... του Δήμου … με την ΝΕΟ Αθηνών - Λαμίας και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τις κείμενες πολεοδομικές διατάξεις, μετά την εν λόγω απαλλοτρίωση τμήματος 1.662,30 τ.μ. εναπομένουν δύο τμήματα, εκτάσεως 469 τ.μ. και 1.907,44 τ.μ., αντιστοίχως, τα οποία είναι μη άρτια και οικοδομήσιμα και β) η αρχική ιδιοκτησία των αιτούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων είχε πρόσοψη επί της επαρχιακής οδού, που συνδέει τον ...
με την ΝΕΟ Αθηνών - Λαμίας και δεν απέκτησε πρόσοψη επ’ αυτής, λόγω της ένδικης απαλλοτρίωσης, ώστε να επέλθει επαύξηση της αγοραίας αξίας της και να ωφεληθεί το εν λόγω ακίνητο. Οι λοιπές δε αιτιάσεις, αναφορικά με τα πολεοδομικά δεδομένα της περιοχής, τις διατάξεις βάσει των οποίων ρυθμίζεται η κατά κανόνα και κατά παρέκκλιση αρτιότητα και οικοδομησιμότητα της περιοχής των επίδικων ακινήτων, την οικοδόμηση των ένδικων ακινήτων και τις επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης και του κατασκευασθέντος έργου στις δυνατότητες χρήσεως αυτών είναι αβάσιμες καθόσον στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρονται μεταξύ άλλων, η έκταση του επίδικου ακινήτου πριν και μετά την ένδικη απαλλοτρίωση, η αρτιότητα και οικοδομησιμότητα πριν την απαλλοτρίωση και η έλλειψη αυτών μετά την συντελεσθείσα απαλλοτρίωση, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, οι επιπτώσεις της απαλλοτρίωσης και του κατασκευασθέντος έργου στις δυνατότητες χρήσεως των επίδικων ακινήτων, που περιορίζονταν μόνο στην γεωργική εκμετάλλευση, η δε έλλειψη μνείας των πολεοδομικών διατάξεων, που ίσχυαν κατά τον χρόνο της συντελεσθείσας απαλλοτρίωσης δεν καθιστούν την προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετέα για πλημμέλεια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, αφού διέλαβε στην απόφασή του όλα τα αναγκαία περιστατικά, που επιτρέπουν στον Άρειο Πάγο τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής του νόμου. Επομένως ο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, μειωμένη, όμως, κατ’ άρθρ. 2 παρ. 1 του ν. 3693/1957, 176, 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-4-2014 αίτηση για αναίρεση της 37/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Απριλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ